Δ. Δ. ν. Α. Δ., Αρ. Αίτησης 43/2010, 19/4/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLEF:2013:3 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Δικαιοδοσία Περιουσιακών Διαφορών Αρ. Αίτησης 43/2010 ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Α. Σεργίδη, Πρ. 19 Απριλίου 2013 Μεταξύ: Δ. Δ., XXXXX 17, XXXXX, XXXXX Λευκωσία, Αιτητή και Α. Δ., XXXXX 96, XXXXX, XXXXX Λευκωσία, Καθ΄ ης η Αίτηση ---------------------------------- Αίτηση ημερ. 29/11/2012 Εμφανίσεις: Χρ. Χριστοδούλου για τον Αιτητή. Α. Μ. Κλεάνθους για την Καθ΄ ης η αίτηση και για Χαράλαμπο Πολυκράτη. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Αιτητής, με την υπό κρίση αίτηση, ζητά την άδεια του Δικαστηρίου για τροποποίηση της εναρκτήριας αίτησης με την προσθήκη δεύτερου εναγόμενου στον τίτλο της αίτησης, του πατέρα της Καθ' ης η αίτηση Χ. Π., καθώς και με την προσθήκη, διαγραφή ή αντικατάσταση διάφορων παραγράφων ή ισχυρισμών στο αιτητικό και στα γεγονότα, με όλες, βεβαίως, τις αναγκαίες αναριθμήσεις και νέες αριθμήσεις. Η αίτηση του Αιτητή, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωσή του ημερ. 29/11/2012, επιδόθηκε τόσο στην Καθ΄ ης η αίτηση όσο και στον πατέρα της Χ. Π. Στις 13/2/2013 η Καθ' ης η αίτηση και ο Χ. Π. καταχώρισαν ξεχωριστές ειδοποιήσεις για πρόθεση ένστασης, συνοδευόμενες αντίστοιχα από ένορκες δηλώσεις τους της ίδιας ημερομηνίας. Στις ειδοποιήσεις για πρόθεση ένστασης προβάλλονται αντίστοιχα δέκα και έντεκα λόγοι για απόρριψη της αίτησης, εκ των οποίων οι πλείστοι συντρέχουν. Στις 15/3/2013 η αίτηση προχώρησε σε ακρόαση με την κατάθεση γραπτών αγορεύσεων, χωρίς να αντεξεταστούν οι ενόρκως δηλούντες. Στη γραπτή αγόρευση της Καθ' ης η αίτησης, κάτω από τον τίτλο της υπόθεσης, αναγράφεται: «Γραπτή Αγόρευση Καθ΄ ου η αίτηση Χ. Π.», ενώ εκκρεμούσε η παρούσα αίτηση για προσθήκη του Χ. Π. ως Καθ΄ ου η αίτηση αρ. 2 και ενώ η Καθ΄ ης η αίτηση ενίσταται στο αίτημα αυτό. Φαίνεται ότι η γραπτή αυτή αγόρευση εκπροσωπεί τόσο την Καθ΄ ης η αίτηση όσο και τον πατέρα της. Υπογράφεται από τον κ. Ανδρέα Μ. Κλεάνθους ως δικηγόρο της Καθ΄ ης η αίτηση. Περαιτέρω στη σελίδα 1 αναφέρονται τα εξής: «Με την παρούσα γραπτή αγόρευση μου υιοθετώ και επαναλαμβάνω τους λόγους ενστάσεως όσο και τα γεγονότα της ενόρκου δηλώσεως τόσο της Καθ΄ ης η αίτηση όσο και του επιδιωκόμενου διάδικου που υποστηρίζουν την ένσταση». Οι λόγοι για τους οποίους ζητούνται οι αιτούμενες τροποποιήσεις, εμφαίνονται στις παρ. 2-9 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή, οι οποίες και παρατίθενται στη συνέχεια: «
- Λόγω παραλείψεως και/η εκ λάθους και/η εκ παραδρομής και/η και/η [sic] λόγω του επείγοντος η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε υπ΄ εμού μέσω του δικηγόρου μου, εναντίον της καθ΄ ης η αίτηση, συζύγου μου και παρέλειψα να προσθέσω το όνομα του πατέρα της Χ. Π., σαν καθ΄ ου η αίτηση 2, όστις είναι ο ιδιοκτήτης της ακινήτου περιουσίας επί της οποίας έχει αναγερθεί και/η αποκτήθηκε η συζυγική κατοικία μας με την συγκατάθεση του, πριν από τον γάμο και/η με προοπτική του γάμου μας και/η κατά την διάρκεια και/η μετά τον γάμο μας και προέρχεται από την συμβολή και/η συνεισφορά μου και/η λόγω δημιουργίας [sic] καταπιστεύματος προς όφελος εις βάρος της ακίνητης περιουσίας επί της οποία έχει αναγερθεί η συζυγική κατοικία μας .. [sic]
- Με την προσθήκη του Χ. Π. σαν καθ΄ η αίτηση 2, ως με συμβουλεύει και ο δικηγόρος μου αλλάζει και η αξίωση της αίτησης.
