← Κύπρος

Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης ως Κεντρικής Αρχής ν. Νίκη Αλεξάνδρου, Αρ. Αίτησης: 7/12, 8/6/2012

Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης ως Κεντρικής Αρχής ν. Νίκη Αλεξάνδρου, Αρ. Αίτησης: 7/12, 8/6/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLEM:2012:2 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Δικαιοδοσία Θεμάτων Οικογενειακών Σχέσεων ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Τουμαζή, Π. Οικ. Δ. Αρ. Αίτησης: 7/12 Αναφορικά με την Σύμβαση για τις Αστικές Πτυχές της Διεθνούς Απαγωγής Παιδιών [Κυρωτικού] Νόμου του 1994 11[III]/94 Μεταξύ: Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης ως Κεντρικής Αρχής με βάση το Νόμο 11 [III]/94, ύστερα από εξουσιοδότηση του Βασίλη Σταυρίδη Αιτητή και Νίκη Αλεξάνδρου, από την Λεμεσό Καθ' ης η αίτηση ------------------------------ Ημερομηνία: 8.6.12 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κα Μ. Αλεξάνδρου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (κα Μ. Αναστασίου για να ακούσει απόφαση) Για Καθ' ης η αίτηση: κα Χριστοδουλίδου για κ. Α. Γιωρκάτζιη ------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ ------------------------------- Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, που ενεργεί ως η Κεντρική Αρχή στην Κυπριακή Δημοκρατία, με βάση τη Σύμβαση της Χάγης του 1980 που κυρώθηκε στην Κύπρο με τον περί της Συμβάσεως για τις Αστικές Πτυχές της Διεθνούς Απαγωγής Παιδιών (Κυρωτικός) Νόμος του 1994 (Ν.11 (ΙΙΙ)/94) (στη συνέχεια η Σύμβαση) κατόπιν εξουσιοδότησης του Βασίλη Σταυρίδη (που στη συνέχεια θα αναφέρεται ως ο πατέρας) με την οποία ζητείται: «διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει την επιστροφή των ανήλικων Δανάης και Ελισάβετ Σταυρίδη, παιδιών της Καθ' ης η αίτηση στον πατέρα τους Βασίλη Σταυρίδη, από τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής (Η.Π.Α)». Η Καθ'ης η αίτηση καταχώρισε ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως, συνοδευόμενη από ένορκο δήλωση της ιδίας. Είναι παραδεκτό ότι ο πατέρας τέλεσε γάμο με την Καθ' ης η αίτηση στις 23.11.1995 στην Λιβύη. Από το γάμο τους απέκτησαν δύο παιδιά, τη Δανάη και την Ελισάβετ που γεννήθηκαν στις 21.7.1997 και στις 5.12.1999, αντίστοιχα. Ένορκη δήλωση προς υποστήριξη του αιτήματος κατατέθηκε από την Τροοδία Διονυσίου, Διοικητική Λειτουργό της Υπηρεσίας Δημόσιας Διοίκησης και Δημόσιας Τάξης, στην οποία αναφέρει ότι στις 25.11.2011 λήφθηκε επιστολή από την Κεντρική Αρχή των Η.Π.Α ημερομηνίας 22.11.2011 στην οποία επισυνάπτονταν δύο αιτήσεις του Βασίλη Σταυρίδη ημερομηνίας 31.10.2011 για επιστροφή των ανήλικων παιδιών του Δανάης και Ελισάβετ στις Η.Π.Α, τα οποία κατακρατήθηκαν παράνομα στην Κύπρο από την Καθ' ης η αίτηση-μητέρα τους. (Τεκμήρια 1, 2 και 3). Ως Τεκμήριο 4 επισυνάφθηκε αντίγραφο εγγράφου στα αγγλικά υπογεγραμμένο από τον πατέρα, ημερομηνίας 14.11.11 που φέρει τον τίτλο "Affidavit of Vassilios Stavridis" και το οποίο αναφέρει το ιστορικό των γεγονότων της υπόθεσης του. Σύμφωνα με την ένορκο δήλωση της Τροοδίας Διονυσίου ημερομηνίας 1.2.12, από το 1995 μέχρι και το 2003 η οικογένεια ζούσε σε διάφορες χώρες. Από το 2003 μέχρι το 2009 η οικογένεια μετοίκησε στο Βανκούβερ του Καναδά και από το 2009 μετοίκησε στην Βοστόνη, Μασαχουσέτη των Η.Π.Α όπου ζούσαν μέχρι και την ημερομηνία που έλαβε χώρα η απαγωγή. Τα παιδιά φοιτούσαν στο Public Schools of Brookline (Tεκμήρια 10 και 11). H οικογένεια επισκεπτόταν κάθε χρόνο, συνήθως καλοκαίρι, την Κύπρο και την Ελλάδα για διακοπές, αφού είχαν συγγενείς και στις δύο χώρες. Από τα Χριστούγεννα του 2009 το ζευγάρι άρχισε να παρουσιάζει προβλήματα λόγω της αντισυζυγικής συμπεριφοράς της Καθ' ης η αίτηση. Ο πατέρας προσπάθησε πολλές φορές να βελτιώσει την μεταξύ τους σχέση, χωρίς όμως να υπάρχει ιδιαίτερη ανταπόκριση από την Καθ' ης η αίτηση. Στις 22.6.2010 η Καθ' ης η αίτηση μαζί με τα ανήλικα πήγαν για τις καθιερωμένες τους διακοπές στην Ελλάδα και Κύπρο, με εισιτήρια επιστροφής στην Μασαχουσέτη ημερομηνίας 30.8.2010 (Τεκμήριο 9). Ο πατέρας όταν έλαβε τη σχετική άδεια από την υπηρεσία του, επισκέφθηκε την Ελλάδα για να δει τους συγγενείς του. Στις 3.7.2010, ενώ ο πατέρας ετοιμαζόταν να μεταβεί στην Κύπρο για να περάσει οικογενειακώς τις υπόλοιπες καλοκαιρινές τους διακοπές, η Καθ' ης η αίτηση τον ειδοποίησε δια τηλεφώνου να μην επισκεφθεί την Κύπρο και ότι ήταν επιθυμία της να περάσουν χωριστά αυτές τις διακοπές διότι το είχε ανάγκη. Ο πατέρας σεβάστηκε την επιθυμία της και παρέμεινε στην Ελλάδα και επέστρεψε κατευθείαν στη Βοστόνη την 1.8.