- Περαιτέρω και ιδιαίτερα μετά την αποκάλυψη των εγγράφων ύστερα από αίτηση της καθ΄ ης η αίτηση, διαπίστωσα ότι παρέλειψα στοιχεία και γεγονότα που διαφοροποιούν τις αξιώσεις [sic] μου και είναι αναγκαία να περιληφθούν στην αίτηση μου που καθιστούν για ακόμη ένα λόγο αναγκαία την τροποποίηση της αίτησης.
- Η παράλειψη μου να προσθέσω στην αίτηση τον Χ. Π. που είναι ο ιδιοκτήτης της ακινήτου περιουσίας και ο πατέρας της καθ΄ ης η αίτηση, επί της οποίας αποκτήθηκε και/η έχει αναγερθεί η συζυγική μας κατοικία, με την συγκατάθεση του. [sic] είναι ουσιώδης και χωρίς αυτόν η αίτηση δεν μπορεί να προχωρήσει και επιτύχει.
- Ως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου και σύμφωνα με τον νόμο και την νομολογία η αίτηση πρέπει να εγερθεί και εναντίον του Χ. Π., πατέρα της καθ΄ ης η αίτηση λόγω του ότι η απόκτηση και/ή η ανέγερση της συζυγικής κατοικίας επί της ιδιόκτητης ακίνητης περιουσίας του, έγινε με την συγκατάθεση του και σε μεγάλο βαθμό προέρχεται από την συμβολή και/η συνεισφορά μου με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί καταπίστευμα εις βάρος της και προς όφελος μου.. [sic]
- Η τροποποίηση της αίτησης είναι λογικώς αναγκαία ώστε σ΄ αυτήν να βρίσκονται τα ορθά και κατάλληλα πρόσωπα για την δέουσα παρουσίαση της υπόθεσης.
- Η τροποποίηση δεν θα βλάψει κανένα από τους καθ΄ ων η αίτηση και/η δεν θα υποστούν καμμια ζημιά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήματα και/η δεν θα επηρεάσει τα κεκτημένα δικαιώματα τους και ως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου, είναι αναγκαία για να απονεμηθεί ορθά η Δικαιοσύνη.
- Η αίτηση τροποποίησης γίνεται σε στάδιο που δεν μπορεί να προκαλέσει αδικαιολόγητον καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης». Η εξεταζόμενη αίτηση θεμελιώνεται κυρίως στις διατάξεις της Δ.9 και Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, που με ρητή πρόβλεψη του Κ.11 του Περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Διαδικαστικού Κανονισμού του 1990, εφαρμόζονται και από τα Οικογενειακά Δικαστήρια. Η Διαταγή 25 Θ.1 προβλέπει ότι: «The court or a judge may at any stage of the proceedings allow either party to order or amend his indorsement or pleadings in such a manner and on such terms on may be just and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real question in controversy between the parties». H Διαταγή 9 Θ. 11 ορίζει ότι: «Where a defendant is added or substituted, the writ of summons shall be amended accordingly and the plaintiff shall, unless otherwise ordered by the Court or a Judge, file a copy of the writ as amended, and serve the new defendant with such amended writ or notice in lien of service thereof in the same manner as original defendants are served, and the proceedings shall be continued as if the new defendant had originally been made a defendant». Υπάρχει πλούσια νομολογία επί του θέματος τροποποίησης δικογράφου. Στην υπόθεση Π. Χρίστου ν. Α. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 σελ. 707, τίθεται από το Ανώτατο Δικαστήριο η θεμελιακή και πάγια νομολογιακή αρχή που διέπει το θέμα: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του Αρ. 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια. Βλέπε Ευριπίδου ανωτέρω και Σ. Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd & Άλλου,
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 33...». Στην υπόθεση Σ. Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd, κ.α.
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 33, σελ. 36-37, συνοψίζονται από το Ανώτατο Δικαστήριο οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας ως ακολούθως: "
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. ΄Οσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D 361 υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». Ειδικότερα, ως προς το θέμα του παράγοντα «χρόνος» στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, παρατίθεται κατωτέρω σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. ν. Α. G. Leventis κ.α.
(1993)1 ΑΑΔ 726 σελ. 730-731: «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης». Στη SABA & CO T.M.T v. T.M.P. Agent
(1994)1 AAΔ 426, σελ. 431 το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε πως: «Η διαπίστωση πως επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη της αίτησης για τροποποίηση». Στη δε, Ι. Νικολάου ν. Ζ. Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1 ΑΑΔ 1005, σελ. 1009, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε τα εξής: «Εν όψει της νομολογίας, κρίνουμε πως όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι, όπως τονίσαμε και πιο πάνω, να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους». Στη γραπτή αγόρευσή του, σελ. 2-3, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ΄ ης η αίτηση και του Χ. Π. αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Από την ένορκη δήλωση του αιτητή που συνοδεύει την αίτηση, διαπιστώνεται ότι ο μόνος λόγος που προβάλλεται ως δικαιολογία για τον χρόνο στον οποίο υποβλήθηκε η αίτηση, είναι αυτός που αναφέρεται στις παραγράφους 2 και 4 της ενόρκου δηλώσεως του, δηλαδή κατά τον χρόνο αποκάλυψης εγγράφων που έγινε εκ μέρους του αιτητή. Παραπέμπει σε παράλειψη και/ή εκ λάθους και/ή εκ παραδρομής χωρίς να προβάλλεται οποιοσδήποτε λόγος στον οποίο να οφείλεται σε λάθος του αιτητή ή σε κακή συνεννόηση με τον αιτητή. Τα σχετικά έγγραφα που επικαλείται ο δικηγόρος ήταν στην δική του κατοχή και φύλαξη και εν πάση περιπτώσει τα στοιχεία ήταν γνωστά από την Υπεράσπιση. Επομένως όλα τα στοιχεία που κατ΄ ισχυρισμό περιήλθαν στην γνώση του δικηγόρου και που οδήγησαν στη διαμόρφωση της απόφασης και στην ανάγκη τροποποίησης της αίτησης και προσθήκης διαδίκου τα γνώριζε από την 21.1.2011 και ιδιαίτερα τα έγγραφα που απεκάλυψε δεν έχουν σχέση με τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση του. Ενόψει των πιο πάνω ο αιτητής δεν έχει αποκαλύψει τον πραγματικό λόγο και αιτιολογία για την καταχώρηση τώρα αυτού του αιτήματος και όχι τότε που καταχωρήθηκε η υπεράσπιση ή η αποκάλυψη εγγράφων. Δεδομένης της τροποποίησης που ζητείται και της επιχειρούμενης προσθήκης νέου διαδίκου ως συνεναγόμενος με την εναγόμενη, η οποία όντως ως εκ της φύσεως της θα περιπλέξει και καθυστερήσει τη διαδικασία η ανάγκη για παροχή ικανοποιητικής και επαρκούς εξήγησης και αιτιολογίας είναι ιδιαίτερα αυξημένη και καθίσταται επιτακτική. Στην παρούσα περίπτωση η απουσία οποιασδήποτε ικανοποιητικής εξήγησης που να στηρίζεται σε πραγματικά και αληθή γεγονότα, χαρακτηρίζει την αίτηση ως μη καλόπιστη και στερεί από το δικαστήριο τη δυνατότητα να αξιολογήσει ορθά την αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης στο στάδιο που αυτή προβάλλεται. (Ταξί Κυριάκος Λτδ Vs Α Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, FEDERAC BANK OF LEBANON Vs ΝΙΚΟΥ ΣΙΑΚΟΛΑ
(2002)1 Α.Α.Δ. 223)». Βεβαίως, όπως ορθά επισημάνθηκε στην υπόθεση Δ. Χριστοδούλου ν. Α. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934, σελ. 939: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα». Στις σελ. 5-6 της γραπτής αγόρευσης της Καθ΄ ης η αίτηση και του Χ. Π. αναφέρονται τα εξής: «Όπως διαπιστώνεται από την απόφαση Ιωάννης Χαραλάμπους Περικλέους v.