  1. Καθ' όλη τη διάρκεια που ήταν χωριστά με την Καθ'ης η αίτηση και τα ανήλικα, επικοινωνούσε μαζί τους καθημερινά. Κατά ή περί τις 14.8.2010 η Καθ' ης η αίτηση ανακοίνωσε τηλεφωνικώς στον πατέρα πως δεν αισθανόταν έτοιμη να επιστρέψει σπίτι τους και ότι θα παρέμενε στην Κύπρο όσο χρειαστεί για να νιώσει καλά και να βοηθήσει τους γονείς της και έτσι έγινε, επιβεβαιώνοντας τον πατέρα ότι τα ανήλικα θα επέστρεφαν μέχρι τις 31.8.2010 στην Αμερική, διότι 6.9.2010 ξεκινούσε η νέα τους σχολική χρονιά. Στις 21.8.2010 η Καθ'ης η αίτηση ανακοίνωσε στον πατέρα ότι ούτε αυτή, ούτε τα ανήλικα θα επέστρεφαν τελικά στην Αμερική. Τότε ο πατέρας ταξίδεψε άμεσα στην Κύπρο στις 24.8.2010 για να συζητήσουν τις διαφορές τους με την ελπίδα ότι η Καθ'ης η αίτηση θα επέστρεφε στην Μασαχουσέτη μαζί με τα ανήλικα. Η Καθ'ης η αίτηση ήταν ανένδοτη και ζητούσε από τον πατέρα περισσότερο χρόνο για να σκεφθεί, έτσι ο πατέρας αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Μασαχουσέτη λόγω εργασίας κατά ή περί τις 5.9.2010, χωρίς τα ανήλικα. Κατά ή περί το Δεκέμβρη 2010 η Καθ'ης η αίτηση εξέφρασε την επιθυμία της στον πατέρα να επιστρέψει στην Μασαχουσέτη και ως εκ τούτου ο πατέρας έκανε διευθετήσεις ώστε η Καθ'ης η αίτηση να μένει σε ξεχωριστό διαμέρισμα από αυτόν. Τελικά όμως, τον Ιανουάριο του 2011 η Καθ'ης η αίτηση πήρε την τελική της απόφαση να μην επιστρέψει ξανά στην Μασαχουσέτη, αλλά να παραμείνει στην Κύπρο μαζί με τα ανήλικα. Κατά ή περί τον Ιανουάριο του 2011 η Καθ' ης η αίτηση, χωρίς άδεια και/ή συγκατάθεση και εν αγνοία του πατέρα, κατακράτησε παράνομα τα ανήλικα στην Κύπρο με τη βοήθεια των γονιών της. Όλα τα προσωπικά αντικείμενα των ανηλίκων παρέμειναν στην Μασαχουσέτη όπου ήταν και ο μέχρι τότε συνήθης τόπος διαμονής τους. Έκτοτε τα ανήλικα μένουν με την Καθ' ης η αίτηση στη Λεμεσό. Η πιο πάνω κατακράτηση των ανηλίκων στην Κύπρο τον Ιανουάριο του 2011 έλαβε χώρα εν αγνοία και χωρίς τη συγκατάθεση του πατέρα και κατά παράβαση των δικαιωμάτων φύλαξης του πατέρα τα οποία είχε από κοινού με την Καθ'ης η αίτηση. Τα ανήλικα τώρα φοιτούν σε ιδιωτικό αγγλόφωνο σχολείο στη Λεμεσό σε ένα ξένο και άγνωστο περιβάλλον αφού για τόσα χρόνια έμεναν μαζί και με τους δύο γονείς τους στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο ίδιος έκαμε αίτηση στις 24.6.11 σε Δικαστήριο της Μασαχουσέτης με την οποία ζητά προσωρινά την κηδεμονία των παιδιών του (Τεκμήριο 7). Η Καθ'ης η αίτηση καταχώρισε ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως και προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης: «
  2. Δεν υπήρξε απαγωγή των ανήλικων τέκνων των διαδίκων σύμφωνα με τις διατάξεις της Σύμβασης για τις Αστικές Πτυχές της Διεθνούς Απαγωγής Παιδιών [Κυρωτικού] Νόμου του 1994 11 [ΙΙΙ]/
  3. Η μεταφορά των ανήλικων τέκνων των διαδίκων δεν ήταν παράνομη και/ή δεν υπήρξε παράνομη μετακίνηση ή παρακράτηση των ανήλικων τέκνων των διαδίκων.
  4. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της Σύμβασης για τις Αστικές Πτυχές της Διεθνούς Απαγωγής Παιδιών [Κυρωτικού] Νόμου του 1994 11 [ΙΙΙ]/94 γιατί τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων είχαν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο και κατά τον χρόνο καταχώρησης της παρούσας αίτησης την συνήθη διαμονή τους στην Κύπρο.
  5. Ο Αιτητής γνώριζε και έδωσε την συγκατάθεση του στην παραμονή των ανήλικων του τέκνων στην Κύπρο.
  6. Τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων, Ελισάβετ και Δανάη Σταυρίδου αυτόβουλα αντιτίθενται στην επιστροφή τους στην Βοστόνη των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και με βάση το άρθρο 13 της Σύμβασης πρέπει να δοθεί η ευκαιρία στα ανήλικα να ακουστούν.
  7. Υφίσταται σοβαρός κίνδυνος ότι η επιστροφή των ανήλικων Ελισάβετ και Δανάης Σταυρίδη, θα τα εκθέσει σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία και/ή σε αφόρητη κατάσταση.
  8. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι αντικανονική και/ή άκυρη και/ή δεν μπορεί να στηρίξει την αίτηση καθότι η ενόρκως δηλούσα δεν έχει προσωπική γνώση των ισχυριζόμενων γεγονότων και/ή δεν αποκαλύπτει την πηγή της πληροφόρησης ή γνώσης της. Οι ισχυρισμοί που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζουν την αίτηση είναι ψευδείς και/ή ανυπόστατοι.» Η Καθ'ης η αίτηση, στην ένορκο δήλωση της ημερομηνίας 23.2.2012 που συνοδεύει την ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως, αναφέρει ότι είναι υπήκοος της Κυπριακής Δημοκρατίας και από τον Ιούνιο του 2010 κατοικεί μαζί με τα ανήλικα τέκνα της στη Λεμεσό. Ο πατέρας που είναι υπήκοος της Ελληνικής Δημοκρατίας και έχει τη μόνιμη κατοικία του στην Αθήνα, διαμένει προσωρινά στη Βοστόνη των Η.Π.Α όπου υπηρετεί στο εκεί Γενικό Ελληνικό Προξενείο, και ασκεί τα καθήκοντα του Διοικητικού Γραμματέα. Μετά τη γέννηση της Ελισάβετ το 1999, εγκαταστάθηκε μαζί με τα ανήλικα τέκνα τους για περίοδο ενός χρόνου στην Κύπρο και μετά την τοποθέτηση του πατέρα στο Βανκούβερ του Καναδά, εγκαταστάθηκαν προσωρινά εκεί και τον Αύγουστο του 2009 μετακινήθηκαν επίσης προσωρινά στη Βοστόνη των Η.Π.Α, όπου τοποθετήθηκε ο πατέρας. Η συμβίωση με τον πατέρα κατέστη προβληματική από το Μάιο του 2010 λόγω του ότι αυτός διατηρούσε εξωσυζυγική σχέση. Συγκεκριμένα, κατά ή περί τα μέσα Μαΐου 2010 και έχοντας λάβει τη συγκατάθεση του, μετέβη στην Ουάσιγκτον για να διευθετήσει όπως τα τέκνα τους λάβουν την κυπριακή υπηκοότητα. Η ανήλικη θυγατέρα τους Δανάη επικοινώνησε τηλεφωνικώς μαζί της για να της γνωστοποιήσει ότι ανακάλυψε ότι ο πατέρας της διατηρούσε εξωσυζυγική σχέση. Η ανήλικη θυγατέρα της Δανάη άρχισε να παρουσιάζει κάποια προβλήματα στη συμπεριφορά της. Συγκεκριμένα, άρχισε να παρακολουθεί όλες τις συνομιλίες και συνδιαλέξεις του πατέρα ενώ πολλές φορές εξέφραζε την ανάγκη να απομακρυνθεί από αυτόν. Άρχισε να μην δείχνει εμπιστοσύνη σε κανένα και παράλληλα κλεινόταν στον εαυτό της. Λόγω της αρνητικής επίδρασης της εξωσυζυγικής σχέσης του πατέρα τόσο στα τέκνα τους όσο και στην ίδια, αναγκάστηκε να τον αντιμετωπίσει, χωρίς να του γνωστοποιήσει ότι η ανήλικη Δανάη ήταν αυτή που ανακάλυψε την εξωσυζυγική σχέση, πληροφορώντας τον ότι ενόσω διατηρεί εξωσυζυγική σχέση με μια άλλη γυναίκα, δεν είναι δυνατόν να συνεχιστεί η μεταξύ τους συμβίωση και ότι αν δεν διέκοπτε τη σχέση αυτή, θα αναγκαζόταν μαζί με τα παιδιά να εγκαταλείψουν την οικία στην οποία προσωρινά διέμεναν στη Βοστόνη και να μεταβούν στην Κύπρο. Παρά τις προειδοποιήσεις της, ο πατέρας προτίμησε να συνεχίσει την εξωσυζυγική του σχέση αντί να διασώσει το γάμο τους και έτσι με τη σύμφωνη γνώμη του και τη συμπλήρωση του σχολικού έτους, αναχώρησε μαζί με τα ανήλικα τέκνα τους για την Κύπρο, όπου διαμένουν οι γονείς της. Όταν ξεκαθάρισε στον πατέρα στις 21.8.2010 ότι τόσο η ίδια όσο και τα ανήλικα τέκνα τους δεν θα επέστρεφαν πίσω στη Βοστόνη, αφού θεώρησε το γάμο τους νεκρό και την αδιάφορη συμπεριφορά του απέναντι στα ανήλικα τέκνα τους απαράδεκτη, ο πατέρας ταξίδεψε στην Κύπρο στις 24.8.2010 με σκοπό να την πείσει να επιστρέψει. Ο πατέρας βλέποντας την άρνηση της να επιστρέψει μαζί με τα ανήλικα πίσω στην Βοστόνη και αφού του ξεκαθάρισε ότι τόσο η ίδια όσο και τα παιδιά τους θα έμεναν στην Κύπρο μόνιμα, έδωσε τη συγκατάθεση του, λέγοντας της ότι αυτός θα επιστρέψει στην Βοστόνη αφού εκεί είναι η δουλειά του. Κατά την 5.9.2010, ο πατέρας έφυγε από την Κύπρο αφήνοντας την αποκλειστική ευθύνη για τη φροντίδα και ανατροφή των ανήλικων παιδιών τους στην ίδια, λέγοντας της μόνο τη φράση «να μου τις προσέχεις», χωρίς όμως να δείξει το παραμικρό ενδιαφέρον ή να ρωτήσει κατά πόσο είχαν χρήματα ή οποιαδήποτε άλλη ανάγκη. Ο πατέρας, μετά την επιστροφή του στη Βοστόνη και σε διάφορες ημερομηνίες άρχισε από τις αρχές Οκτωβρίου 2010 να αποστέλλει με τον αδελφό της και στη συνέχεια με το ταχυδρομείο στα παιδιά τους τα προσωπικά τους αντικείμενα, το ρουχισμό και οτιδήποτε άλλο είχαν αφήσει στην Βοστόνη. (Τεκμήριο 2). Μετά την εγκατάσταση τους στην Κύπρο και συγκεκριμένα από την 1.1.2011, η ίδια άρχισε να εργάζεται στην εταιρεία Λανίτης Αριστοφάνους Λτδ ενώ τα ανήλικα τέκνα τους εγγράφηκαν στο ιδιωτικό σχολείο The Heritage Private School για τη σχολική χρονιά 2010 -
  9. (Τεκμήριο 3). Από την επιστροφή του πίσω στην Βοστόνη ο πατέρας επέδειξε πλήρη αδιαφορία και παρόλες τις εκκλήσεις των ανηλίκων για πιο τακτική επικοινωνία, αυτός δεν έδειξε κανέναν ενδιαφέρον. Περαιτέρω, ουδέποτε συνεισέφερε οποιοδήποτε ποσό για τη διατροφή και την εκπαίδευση των δύο ανηλίκων, ακόμη και μετά την επίδοση σχετικού διατάγματος διατροφής, ημερομηνίας 31.3.11 για το ποσό των €1,250 το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια αίτησης διατροφής με αρ. 81/11 που η ίδια αναγκάστηκε να καταχωρήσει ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού (Τεκμήριο 6). Μετά την εξασφάλιση του διατάγματος, ο πατέρας μέσω των δικηγόρων του στην Κύπρο, πρότεινε τον περιορισμό του μηνιαίου ποσού διατροφής σε €1000 και όταν τούτο δεν έγινε αποδεκτό από την ίδια, άρχισε να προβαίνει σε εκδικητικές ενέργειες, απειλώντας μεταξύ άλλων, ότι θα της στερήσει τα ανήλικα τέκνα τους και καταχωρώντας παράλληλα στις 24.6.2011 αίτηση για προσωρινή επιμέλεια στο Οικογενειακό Δικαστήριο Μασαχουσέτης. Ούτε και μετά την οριστικοποίηση του προσωρινού διατάγματος όπου και το ποσό μειώθηκε στα €950, ο πατέρας κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό (Τεκμήρια 7 και 8). Ως αποτέλεσμα της μη λήψης οικονομικής βοήθειας από τον πατέρα και επειδή δεν μπορούσε η ίδια να συνεχίσει να πληρώνει το ιδιωτικό σχολείο στο οποίο είχε εγγράψει τα ανήλικα, αναγκάστηκε για τη σχολική χρονιά 2011 - 2012 να τα εγγράψει σε δημόσιο σχολείο. Η παρούσα αίτηση εγείρεται καθαρά για να εξασκηθεί πίεση στην ίδια από τον πατέρα, για να σταματήσει όλες τις διαδικασίες που ξεκίνησε ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Θεωρεί αντιφατική τη συμπεριφορά που επιδεικνύει αφού από τη μια, για ένα και πλέον χρόνο μέσω των δικηγόρων του τόσο στην Κύπρο όσο και στην Ελλάδα προσπαθούσε να βρει μια συμβιβαστική λύση ως προς την υποχρέωση του για συμβολή στη διατροφή των τέκνων του και από την άλλη, με την παρούσα αίτηση του εγείρει τον ισχυρισμό περί απαγωγής. Διαμένει με τα ανήλικα στο σπίτι των γονέων της στη Λεμεσό και τα ανήλικα έχουν συνηθίσει να ζουν σ' αυτό και νιώθουν ασφάλεια και ηρεμία. Τα ανήλικα βρίσκονται σε ώριμη ηλικία και επιθυμούν να παραμείνουν στην Κύπρο όπου διανύουν τη δεύτερη σχολική τους χρονιά και αντιτίθενται στην τυχόν επιστροφή τους στις Η.Π.Α. Τόσο η Δανάη όσο και η Ελισάβετ έχουν πλήρως προσαρμοστεί στην Κύπρο και στο νέο περιβάλλον. Έχουν κάνει φίλους και περνούν καλά, αφού έχουν ενταχθεί πλήρως στην κυπριακή κοινωνία και έχουν κοινωνικοποιηθεί και η τυχόν μετακίνηση τους πάλι πίσω στις Η.Π.Α θα τα έθετε σε κατάσταση αποδιοργάνωσης. Τα ανήλικα είναι συνδεδεμένα μαζί της και η τυχόν επιτυχία της παρούσας αίτησης εκ μέρους του πατέρα να της στερήσει τα τέκνα της, θα επηρεάσει πρώτα και κύρια τον τρυφερό ψυχικό και συναισθηματικό τους κόσμο αφού τα ίδια τα παιδιά δεν επιθυμούν να επιστρέψουν στις Η.Π.Α, ενώ αντίθετα επιθυμούν όπως συνεχίσουν να διαμένουν στην Κύπρο μαζί με την ίδια. Ακόμη και να ευσταθούσαν οι αβάσιμοι ισχυρισμοί του πατέρα ότι έχει μετακινήσει τα ανήλικα από τη Μασαχουσέτη χωρίς τη συγκατάθεση του, δεν έχει προβεί σε οποιοδήποτε διάβημα και δεν έχει προβάλει τέτοιο ισχυρισμό για περισσότερο από ένα χρόνο από την αναχώρηση τους από την Αμερική, γεγονός που του στερεί κάθε δικαίωμα να επικαλείται τις πρόνοιες της Σύμβασης της Χάγης. Η ίδια επέστρεψε στην Κύπρο μαζί με τα ανήλικα τέκνα τους κατόπιν δικής της παράκλησης και επιθυμίας και ο ερχομός της έτυχε της συναίνεσης και συγκατάθεσης του, κάτι που φαίνεται και από τη συμπεριφορά του, αφού ο ίδιος απέστειλε τα προσωπικά αντικείμενα των ανηλίκων στην Κύπρο και για ένα και πλέον χρόνο, ήτοι από τις 21.8.2010 οπόταν και του ανακοίνωσε ότι δεν επρόκειτο να επιστρέψει μέχρι και την 31.10.2011, δεν προέβηκε σε καμία ενέργεια για επιστροφή των ανηλίκων στην Βοστόνη. Οι δύο πλευρές από κοινού έκαναν προσπάθειες για φιλικό διακανονισμό της υπόθεσης, οι οποίες όμως δεν είχαν αποτέλεσμα. Οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν από τους δικηγόρους. Στη συνέχεια το Δικαστήριο ζήτησε και είχε συνέντευξη με τα παιδιά για να ακούσει τις απόψεις τους, εφόσον η ηλικία τους, 15 και 12 ½ χρόνων περίπου, υπεδείκνυε ότι αυτές έπρεπε να ληφθούν υπόψη. Σύμφωνα με το άρθρο 12 της Σύμβασης, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο το παιδί έχει προσαρμοστεί. Το άρθρο 13 της Σύμβασης ορίζει ότι λαμβάνονται υπόψη οι απόψεις του παιδιού όταν αυτό «βρίσκεται ήδη σε ηλικία και βαθμό ωριμότητας που υποδεικνύουν να ληφθούν υπόψη οι απόψεις του». Στη συνέχεια, οι δικηγόροι των δύο πλευρών προχώρησαν με γραπτές αγορεύσεις. Νομική Πτυχή Σύμφωνα με το άρθρο 1 του περί της Συμβάσεως για τις Αστικές Πτυχές της Διεθνούς Απαγωγής Παιδιών (Κυρωτικός) Νόμος του 1994 (Ν. 11 (ΙΙΙ)/94): "Οι σκοποί της παρούσας Σύμβασης είναι- α. να διασφαλίσει την άμεση επιστροφή των παιδιών που παράνομα μετακινήθηκαν ή κατακρατήθηκαν σε οποιοδήποτε από τα Συμβαλλόμενα Κράτη∙ και β. να εξασφαλίσει ότι τα δικαιώματα φύλαξης και επικοινωνίας βάσει της νομοθεσίας ενός Συμβαλλόμενου Κράτους γίνονται σεβαστά, κατά τρόπο αποτελεσματικό, στα άλλα Συμβαλλόμενα Κράτη." Το άρθρο 3 της Σύμβασης αναφέρει: "Η μετακίνηση ή κατακράτηση παιδιού θεωρείται παράνομη εφόσον- α. γίνεται κατά παράβαση των δικαιωμάτων φύλαξης που απονέμονται σε φυσικό πρόσωπο, ίδρυμα ή οποιαδήποτε άλλη οργάνωση, είτε από κοινού είτε αποκλειστικά, δυνάμει του δικαίου του Κράτους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από τη μετακίνηση ή κατακράτηση∙ και β. κατά το χρόνο της μετακίνησης ή κατακράτησης τα δικαιώματα αυτά ασκούνταν, στην πραγματικότητα, είτε από κοινού είτε αποκλειστικά ή θα είχαν ασκηθεί με τον τρόπο αυτό, αν δεν είχε συμβεί η μετακίνηση ή κατακράτηση. Τα δικαιώματα φύλαξης που αναφέρονται στην υποπαράγραφο α πιο πάνω, δύνανται να απορρέουν ιδίως είτε απευθείας από το νόμο είτε από δικαστική ή διοικητική απόφαση είτε από συμφωνία που ισχύει σύμφωνα με το δίκαιο του Κράτους αυτού". To άρθρο 5 αναφέρει τα ακόλουθα: "Για τους σκοπούς της Σύμβασης αυτής- α. "δικαιώματα φύλαξης" περιλαμβάνουν δικαιώματα που αφορούν στην επιμέλεια του προσώπου του παιδιού και, ιδίως, το δικαίωμα ορισμού του τόπου διαμονής του παιδιού∙ β. "δικαιώματα επικοινωνίας" περιλαμβάνουν το δικαίωμα μεταφοράς παιδιού σε μέρος άλλο από τη συνήθη διαμονή του παιδιού, για ορισμένο χρονικό διάστημα". Σύμφωνα με το άρθρο 16 της Σύμβασης, οι δικαστικές ή διοικητικές αρχές του Συμβαλλόμενου Κράτους στο οποίο το παιδί έχει μετακινηθεί ή κατακρατηθεί, δεν αποφασίζουν επί της ουσίας των δικαιωμάτων φύλαξης, μέχρις ότου διαπιστωθεί ότι το παιδί δεν θα επιστρέψει δυνάμει της Σύμβασης αυτής. Όταν οι γονείς ασκούν από κοινού τη γονική μέριμνα των παιδιών τους, δεν μπορεί ένας εξ αυτών να αλλάξει μονομερώς τον τόπο της συνήθους διαμονής τους. Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην υπόθεση Σάββα ν. Υπουργού Δικαιοσ. και Δημ. Τάξης (Αρ. 2)

(2002)1 (Β) 1228, 1245 από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Κραμβή: «Ο σκοπός της Σύμβασης είναι η διασφάλιση της άμεσης επιστροφής των παιδιών στην χώρα της συνήθους διαμονής τους. Για την επίτευξη του σκοπού χρησιμοποιούνται σύντομες και απλές διαδικασίες». Η συνήθης διαμονή των παιδιών μπορεί να αλλάξει μόνο εάν οι γονείς έχουν κοινό κατασταλαγμένο σκοπό (settled purpose) για την αλλαγή. Στην υπόθεση Dehaan v. Gracia
(2004)AJ N: 94 (QL), αποφασίστηκε ότι το ουσιώδες χρονικό σημείο για τη διαπίστωση της πρόθεσης των μερών να αποκτήσουν νέα συνήθη διαμονή είναι ο αμέσως προηγούμενος χρόνος πριν από τη μετάβαση τους από τη μια χώρα στην άλλη. Σύμφωνα με τον Bracewell J στην Re D ( Abduction: Habitual Residence )
(2005)2 FLR 403, το ερώτημα της συνήθους διαμονής αποφασίζεται από το Δικαστήριο του Συμβαλλόμενου Kράτους το οποίο εξετάζει την αίτηση σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει σ΄ αυτό. Το τι συνιστά κατασταλαγμένο σκοπό έχει επεξηγηθεί στην απόφαση της πλειοψηφίας Φασαρίας ν. Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως
(2008)1 (Β) 1024 από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Ναθαναήλ ως εξής: (σελ. 1036 - 1037) «Στις υποθέσεις που ανέφερε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, In Re B (minors: abduction) (No2) [1993] 1 FLR 993 και In Re F (A minor) (Child Abduction) [1992] 1 FLR 548, λέχθηκε ότι η φράση «habitual residence" έχει αναφορά, τουλάχιστον για νυμφευμένα ζευγάρια που ζουν μαζί, το μέρος εκείνο που οικιοθελώς επέλεξαν να ζήσουν ως μέρος της συνήθους πορείας της ζωής τους για το συγκεκριμένο χρόνο, είτε μικρής, είτε μεγάλης διάρκειας. Εκείνο που χρειάζεται είναι η ύπαρξη κοινής πρόθεσης να ζήσουν σε μια χώρα έχοντας ικανοποιητικό βαθμό συνέχειας. Ακόμη και η πάροδος ενός μηνός σε νέα χώρα μπορεί να θεωρηθεί ως ικανοποιητική για να υπάρξει εύρημα για απόκτηση νέας συνήθους διαμονής. Περαιτέρω, η απόκτηση της νέας κατοικίας θα πρέπει να είναι οικιοθελής και θα πρέπει να συνοδεύεται από συγκεκριμένο σκοπό, που μπορεί να είναι είτε εξειδικευμένος, είτε γενικός. Πρέπει, με άλλα λόγια, να υπάρχει κατασταλαγμένος σκοπός ("a settled purpose"), αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι κάποιος πρέπει να έχει και την πρόθεση να μείνει εκεί επ΄ αόριστον. Ο σκοπός της διαμονής μπορεί να έχει περιορισμένη χρονική διάρκεια, αλλά και πάλι να υπάρχει η αναγκαία πρόθεση διαμονής. Στο κατά ποσό υιοθετήθηκε από ένα πρόσωπο μια νέα συνήθης διαμονή, μπορούν να ληφθούν υπόψη παράγοντες όπως η μόρφωση, η εργασία η επιτήδευμα, η υγεία, άλλοι οικογενειακοί δεσμοί, ακόμη και η απλή αγάπη για το μέρος το οποίο επιλέγεται για κατοικία». Παράνομη κατακράτηση παιδιού υφίσταται όταν αυτό κατακρατείται πέραν του χρόνου που ορίζει το Δικαστήριο ή πέραν του χρόνου που έχουν συμφωνήσει οι γονείς. Σύμφωνα με την απόφαση Re S (Minors) (Abduction: Wrongful Retention)
(1994)Fam 70, κατακράτηση καθίσταται παράνομη από τη στιγμή που ο γονέας εγκαταλείπει την πρόθεση του να τιμήσει τη συμφωνία. Τα παραδεκτά γεγονότα της υπόθεσης μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Οι διάδικοι τέλεσαν γάμο στις 23.11.1995 στη Λιβύη. Από το γάμο τους απέκτησαν δύο παιδιά, τη Δανάη που γεννήθηκε στις 21.7.1997 και την Ελισάβετ που γεννήθηκε στις 5.12.
  1. Αρχικά έμεναν στη Λιβύη, από το 2003 κατοικούσαν στο Βανκούβερ και από το 2009 κατοικούσαν στη Βοστόνη των Η.Π.Α. όπου τα παιδιά τους φοιτούσαν σε σχολείο. Επομένως, είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι είχαν εκεί τη συνήθη διαμονή τους. Και οι δύο παραδέχονται ότι είχαν προβλήματα στη σχέση τους, τα οποία άρχισαν σύμφωνα με τον πατέρα τα Χριστούγεννα του 2009 και σύμφωνα με την Καθ'ης η αίτηση το Μάιο του
  2. Είναι παραδεκτό επίσης ότι τον Ιούνιο του 2010, η Καθ'ης η αίτηση ήρθε με τα παιδιά στην Κύπρο με τη σύμφωνη γνώμη του πατέρα, εφόσον ο ίδιος αναφέρει ότι αυτά ήρθαν για τις καθιερωμένες καλοκαιρινές διακοπές τους. Είναι επίσης παραδεκτό ότι στις 21.8.2010 η Καθ'ης η αίτηση ανακοίνωσε στον πατέρα ότι ούτε αυτή, ούτε τα ανήλικα θα επέστρεφαν πίσω στην Αμερική. Ο πατέρας ήρθε στην Κύπρο στις 24.8.10 για να την μεταπείσει, αλλά αυτή αρνήθηκε και ο πατέρας επέστρεψε στη Βοστόνη στις 5.9.10, λόγω της εργασίας του. Στην παρούσα υπόθεση δεν τίθεται θέμα παράνομης μετακίνησης των παιδιών στην Κύπρο, εφόσον αυτά ήρθαν τον Ιούνιο του 2010 με τη σύμφωνη γνώμη του πατέρα. Τίθεται υπό αμφισβήτηση η συνέχιση της παραμονής τους και συγκεκριμένα κατά πόσο αυτή μπορεί να χαρακτηριστεί ως «παράνομη κατακράτηση» σύμφωνα με το άρθρο 3 της Σύμβασης. Η μαρτυρία και όλα τα στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως θα διαφανεί κατωτέρω, καταδεικνύουν ότι ο πατέρας συγκατατέθηκε στην παραμονή και εγκατάσταση των παιδιών του στην Κύπρο και συνεπώς αυτή δεν συνιστά παράνομη κατακράτηση. Το ζευγάρι, όπως είναι παραδεκτό, αντιμετώπιζε προβλήματα στις διαπροσωπικές του σχέσεις. Δέχομαι τη θέση της Καθ'ης η αίτηση ότι αυτή προειδοποιούσε τον πατέρα ότι θα έφευγε με τα παιδιά στην Κύπρο αν συνέχιζε τη σχέση που είχε. Το ότι τα προβλήματα ήταν σοβαρά και ότι η Καθ'ης η αίτηση συζητούσε το θέμα αυτό, φαίνεται να το παραδέχεται και ο πατέρας, εφόσον είναι η θέση του ότι στις 3.7.10 ενώ αυτός ετοιμαζόταν να μεταβεί στην Κύπρο για να περάσει οικογενειακώς τις υπόλοιπες καλοκαιρινές διακοπές, η Καθ'ης η αίτηση τον ειδοποίησε δια τηλεφώνου να μην επισκεφτεί την Κύπρο και ότι ήταν επιθυμία της να περάσουν χωριστά τις διακοπές και ότι ο πατέρας σεβάστηκε την επιθυμία της και παρέμεινε στην Ελλάδα και επέστρεψε κατευθείαν στη Βοστόνη στις 1.8.
  3. Η Καθ'ης η αίτηση και τα παιδιά ήρθαν στην Κύπρο με τη σύμφωνη γνώμη του πατέρα για τις καλοκαιρινές διακοπές και με εισιτήρια επιστροφής. Φαίνεται ότι μέχρι τότε η Καθ'ης η αίτηση δεν ήτο σίγουρη κατά πόσο θα έμενε στην Κύπρο πλέον μαζί με τα παιδιά ή θα επέστρεφε πίσω στην Αμερική. Γι' αυτό είχαν εισιτήρια μετ' επιστροφής. Όμως, στη συνέχεια πήρε την απόφαση της και ήταν ξεκάθαρη στις 21.8.10 ότι δεν θα επέστρεφε ούτε αυτή, ούτε τα παιδιά πίσω στην Αμερική, όπως είναι παραδεκτό και από τις δύο πλευρές. Μάλιστα, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο πατέρας, αυτή ήταν «ανένδοτη». Ο ισχυρισμός του ότι του ζήτησε τότε να το σκεφτεί, είναι αντιφατικός με την αμέσως προηγούμενη θέση του ότι αυτή ήτο ανένδοτη. Δεν δέχομαι τη θέση του πατέρα ότι η Καθ'ης η αίτηση το Δεκέμβριο 2010, εξέφρασε την επιθυμία της να επιστρέψει στη Βοστόνη και ότι έκανε διευθετήσεις να μένει αυτή σε ξεχωριστό διαμέρισμα. Απορρίπτω επίσης τον ισχυρισμό του πατέρα ότι είναι τον Ιανουάριο του 2011 που η Καθ'ης η αίτηση πήρε τη τελική της θέση να μείνει με τα ανήλικα στην Κύπρο. Δέχομαι ως πιο φυσιολογική και πειστική τη θέση της Καθ'ης η αίτηση, η οποία ενισχύεται και από τα τεκμήρια που επισυνάπτει στην ένορκο της δήλωση. Δέχομαι τη θέση της Καθ'ης η αίτηση, η οποία είναι παραδεκτή από τον πατέρα μέσω της αγόρευσης της δικηγόρου του Αιτητή ότι μετά που επέστρεψε ο πατέρας στην Αμερική, άρχισε να στέλνει προσωπικά αντικείμενα και ρουχισμό των παιδιών στην Κύπρο, με τελευταία ημερομηνία αποστολής την 15.8.
  4. Αυτό έρχεται σε αντίφαση με την παράγραφο (ξ) της ένορκης δήλωσης της Τροοδίας Διονυσίου στην οποία αναφέρει ότι όλα τα προσωπικά αντικείμενα των ανηλίκων παρέμειναν στη Μασαχουσέτη. Ο πατέρας δεν προέβη σε καμία ενέργεια για να επιστρέψουν πίσω τα παιδιά του από τις 21.8.2010 που η Καθ'ης η αίτηση του ανακοίνωσε ότι δεν θα επέστρεφαν στην Αμερική, αλλά ούτε και από τις 5.9.2010 που ο ίδιος έφυγε από την Κύπρο χωρίς τα ανήλικα, ημερομηνία κατά την οποία ήτο ξεκάθαρο πλέον ότι τα παιδιά δεν θα επέστρεφαν και ότι θα άρχιζαν σχολείο στην Κύπρο. Ο πατέρας υπέγραψε αίτηση στην Κεντρική Αρχή της Αμερικής για επιστροφή των παιδιών με βάση τη Σύμβαση της Χάγης στις 31.10.11, δηλαδή πάνω από ένα χρόνο μετά και η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε την 1.2.12, δηλαδή σχεδόν 1 ½ χρόνο μετά. Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι ο πατέρας αντέδρασε καταχωρώντας αίτημα για προσωρινή κηδεμονία των παιδιών του στη Μασαχουσέτη στις 24.6.11 και υπογράφοντας την αίτηση για επιστροφή των παιδιών με βάση τη Σύμβαση στις 31.10.11, μετά την έκδοση από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού στις 31.3.11 προσωρινού διατάγματος με το οποίο διετάσσετο να καταβάλλει €1.250 μηνιαίως ως συνεισφορά του στη διατροφή των ανήλικων παιδιών του. Ο πατέρας από την επιστροφή του στη Βοστόνη επέδειξε αδιαφορία για τα ανήλικα παιδιά του και αυτό ενισχύεται από τα δύο ηλεκτρονικά μηνύματα ημερομηνίας 10.8.11 και 4.9.11 που στάληκαν στον πατέρα από τα παιδιά με τα οποία τον ευχαριστούν που τους έστειλε ρούχα και παλιά τους πράγματα και διαμαρτύρονται πως δεν τους τηλεφωνά και δεν τους απαντά στα μηνύματα τους. (Τεκμήρια 4 και 5 στην ένορκη δήλωση της Καθ'ης η αίτηση). Σύμφωνα με το άρθρο 12 της Σύμβασης, σε περίπτωση όπου παιδί έχει μετακινηθεί ή κατακρατηθεί παράνομα και κατά την ημερομηνία έναρξης της δικαστικής διαδικασίας έχει παρέλθει περίοδος μικρότερη από το ένα έτος από την ημερομηνία της παράνομης μετακίνησης ή κατακράτησης, το Δικαστήριο διατάζει την άμεση επιστροφή του. Ακόμα και σε περίπτωση όπου οι διαδικασίες έχουν αρχίσει μετά την εκπνοή της περιόδου του ενός έτους, το Δικαστήριο διατάζει την επιστροφή του παιδιού, εκτός αν αποδειχθεί ότι το παιδί έχει τώρα προσαρμοστεί στο καινούργιο περιβάλλον του. Το άρθρο 12 τελεί υπό την αίρεση του άρθρου 13 το οποίο προβλέπει ότι σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί την επιστροφή. Στην απόφαση Re N (Minors) Abduction [1991] FLR 413 τονίστηκε ότι η φράση «νέο περιβάλλον» περιλαμβάνει τον τόπο, σπίτι, σχολείο, φίλους, δραστηριότητες και ευκαιρίες, αλλά όχι την καθ'αυτό σχέση με τον γονέα με τον οποίο τώρα διαμένει το παιδί. Στην υπόθεση αυτή το Δικαστήριο αποφάσισε ότι ένα τετράχρονο παιδί το οποίο μετακινήθηκε και παρέμεινε στην Αγγλία για 15 μήνες, είχε προσαρμοστεί στο νέο περιβάλλον. Στην απόφαση Cannon v. Cannon [2005] 1 WLR 32 τονίστηκε ότι όταν το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο το παιδί προσαρμόστηκε στο καινούργιο περιβάλλον, δεν είναι αρκετό να λάβει υπόψη μόνο τα εξωτερικά χαρακτηριστικά της προσαρμογής, αλλά θα πρέπει να λάβει επίσης υπόψη τη συναισθηματική και ψυχολογική πλευρά της προσαρμογής. Στην υπό εκδίκαση υπόθεση, η διαδικασία έχει αρχίσει μετά την εκπνοή της περιόδου του ενός έτους και συγκεκριμένα 1 ½ χρόνο μετά, εφόσον η αίτηση καταχωρήθηκε στις 1.2.12 και η ημερομηνία κατά την οποία η Καθ'ης η αίτηση ξεκαθάρισε στον πατέρα ότι δεν θα επιστρέψει είναι η 21.8.
  5. Ακόμα και σ' αυτή την περίπτωση που η διαδικασία άρχισε μετά την εκπνοή του ενός έτους, αν η κατακράτηση των παιδιών είναι παράνομη, το Δικαστήριο διατάζει την επιστροφή τους, εκτός αν αποδειχθεί ότι έχουν προσαρμοστεί στο νέο περιβάλλον τους. Σύμφωνα με το άρθρο 13(α) της Σύμβασης, το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται να διατάξει την επιστροφή του παιδιού αν είχε δοθεί η συναίνεση ή μεταγενέστερα η συγκατάθεση στη μετακίνηση ή κατακράτηση. Το πιο πάνω άρθρο ερμηνεύτηκε στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Σάββα ν. Υπουργού Δικαιοσ. και Δημ. Τάξης (ανωτέρω) ως ακολούθως: «Από τη λεκτική διατύπωση του άρθρου 13(α), προκύπτει πως όταν η αποδοχή για τη μετακίνηση ανηλίκου γίνει προτού πραγματοποιηθεί η μετακίνηση, η αποδοχή ονομάζεται συναίνεση (consent). Όταν όμως η αποδοχή δοθεί μετά η πραγματοποίηση της μετακίνησης αυτή, ονομάζεται συγκατάθεση.» Το βάρος απόδειξης τέτοιας υπεράσπισης έχει η Καθ'ης η αίτηση. Η συναίνεση ή συγκατάθεση μπορεί να εξαχθεί από τη συμπεριφορά του γονέα που ζητά την επιστροφή του παιδιού. (Re C Abduction Consent [1996] 1 F.L.R. 414). Όταν τα λόγια ή οι πράξεις του οδήγησαν τον απαγωγέα να πιστεύει ότι δεν θα επικαλεστεί το δικαίωμα του για επιστροφή του παιδιού, και είναι ασυμβίβαστα με τέτοια επιστροφή, τότε είναι δίκαιο να θεωρηθεί ότι ο γονέας που ζητά επιστροφή έχει δώσει τη συγκατάθεση του (Re H (Minors) Abduction Acquiescence) [1998] AC 72, HL). Αργοπορία στη λήψη οποιωνδήποτε δικαστικών μέτρων από το γονέα που ζητά την επιστροφή του παιδιού συνιστά ένδειξη ότι υπάρχει συγκατάθεση. Στην απόφαση W v. W (Child Abduction: Acquiescence) [1993] 2 FLR 211, η αδράνεια του πατέρα για 10 μήνες μετά που έμαθε την απόφαση της συζύγου του για μη επιστροφή, κρίθηκε ότι ισοδυναμεί με συγκατάθεση. Στην απόφαση Re S (Child Abduction: Delay) [1998] 1 FLR 651 τονίστηκε ότι όταν έχει αποδειχθεί υπεράσπιση με βάση το άρθρο 13, το Δικαστήριο στην εξέταση του κατά πόσο θα επιτρέψει την επιστροφή του παιδιού ή όχι, λαμβάνει υπόψη την καθυστέρηση του Αιτητή να προωθήσει το αίτημα του με βάση τη Σύμβαση. Το Δικαστήριο επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 13 της Σύμβασης, μπορεί να αρνηθεί την επιστροφή του παιδιού αν διαπιστώσει ότι αυτό αντιτίθεται στην επιστροφή και βρίσκεται ήδη σε βαθμό ωριμότητας που υποδεικνύει να ληφθούν υπόψη οι απόψεις του. Στην υπόθεση Zaffino v. Zaffino
(2006)1 FLR 410 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο πρέπει να σταθμίζει τη φύση και την ένταση των ενστάσεων του παιδιού από τη μια και τους στόχους της Σύμβασης από την άλλη, στους οποίους περιλαμβάνεται ο σεβασμός προς τις δικαστικές διαδικασίες της αιτούσας χώρας και επίσης η γενική ευημερία του παιδιού. Ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Νικολάτος στην απόφαση Νικολάου ν. Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης
(2008)1 (Β) Α.Α.Δ. 1311, υιοθετώντας την απόφαση Re T
(2000)2 FLR 192, τόνισε ότι η εξέταση του ζητήματος των ενστάσεων του παιδιού να επιστρέψει στη χώρα της συνήθους διαμονής του περιλαμβάνει τρία στάδια. Πρώτον, κατά πόσο οι ενστάσεις του παιδιού αποδεικνύονται. Δεύτερον, κατά πόσο η ηλικία και η ωριμότητα του παιδιού είναι τέτοια που το καθιστά ορθό να τις λάβει υπόψη. Αν τα προαναφερθέντα απαντηθούν καταφατικά, τότε το Δικαστήριο προχωρεί στο τρίτο ερώτημα ως προς το πώς θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια. Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο θα πρέπει να αναζητήσει τους λόγους για τους οποίους το παιδί ενίσταται και θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι οι απόψεις του παιδιού εκφράζονται ελεύθερα. Το Δικαστήριο, στην υπό εκδίκαση υπόθεση, τόσο για τους σκοπούς του άρθρου 12, όσο και 13 της Σύμβασης, είχε συνέντευξη με κάθε παιδί ξεχωριστά, στην απουσία των δικηγόρων. Η Ελισάβετ ανέφερε ότι φοιτά στην 6η δημοτικού, ότι έχει κάνει καινούργιους φίλους και ότι έχει συγγενείς εδώ και ξαδέλφια τους οποίους βλέπει και ότι έχει συνηθίσει στην Κύπρο. Σε ερώτηση κατά πόσο θέλει να επιστρέψει στην Αμερική, απάντησε: «Εγώ θέλω να είμαι εκεί που είναι η αδελφή μου». Σε ερώτηση για το που θα προτιμούσε να μείνει, απάντησε: «Τη μια βολεύει εδώ και έχω καινούργιους φίλους, νομίζω προτιμώ εδώ». Η Δανάη, η μεγαλύτερη κόρη, ανέφερε ότι είναι ευχαριστημένη στην Κύπρο, φοιτά στην Γ' Γυμνασίου σε ελληνόφωνο σχολείο, ότι βγαίνει έξω με φίλες της, με τη μητέρα της και την αδελφή της, ότι έχει τον παππού και τη γιαγιά, θείους και θείες τους οποίους βλέπει. Ανέφερε επίσης ότι δεν θέλει να επιστρέψει πίσω γιατί αισθάνεται ότι τώρα ο πατέρας της δεν την αγαπά επειδή αυτή θέλει να μείνει με τη μητέρα της, ότι δεν τους παίρνει πολλές φορές τηλέφωνο και δεν έρχεται να τους βλέπει. Πιστεύει ότι παρόλο που ο πατέρας της θέλει να τους πάρει πίσω, δεν νομίζει ότι θέλει να μείνουν μαζί του γιατί αν ήθελε, δεν θα έλεγε ότι η μητέρα της έκανε απαγωγή. Από τη συνομιλία που έκανα και με τα δύο παιδιά, μου φάνηκαν αρκετά ώριμα ώστε να μπορούν να αποφασίσουν που θέλουν να μείνουν. Και τα δύο εκφράστηκαν ξεκάθαρα ότι είναι ευχαριστημένα στην Κύπρο, ότι έχουν δημιουργήσει νέες παρέες και ότι έχουν στενά συγγενικά πρόσωπα με τα οποία έχουν επαφή και ότι δεν θέλουν να επιστρέψουν. Και τα δύο παιδιά φαίνεται ότι ενίστανται στην επιστροφή τους διότι έχουν πλέον προσαρμοστεί πλήρως στο περιβάλλον της Κύπρου. Και τα δύο παιδιά εξέφρασαν τις απόψεις τους ελεύθερα. Mε βάση όλα τα πιο πάνω, το Δικαστήριο καταλήγει στα πιο κάτω ευρήματα: Οι διάδικοι κατοικούσαν στη Βοστόνη μαζί με τα παιδιά τους από το
  1. Αυτός ήτο ο συνήθης τόπος διαμονής τους. Τα παιδιά φοιτούσαν σε σχολείο. Υπήρχαν προβλήματα στο γάμο και η Καθ'ης η αίτηση ανέφερε στον πατέρα ότι αν δεν άλλαζε συμπεριφορά, αυτή θα ερχόταν στην Κύπρο με τα παιδιά. Τον Ιούνιο 2010 η Καθ'ης η αίτηση ήρθε στην Κύπρο με τα παιδιά με εισιτήριο μετ' επιστροφής για τις καλοκαιρινές διακοπές, χωρίς να έχει κατασταλάξει κατά πόσο θα έμενε μόνιμα στην Κύπρο. Στις 21.8.2010 του ανακοίνωσε ότι δεν θα επιστρέψει ούτε αυτή, ούτε τα παιδιά στην Αμερική. Ο πατέρας ήρθε στην Κύπρο στις 24.8.10 για να την μεταπείσει, δεν είχε αποτέλεσμα και έφυγε στις 5.9.10, λόγω της εργασίας του. Τα παιδιά παρέμειναν στην Κύπρο με τη συγκατάθεση του πατέρα, ο οποίος άρχισε να στέλνει προσωπικά τους είδη, ρούχα και παιχνίδια. Τα παιδιά άρχισαν να διαμαρτύρονται λόγω του ότι δεν ερχόταν να τους δει στην Κύπρο, ούτε και επικοινωνούσε τακτικά μαζί τους. Ο πατέρας καταχώρισε την παρούσα αίτηση στις 1.2.
  2. Οι πράξεις και η όλη συμπεριφορά του πατέρα, καθώς και η αργοπορία του στη λήψη δικαστικών μέτρων καταδεικνύουν ότι έδωσε τη συγκατάθεση του για την αλλαγή του συνήθους τόπου διαμονής των ανηλίκων από την Αμερική στην Κύπρο και συνεπώς η παραμονή των παιδιών στην Κύπρο δεν είναι παράνομη. Η Καθ'ης η αίτηση απέδειξε την υπεράσπιση του άρθρου 13(α) της Σύμβασης. Περαιτέρω, είναι διαπίστωση και εύρημα του Δικαστηρίου ότι τα παιδιά τα οποία βρίσκονται ήδη σε ηλικία και βαθμό ωριμότητας που υποδεικνύουν να ληφθούν υπόψη οι απόψεις τους, αντιτίθενται στην επιστροφή τους. Τα παιδιά έχουν προσαρμοστεί πλήρως στο νέο τους περιβάλλον στην Κύπρο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση, απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται σε βάρος του Αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Μ. Τουμαζή, Π.Οικ.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΔΔ (Subject: Family Court/Final) (Aναφορά: Aπαγωγή) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.