- Μαρίας Παναγιώτου Εγγλέζου κ.α. Εφ. 5/2010 ημ. 9.11.2011 ότι το Οικογενειακό Δικαστήριο έχει εξουσία να εφαρμόζει ανάλογα τις αρχές του Κοινοδικαίου και του δικαίου της Επιείκειας αν η απαίτηση βασίζεται σ΄ αυτές. Περαιτέρω μέσα από την αιτούμενη θεραπεία και τις εγγραφές προτάσεις να αποκαλύπτεται η δημιουργία εμπιστευμάτων, ρητών εξυπακουόμενων ή τεκμηριωμένων ούτως ώστε να δικαιολογείται η προσθήκη διαδίκου. Περαιτέρω δεν υπάρχουν ισχυρισμοί ότι με την συμβολή του αιτητή υπήρξε επαύξηση της αξίας του ακινήτου επί του οποίου ανεγέρθηκε η συζυγική κατοικία κατά τέτοιο τρόπο ώστε να καθίσταται επίδικο ζήτημα, το οποίο δεν θα μπορούσε να επιλυθεί χωρίς την προσθήκη του Χαράλαμπου Πολυκράτη ως διάδικου. Όπως έχει καθιερωθεί από την νομολογία, προσθήκη διαδίκου είναι ζήτημα το οποίο εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Προκειμένου να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων μεταξύ των διάδικων διαθέτει ευρείας διακριτική ευχέρεια η οποία του παρέχει τη δυνατότητα διαγραφής, προσθήκης ή αντικατάστασης διαδίκου ως μία εκκρεμούσα διαδικασία. Στη προκειμένη περίπτωση, τόσο από τις έγγραφες προτάσεις όσο και από τα γεγονότα της Ένορκης Δήλωσης του αιτητή δεν δικαιολογούν την προσθήκη διαδίκου ως αναγκαίου διάδικου προς επίλυσης των επίδικων θεμάτων όπως αυτά καθορίζονται στην αίτηση ημ. 11.03.2010». Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι αναγκαία η προσθήκη του πατέρα της Καθ΄ ης η αίτηση ως διαδίκου, διότι είναι ο ισχυριζόμενος ιδιοκτήτης του τεμαχίου επί του οποίου ανεγέρθηκε η συζυγική οικία για την οποία ο Αιτητής έχει απαίτηση. Σε αυτό το στάδιο, το Δικαστήριο δεν εξετάζει το κατά πόσο στην αίτηση ή στις αιτούμενες τροποποιήσεις υπάρχει το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο και/ή ισχυρισμοί που να υποστηρίζουν τις αιτούμενες θεραπείες στην αίτηση καθώς και στις αιτούμενες τροποποιήσεις. Αυτό είναι θέμα της ακρόασης στην εναρκτήρια αίτηση. Έχω λάβει υπόψη μου όλη την ενώπιόν μου μαρτυρία, τις θέσεις και τους ισχυρισμούς όλων των πλευρών και τις αρχές της σχετικής νομολογίας. Το Δικαστήριο θεωρεί αναγκαίο όπως έχει ενώπιόν του όλο το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο, για να κριθούν οι πραγματικές διαφορές μεταξύ των διαδίκων, καθώς και όλων των εμπλεκόμενων προσώπων, όπως εξάλλου αυτό προβλέπεται στη Δ.25.1 και αποφασίστηκε στην υπόθεση SABA, op. cit. Αυτό, όμως, για να γίνει, θα πρέπει να επέλθουν οι αναγκαίες τροποποιήσεις στην αίτηση, γιατί μαρτυρία που δίνεται χωρίς να καλύπτεται από το δικόγραφο δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Όπως ανάγλυφα παρατήρησε το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο στην πολύ πρόσφατη απόφαση Μ. Αγγελίδου v. Σ. Μούσουλου, ημερ. 26/7/2012, αρ. εφ. 18/2011, μη δημοσιευθείσα ακόμα: «Τα δικόγραφα αποτελούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο αρχίζει και τελειώνει η προσφερόμενη δυνατότητα παρουσίασης της υπόθεσης ενός εκάστου διάδικου». Το Δικαστήριο στην εξεταζόμενη περίπτωση κρίνει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που καθιστούν την αιτούμενη τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης (βλ. Φοινιώτης, op. cit.). Δεν διαπιστώνεται ότι υπάρχει κακοπιστία ούτε πρόθεση κωλυσιεργίας εκ μέρους του Αιτητή. Επίσης, δεν εκτιμάται ότι η Καθ΄ ης η αίτηση, αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά εφόσον εξάλλου τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας θα επιδικαστούν υπέρ της. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση γίνεται δεκτή και ως εκ τούτου εκδίδονται Διατάγματα ως η αίτηση, αιτούμενες θεραπείες υπό παραγρ. Α1, Β1-6, Γ1-
- Τροποποιημένη αίτηση να καταχωριστεί εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του σχετικού συντεταγμένου Διατάγματος. Τροποποιημένη υπεράσπιση από την Καθ' ης η αίτηση να καταχωριστεί εντός 20 ημερών από την ημέρα που θα δοθεί αντίγραφο της τροποποιημένης αίτησης στον δικηγόρο της. Υπεράσπιση από τον Χαράλαμπο Πολυκράτη να καταχωριστεί εντός 20 ημερών από την ημέρα που θα τού επιδοθεί η τροποποιημένη αίτηση. Τα έξοδα της αίτησης, καθώς και όλα τα έξοδα τα οποία θα προκύψουν λόγω της τροποποίησης («εις μάτην»), να βαρύνουν τον Αιτητή και να είναι υπέρ της Καθ΄ ης η αίτηση και του Χ. Π. Γ. Α. Σεργίδης, Πρ. /ααγ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο