← Κύπρος

Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως ύστερα από εξουσιοδότηση της Zahide Suleyman ν. Ξενοφών Κώστα Ιωάννου, Αρ. Αίτησης: 1/12, 5/3/2013

Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως ύστερα από εξουσιοδότηση της Zahide Suleyman ν. Ξενοφών Κώστα Ιωάννου, Αρ. Αίτησης: 1/12, 5/3/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLAR:2013:3 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Δικαιοδοσία Θεμάτων Οικογενειακών Σχέσεων Αρ. Αίτησης: 1/12 Αναφορικά με τη Σύμβαση για τις Αστικές Πτυχές της Διεθνούς Απαγωγής Παιδιών (Κυρωτικού) Νόμου του 1994 (Ν. 11 (ΙΙΙ)/94) και τον Κανονισμό 2201/2003 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης Μεταξύ: Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως (ως Κεντρικής Αρχής με βάση το Νόμο (Ν. 11 (ΙΙΙ)/94), ύστερα από εξουσιοδότηση της Zahide Suleyman, από το Ηνωμένο Βασίλειο Αιτητή και Ξενοφών Κώστα Ιωάννου, εκ Λάρνακας Καθ΄ου η αίτηση ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 5 Μαρτίου, 2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: κα Λ. Χριστοδουλίδου - Ζαννέτου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Για τον Καθ΄ου η αίτηση: κ. Μ. Χατζηχριστοφή με κ. Στ. Μαυρομμάτη (Για ν΄ ακούσει απόφαση κ. Στ. Μαυρομμάτης) Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης που ενεργεί ως η Κεντρική Αρχή στην Κυπριακή Δημοκρατία, με βάση τη Σύμβαση της Χάγης που κυρώθηκε στην Κύπρο με τον περί της Συμβάσεως για τις Αστικές Πτυχές της Διεθνούς Απαγωγής Παιδιών (Κυρωτικός) Νόμος του 1994, Ν. 11 (ΙΙΙ)/94 (εφεξής η Σύμβαση) και τον Κανονισμό 2201/2003 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης, (εφεξής ο Κανονισμός) κατόπιν εξουσιοδότησης της Zahide Suleyman από την Αγγλία, με την οποία ζητείται διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την επιστροφή της ανήλικης Sybella Ioannou, κόρης του Καθ΄ου η αίτηση και της Zahide Suleyman (εφεξής η μητέρα) στον τόπο συνήθους διαμονής της, δηλαδή στο Ηνωμένο Βασίλειο. ΄Ενορκη δήλωση προς υποστήριξη του αιτήματος κατατέθηκε από την Τροοδία Διονυσίου, διοικητική λειτουργό της Υπηρεσίας Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού, τοποθετημένης στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης. Μετά από προφορικό αίτημα, το Δικαστήριο επέτρεψε την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και από τη μητέρα. Η ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Καθ΄ου η αίτηση, ως επίσης και της κλινικής ψυχολόγου Μαίρης Δήμου. Ο Καθ΄ου η αίτηση κατέθεσε στη συνέχεια συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Στις 25.10.2012 εκδόθηκε από το Δικαστήριο προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορευόταν στον Καθ΄ου η αίτηση να μεταφέρει την ανήλικη Sybella εκτός Κύπρου και με το οποίο διατασσόταν όπως αυτός παραδώσει το διαβατήριο της ανήλικης στον Πρωτοκολλητή του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Το προσωρινό διάταγμα κατέστη εκ συμφώνου απόλυτο στις 16.11.

  1. Επίσης, στις 29.1.2013 εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα με το οποίο ανεστάλη η εκδίκαση της υπόθεσης 131/2012 του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λάρνακας που κατεχώρησε ο Καθ΄ου η αίτηση για φύλαξη της ανήλικης. Η λειτουργός Τροοδία Διονυσίου δεν αντεξετάστηκε. Αντεξετάστηκαν η μητέρα, ο Καθ΄ου η αίτηση και η Μαίρη Δήμου. Από τις ένορκες δηλώσεις και την αντεξέταση του Καθ΄ου η αίτηση και της μητέρας, προκύπτουν τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα: Ο Καθ΄ου η αίτηση και η μητέρα γνωρίστηκαν στην Αγγλία και δημιούργησαν ερωτικό δεσμό. Διέμεναν μαζί στην Αγγλία και δεν παντρεύτηκαν ποτέ. Από τη σχέση τους απέκτησαν ένα παιδί, τη Sybella, που γεννήθηκε στις 8.9.2004 στην Αγγλία. Ο Καθ΄ου η αίτηση έχει επίσης άλλα τρία παιδιά. Η συμβίωση διήρκεσε, για μεν τους ισχυρισμούς της μητέρας μέχρι τις 26 Δεκεμβρίου του 2006, για δε τον Καθ΄ου η αίτηση μέχρι το
  2. Μετά το χωρισμό, η Sybella έμενε με τη μητέρα της σε διαμέρισμα, το ενοίκιο του οποίου πλήρωνε ο Καθ΄ου η αίτηση. Ο Καθ΄ου η αίτηση πλήρωνε επίσης και τα δίδακτρα του ιδιωτικού σχολείου στην Αγγλία που φοιτούσε η κόρη του. Είχε επίσης επικοινωνία με την ανήλικη. Δεν εκδόθηκε οποιοδήποτε δικαστικό διάταγμα που να ρυθμίζει τα θέματα που άπτονται της γονικής μέριμνας της ανήλικης. Και οι δύο πλευρές αποδέχονται ότι με βάση την αγγλική νομοθεσία, τόσο η μητέρα όσο και ο Καθ΄ου η αίτηση ασκούν από κοινού τη γονική μέριμνα (parental responsibility). Σε κάποιο στάδιο, υπήρχαν προβλήματα σε σχέση με την καταβολή του ενοικίου από τον Καθ΄ου η αίτηση. Η μητέρα μέχρι το τέλος του 2010 παρέμεινε στο διαμέρισμα με την κόρη της και στη συνέχεια έφυγαν από το διαμέρισμα και πήγαν σε καταφύγιο γυναικών μέχρι τον Απρίλιο του
  3. Ο Καθ΄ου η αίτηση, περί τα τέλη του 2010, έφυγε από την Αγγλία και μένει έκτοτε στην Κύπρο. Από το 2010 που έφυγε η μητέρα με το παιδί από το διαμέρισμα και έμειναν στο καταφύγιο μέχρι και τον Αύγουστο-Σεπτέμβριο του 2011, δεν υπήρχε επικοινωνία του Καθ΄ου η αίτηση και του παιδιού, λόγω του ότι η μητέρα δεν επέτρεπε την επικοινωνία, παρόλο που ο Καθ΄ου η αίτηση έκανε σχετικές προσπάθειες. Η επικοινωνία επανήρχησε Αύγουστο-Σεπτέμβριο του 2011, όταν η Sybella ήρθε στην Κύπρο για διακοπές, και έκτοτε η επικοινωνία συνεχίστηκε, είτε στην Κύπρο είτε στην Αγγλία. Η μητέρα και η ανήλικη έφυγαν από το καταφύγιο και φιλοξενούντο προσωρινά στο σπίτι της αδελφής της, όπου έμενε και ο γιος της αδελφής της. Η ανήλικη κοιμόταν σε στρώμα στο πάτωμα. Είναι επίσης παραδεκτό ότι η Sybella, με τη συγκατάθεση της μητέρας, ήρθε στην Κύπρο για διακοπές τον Ιούλιο του 2012 για να έχει επικοινωνία με τον Καθ΄ου η αίτηση. Είχε εισιτήριο μετ' επιστροφής για τις 21.8.
  4. Η Sybella όμως δεν επέστρεψε. Ανέφερε τόσο στον Καθ΄ου η αίτηση, όσο και στη μητέρα της τηλεφωνικώς κάποιες μέρες πριν την προγραμματισμένη αναχώρησή της, ότι επιθυμούσε να παραμείνει στην Κύπρο. Ο Καθ΄ου η αίτηση ανέφερε κάποια πράγματα σε σχέση με τη συμπεριφορά της κόρης τους στη μητέρα και αυτή συγκατατέθηκε στο να δει την ανήλικη ψυχολόγος. Η μητέρα ήρθε στην Κύπρο στις 15.8.2012 μαζί με την αδελφή της, συνάντησε την κόρη της και προσπάθησε να τη μεταπείσει να επιστρέψει μαζί της αλλά αυτή της ανέφερε και πάλιν ότι επιθυμούσε να μείνει στην Κύπρο. Προσπάθειες έκανε και η αδελφή της μητέρας Fatma, για να μεταπείσει την ανήλικη, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Η μητέρα επέστρεψε στην Αγγλία και η Sybella παρέμεινε στην Κύπρο. Η μητέρα, στις 23.8.2012 υπέβαλε αίτημα στην Κεντρική Αρχή του Ηνωμένου Βασιλείου, σύμφωνα με τη Σύμβαση για επιστροφή της ανήλικης στο Ηνωμένο Βασίλειο. (Δέσμη Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση της Τροοδίας Διονυσίου ημερομηνίας 24.10.2012). Η Τροοδία Διονυσίου, στην ένορκο δήλωση της ημερομηνίας 24.10.2012 αναφέρεται ουσιαστικά σε μέρος των παραδεκτών γεγονότων της υπόθεσης και επισυνάπτει τα έγγραφα που έλαβε ο Υπουργός Δικαιοσύνης από την Κεντρική Αρχή του Ηνωμένου Βασιλείου (Δέσμες Τεκμήρια 1-5). Η μητέρα, Zahide Suleyman, στη συμπληρωματική ένορκη της δήλωση, αναφέρει τα ακόλουθα: Από τη γέννηση της κόρης της ήταν πάντοτε η κύρια φροντίστριά της. Ο Καθ΄ου η αίτηση είχε μικρό ρόλο στο μεγάλωμα της. Μετά το χωρισμό τους το Δεκέμβρη του 2006, η επικοινωνία μεταξύ του και της Sybella γινόταν περίπου ένα βράδυ κάθε βδομάδα στο σπίτι του για λίγες ώρες μόνο και πάντοτε βασιζόμενη στις δεσμεύσεις της δουλειάς του. Η νέα σύντροφος του Καθ΄ου η αίτηση απεχθανόταν τη Sybella. Ο Καθ΄ου η αίτηση καθυστέρησε την πληρωμή των διδάκτρων, αλλά και του ενοικίου, και αυτό είχε ως αποτέλεσμα η Sybella και η ίδια να απειλούνται με έξωση από το σπίτι τους. Τους χτυπούσαν στο σπίτι δικαστικοί κλητήρες, πράγμα που τους προκαλούσε φόβο και έτσι κρύβονταν. Αφού δεν μπορούσε να συνεχίσει να ζει από μέρα σε μέρα χωρίς να ξέρει εάν θα της κάνουν έξωση και εάν θα πληρώνονταν τα δίδακτρα της κόρης της, μετακόμισε σε καταφύγιο γυναικών, κατά ή περί το τέλος του
  5. ΄Ακουγε επίσης φήμες από την οικογένεια και φίλους, ότι ο Καθ΄ου η αίτηση προγραμμάτιζε να πάρει τη Sybella μακριά της, παρόλο που ποτέ δεν ήγειρε ευθέως τέτοιο θέμα. Κατά τη διάρκεια της περιόδου που έμενε στο καταφύγιο, ο Καθ΄ου η αίτηση δοκίμασε να επικοινωνήσει μαζί της, μέσω της μεγαλύτερης κόρης του, σε περίπου τρεις περιπτώσεις. Ανησυχούσε για τις φήμες και αρχικά αρνήθηκε να απαντήσει. Όμως, κατά ή περί τον Αύγουστο του 2011, συμφώνησε να αρχίσει επικοινωνία μεταξύ του Καθ΄ου η αίτηση και της ανήλικης. Η Sybella, πήγε στην Κύπρο για διακοπές τον Αύγουστο του 2011 για περίπου δύο βδομάδες. Πριν τα Χριστούγεννα του 2011, ο Καθ΄ου η αίτηση είδε τη Sybella ξανά για λίγες φορές στην Αγγλία, όταν πήγαινε για δουλειά. Αυτό γινόταν για περίπου δύο ώρες κάθε φορά και σε δύο περιπτώσεις η μόνη επικοινωνία που επιδίωξε ήταν όταν αυτή συμφώνησε να πάρει τη Sybella στο αεροδρόμιο για να τον συναντήσει, λίγο πριν την αναχώρησή του. Η Sybella δεν ήταν ποτέ η προτεραιότητα του. Ο Καθ΄ου η αίτηση επανάρχισε την επικοινωνία το Φεβρουάριο του 2012, περίπου μια φορά το μήνα για τέσσερις ώρες κάθε φορά. Τον Απρίλιο του 2012, η ίδια με την κόρη της μετακόμισαν προσωρινά από το καταφύγιο στο σπίτι της αδελφής της. Η διαμονή ήταν επαρκής. Η Sybella είχε το δικό της δωμάτιο, αλλά επειδή η βάση του κρεβατιού ήταν πολύ μεγάλη για να χωρέσει σε δωμάτιο, κοιμόταν στο στρώμα πάνω στο πάτωμα. Παρόλα αυτά, ήταν άνετα, το παιδί ήτο χαρούμενο και είναι πολύ συνδεδεμένο με την αδελφή της και ποτέ δεν έδειξε ότι δεν ήταν ευτυχισμένη. Η κόρη της είχε εισιτήριο για να έρθει στην Κύπρο για να δει τον πατέρα της από 15.7.2012 μέχρι 21.8.
  6. Όταν ήρθε στην Κύπρο, αμέσως επικοινώνησε μαζί της και στη συνέχεια της τηλεφωνούσε και της έστελνε ηλεκτρονικά μηνύματα τακτικά. Όμως, όσο περνούσε ο καιρός, άρχισε να της λέει ότι θέλει να ζήσει στην Κύπρο. Αμέσως της είπε ότι δε συμφωνούσε. Δύο βδομάδες πριν την αναμενόμενη επιστροφή της στην Αγγλία, ο Καθ΄ου η αίτηση της είπε ότι η κόρη τους δεν ήθελε να της μιλήσει και ότι εξέφρασε κάποια περίεργα πράγματα σεξουαλικής φύσεως και του ανέφερε τη λέξη «λεσβίες». Ο Καθ΄ου η αίτηση την κατηγόρησε επίσης ότι δε δίνει σημασία στη Sybella. Της ανέφερε ότι αυτός ήθελε να την πάρει σε ψυχολόγο. Ανησύχησε με αυτά που της είπε ο Καθ΄ου η αίτηση, αλλά γνώριζε ότι δεν ήταν αλήθεια. Πληροφόρησε όμως τον Καθ΄ου η αίτηση ότι συμφωνούσε να δει τη Sybella ψυχολόγος. Η ανησυχία της ήταν τόσο μεγάλη που ήρθε στην Κύπρο στις 15 Αυγούστου
  7. Επρόκειτο να επιστρέψει στις 18 Αυγούστου αλλά άλλαξε την πτήση της και επέστρεψε στο Ηνωμένο Βασίλειο στις 21 Αυγούστου. Όταν ήρθε στην Κύπρο, έμεινε σε ξενοδοχείο. Η κόρη της ήρθε στο ξενοδοχείο μαζί με τον πατέρα της και στην αρχή ήταν πολύ ψυχρή και αγενής. Φάνηκε να ανοίχτηκε μόλις ο πατέρας της έφυγε. Όταν τη ρώτησε τι συνέβαινε και γιατί είχε πει αυτά τα πράγματα για αυτή, της είπε ότι απλά αστειευόταν, ότι ο πατέρας της είναι τρελός και δεν έπρεπε να ανησυχεί για τίποτε. Στη συνέχεια όμως της είπε ότι ήθελε τον πατέρα της και ότι αν την αγαπά, να την αφήσει να ζήσει στην Κύπρο. Της ζήτησε να του τηλεφωνήσει να έρθει στο ξενοδοχείο να συζητήσουν και στη συνέχεια έτρεξε έξω από το ξενοδοχείο και αυτή έτρεξε πίσω της. Εκείνη την ώρα ο Καθ΄ου η αίτηση κατέφθασε με το αυτοκίνητο του και αφού μπήκε μέσα η Sybella, αυτός άρχισε να την κατηγορεί ότι την τρόμαξε. Συνέχισε την επικοινωνία της με τη Sybella κάθε μέρα μέχρι τις 19 Αυγούστου. Στις 19 Αυγούστου 2012 κατήγγειλε στην Αστυνομία την άρνηση του Καθ΄ου η αίτηση να της επιστρέψει την κόρη της. Το Βρετανικό Προξενείο τη συμβούλεψε να επιστρέψει στην Αγγλία για να αρχίσει τις διαδικασίες και αφού ζήτησε συμβουλή από Κύπριο δικηγόρο, το έπραξε. Η επείγουσα φύση της κατάστασης και η επιθυμία της να επιστραφεί η κόρη της στη συνήθη διαμονή της, την οδήγησε στο να αναχωρήσει εσπευσμένα από την Κύπρο. Επιστρέφοντας στην Αγγλία, ζήτησε συμβουλή από τη Διεθνή Μονάδα Απαγωγής και Επικοινωνίας Ανηλίκων και προέβηκε στην αίτηση της με βάση τη Σύμβαση της Χάγης. Εφόσον ο Καθ΄ου η αίτηση κατονομάζεται στο πιστοποιητικό γέννησης της Sybella, έχουν από κοινού τη γονική μέριμνα. Η Sybella γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αγγλία. Τα πήγαινε εξαιρετικά στο σχολείο. ΄Ηταν χαρούμενη στο σπίτι και δεν υπήρξαν ποτέ οποιεσδήποτε συζητήσεις όσον αφορά την περίπτωση διαμονής της με τον Καθ΄ου η αίτηση στην Κύπρο. Ο Καθ΄ου η αίτηση κατακράτησε παράνομα τη Sybella στην Κύπρο, παραβιάζοντας έτσι τα δικαιώματα φύλαξής της και με πλήρη επίγνωση της έντονης εναντίωσής της. Το μόνο στο οποίο συμφώνησε ήταν να επισκεφτεί η Sybella ένα ψυχολόγο και δήλωσε πως θα ήθελε να ενημερωθεί για τις διαδικασίες. Σε καμία περίπτωση δεν έδωσε τη συγκατάθεσή της στο να παραμείνει η κόρη της με τον Καθ΄ου η αίτηση. Όλη της η ζωή και ο κόσμος της ανέκαθεν περιστρεφόταν γύρω από τη Sybella και την ευτυχία της. Την αγαπά και τη θέλει να επιστρέψει κοντά της. Ποτέ δεν υπήρξε επιθετική προς αυτήν, την πειθαρχούσε καταλλήλως και όταν ήταν αναγκαίο. Δεν πιστεύει πως η Sybella φοβάται να επιστρέψει στο Λονδίνο ή να επιστρέψει υπό τη φροντίδα της. Πιστεύει ότι πιθανότατα η κόρη της να ανησυχεί ότι μπορεί να θυμώσει μαζί της επειδή είπε ότι επιθυμεί να ζήσει στην Κύπρο. Η κόρη της απλά δελεάζεται από τα χρηματικά πλεονεκτήματα, εν αντιθέσει με το στοργικό και ασφαλές περιβάλλον στο σπίτι μαζί της. Εφόσον η Sybella είναι στο σχολείο καθόλη τη διάρκεια της μέρας, φαίνεται πως σπανίως βλέπει τον πατέρα της και καταλαβαίνει πως την προσέχει η φίλη του πατέρα της, ΄Αννα. Αντεξεταζόμενη κατά πόσο υπήρχε κρεβάτι διαθέσιμο στο σπίτι της αδερφής της και δεν τοποθετήθηκε στο υπνοδωμάτιο, απάντησε ότι υπήρχε η βάση του κρεβατιού αλλά ήταν μεγάλη και δεν ταίριαζε στο μέγεθος του δωματίου και εφόσον η διαμονή ήταν προσωρινή, δεν υπήρχε πρόβλημα. Η ανήλικη το βρήκε διασκεδαστικό και ποτέ δεν της είπε ότι είχε πρόβλημα να κοιμάται στο πάτωμα. Την πειθαρχούσε με το να της μιλά, να της λέει να μην κάνει πράγματα, δηλαδή να της θυμώνει. Την τιμωρούσε με το να τη στέλλει στο δωμάτιο της και να της παίρνει κάποια πράγματα μακριά της. Αρνήθηκε ότι για να πειθαρχήσει την κόρη της σε μια περίπτωση της έκοψε τα μαλλιά και απάντησε ότι κατ΄ ακρίβεια είναι «παθιασμένη» με τα μακριά μαλλιά της κόρης της. Τον Αύγουστο του 2012 εισηγήθηκε στον Καθ΄ου η αίτηση να έρθει στην Κύπρο και πράγματι αυτός της εξασφάλισε διαμονή και πλήρωσε το ξενοδοχείο. Ο Καθ΄ου η αίτηση της έφερε την κόρη της στο ξενοδοχείο όπου διέμενε και την προέτρεψε να συζητήσει μόνη της μαζί με το παιδί της. Είχε και άλλες συναντήσεις στη συνέχεια με την κόρη της και το ίδιο και η αδελφή της. Παραδέχθηκε ότι παρόλες τις προσπάθειες που η ίδια έκανε, η κόρη της επέμενε ότι ήθελε να μείνει στην Κύπρο. ΄Ισως η κόρη της να σχεδίαζε να μείνει στην Κύπρο με τον πατέρα της ίσως και μόνη της να το σχεδίαζε. Ανέφερε επίσης ότι τώρα βρήκε στην Αγγλία σπίτι με τρία υπνοδωμάτια. Ο Καθ΄ου η αίτηση, στην ένορκη δήλωσή του ημερ. 4.12.2012, αναφέρει ότι περί το έτος 2010 αναγκάστηκε, για προσωπικούς λόγους, να επιστρέψει στην Κύπρο. Για 1½ περίπου χρόνο αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα σε σχέση με την επικοινωνία με τη θυγατέρα του, αφού η μητέρα της είχε εγκαταλείψει το διαμέρισμα στο οποίο διέμεναν, χωρίς να τον ενημερώσει και χωρίς να επιτρέπει επαφή μαζί τους. Μετά από επίμονες προσπάθειες, κατάφερε τελικά να αποκαταστήσει την επικοινωνία του με τη θυγατέρα του, με επισκέψεις δικές του στο Λονδίνο και αυτής στην Κύπρο, αρχής γενομένης το Σεπτέμβριο του
  8. Καθ΄ όλη την περίοδο από το 2007 μέχρι και σήμερα είχε ουσιαστική συμμετοχή στα καθημερινά έξοδα και τις ανάγκες διατροφής και εκπαίδευσης της θυγατέρας του και πλήρωνε τα δίδακτρα του ιδιωτικού σχολείου που φοιτούσε, τα οποία ανέρχονταν περίπου στο ποσό των 10.000 λιρών Αγγλίας. Επίσης, κάθε μήνα έστελλε στη μητέρα ποσό περίπου αγγλικών λιρών 450 και επίσης πλήρωνε το ενοίκιο. Η μητέρα ουδέποτε στο παρελθόν εργάστηκε και δεν είχε ουσιαστικά εισοδήματα, εκτός από το επίδομα που λαμβάνει από τις υπηρεσίες κοινωνικής ευημερίας στην Αγγλία. Δεν έχει δική της κατοικία, ούτε και είναι σε θέση να εξασφαλίσει μόνιμη στέγη. Η θυγατέρα του ήρθε στην Κύπρο τον Ιούλιο του 2012 για να περάσει μαζί του τις θερινές της διακοπές οι οποίες θα διαρκούσαν μέχρι και τις 21.8.
  9. Από την αρχή άρχισε να παραπονείται για τη διαβίωση της στο Λονδίνο αλλά και την άσχημη συμπεριφορά της μητέρας της απέναντι της. Τα παράπονα αυτά έγιναν εντονότερα όταν άρχισε να πλησιάζει η μέρα της επιστροφής της, οπόταν τελικά εξέφρασε την επιθυμία της να παραμείνει στην Κύπρο μαζί του. Μετά τις επίμονες προτροπές του να επιστρέψει στο Λονδίνο και τις επίμονες αρνήσεις της, αποφάσισε να συζητήσει μαζί της το όλο θέμα. Η Sybella του είπε ότι η μητέρα της είναι εντελώς αδιάφορη γι΄ αυτήν, είναι πολύ επιθετική απέναντι της και της ασκεί σωματική αλλά και λεκτική βία, ενώ αναφορά έκανε και στις πολύ κακές συνθήκες διαβίωσης της στην κατοικία της θείας της, αφού εκτός των άλλων, δεν έχει δικό της κρεβάτι. Σχεδόν επί καθημερινής βάσης, η θεία της με τη μητέρα της τσακώνονται με αποτέλεσμα να αισθάνεται φόβο, ανασφάλεια και αναστάτωση. Περαιτέρω του δήλωσε ότι η μητέρα της δεν έδινε σημασία για το γεγονός ότι η Sybella αντιλαμβανόταν κάθε φορά την ερωτική συνεύρεση της με το σύντροφο της και της εξέφραζε παράπονο γι΄ αυτό. Του είπε επίσης ότι η μητέρα της και η αδελφή της Fatma κάπνιζαν «χόρτο». Αυτός τη ρώτησε τι είναι αυτό και του απάντησε ότι είναι το ναρκωτικό που βάζεις μέσα στο τσιγάρο και το καπνίζεις. Η Sybella ανέφερε ότι φοβάται να επιστρέψει στο Λονδίνο καθώς δεν αισθάνεται ασφαλής και δε θέλει στο εξής να ζει κάτω από αυτές τις συνθήκες. Αμέσως, ο ίδιος ειδοποίησε τη μητέρα της να έρθει στην Κύπρο και σε συνάντηση που είχε μαζί της, την ενημέρωσε για τα όσα η ανήλικη του περιέγραψε, χωρίς αυτή να αντιδράσει ή να τα αμφισβητήσει. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα που η μητέρα βρισκόταν στην Κύπρο, προέτρεψε την ανήλικη θυγατέρα τους να έχει τηλεφωνική επικοινωνία μαζί της κατά την οποία η Sybella, χωρίς οποιαδήποτε πίεση ή επηρεασμό, δήλωσε στη μητέρα της ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει στο Λονδίνο. Εν συνεχεία και παρά τις έντονες αντιδράσεις της, διευθετήθηκε με δική του πρωτοβουλία συνάντηση της με τη μητέρα της στη Λάρνακα όπου και πάλι, παρά τις προσπάθειες της μητέρας, αυτή επέμενε στην απόφαση της. Σε συζήτηση που είχε με τη μητέρα, της ανέφερε ότι δεν μπορεί να εξαναγκάσει την ανήλικη να επιστρέψει στο Λονδίνο και ότι πρόθεσή του ήταν να αποταθεί σε ειδικό παιδοψυχολόγο ώστε να αρχίσει να την παρακολουθεί. Η μητέρα όχι μόνο δεν έφερε ένσταση να παραμείνει η θυγατέρα τους μαζί του, αλλά αντιθέτως δήλωσε ότι και η ίδια επιθυμούσε να μάθει για τα συμπεράσματα του ειδικού ο οποίος θα την παρακολουθούσε. Παρά ταύτα, ξαφνικά αποχώρησε από την Κύπρο και επέστρεψε στο Λονδίνο. ΄Εκτοτε η ανήλικη διαμένει μαζί του και έχει ενταχθεί πλήρως στην ευρύτερη οικογένεια του, χωρίς να αντιμετωπίσει κανένα πρόβλημα. Διατηρεί άριστες σχέσεις με όλους τους συγγενείς, ενώ ταυτόχρονα έχει δημιουργήσει αρκετούς δικούς της φίλους. ΄Εχει εγγραφεί στο ιδιωτικό σχολείο Med High στη Λάρνακα από την αρχή της σχολικής χρονιάς (Τεκμήριο Β). Η απόφαση της ανήλικης να παραμείνει στην Κύπρο ήταν αποκλειστικά και μόνο δική της, χωρίς να δεκτεί οποιοδήποτε επηρεασμό, είτε από τον ίδιο είτε από τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του. Η αδελφή της μητέρας, Fatma είναι πολύ επιθετικό και βίαιο άτομο. Περί το έτος 2006 ήρθε με επιθετικές διαθέσεις έξω από την οικία που διέμεναν, απειλώντας να κτυπήσει τη μητέρα και να της ρίξει αμμωνία στο πρόσωπο. Επειδή κτυπούσε στα παράθυρα και στις πόρτες, αναγκάστηκε να βγει έξω και να την ακινητοποιήσει μέχρι να έρθει η αστυνομία για να τη συλλάβει. (Ως Τεκμήριο Γ κατέθεσε μηχανισμό αποθήκευσης δεδομένων (usb), το οποίο εμπεριέχει, σύμφωνα με τον Καθ' ου η αίτηση, σκηνές του επεισοδίου από την οθόνη ασφαλείας της οικίας του στο Λονδίνο). Επίσης, σε μεταγενέστερο επεισόδιο, η Fatma επιτέθηκε και πάλι στη μητέρα και της έσπασε τα τζάμια του αυτοκινήτου της. Κατά τη διάρκεια του επεισοδίου, η μητέρα ήταν μέσα στο αυτοκίνητο της μαζί με τη δίχρονη τότε θυγατέρα τους. Είναι η θέση του ότι η όποια απόφαση για επιστροφή της ανήλικης θυγατέρας του στην Αγγλία εμπεριέχει πολύ σοβαρό και ορατό κίνδυνο να την εκθέσει σε έντονη ψυχική και φυσική δοκιμασία. Σε συζήτηση που είχε μαζί της για την ύπαρξη του ενδεχόμενου επιστροφής της στο Λονδίνο, του ανέφερε ότι σε περίπτωση που αναγκαστεί να επιστρέψει, θα προσπαθήσει να φύγει, αδιαφορώντας για τους κινδύνους. Οι συνθήκες διαβίωσης της ανήλικης στην κατοικία της θείας της αλλά και όλα τα περιστατικά τα οποία έχει ήδη αναφέρει σε αυτόν και στη ψυχολόγο Μαίρη Δήμου που την παρακολουθεί, την επηρέασαν κατά τρόπο ώστε να καθίσταται επιβεβλημένη η παραμονή της στην Κύπρο. ΄Εχει ήδη εκτεθεί σε περιβάλλον που δεν την έχει βοηθήσει στην ομαλή ανάπτυξη της και τυχόν επιστροφή της εκεί δημιουργεί εύλογα υψηλού βαθμού κίνδυνο για περαιτέρω αναστάτωση και ανεπανόρθωτη ψυχολογική πίεση. Ο ίδιος κατεχώρησε στις 31.8.2012 την υπ΄ αριθμό 131/12 αίτηση γονικής μέριμνας με την οποία αιτείται από το Οικογενειακό Δικαστήριο διάταγμα για φύλαξη και επιμέλεια της ανήλικης κόρης του (Τεκμήριο Δ). Ουδέποτε στο παρελθόν είχαν συζητήσει ή συμφωνήσει με τη μητέρα ότι ο τόπος διαμονής της ανήλικης θυγατέρας τους θα ήταν απαραίτητα το Λονδίνο ή ο εκάστοτε τόπος διαμονής της μητέρας, αλλά αντίθετα ήταν δεδομένο ότι οποτεδήποτε, θα υπήρχε δυνατότητα η Sybella να τεθεί υπό τη φροντίδα του. Ο Καθ΄ου η αίτηση, στη συμπληρωματική ένορκο δήλωσή του ημερ. 18.1.2013, αναφέρει τα ακόλουθα: Με τα άλλα τρία του παιδιά έχει άριστες σχέσεις ( Τεκμήριο 1 επιστολή του γιου του Στέλιου Ιωάννου, Τεκμήριο 2 επιστολή της τέως συζύγου του). Ο ίδιος ζήτησε από τη μητέρα να έλθει στην Κύπρο για να συζητήσουν την όλη κατάσταση και μάλιστα αυτός της πλήρωσε το ξενοδοχείο (Τεκμήριο 3) Μετά το χωρισμό του με τη μητέρα, είχε ουσιώδη ρόλο σε σχέση με τη διατροφή της κόρης του και περνούσε αρκετό χρόνο μαζί της. Είχε επικοινωνία δύο φορές τη βδομάδα για αρκετές ώρες, ενώ επιπλέον μια φορά τη βδομάδα διανυκτέρευε στην οικία του. Εκτός από το ενοίκιο του διαμερίσματος της μητέρας, πλήρωνε επίσης όλους τους λογαριασμούς, ενώ φρόντιζε να δίδει στην ίδια και χρήματα. Περαιτέρω, κατέβαλλε τα δίδακτρα του ιδιωτικού σχολείου που φοιτούσε (Τεκμήριο 4). Επίσης της είχε αγοράσει αυτοκίνητο. Η παραμονή της Sybella σε καταφύγιο για μεγάλο χρονικό διάστημα, η μετακόμιση της και η παραμονή της σε ένα διαμέρισμα το οποίο δεν έχει καν κρεβάτι για να κοιμηθεί, η άρνηση της μητέρας της να της επιτρέψει ουσιώδη επικοινωνία με αυτόν και η έλλειψη ενδιαφέροντος της για τις πραγματικές ανάγκες της κόρης τους, έχουν οδηγήσει την ανήλικη στη σημερινή κατάσταση και στην απόφαση της να παραμείνει στην Κύπρο και να μην επιστρέψει μαζί της στο Λονδίνο. Η Sybella στην Κύπρο έχει επαφή με ολόκληρη την οικογένεια του και όχι μόνο με τη φίλη του ΄Αννα, με την οποία έχει αναπτύξει ιδιαίτερη σχέση. Καθημερινά έχει επικοινωνία με τη γιαγιά και τις θείες της ως επίσης συναναστρέφεται με την αδελφή της και τα ξαδέλφια της σε ένα υγιές και σταθερό περιβάλλον. Τόσο αυτός όσο και η υπόλοιπη οικογένεια του ασχολούνται μαζί της συνεχώς και προσπαθούν να καλύψουν τις ανάγκες της. Η ανήλικη συνεχίζει να επισκέπτεται τη παιδοψυχολόγο με την οποία έχει άριστη συνεργασία (Τεκμήριο 5). Η Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι η ανήλικη του είπε ότι όταν ήταν στη θεία της, κοιμόταν στο πάτωμα και όταν ήταν άτακτη, η μητέρα της την κτυπούσε και της τραβούσε τα μαλλιά. Δεν ήθελε να ήταν σε αυτό το περιβάλλον και ένοιωθε απειλή. Η κόρη του παραπονέθηκε ότι την άφησε μόνη της μαζί με τη θεία της και η θεία της την απειλούσε και την κτυπούσε. Στην Κύπρο έχει δικό της δωμάτιο και κρεβάτι και ήρθαν οι κοινωνικές υπηρεσίες και το έλεγξαν. Σε ερώτηση κατά πόσο τώρα που άκουσε από τη μητέρα ότι έχει βρει σπίτι, έχει λυθεί και το πρόβλημα του τόπου διαμονής της ανήλικης, απάντησε: «Μα δεν είναι αυτό το παράπονο της Sybella, το παράπονο της ήταν ότι την απειλούσε και ότι την κακομεταχειρίζετο. Δεν είναι για τα υλικά πράγματα που παραπονιόταν. Και ας πούμε το παίρνει αυτό το σπίτι η μητέρα τώρα, πώς θα πληρώνει για το σπίτι, πώς θα πληρώνει για όλη τη διαβίωση της. Μια ζωή που τη ξέρω δεν δούλεψε ποτέ της, τα πλήρωνα εγώ.» Η Μαίρη Δήμου, στην ένορκη δήλωση της ημερ. 4.12.2012, αναφέρει ότι είναι κλινική ψυχολόγος και διατηρεί δικό της γραφείο στη Λάρνακα. Περί τις αρχές Σεπτεμβρίου 2012 την επισκέφθηκε ο πατέρας μαζί με την ανήλικη θυγατέρα του Sybella. Από τις πληροφορίες που της έδωσε ο Καθ΄ου η αίτηση, η ανήλικη ήρθε στην Κύπρο για τις θερινές διακοπές της αλλά προς το τέλος των διακοπών είχε εκφράσει την επιθυμία να παραμείνει στην Κύπρο μαζί του, αρνούμενη να επιστρέψει στην Αγγλία. Μετά από σχετική συνεννόηση με τον πατέρα της ανήλικης, άρχισε να την παρακολουθεί σε τακτική βάση αρχίζοντας από τις 4.9.2012 πραγματοποιώντας μέχρι τις 16.11.2012 δεκατέσσερις επισκέψεις. Για την αξιολόγηση της κατάστασης της ανήλικης χρησιμοποιήθηκαν οι εξής δοκιμασίες: α) κλινική παρατήρηση και συνέντευξη, β) προβολικές δοκιμασίες προσωπικότητας, γ) ψυχοθεραπευτικό παιχνίδι. Η ανήλικη εκδηλώνει έντονη άρνηση να έχει οποιανδήποτε επαφή με τη μητέρα της, παρά τις παροτρύνσεις του πατέρα της και τις δικές της. Η άρνηση της συνοδεύεται από εκδηλώσεις φόβου και άγχους. Περιγράφει τη μητέρα της ως σωματικά και λεκτικά επιθετική προς το μέρος της, βιώνει συναισθήματα απόρριψης και δίνει την εικόνα συναισθηματικά κακοποιημένου παιδιού. Αναφέρει σημαντικές λεπτομέρειες για συγκεκριμένα περιστατικά τα οποία, κατά τη γνώμη της, δείχνουν πως η μητέρα της δεν τη νοιάζεται και δεν τη φροντίζει όπως θα έπρεπε να αγαπά μια μητέρα το παιδί της. Συγκεκριμένα, κατά τη συνάντηση στις 10.9.12 η ανήλικη της ανέφερε ότι η μητέρα της ξεσπούσε πάνω της χωρίς λόγο, για παράδειγμα, τραβώντας της τα μαλλιά και φωνάζοντας της να βγει έξω από το αυτοκίνητο, την ώρα που την άφηνε στο σχολείο ή για παράδειγμα χαστουκίζοντας την στην άρνηση της να κάνει αυτό που της ζήτησε. Στις 19.9.12 η ανήλικη της διηγήθηκε ξανά τα πιο πάνω περιστατικά και περιέγραψε τη μητέρα της ως εξαιρετικά επικριτική προς το μέρος της. Της ανέφερε πως της φώναζε και την ύβριζε χαρακτηρίζοντας την τρελή, άχρηστη, ηλίθια. Στις επόμενες τρεις συναντήσεις τους στις 26.9.12, 2.10.12 και 9.10.12 η Sybella της ανέφερε ότι συχνά η μητέρα της, της μιλούσε για το σεξ και την άκουγε την ώρα της σεξουαλικής συνεύρεσης με το φίλο της, ενώ η μητέρα το ήξερε και δικαιολογούσε το εαυτό της στη Sybella, εξηγώντας της την ανάγκη για το σεξ. Στις 23.10.12 η Sybella της ανέφερε περιστατικό όπου η μητέρα της θύμωσε μαζί της στο σχολείο και την πήρε πίσω στο σπίτι όπου της έκοψε τα μαλλιά για τιμωρία και η θεία της τη χαστούκισε και την έστειλε στο δωμάτιο της. Στις 14.11.12 της περιέγραψε πως η μητέρα της τσακωνόταν με την αδελφή της και ο ξάδελφος της την πήρε να μείνουν σε ξενοδοχείο το βράδυ. Σύμφωνα με τη Sybella, το πρωί όταν ξύπνησε είδε τον ξάδελφο της να παίρνει κάποιες ουσίες που η ίδια είναι πεπεισμένη ότι ήταν ναρκωτικά. Ανέφερε επίσης ότι ο ξάδελφος της συνήθιζε να κρύβει ναρκωτικά στο δωμάτιο της στο σπίτι και έτυχε να ακούσει και τη μητέρα με τη θεία να μιλούν για ναρκωτικά. Τα αποτελέσματα των ψυχοδιαγνωστικών προβολικών δοκιμασιών επιβεβαιώνουν την αρνητική εικόνα του παιδιού για τη μητέρα και τα συναισθήματα φόβου και ανασφάλειας που βιώνει. Συγκεκριμένα, τα σχέδια της δηλώνουν απέχθεια, θυμό, φόβο, τάσεις φυγής ενώ οι ιστορίες που φτιάχνει με βάση τις ψυχοδιαγνωστικές εικόνες εκφράζουν τα ίδια συναισθήματα αλλά και παραμέληση. Η ανήλικη βιώνει ψηλό επίπεδο ανασφάλειας, σε σημείο που απειλεί να βλάψει το εαυτό της ή να φύγει από το σπίτι αν αναγκαστεί να μείνει με τη μητέρα της. Στις 14.11.12 και 16.11.12 σχεδίασε τη μητέρα της σαν «βαμπίρ-δαίμονα που τρέφεται με το αίμα της». Η όλη ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη της υποδηλώνει διαταραχή, αφού δεν φέρεται όπως τα περισσότερα παιδιά της ηλικίας της και μοιάζει να έχει χάσει ένα σημαντικό μέρος της παιδικότητας της. Η ενδεχόμενη επιστροφή της στη μητέρα της, θεωρείται ότι θα κάνει τη διαταραχή αυτή μη αναστρέψιμη και θα την εντείνει με ακόμα πιο αρνητικές συνέπειες. Τα πορίσματα της αξιολόγησης δείχνουν πως με την επιστροφή στη μητέρα δεν διασφαλίζονται οι απαραίτητες συνθήκες ασφαλούς ανάπτυξης του παιδιού. Η άρνηση της να έχει οποιαδήποτε επαφή με τη μητέρα της είναι αποτέλεσμα της συναισθηματικής κακοποίησης που έχει υποστεί και της ανασφάλειας που βιώνει μαζί της και δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση αποτέλεσμα επηρεασμού. Η Sybella αυτόβουλα αντιτίθεται στην επιστροφή της και παρά την ηλικία της, δείχνει την απαραίτητη ωριμότητα να στηρίξει την απόφαση της. Η Μαίρη Δήμου, στην αντεξέτασή της, ανέφερε ότι ο αρχικός στόχος των συναντήσεων με την ανήλικη ήταν να διερευνήσει τους λόγους για τους οποίους αρνείται να επιστρέψει στη μητέρα της και άλλος στόχος ήταν να εξομαλύνει τη σχέση της με τη μητέρα της και να τη βοηθήσει να αναπτύξει τις συναισθηματικές και τις κοινωνικές της ικανότητες. Η ανήλικη φοβάται την επαφή με τη μητέρα, όχι λόγω της απόστασης ή χρόνου, αλλά φοβάται γενικά τη συμπεριφορά της μητέρας της απέναντι της. Η Sybella εκδηλώνει αγχώδη διαταραχή της συμπεριφοράς που εκδηλώνεται με άγχος, ένταση, θυμό, χειριστική συμπεριφορά, παλινδρόμηση στη συμπεριφορά της, κάποιες φορές διακυμάνσεις στη διάθεση και δυσκολία να συνάψει διαπροσωπικές σχέσεις. Τα παιδιά σε αυτή την ηλικία έχουν φαντασία, αλλά οι ψυχολόγοι διασταυρώνουν αυτά που λένε τα παιδιά και με τα άλλα τεστ, όπως έκανε και η ίδια και έχει αποκλείσει το ενδεχόμενο αυτό που της είπε η ανήλικη να είναι προϊόν φαντασίας. Σε ερώτηση κατά πόσο απέκλεισε το ενδεχόμενο η Sybella να είχε τραύματα από την απουσία του πατέρα στη ζωή της, απάντησε ότι σίγουρα υπάρχει θυμός, αλλά αυτός ο θυμός δεν μπορεί να εξηγήσει τα συμπτώματα που έχει, τη διαταραχή. Το παιδί της είπε ότι οι υλικές συνθήκες διαβίωσης στον πατέρα είναι καλύτερες, αλλά κυρίως οι συναισθηματικές συνθήκες είναι καλύτερες. Ένας ψυχολόγος θα μπορέσει να βοηθήσει το παιδί στην Αγγλία, παράλληλα με την αλλαγή των συνθηκών του περιβάλλοντος οι οποίες προκάλεσαν αυτή τη διαταραχή. Δεν μπορεί μόνος του ο ψυχολόγος να βοηθήσει, αν το περιβάλλον παραμείνει το ίδιο. Στη συνέχεια το Δικαστήριο, για τους σκοπούς του ΄Αρθρου 13(β) της Σύμβασης και των προνοιών του ΄Αρθρου 11

(2)του Κανονισμού, είχε συνέντευξη με την ανήλικη, στην απουσία των δικηγόρων αλλά στην παρουσία στενογράφου και μεταφραστή, ο οποίος μετάφραζε από ελληνικά στα αγγλικά και αντίστροφα. Σε σχετική ερώτηση για το πώς περνά τον ελεύθερο της χρόνο στην Κύπρο, η ανήλικη απάντησε ότι κάποτε ζωγραφίζει και άλλες φορές μελετά για το σχολείο. Άλλες φορές της αρέσει να παίζει ή να χρησιμοποιεί το φορητό της υπολογιστή και άλλες φορές της αρέσει να παίζει παιχνίδια με τον πατέρα της. Κάνει μπαλέτο, τέχνη και άλλες δραστηριότητες τα απογεύματα. Στην Κύπρο τώρα άρχισε να κάνει φίλες και πάει στα γενέθλια τους. Είναι δύσκολο να κάνει κανείς φίλες εδώ. Στο Λονδίνο είχε φίλες. Έχει επίσης πολλούς συγγενείς τους οποίους βλέπει «όλη την ώρα». Μένει με τον πατέρα της, με τον οποίο περνά καλά, και τη φίλη του ΄Αννα σ΄ ένα μεγάλο διαμέρισμα, έχει δικό της υπνοδωμάτιο και δικό της μπάνιο. Η γιαγιά της μένει στην ίδια πολυκατοικία. Η μητέρα της φώναζε, ξεσπούσε πάνω της και την κτυπούσε. Όταν ήταν μαζί, ήταν σαν να μην είχαν ούτε πέντε λεπτά ησυχία. Η μόνη φορά που υπήρχε ησυχία ήταν όταν αυτή καθόταν κάτω και η ίδια ήταν στο υπνοδωμάτιο της. Η ίδια δεν είχε με τη θεία της καλές σχέσεις και δεν μιλούσαν και πολύ μεταξύ τους. Όταν είδε τη μητέρα της στην Κύπρο, δεν ήθελε να απομακρυνθεί γιατί ήταν τρομαγμένη επειδή φοβόταν μήπως την πάρει και φύγουν. Η μητέρα της, της είπε «σ΄ αγαπώ, σ΄ αγαπώ». Η ανήλικη ανέφερε ότι δε θέλει να επιστρέψει στη μητέρα της διότι κανένα παιδί δεν θα ήταν εύκολο να ζει μαζί της. Όταν στο τέλος της συνέντευξης το Δικαστήριο τη ρώτησε αν έχει κάτι άλλο να πει, αναφέρθηκε σε περιστατικό που επεσυνέβη όταν ζούσαν στο καταφύγιο. Η ώρα 10 το βράδυ δεν επιτρέπονταν επισκέψεις και μόνο σε γυναίκες επιτρέπετο να είναι εκεί. Μια νύχτα περπατούσε να πάει να πιει νερό και προσπαθούσε να πιάσει το ποτήρι από το συρτάρι και όλο το συρτάρι ήρθε πάνω της και η ίδια έπεσε κάτω. Η μητέρα της κοιμόταν και μια κυρία από κάτω ήρθε τότε για να τη βοηθήσει και αυτή ήταν που ξύπνησε τη μητέρα της. Η μητέρα της τότε την είδε, δεν ήρθε κοντά της αλλά πήγε κάτω γιατί ήταν ο φίλος της εκεί. Ο φίλος της κοίταζε, ήταν σαν να έλεγε, γιατί δεν πας να βοηθήσεις το παιδί σου, και αυτή έλεγε όχι και αυτός έφυγε. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι, στη συνέχεια, ετοίμασαν γραπτές αγορεύσεις και υποστήριξαν ανάλογα τις θέσεις της πλευράς που εκπροσωπούσαν. ΟΙ ΣΚΟΠΟΙ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ Σύμφωνα με το ΄Αρθρο 1 της Σύμβασης: «Οι σκοποί της παρούσας Σύμβασης είναι: α. να διασφαλίσει την άμεση επιστροφή των παιδιών που παράνομα μετακινήθηκαν ή κατακρατήθηκαν σε οποιοδήποτε από τα Συμβαλλόμενα Κράτη· και β. να εξασφαλίσει ότι τα δικαιώματα φύλαξης και επικοινωνίας βάσει της νομοθεσίας ενός Συμβαλλόμενου Κράτους γίνονται σεβαστά, κατά τρόπο αποτελεσματικό, στα άλλα Συμβαλλόμενα Κράτη.» Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Σάββα ν. Υπουργού Δικαιοσ. και Δημ. Τάξης (Αρ. 2)
(2002)1 (Β) 1228, 1245 από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Κραμβή: «Ο σκοπός της Σύμβασης είναι η διασφάλιση της άμεσης επιστροφής των παιδιών στη χώρα της συνήθους διαμονής τους. Για την επίτευξη του σκοπού χρησιμοποιούνται σύντομες και απλές διαδικασίες. Τα κράτη που υπέγραψαν τη Σύμβαση ανέλαβαν ταυτόχρονα την υποχρέωση να αποφασίζουν εντός έξι εβδομάδων για κάθε αίτηση που υποβάλλεται.» Ακόμα ένας σκοπός της Σύμβασης είναι να αποτρέψει τις απαγωγές παιδιών. Όπως ανέφερε η Baroness Ηale: "the message should go out to potential abductors that there are no safe havens among the Contracting States" (R M (Abduction: Zimbabwe) [2007] UKHL 55, sub nom Re M and Another (Minors) [2008] 1 FLR 251). Στην Αγγλία, αιτήσεις με βάση τη Σύμβαση της Χάγης ακούονται από το High Court, Family Division. Απόφαση δυνάμει της Σύμβασης που αφορά την επιστροφή του παιδιού δεν εκλαμβάνεται ως απόφαση επί της ουσίας σε θέματα φύλαξης του παιδιού (΄Αρθρο 19). Αυτό είναι θέμα που αποφασίζεται από το Δικαστήριο της χώρας της συνήθους διαμονής του ανηλίκου (C v. B (Abduction: Grave Risk) [2005] EWHC 2988 (Fam)). Σημειώνεται ότι η διαδικασία δεν ολοκληρώθηκε μέσα στην προθεσμία των έξι εβδομάδων που προβλέπεται στη Σύμβαση λόγω του ότι κρίθηκε αναγκαία από τους δικηγόρους των δύο πλευρών η καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων και αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων. Για το λόγο αυτό ζητήθηκε περαιτέρω χρόνος για να έρθει η μητέρα από την Αγγλία για τους σκοπούς αντεξέτασής της. ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΚΑΤΑΚΡΑΤΗΣΗ Σύμφωνα με το άρθρο 12 της Σύμβασης, σε περίπτωση όπου παιδί έχει μετακινηθεί ή κατακρατηθεί παράνομα και κατά την ημερομηνία έναρξης της δικαστικής διαδικασίας έχει παρέλθει περίοδος μικρότερη από το ένα έτος από την ημερομηνία της παράνομης μετακίνησης ή κατακράτησης, το Δικαστήριο διατάζει την άμεση επιστροφή του, εκτός αν διαπιστωθεί ότι συντρέχει οποιαδήποτε από τις εξαιρέσεις που η Σύμβαση προνοεί. Το άρθρο 3 της Σύμβασης αναφέρει: «Η μετακίνηση ή κατακράτηση παιδιού θεωρείται παράνομη εφόσον- α. γίνεται κατά παράβαση των δικαιωμάτων φύλαξης που απονέμονται σε φυσικό πρόσωπο, ίδρυμα ή οποιαδήποτε άλλη οργάνωση, είτε από κοινού είτε αποκλειστικά, δυνάμει του δικαίου του Κράτους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από τη μετακίνηση ή κατακράτηση· και β. κατά το χρόνο της μετακίνησης ή κατακράτησης τα δικαιώματα αυτά ασκούνταν, στην πραγματικότητα, είτε από κοινού είτε αποκλειστικά ή θα είχαν ασκηθεί με τον τρόπο αυτό, αν δεν είχε συμβεί η μετακίνηση ή κατακράτηση. Τα δικαιώματα φύλαξης που αναφέρονται στην υποπαράγραφο α πιο πάνω, δύνανται να απορρέουν ιδίως είτε απευθείας από το νόμο είτε από δικαστική ή διοικητική απόφαση είτε από συμφωνία που ισχύει σύμφωνα με το δίκαιο του Κράτους αυτού». Τα δικαιώματα φύλαξης ερμηνεύονται στο άρθρο 5 ως ακολούθως: «Για τους σκοπούς της Σύμβασης αυτής- α. «δικαιώματα φύλαξης» περιλαμβάνουν δικαιώματα που αφορούν στην επιμέλεια του προσώπου του παιδιού και, ιδίως, το δικαίωμα ορισμού του τόπου διαμονής του παιδιού· β. «δικαιώματα επικοινωνίας» περιλαμβάνουν το δικαίωμα μεταφοράς παιδιού σε μέρος άλλο από τη συνήθη διαμονή του παιδιού, για ορισμένο χρονικό διάστημα». Το Άρθρο 2
(11)του Κανονισμού προνοεί ότι ο όρος «παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση» σημαίνει μετακίνηση ή κατακράτηση παιδιού κατά παράβαση δικαιώματος επιμέλειας το οποίο προκύπτει από δικαστική απόφαση, ή από το νόμο ή από συμφωνία που ισχύει σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από τη μετακίνηση ή την κατακράτησή του. Ο Κανονισμός αναφέρει ότι η επιμέλεια θεωρείται ότι ασκείται από κοινού όταν ο ένας από τους δικαιούχους της γονικής μέριμνας δεν μπορεί, σύμφωνα με απόφαση ή απευθείας από το νόμο, να αποφασίζει για τον τόπο διαμονής του παιδιού χωρίς τη συγκατάθεση άλλου δικαιούχου της γονικής μέριμνας. Όσον αφορά τους όρους «γονική μέριμνα», «δικαιούχος γονικής μέριμνας» και «δικαίωμα επιμέλειας», ο Κανονισμός στο Άρθρο 2
(7),
(8)και
(9)τους καθορίζει ως εξής: «2
(7)Ο όρος «γονική μέριμνα» περιλαμβάνει το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που παρέχονται σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο με δικαστική απόφαση, απευθείας από το νόμο ή με ισχύουσα συμφωνία όσον αφορά το πρόσωπο ή την περιουσία του παιδιού. Ειδικότερα ο όρος περιλαμβάνει το δικαίωμα επιμέλειας και το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας.
(8)Ο όρος «δικαιούχος γονικής μέριμνας» προσδιορίζει κάθε πρόσωπο που έχει τη γονική μέριμνα παιδιού.
(9)Ο όρος «δικαίωμα επιμέλειας» περιλαμβάνει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που αφορούν τη φροντίδα για το πρόσωπο του παιδιού, και ειδικότερα το δικαίωμα απόφασης καθορισμού του τόπου διαμονής του». Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Νικολάου ν. Υπουργού Δικαιοσύνης
(2008)1(B) ΑΑΔ 1311, προσομοιάζει πολύ ο ορισμός των όρων παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση στο ΄Αρθρο 2
(11)του Κανονισμού με το ΄Αρθρο 3 της Σύμβασης. Πρώτιστα, θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο η μητέρα έχει «δικαιώματα φύλαξης» τα οποία παραβιάστηκαν με βάση τη Σύμβαση και τον Κανονισμό. Μετακίνηση ή κατακράτηση ανηλίκου είναι παράνομη μόνο εάν υπάρχει παραβίαση αυτού του δικαιώματος. Στην υπό εκδίκαση υπόθεση, η μητέρα και ο πατέρας δεν παντρεύτηκαν ποτέ. Με βάση το Άρθρο 2
(2)Children Act 1989 της Αγγλίας, ανύπαντρη μητέρα αποκτά αυτόματα γονικά δικαιώματα (parental responsibility), ενώ ένας από τους τρόπους που ο ανύπαντρος πατέρας αποκτά γονικά δικαιώματα είναι με την εγγραφή του ως πατέρας στο πιστοποιητικό γέννησης του παιδιού (΄Αρθρο 4 CA 1989 όπως τροποποιήθηκε με τον Adoption and Children Act 2002). Ο Καθ' ου η αίτηση στην παρούσα υπόθεση, ως ανύπαντρος πατέρας, έχει αποκτήσει γονικά δικαιώματα με βάση την εγγραφή του ως πατέρας της ανήλικης Sybella στο πιστοποιητικό γέννησης της (Τεκμήριο Α στην ένορκο δήλωση του Καθ΄ου η αίτηση). Είναι παραδεκτό ότι και οι δύο γονείς ασκούν γονικά δικαιώματα από κοινού με βάση την αγγλική νομοθεσία. Σχετική είναι επίσης και η μαρτυρία της Τροοδίας Διονυσίου στην παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσής της και οι Δέσμες Τεκμήρια 3 και 4 όπου επισυνάπτεται η σχετική αγγλική νομοθεσία. Είναι παραδεκτό ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε δικαστικό διάταγμα που να καθορίζει ποιος από τους γονείς θα έχει τη φύλαξη του παιδιού. Είναι η θέση του Καθ΄ου η αίτηση ότι εφόσον αυτό δεν έχει καθοριστεί με διάταγμα του δικαστηρίου και έχουν από κοινού τη γονική μέριμνα, δεν έχει παραβιαστεί κανένα δικαίωμα φύλαξης της μητέρας. Σύμφωνα με το ΄Αρθρο 1 Child Abduction Act 1984, ένας γονέας που έχει από κοινού τη γονική μέριμνα με τον άλλο γονέα, διαπράττει αδίκημα αν μετακινήσει από μόνος του το παιδί τους χωρίς τη συγκατάθεση του άλλου γονέα, ή την άδεια του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Re B (A Minor) (Abduction)
(1994)2 FLR 249, 260 λέχθηκαν τα εξής: «The purposes of the Hague Convention were, in part at least, humanitarian. The objective is to spare children already suffering the effects of the breakdown in their parents' relationship the further disruption which is suffered when they are taken arbitrarily by one parent from the settled environment and moved to another country for the sake of finding there a supposedly more sympathetic forum or a more congenial base. The expression "rights of custody" when used in the Convention therefore needs to be construed in the sense that will best accord with their objective. In most cases, that will involve giving the term the widest possible sense». Όταν δύο γονείς έχουν από κοινού τη γονική μέριμνα των ανήλικων παιδιών τους, ο ένας από τους δύο γονείς δεν μπορεί να αλλάξει μονομερώς τη συνήθη διαμονή των παιδιών. (D v. D (Custody: Jurisdiction [1996] 1 F.L.R. 574). Όπως τονίστηκε από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Ναθαναήλ στην απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθεση Φασαρίας ν. Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως
(2008)1 (Β) ΑΑΔ 1024, 1034: «.. η Σύμβαση έχει ως υπόβαθρο την ιδέα ότι το καλύτερο συμφέρον των παιδιών απαιτεί όπως αυτά δεν μετακινούνται ή κατακρατούνται μονομερώς από τον ένα γονέα». Η αλλαγή της συνήθους διαμονής των παιδιών μπορεί να αλλάξει μόνον όταν οι γονείς έχουν κοινή πρόθεση να αλλάξουν τη δική τους συνήθη διαμονή. Τα ανήλικα παιδιά έχουν την ίδια συνήθη διαμονή με τους γονείς τους ή με το γονέα με τον οποίο διαμένουν (Re N (Abduction: Habitual Residence) [2000] 2 FLR 899 και Re B (minors: abduction) (No 2) [1993] 1 FLR 993). Εξάλλου, η Σύμβαση καλύπτει περιπτώσεις όπου υπάρχει παραβίαση του δικαιώματος φύλαξης, και όχι μόνο διατάγματος φύλαξης, επομένως δεν είναι αναγκαίο να υπάρχει διάταγμα Δικαστηρίου για να επικαλεστεί κάποιος τη Σύμβαση. Με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία, προκύπτει ότι ο συνήθης τόπος διαμονής της ανήλικης πριν τη μετακίνησή της στην Κύπρο ήταν η Αγγλία. Η ανήλικη ζούσε με τη μητέρα της, φοιτούσε σε σχολείο στην Αγγλία και αναμενόταν να επιστρέψει στο σχολείο της το St Edmund's Prep School στις 5.9.2012 (Σχετικές βεβαιώσεις επισυνάπτονται στη Δέσμη 5 στην ένορκο δήλωση της Τροοδίας Διονυσίου). Το ότι ο συνήθης τόπος διαμονής της ανήλικης πριν να μετακινηθεί στην Κύπρο ήταν η Αγγλία, δεν αμφισβητείται από τον Καθ΄ου η αίτηση. Είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι η μητέρα ασκούσε στην πραγματικότητα τα δικαιώματα φύλαξης αφού είναι παραδεκτό ότι η ανήλικη διέμενε μαζί της όταν η σχέση της με τον Καθ΄ου η αίτηση διεκόπη και όταν ο πατέρας ήρθε στην Κύπρο, η ανήλικη συνέχισε να διαμένει μαζί της στην Αγγλία, χωρίς καμιά αντίρρηση από τον πατέρα, και να πηγαίνει εκεί σχολείο. Ο πατέρας είχε επικοινωνία μαζί της, κατέβαλλε το ενοίκιο και πλήρωνε τα δίδακτρα. Το Δικαστήριο, με βάση τη μαρτυρία και με βάση το άρθρο 14 της Σύμβασης που προνοεί ότι το Δικαστήριο δύναται να λάβει απευθείας γνώση του δικαίου του τόπου της συνήθους διαμονής, για να διαπιστώσει αν υπήρχαν δικαιώματα φύλαξης από τον παραπονούμενο γονέα, θεωρεί ότι ικανοποιούνται οι διατάξεις των άρθρων 3-5 της Σύμβασης και των προνοιών του Κανονισμού όσον αφορά την ύπαρξη των δικαιωμάτων φύλαξης της μητέρας ως προς την ανήλικη, σύμφωνα με το δίκαιο της Αγγλίας, πριν από την κατακράτηση της από τον πατέρα της στην Κύπρο. Η ανήλικη ήρθε στην Κύπρο με εισιτήριο μετ΄ επιστροφής με τη συναίνεση της μητέρας για να παραμείνει στην Κύπρο μέχρι τις 21.8.2012, ημερομηνία κατά την οποία θα επέστρεφε στην Αγγλία. Επομένως, η μητέρα ενέκρινε την απομάκρυνση του παιδιού από την Αγγλία, χώρα της συνήθους διαμονής του, μόνο για το καθορισμένο χρονικό διάστημα των καλοκαιρινών διακοπών. Όπως θα διαφανεί κατωτέρω, η μητέρα έδωσε συγκατάθεση για να δει την ανήλικη ψυχολόγος αλλά είναι φανερό ότι ποτέ δεν έδωσε συγκατάθεση για αλλαγή του τόπου της συνήθους διαμονής της ανήλικης από την Αγγλία στην Κύπρο. Παράνομη κατακράτηση παιδιού υφίσταται όταν αυτό κατακρατείται πέραν του χρόνου που ορίζει το Δικαστήριο ή πέραν του χρόνου που έχουν συμφωνήσει οι γονείς. Σύμφωνα με την απόφαση Re S (Minors) (Abduction: Wrongful Retention)
(1994)Fam 70, κατακράτηση καθίσταται παράνομη από τη στιγμή που ο γονέας εγκαταλείπει την πρόθεση του να τιμήσει τη συμφωνία. Με βάση όλα τα πιο πάνω, είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι η μη επιστροφή της ανήλικης στην Αγγλία, στον τόπο της συνήθους διαμονής της, έγινε κατά παράβαση του δικαιώματος φύλαξης της μητέρας και συνιστά «παράνομη κατακράτηση». ΑΡΘΡΟ 13 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ - ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΕΙΣ Υπάρχουν υπερασπίσεις στη γενική αρχή της Σύμβασης και του ΄Αρθρου 12 ότι ένα παιδί πρέπει να επιστρέφεται στη χώρα της συνήθους διαμονής του. Στις υποθέσεις απαγωγής μεταξύ κρατών μελών της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης, όπως η παρούσα, αυτές οι υπερασπίσεις της Σύμβασης πρέπει να εξετάζονται και υπό το φως του Κανονισμού. Σύμφωνα με το ΄Αρθρο 13 της Σύμβασης: «Ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του προηγούμενου ΄Αρθρου, η δικαστική ή διοικητική αρχή του Κράτους από το οποίο προέρχεται η αίτηση δεν δεσμεύεται να διατάξει την επιστροφή του παιδιού αν το φυσικό πρόσωπο, ίδρυμα ή άλλη οργάνωση που αντιτίθεται στην επιστροφή του αποδείξει ότι- α. το φυσικό πρόσωπο, ίδρυμα ή άλλη οργάνωση που είχε την επιμέλεια του παιδιού δεν ασκούσε στην πραγματικότητα τα δικαιώματα φύλαξης κατά το χρόνο της μετακίνησης ή κατακράτησης ή είχε συναινέσει ή μεταγενέστερα συγκατατεθεί στη μετακίνηση ή κατακράτηση· ή β. υπάρχει σοβαρός κίνδυνος ότι η επιστροφή του ή της θα εξέθετε το παιδί σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία ή, διαφορετικά, θα έθετε το παιδί σε αφόρητη κατάσταση. Η δικαστική ή διοικητική αρχή δύναται επίσης να αρνηθεί να διατάξει την επιστροφή του παιδιού αν διαπιστώσει ότι το παιδί αντιτίθεται στην επιστροφή του και βρίσκεται ήδη σε ηλικία και βαθμό ωριμότητας που υποδεικνύουν να ληφθούν υπόψη οι απόψεις του. Κατά την εκτίμηση των περιστάσεων που αναφέρονται στο ΄Αρθρο αυτό, οι δικαστικές ή διοικητικές αρχές λαμβάνουν υπόψη τις πληροφορίες που αφορούν το κοινωνικό υπόβαθρο του παιδιού και παρέχονται από την Κεντρική Αρχή ή άλλη αρμόδια αρχή του τόπου συνήθους διαμονής του παιδιού.» (
  1. i)΄Αρθρο 13(α): Συγκατάθεση της μητέρας στην κατακράτηση Το άρθρο 13 (α) ερμηνεύτηκε στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Σάββα v. Υπουργού Δικαιοσ. και Δημόσιας Τάξης (ανωτέρω) ως ακολούθως (σελ. 1239): «Από τη λεκτική διατύπωση του άρθρου 13(α), προκύπτει πως όταν η αποδοχή για τη μετακίνηση ανηλίκου γίνει προτού πραγματοποιηθεί η μετακίνηση, η αποδοχή ονομάζεται συναίνεση (consent). Όταν όμως η αποδοχή δοθεί μετά η πραγματοποίηση της μετακίνησης αυτή, ονομάζεται συγκατάθεση (acquiescence).» Το βάρος απόδειξης τέτοιας υπεράσπισης έχει ο Καθ' ού η αίτηση. Η συναίνεση ή συγκατάθεση μπορεί να εξαχθεί από τη συμπεριφορά του γονέα που ζητά την επιστροφή του παιδιού. (Re C Abduction Consent [1996] 1 F.L.R. 414). Όταν τα λόγια ή οι πράξεις του οδήγησαν τον απαγωγέα να πιστεύει ότι δεν θα επικαλεστεί το δικαίωμα του για επιστροφή του παιδιού, και είναι ασυμβίβαστα με τέτοια επιστροφή, τότε είναι δίκαιο να θεωρηθεί ότι ο γονέας που ζητά επιστροφή έχει δώσει τη συγκατάθεση του (Re H (Minors) Abduction Acquiescence [1998] AC 72, HL). Ο Καθ΄ου η αίτηση επικαλείται την υπεράσπιση του ΄Αρθρου 13(α) και προβάλλει ότι δεν υπάρχει παράνομη κατακράτηση διότι η μητέρα συγκατατέθηκε στην παραμονή της ανήλικης στην Κύπρο. Είναι συγκεκριμένα η θέση του ότι όταν τον Αύγουστο του 2012 εξήγησε στη μητέρα ότι η κόρη τους δεν ήθελε να επιστρέψει, η μητέρα όχι μόνο δεν έφερε ένσταση αλλά επιθυμούσε και η ίδια και ενδιαφερόταν να μάθει τα συμπεράσματα της ψυχολόγου και ότι αυτό φαίνεται στην αίτηση της στην Αγγλική Κεντρική Αρχή για επιστροφή του παιδιού (Τεκμήριο 3 στην ένορκο δήλωση της Τροοδίας Διονυσίου). Είναι παραδεκτό ότι η μητέρα έδωσε τη συγκατάθεση της για να παρακολουθήσει την ανήλικη ψυχολόγος. Στο Τεκμήριο 3 στην ένορκο δήλωση της Τροοδίας Διονυσίου που αφορά το αίτημα στην Κεντρική Αρχή του Ηνωμένου Βασιλείου, η μητέρα αναφέρει ότι ήθελε να ξέρει τα συμπεράσματα της ψυχολόγου και να κάνει και η ίδια ερωτήσεις, αλλά πουθενά δεν φαίνεται να έδωσε τη συγκατάθεση της για παραμονή της κόρης της μόνιμα στην Κύπρο. Αντίθετα, στο Τεκμήριο 3 διαφαίνεται η αγωνία της για την επιστροφή της κόρης της στην Αγγλία. Είναι παραδεκτό ότι όταν ο Καθ΄ου η αίτηση της ανέφερε ότι η κόρη τους δε θέλει να επιστρέψει, αυτή ήρθε στην Κύπρο για να δει τι συμβαίνει. Η θέση του Καθ΄ου η αίτηση ότι αυτός την κάλεσε να έρθει, δεν αλλοιώνει το αναντίλεκτο γεγονός ότι αυτή ήρθε εσπευσμένα στην Κύπρο. Ο Καθ΄ου η αίτηση, στην παράγραφο 29 της ένορκης του δήλωσης ημερομηνίας 4.12.2012 αναφέρει ότι όταν ήρθε στην Κύπρο η μητέρα, διευθετήθηκε συνάντηση με την κόρη τους και ότι «παρά τις προσπάθειες της Zahide, αυτή επέμενε στην απόφασή της». Όχι μόνο η μητέρα αλλά και η αδελφή της ήρθε στην Κύπρο για να μεταπείσουν την ανήλικη να επιστρέψει στην Αγγλία. Παραθέτω αυτούσια την παράγραφο 30 της ένορκης δήλωσης του Καθ΄ου η αίτηση: «Αναφέρω επίσης ότι προσπάθειες για να μεταπείσει την ανήλικη θυγατέρα μου έκανε και η αδερφή της Zahide η Fatma η οποία ήρθε και αυτή στην Κύπρο, χωρίς όμως και πάλι ανταπόκριση από τη Sybella. Το γεγονός ότι τόσο η ίδια όσο και η αδερφή της είχαν την ευκαιρία να μιλήσουν με την ανήλικη θυγατέρα μας και προσπάθησαν να την μεταπείσουν χωρίς όμως αποτέλεσμα το ομολογεί και η ίδια η Zahide στην έγγραφη αναφορά της στην Αγγλική Κεντρική Αρχή στην παράγραφο 6(α) σελίδα 2 και 3 η οποία είναι τεκμήριο 3 εις την ένορκη δήλωση της Τροοδίας Διονυσίου». Ο Καθ΄ου η αίτηση, στη συμπληρωματική του ένορκο δήλωση, επισύναψε ως Τεκμήριο 6 κάποια μηνύματα που του έστελλε η μητέρα στο κινητό, από το περιεχόμενο των οποίων φαίνεται ότι η μητέρα δεν έδωσε ποτέ τη συγκατάθεσή της για να παραμείνει η ανήλικη μόνιμα στην Κύπρο. Ενδεικτικά αναφέρω κάποια από τα μηνύματα: Στις 2.10.2012, η μητέρα αναφέρει: "I would like to see the psychologist if that's OK it's important I understand everything she' s going through I will pay to see him." Στις 4.10.2012 αναφέρει: "You said by Wednesday you will have the report for Sybella. I want to know the outcome of our daughter. She is not just you're the outcome of our daughter. She is not just your daughter. I don't want to speak with you, but for Sybella sake as a mother I have no choice . I' m in Cyprus this weekend live booked my flight I will stay on long as I have too this time for her to come home . WHAT HAS THE DOCTOR SAID???". Στις 19.10.2012 αναφέρει: "I sent let her visit you and this is the thank you I get. I let her love you after everything you done. One day you will see like I' m suffering god will punish you. It's you who needs a doctor. You got no respect." Στις 19.10.2012 αναφέρει: "I will do everything in my power to get her back. Where she belongs, you can try make it difficult but it's not going to work. None of your children wanted you that's why want Sybella, your sick, I came to Cyprus and you never let her see me...". Αποδέχομαι τη θέση της μητέρας ότι αυτή κατήγγειλε το γεγονός στην Αστυνομία στις 19 Αυγούστου 2012 και ότι δέχθηκε συμβουλή στην Κύπρο από Κύπριο δικηγόρο (Δέσμη Τεκμήριο 3 στην ένορκο δήλωση της Τροοδίας Διονυσίου: Απόδειξη είσπραξης από δικηγορικό γραφείο της Λεμεσού για "Parental Advise" ημερομηνίας 21.8.2012). Το Βρετανικό Προξενείο τη συμβούλεψε να επιστρέψει άμεσα στην Αγγλία και να αρχίσει τις διαδικασίες με βάση τη Σύμβαση. Γι΄ αυτό το λόγο επέστρεψε πίσω, «ξαφνικά», όπως αναφέρει και ο Καθ΄ου η αίτηση στη παράγραφο 33 της ένορκης του δήλωσης. Επέστρεψε στην Αγγλία, στις 21.8.2012 και υπέβαλε στις 23.8.2012 την αίτησή της στη Διεθνή Μονάδα Απαγωγής Ανηλίκων για επιστροφή του παιδιού της. Με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία, είναι εύρημά μου ότι η μητέρα ουδέποτε συγκατατέθηκε στην κατακράτηση της ανήλικης κόρης της στην Κύπρο, αλλά ούτε και με τη συμπεριφορά της μπορεί να εξαχθεί ότι έδωσε οποιαδήποτε τέτοια συγκατάθεση. Ο Καθ΄ου η αίτηση απέτυχε να αποδείξει την υπεράσπιση του ΄Αρθρου 13 (α) της Σύμβασης. (
  2. ii)΄Αρθρο 13(β): Σοβαρός κίνδυνος φυσικής ή ψυχικής δοκιμασίας ή αφόρητης κατάστασης Ο πατέρας προβάλλει ως λόγο ένστασης ότι η τυχόν επιστροφή της ανήλικης στην Αγγλία θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στην ομαλή ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη της ανήλικης. Εμπεριέχει δε σοβαρό κίνδυνο έκθεσής της σε έντονη φυσική και ψυχική δοκιμασία. Προς υποστήριξη της θέσης του επικαλέστηκε τη μαρτυρία της ψυχολόγου Μαίρης Δήμου και τα όσα του ανέφερε η ανήλικη κόρη του. Σύμφωνα με το ΄Αρθρο 13(β), το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να μη διατάξει την επιστροφή παιδιού αν αποδειχθεί ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος δοκιμασίας ή αφόρητης κατάστασης στην οποία θα περιέλθει ο ανήλικος. Το βάρος απόδειξης και αυτής της υπεράσπισης είναι ψηλό (M v. T (Abduction [2009], 1 FLR 1309). Ο κίνδυνος στο παιδί θα πρέπει να είναι μεγαλύτερος από το συνήθη κίνδυνο ή μεγαλύτερος απ΄ αυτόν που αναμένεται όταν ένα παιδί αναγκάζεται να εγκαταλείψει τον ένα γονέα και να πάει στον άλλο. (C v. B [2005] EWHC 2988). Το γεγονός ότι θα δημιουργηθεί σ΄ ένα παιδί άγχος δεν είναι αρκετό από μόνο του να αποτελέσει σοβαρό κίνδυνο (De L v. H [2010] I FLR 1229). Στην απόφαση του Οικογενειακού Εφετείου στην υπόθεση Σάββα ν. Υπουργού Δικαιοσ. και Δημ. Τάξης (ανωτέρω) λέχθηκαν τα εξής σχετικά με το άρθρο 13(β) (σελ. 1236): «Σε υποθέσεις (όπως η παρούσα), όπου η υπεράσπιση βασίζεται στο άρθρο 13(β) της Σύμβασης, το θέμα της ευημερίας των παιδιών είναι μεν σημαντικό, όμως δεν είναι το κυρίαρχο. Σ΄ αυτές τις περιπτώσεις το Δικαστήριο οφείλει να σταθμίσει το βάρος του κινδύνου της ψυχολογικής ζημιάς που θα φέρει η επιστροφή έναντι των ψυχολογικών συνεπειών που θα έχει η άρνηση της επιστροφής. Το Δικαστήριο, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια πρέπει να δίδει βαρύτητα (due weight) στο σημαντικό πρωταρχικό σκοπό της Σύμβασης που είναι η διασφάλιση της άμεσης επιστροφής των απαχθέντων παιδιών. Βλέπε Ν ν. Ν
(1995)1 FLR 107. Στην εν λόγω υπόθεση Ν ν. Ν (ανωτέρω) παρά το γεγονός ότι υπήρχαν υπόνοιες σεξουαλικής κακοποίησης του ενός παιδιού από τον πατέρα (left behind parent) διατάχθηκε η επιστροφή των παιδιών.» Ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Νικολάτος στην απόφαση Νικολάου ν. Υπουργού Δικαιοσύνης (ανωτέρω) τόνισε τα ακόλουθα (σελ. 1333): «Οι αγγλικές αυθεντίες δείχνουν πως για να επιτύχει η πρώτη υπεράσπιση του ΄Αρθρου 13(β) της Σύμβασης θα πρέπει να υπάρχει σαφής και καθοριστική μαρτυρία του σοβαρού κινδύνου βλάβης ή της άλλως πως αφόρητης κατάστασης στην οποία θα περιέλθει ο ανήλικος. Ο κίνδυνος αυτός πρέπει να κριθεί ως ουσιαστικός και όχι ως μηδαμινός και επίσης πρέπει να θεωρηθεί ως κίνδυνος πιο ουσιαστικός απ΄ αυτόν που είναι εγγενής στις περιπτώσεις της αναπόφευκτης αβεβαιότητας και του άγχους που συνοδεύουν μια μη καλοδεχούμενη επιστροφή στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων της χώρας της συνήθους διαμονής.» Στην υπόθεση B v. B [1993] 1 FLR 238 το Δικαστήριο τόνισε τον πολύ ψηλό βαθμό αφόρητης κατάστασης που πρέπει να αποδεικνύεται, για να επιτύχει η υπεράσπιση του ΄Αρθρου 13(β) της Σύμβασης. Στην υπόθεση R W (Abduction: Domestic Violence) [2004] 2 FLR 499 διατάχθηκε η επιστροφή του παιδιού στη Νότια Αφρική, παρόλο που η μαρτυρία της μητέρας κατέδειξε ότι ο σύζυγος ήτο συστηματικά βίαιος και την απειλούσε με όπλo. Όπως αναφέρει η Αναστασία Γραμματικάκη-Αλεξίου στο βιβλίο της, Η Διεθνής Απαγωγή Παιδιών Κατά τη Σύμβαση της Χάγης του 1980, Θεσσαλονίκη, 1996, σελ. 125-127, αναφερόμενη στην υπεράσπιση του άρθρου 13(β): «Ο όρος 'αφόρητη κατάσταση' αφορά φυσικά το παιδί και όχι τον απαγωγέα και αναφέρεται σε καταστάσεις όπως πράξεις βίας σε βάρος του παιδιού ή σεξουαλική κακομεταχείριση και όχι σε απλώς λιγότερο κακές συνθήκες διαβίωσης, λ.χ. σε οικονομικά ή εκπαιδευτικά προβλήματα .. Ο ιδιαίτερα σοβαρός κίνδυνος ως εξαίρεση δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον απαγωγέα ως άμυνα κατά της αίτησης αν αυτός ο ίδιος τον προκάλεσε. Στην πράξη η εξαίρεση του άρθρου 13 παρ. β είναι εκείνη που επικαλούνται συχνότερα οι απαγωγείς και που λόγω της ευρύτητας της διατύπωσής της επιβάλλεται να ερμηνεύεται στενά, γιατί, διαφορετικά, μπορεί να μετατραπεί σε 'Κερκόπορτα' που θα επιτρέπει το πέρασμα στην πλήρη έρευνα της ουσίας του προβλήματος, πράγμα που δεν επιτρέπει η σύμβαση». Ακόμα και αν υπάρχουν ανησυχίες για την ασφάλεια του παιδιού, το ΄Αρθρο 11
(4)του Κανονισμού προνοεί για την επιστροφή παιδιού, «εάν διαπιστώνεται ότι έχουν προβλεφθεί τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία του παιδιού μετά την επιστροφή του». Αυτή η πρόνοια, ουσιαστικά περιορίζει την υπεράσπιση του ΄Αρθρου 13(β) της Σύμβασης (F v. M (Abduction: Grave Risk of Harm) [2008] 2 FLR 1263). Κύριο κριτήριο δεν είναι το συμφέρον του παιδιού, στις υποθέσεις απαγωγής (Re R (Abduction: Consent) [1999] 1 FLR 828). Τα Δικαστήρια τονίζουν ότι σύμφωνα με το πνεύμα της Σύμβασης, το συμφέρον του παιδιού αποφασίζεται καλύτερα από το Δικαστήριο της συνήθους διαμονής του. Το ερώτημα που τίθεται στην παρούσα υπόθεση είναι κατά πόσο τα γεγονότα είναι τέτοια που να ικανοποιούν το ψηλό επίπεδο απόδειξης της ύπαρξης σοβαρού κινδύνου πρόκλησης βλάβης στην ανήλικη μέσα στην έννοια του ΄Αρθρου 13 (β) της Σύμβασης. Ο Καθ΄ου η αίτηση έφυγε από την Αγγλία το 2010 και άφησε την ανήλικη με τη μητέρα της. Η ανήλικη ήρθε στην Κύπρο στον πατέρα της για διακοπές, όπως ανέφερε ο Καθ΄ου η αίτηση κατά την αντεξέταση, το Σεπτέμβριο του 2011 και Απρίλιο του
  1. Είναι άξιο απορίας πως η ανήλικη δεν έκανε κανένα παράπονο στον πατέρα της όταν αυτός είχε επικοινωνία μαζί της στην Αγγλία και Κύπρο το Σεπτέμβριο του 2011 και Απρίλιο του 2012, αλλά ούτε ο πατέρας υποψιάστηκε κάτι και ξαφνικά το καλοκαίρι του 2012 η ανήλικη αποκάλυψε τόσα σφοδρά παράπονα για τη μητέρα της. Η αναφορά της ανήλικης ότι φοβόταν να τα πει στον πατέρα της δεν πείθει. Εν πάση περιπτώσει και λεκτικά να μην εξέφρασε τα παράπονα της, αν η κατάσταση ήτο τόσο σοβαρή, θα άφηνε κάποιες ενδείξεις από τη συμπεριφορά της στον πατέρα. Ο Καθ΄ου η αίτηση, όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, στηρίχτηκε στα όσα του ανέφερε η ανήλικη κόρη του και δεν έχει ιδίαν γνώση των γεγονότων, ούτε αναφέρθηκε σε βίαιη συμπεριφορά της μητέρας προς το παιδί του, ενόσω συμβίωναν. Γνωρίζει όμως προσωπικά την αδελφή της μητέρας και δηλώνει ότι αυτή είναι επιθετικό άτομο, λόγω του επεισοδίου του
  2. Κατά το επεισόδιο εκείνο, όπως ο ίδιος αναφέρει στην παράγραφο 38 της ένορκης δήλωσής του, αυτή κτυπούσε τα παράθυρα και τις πόρτες του σπιτιού και απειλούσε και έτσι αναγκάστηκε να βγει έξω από το σπίτι τους και να την ακινητοποιήσει. Δεν κτύπησε την ανήλικη σε εκείνη την περίπτωση. Το Τεκμήριο Γ στην ένορκο δήλωση εφόσον εμπεριέχει, σύμφωνα με τα όσα λέει ο Καθ΄ου η αίτηση, σκηνές του επεισοδίου που δεν αφορούν την ανήλικη, δεν βοηθά τον Καθ΄ου η αίτηση. Πουθενά, εν πάση περιπτώσει, στην ένορκο του δήλωση ή στη συμπληρωματική του ένορκο δήλωση, δεν αναφέρεται σε περιστατικό που η θεία κτύπησε τη μικρή. Μόνο κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι η θεία της την κτύπησε κατά το επεισόδιο του
  3. Η κα Δήμου, στην ένορκο της δήλωση, αναφέρεται σε άλλο περιστατικό που της διηγήθηκε η ανήλικη όταν έμενε η μητέρα με την αδελφή της και τη χαστούκισε η θεία της. Όμως η ανήλικη, στη συνέντευξη της ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν ανέφερε ότι η θεία της τη χαστούκισε, αναφέρθηκε μόνο στο ότι η μητέρα της έκανε τέτοιες πράξεις. Επίσης, πως είναι δυνατό η ανήλικη να αποκάλυψε στον Καθ΄ου η αίτηση τέτοια συμπεριφορά εκ μέρους της θείας της, και ο ίδιος να της έχει επιστρέψει να μιλά με την κόρη του στην Κύπρο, προσπαθώντας να την πείσει να επιστρέψει στην Αγγλία. Είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Καθ΄ου η αίτηση δεν έλεγε την αλήθεια κατά την αντεξέταση, αναφερόμενος σε επιθετική συμπεριφορά της θείας της ανήλικης προς την ανήλικη. Ο Καθ΄ου η αίτηση ανέφερε ότι η ανήλικη του είπε ότι η μητέρα της και η θεία της κάπνιζαν «χόρτο», και ότι του επεξήγησε ότι εννοούσε ναρκωτικό που βάζεις στο τσιγάρο και το καπνίζεις. Η ψυχολόγος στην ένορκο δήλωσή της αναφέρει ότι η ανήλικη της είπε ότι η μητέρα της και η θεία της μιλούσαν για ναρκωτικά και όχι ότι έπαιρναν ναρκωτικά και ότι ήτο ο ξάδελφος της που έπαιρνε ναρκωτικά και ότι είναι «πεπεισμένη» ότι έπαιρνε ναρκωτικά. Διερωτάται κανείς πως είναι δυνατό ένα παιδί της ηλικίας των οκτώ περίπου χρόνων να είναι «πεπεισμένο» ότι κάποιος παίρνει ναρκωτικά. Ο Καθ΄ου η αίτηση αναφέρει επίσης στην παράγραφο 23 της ένορκης του δήλωσης ότι του είπε η ανήλικη ότι η θεία της με τη μητέρα της σχεδόν επί καθημερινής βάσης τσακώνονται και έρχονται σε αντιπαράθεση, με αποτέλεσμα να αισθάνεται φόβο και ανασφάλεια. Όμως η ανήλικη όταν ρωτήθηκε κατά πόσο, σε περίπτωση που η μητέρα της έφευγε από το σπίτι της αδελφής, θα επέστρεφε πίσω στη μητέρα της, είπε: «Όχι, θα είναι πιο τρομακτικό γιατί ήταν καλύτερα όταν πήγαμε και είχε άλλους μαζί, ένοιωθα πιο ασφαλής ..». Επομένως, η ανήλικη ρητά ανέφερε, σ΄ αντίθεση με τα όσα είπε ο Καθ΄ου η αίτηση και η κυρία Δήμου, ότι ένοιωθε ασφαλής στο σπίτι της θείας της. Η κλινική ψυχολόγος Μαίρη Δήμου, στην ένορκη της δήλωση ημερομηνίας 4.12.2012, έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η ανήλικη βιώνει ψηλό επίπεδο ανασφάλειας σε σημείο που απειλεί να βλάψει τον εαυτό της, αν αναγκαστεί να μείνει με τη μητέρα της. Η κα Δήμου ανέφερε ότι κάποιες συναντήσεις έκαμε με τον Καθ΄ου η αίτηση και κάποιες με την ανήλικη. Ο Καθ΄ου η αίτηση δε διευθέτησε οποιαδήποτε συνάντηση και της μητέρας με τη ψυχολόγο, όταν ήταν στην Κύπρο τον Αύγουστο του 2012, παρόλο που είχε εξασφαλίσει τη συγκατάθεσή της. Οι επισκέψεις άρχισαν στις 4.9.2012, όταν η μητέρα ήταν ήδη στην Αγγλία. Τα ηλεκτρονικά μηνύματα που παρέθεσα πιο πάνω, ημερομηνίας 2.10.2012 και 4.10.2012, επιβεβαιώνουν ότι η μητέρα ήθελε να δει τη ψυχολόγο, αλλά αγνοήθηκε από τον Καθ΄ου η αίτηση. Η Μαίρη Δήμου ανέφερε, κατά την αντεξέταση, ότι ο Καθ΄ου η αίτηση την επισκέφθηκε, την ενημέρωσε και της ζήτησε να διερευνήσει τους λόγους που η μικρή αρνείται να επιστρέψει. Είπε επίσης ότι δέκτηκε όσα της είπε η ανήλικη αφού δοκίμασε και άλλα διαγνωστικά κριτήρια και σε υποβολή ότι όφειλε ως επαγγελματίας να δει τη μητέρα, αυτή απάντησε ότι η μητέρα δεν ήταν Κύπρο, αλλά αν ήθελε να τη δει, αυτή ευχαρίστως θα την έβλεπε. Προκύπτει ότι η κα Δήμου ποτέ δεν ζήτησε να δει τη μητέρα αν και υπήρχε στην προκειμένη περίπτωση αυτή η δυνατότητα, για να έχει σφαιρική εικόνα της όλης κατάστασης και να καταλήξει σε πιο ασφαλή συμπεράσματα και να μπορέσει να εξομαλύνει τη σχέση της ανήλικης με την μητέρα της, που όπως ανέφερε, ήτο ένας από τους στόχους της. Δεν πρέπει να παραγνωριστεί ότι η ανήλικη μένει με τον Καθ΄ου η αίτηση από τον Ιούλιο του 2012 που ήρθε στην Κύπρο για διακοπές και οι επισκέψεις στη ψυχολόγο γίνονταν όλο αυτό το διάστημα που η ανήλικη βρισκόταν μακριά από τη μητέρα της χωρίς επικοινωνία μαζί της, παρά μόνο όταν αυτή ήρθε στην Κύπρο τον Αύγουστο του 2012 και αυτή ήτο περιορισμένη. Επομένως, το παιδί ήτο φυσικό, λόγω και της μικρής του ηλικίας - 8 περίπου χρονών - να είναι επηρεασμένο από τον πατέρα και το περιβάλλον του όταν αυτό επισκεπτόταν την ψυχολόγο. Είναι σημαντικό επίσης να επισημάνω ότι η ανήλικη νοιώθει πίεση από τις 20 στο σύνολο συναντήσεις μέσα σε τέσσερις μήνες. Η κα Δήμου, στην παράγραφο 13 της ένορκης της δήλωσης, αναφέρει: «Συγκεκριμένα φώναξε πως κανείς δεν την καταλαβαίνει και δε την πιστεύει, έκλαιγε και έριχνε πράγματα και φώναζε πως κουράστηκε να εξηγεί και να προσπαθεί να με πείσει για τις συνθήκες διαβίωσης με τη μητέρα της». Επίσης η κα Δήμου αναφέρει στη βεβαίωση της ημερομηνίας 11.1.2013 (Τεκμήριο 5 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του Καθ΄ου η αίτηση), ότι η ίδια επέμενε να μιλήσουν για τη σχέση της ανήλικης με τη μητέρα της και η ανήλικη είχε έντονη έκρηξη θυμού και της είπε «δεν καταλαβαίνεις .. τι είδους ψυχολόγος είσαι και δεν καταλαβαίνεις τίποτα ..». Είναι φανερό ότι η ανήλικη ένοιωθε πίεση και δεν αφέθηκε από μόνη της να επεξηγήσει ελεύθερα το τι ακριβώς συνέβαινε στην Αγγλία. Περαιτέρω, η κα Δήμου στην παράγραφο 26 της ένορκης της δήλωσης ημερομηνίας 4.12.2012 αναφέρει για την ανήλικη ότι έχει «μειωμένες κοινωνικές δεξιότητες» με τα συνομήλικα της παιδιά αφού αρκετές φορές είναι «λεκτικά επιθετική και χειριστική» και ότι δυσκολεύεται να δεχθεί οριοθέτηση στη συμπεριφορά της. Επίσης, στη βεβαίωση της με ημερομηνία 11.1.2013 (Τεκμήριο 5 στη συμπληρωματική ένορκο δήλωση του Καθ΄ου η αίτηση) αναφέρει: «Σύμφωνα όμως με το παιδί, στο σχολείο συνεχίζει να έχει δυσκολίες στη συναναστροφή της με τα συνομήλικα της παιδιά και δείχνει προτίμηση προς τα παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας. Φαίνεται επίσης ότι υπάρχει δυσκολία στην αποδοχή ορίων και υποδείξεων από τους ενήλικες, καθώς και δυσπιστία και έλλειψη εμπιστοσύνης: η Σιμπέλλα αμφισβητεί και κρίνει τις υποδείξεις και τις πράξεις των δασκάλων της σαν έφηβη, ενώ είναι μόνο 9 χρονών (20.11.2012)». Η ανήλικη, όμως στη συνέντευξή της είπε ότι παρόλο που είναι δύσκολο να κάνει φίλες εδώ επειδή όλοι ήταν στο σχολείο από προηγουμένως, τώρα άρχισε να κάνει φίλες. Ο Καθ΄ου η αίτηση, πουθενά στην ένορκο του δήλωση δεν αναφέρει ότι η ανήλικη έχει τα προβλήματα που περιγράφει η κυρία Δήμου. Αντίθετα, λέει ότι η κόρη του έχει ενταχθεί πλήρως στην ευρύτερη οικογένειά του χωρίς πρόβλημα, έχει άριστες σχέσεις με όλους τους συγγενείς και έχει δημιουργήσει αρκετούς δικούς της φίλους. Περαιτέρω, ούτε η δασκάλα της στο σχολείο Med High στη Λάρνακα στο Τεκμήριο Β της ένορκης δήλωσης του Καθ΄ου η αίτηση φαίνεται να επιβεβαιώνει την κυρία Δήμου, εφόσον αναφέρει ότι: «Despite being new to our school I feel that she has settled well and very quickly into our Grade 3 team. Sybella seems to enjoy all school activities and is a happy and enthusiastic class member». Η εικόνα που σκιαγραφεί για την ανήλικη η δασκάλα της στην Κύπρο συνάδει απόλυτα και με την εικόνα που σκιαγραφούν οι δάσκαλοι της ανήλικης στην Αγγλία και έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τα όσα υποστηρίζει η κυρία Δήμου. Παραθέτω ενδεικτικά ορισμένα αποσπάσματα από τις εκθέσεις των δασκάλων του σχολείου St Edmund's στην Αγγλία του Ιουλίου 2012 που δεν αμφισβητήθηκαν, οι παρατηρήσεις των οποίων δεν δείχνουν ένα παιδί παραμελημένο από τη μητέρα του, αγχωμένο, ανασφαλές αλλά ούτε και συναισθηματικά κακοποιημένο, αλλά ακριβώς το αντίθετο (Δέσμη Τεκμήριο 5 στον ένορκο δήλωση της Τροοδίας Διονυσίου): «From Tutor's Report Sybella has settled into the new school routine with ease. She settles to the task quickly and always works well. Sybella is always willing to help and can be relied on to carry out any task conscientiously. She has a caring nature and always tries hard to please. Sybella has a ready smile and a happy nature.» Για το μάθημα του χορού: "She works well individually, in a pair, and as a group Sybella is a pleasure to teach." Για το μάθημα της γυμναστικής (ΡΕ): "Sybella participates enthusiastically in PE lessons and always arrives in the correct kit". Για το μάθημα του PSHE: "Sybella can express positive qualities about herself. She is able to share her likes and dislikes. Sybella can list and describe things that keep her healthy. She knows the importance of good hygiene and can name the main parts of the body. Sybella will take turns to speak in a small group. She can explain where money comes from and its purpose. Sybella has enjoyed learning about road safety." Για το μάθημα των θρησκευτικών: "She shows an understanding for calm and stillness during prayer and reflection". Για το μάθημα της μουσικής: "She is keen to express her response to music through movement and eagerly contributes to class discussion". Επομένως, σύμφωνα με τους δασκάλους της στην Αγγλία, η Sybella φαίνεται ότι είναι ένα χαρούμενο παιδί με ευχάριστη προσωπικότητα, που προσαρμόζεται εύκολα, είναι κοινωνικό, χωρίς καμμιά δυσκολία να συνάψει διαπροσωπικές σχέσεις εφόσον συνεργάζεται με ενθουσιασμό με τους συμμαθητές της και τους δασκάλους της, μια πολύ καλή μαθήτρια που παίρνει από το σπίτι ό,τι χρειάζεται στο σχολείο και που γνωρίζει τη σημασία των κανόνων υγιεινής. Με άλλα λόγια φαίνεται ότι είναι ένα παιδί καλά φροντισμένο από τους γονείς του, στην παρούσα περίπτωση από τη μητέρα του εφόσον έμενε μαζί της, και σε καμμιά περίπτωση ένα παιδί που έχει διαταραχή και που αισθάνεται τη μητέρα του ως «βαμπίρ-δαίμονα». Περαιτέρω, η ψυχολόγος στην παράγραφο 21 της ένορκης της δήλωσης, αναφέρει ότι η ανήλικη και μόνο στην αναφορά της πιθανότητας να επιστρέψει στη μητέρα της, εκδηλώνει «διαταραχή στον ύπνο της». Όμως πουθενά ο Καθ΄ου η αίτηση, στην ένορκη του δήλωση ή στη συμπληρωματική ένορκο δήλωση αναφέρει ότι η ανήλικη έχει διαταραχές στον ύπνο της. Περαιτέρω, ερωτηματικά εγείρονται και σε ποια γλώσσα διεξήγοντο οι συναντήσεις με την ανήλικη, διότι δεν υπήρχε μεταφραστής που να μεταφράζει στα αγγλικά. Όπως η κα Δήμου είπε, η οποία σπούδασε στη Μόσχα και έκανε μεταπτυχιακό στην Ελλάδα, έβλεπε μόνη της την ανήλικη. Η πλευρά του Καθ΄ου η αίτηση έφερε μεταφραστή για τη συνέντευξη της ανήλικης με το Δικαστήριο. Γι΄ αυτό εγείρονται ερωτηματικά όσον αφορά τη γλώσσα που διεξήγοντο οι συναντήσεις και κατά πόσο αποδόθηκαν επακριβώς τα όσα ανέφερε η ανήλικη στη ψυχολόγο. Η ψυχολόγος, στα συμπεράσματά της, παρόλο που καταγράφει ότι της είπε η ανήλικη ότι η μητέρα της την χαστούκιζε, εντούτοις δεν καταλήγει σε συμπέρασμα για σωματική κακοποίηση της ανήλικης. Το συμπέρασμά της αφορά συναισθηματική κακοποίηση της ανήλικης, η οποία όμως δεν φαίνεται να τεκμηριώνεται. Παρόλο που αποδέχομαι ως ορθή και αληθή τη θέση της ότι της είπε η ανήλικη ότι δε θέλει να επιστρέψει στην Αγγλία, εντούτοις για όλους τους πιο πάνω λόγους, δε θα δώσω βαρύτητα στην υπόλοιπη μαρτυρία της την οποία και απορρίπτω.11 Καταλήγω ότι δεν υπάρχει ενώπιον μου σαφής και καθοριστική μαρτυρία του σοβαρού κινδύνου βλάβης ή άλλως πως αφόρητης κατάστασης στην οποία θα περιέλθει η ανήλικη αν επιστρέψει στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ο Καθ΄ου η αίτηση απέτυχε να αποδείξει την υπεράσπιση του ΄Αρθρου 13(β) της Σύμβασης, δηλαδή τον ψηλό βαθμό απόδειξης της ύπαρξης σοβαρού κινδύνου. (iii) ΄Αρνηση επιστροφής της ανήλικης - Συνέντευξη της ανήλικης Ως υπεράσπιση, ο Καθ΄ου η αίτηση εγείρει επίσης το θέμα της άρνησης της ανήλικης να επιστρέψει στην Αγγλία. Σύμφωνα με τη δεύτερη πρόνοια του ΄Αρθρου 13(β), το Δικαστήριο δύναται να αρνηθεί να διατάξει την επιστροφή του παιδιού αν διαπιστωθεί ότι το παιδί αντιτίθεται στην επιστροφή του και βρίσκεται σε ηλικία και ωριμότητα που υποδεικνύουν να ληφθούν υπόψη οι απόψεις του. Το άρθρο 11
(2)του Κανονισμού προνοεί ότι όταν εφαρμόζονται τα ΄Αρθρα 12 και 13 της Σύμβασης, το Δικαστήριο θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι θα δοθεί ευκαιρία στον ανήλικο να ακουστεί κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, εκτός αν αυτό αντενδείκνυται, έχοντας υπόψη την ηλικία του και το βαθμό ωριμότητάς του. Στην υπόθεση Zaffino v. Zaffino
(2006)1 FLR 410 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο πρέπει να σταθμίζει τη φύση και την ένταση των ενστάσεων του παιδιού από τη μια και τους στόχους της Σύμβασης από την άλλη, στους οποίους περιλαμβάνεται ο σεβασμός προς τις δικαστικές διαδικασίες της αιτούσας χώρας και επίσης η γενική ευημερία του παιδιού. Ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Νικολάτος στην απόφαση Νικολάου ν. Υπουργού Δικαιοσύνης (ανωτέρω) υιοθετώντας την απόφαση Re T
(2000)2 FLR 192, τόνισε ότι η εξέταση του ζητήματος των ενστάσεων του παιδιού να επιστρέψει στη χώρα της συνήθους διαμονής του περιλαμβάνει τρία στάδια. Πρώτον, κατά πόσο οι ενστάσεις του παιδιού αποδεικνύονται. Δεύτερον, κατά πόσο η ηλικία και η ωριμότητα του παιδιού είναι τέτοια που το καθιστά ορθό για το Δικαστήριο να τις λάβει υπόψη. Αν τα προαναφερθέντα απαντηθούν καταφατικά, τότε το Δικαστήριο προχωρεί στο τρίτο ερώτημα ως προς το πώς θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια. Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το δικαστήριο θα πρέπει να αναζητήσει τους λόγους για τους οποίους το παιδί ενίσταται και θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι οι απόψεις του παιδιού εκφράζονται ελεύθερα. Η επιθυμία του ανήλικου λαμβάνεται υπόψη αλλά ποτέ δεν είναι ο μόνος ή ο καθοριστικός παράγοντας (Re J and K C Abduction: Objections of Child [2004] EWHC 1985 (Fam)). Στην απόφαση Ιακωβίδης ν. Ιακωβίδου
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1108, τονίστηκαν τα πιο κάτω
(1119): «Εξάλλου είναι εύκολο ανήλικος, ιδιαίτερα σε τρυφερή ηλικία, να καθοδηγηθεί ή ακόμα να αφεθεί να νομίζει ότι έχει συγκεκριμένες επιθυμίες που ουσιαστικά δεν τον εκφράζουν.» Δεν υπάρχει συγκεκριμένη ηλικία την οποία πρέπει να έχει ένα παιδί για να μπορούν να ληφθούν υπόψη οι επιθυμίες του (Re P (Abduction: Minor's Views [1998] 2 FLR 825). Φυσικά, όσο μεγαλύτερο είναι ένα παιδί είναι πιο πιθανό το Δικαστήριο να καταλήξει ότι είναι ώριμο. Το Δικαστήριο είχε κατ΄ ιδίαν συνέντευξη με το παιδί. Η Sybella ηλικίας 8 ½ περίπου χρονών κατά τη συνέντευξη, ήτο χαμογελαστή και μου έδωσε την εντύπωση ότι είναι ένα έξυπνο παιδί. Φάνηκε όμως ότι ήτο επηρεασμένη για το τι θα πει στη συνέντευξη από τον πατέρα της, με σκοπό να υποβαθμίσει τη μητέρα της στα μάτια του Δικαστηρίου και να εξυψώσει τον πατέρα της και δεν είχε την αναγκαία ωριμότητα για να εκφράσει ανεπηρέαστα τις επιθυμίες της, ώστε να ληφθούν σοβαρά υπόψη. Η ανήλικη όταν ρωτήθηκε κατά πόσο φοιτούσε σε σχολείο στο Λονδίνο, απάντησε: «Ναι, αλλά τις περισσότερες φορές δεν μπορούσε να με πάρει (η μητέρα) γιατί πολλές φορές ήταν άρρωστη». Η ανήλικη έσπευσε να υποβαθμίσει τη μητέρα της, χωρίς να ερωτηθεί σχετικά για το αν πήγαινε τακτικά στο σχολείο ή αν είχε απουσίες. Τα όσα λέει για τις απουσίες της δεν συνάδουν με τις εκθέσεις των δασκάλων της και του υπεύθυνου δασκάλου γι΄ αυτήν, που φέρουν ημερομηνία Ιούλιο 2012 οι οποίες πουθενά δεν αναφέρουν για απουσίες και αντίθετα καταγράφουν ότι είναι μια πολύ καλή και συνεπής μαθήτρια, χαμογελαστή και ευτυχισμένη. (Δέσμη Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση της Τροοδίας Διονυσίου). Ούτε ο Καθ΄ου η αίτηση ανέφερε ότι η ανήλικη του είπε ότι η μητέρα της τις περισσότερες φορές δεν την έπαιρνε σχολείο διότι ήταν άρρωστη. Όταν ρωτήθηκε πως περνούσε τον ελεύθερο της χρόνο και εάν έβγαινε έξω τα Σαββατοκυρίακα, απάντησε ότι, «τον περισσότερο καιρό ήμουν μέσα στο δωμάτιο μου και π.χ. να γράφω, να χρησιμοποιώ το ipad, γιατί ο παπάς μου το έστειλε τα Χριστούγεννα σαν δώρο». Αυτό έρχεται σε αντίθεση με την απάντησή της στην ερώτηση για το ποιος ετοίμαζε το φαγητό, όταν απάντησε «πάντα τρώγαμε έξω». Στη συνέχεια και πάλιν αντιφάσκει όταν λέει ότι μαγείρευε η θεία της. Όταν ρωτήθηκε αν περνούσε χρόνο με τη μητέρα της απάντησε «όχι» και μετά «ναι είχα χρόνο, αλλά δεν είναι τόσο καλός ο χρόνος μαζί της, δεν ήταν και τόσο καλός, αυτό θέλω να πω». Η ανήλικη ανέφερε ότι όταν ήταν θυμωμένη με κάποιον άλλο, η μητέρα της την κτυπούσε. Η αναφορά της ήταν γενική και δεν περιέγραψε κανένα συγκεκριμένο περιστατικό. Σε ερώτηση, είπες ότι σε χτύπησε η μητέρα σου, απάντησε: «Μάλιστα, πολλές φορές με απειλούσε, είπε ότι θα σε χτυπήσω ή φεύγεις και πηγαίνεις στο δωμάτιό σου». Και πάλιν δεν αναφέρθηκε συγκεκριμένα σε περιστατικό βίας και είπε ότι την απειλούσε ότι θα τη χτυπήσει. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι η κυρία Δήμου, στην ένορκο δήλωσή της είπε ότι η ανήλικη της περιέγραψε τη μητέρα της ως σωματικά και λεκτικά επιθετική. Ως παράδειγμα της είπε η ανήλικη ότι η μητέρα της τη «χαστούκιζε» στην άρνησή της να κάνει αυτό που της ζητούσε και στην έκθεση της που είναι συνημμένη ως τεκμήριο στη συμπληρωματική ένορκο δήλωση του πατέρα, αναφέρει ότι η ανήλικη της είπε ότι η μητέρα της την «ύβριζε και την απειλούσε». Σε ερώτηση του Δικαστηρίου αν ήταν κάποιες φορές άτακτη, στην αρχή είπε «όχι, δεν ήμουν άτακτη», στη συνέχεια είπε, «ναι κάποτε τα παιδιά κάνουν άτακτα πράγματα». Στο σημείο αυτό κρίνω ως ορθή και αληθή τη μαρτυρία της μητέρας ότι αυτή όντως της θύμωνε και την έβαζε τιμωρία για να την πειθαρχήσει αλλά δεν προέβαινε σε πράξεις βίας. Εξάλλου όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, δεν υπάρχει συγκεκριμένη μαρτυρία για τέτοιες πράξεις. Όταν η ανήλικη ρωτήθηκε κατά πόσο αγαπά τη μητέρα της, δεν είπε ευθέως ότι δεν την αγαπά και δεν ήτο απόλυτα αρνητική για τα συναισθήματά της. Συγκεκριμένα, απάντησε: «Δεν θα το πω αγάπη». Στις αρχές είχαν καλές σχέσεις αλλά μετά απομακρύνθηκαν, είπε. Διαφαίνεται επίσης ότι η ανήλικη νοιώθει βάρος και πίεση, ότι είναι στη μέση μεταξύ των γονέων της και είναι συγχυσμένη όταν απάντησε στα λόγια της μητέρας της ότι την αγαπά, τα ακόλουθα: «.αλλά της είπα ΟΚ. Αλλά όταν οι άνθρωποι έρχονται και σου λένε σ΄ αγαπώ, σ΄ αγαπώ, δεν ένοιωθα καλά, επειδή είναι σαν να είναι όλο πάνω σου». Ένα σημείο της συνέντευξης που κάνει εντύπωση και που δείχνει ότι η ανήλικη δεν αφέθηκε από μόνη της να πει αυτά που αισθάνεται αλλά ήταν καθοδηγούμενη από τον πατέρα της είναι όταν είπε ότι τηλεφώνησε το καλοκαίρι του 2012 στη μητέρα της και ανακοίνωσε ότι δε θέλει να επιστρέψει κοντά της και «αυτή δεν απάντησε τίποτε». Ο Καθ΄ου η αίτηση, στην παράγραφο 27 της ένορκης του δήλωσης, αναφέρει τα ίδια, ότι δηλαδή η μητέρα δεν αντέδρασε και δεν αμφισβήτησε τα όσα έλεγε η κόρη τους, ότι δηλαδή ήθελε να επιστρέψει. Ο Καθ΄ου η αίτηση δεν γίνεται πιστευτός και αυτοδιαψεύδεται εφόσον ο ίδιος στις επόμενες παραγράφους παραδέχεται ότι η μητέρα έκανε προσπάθειες για να μεταπείσει την ανήλικη. Ως προς το επεισόδιο στο καταφύγιο με το φίλο της μητέρας της και πάλιν υπάρχουν αντιφάσεις και ασάφειες. Πώς η ανήλικη, εφόσον ήταν η ίδια στον πάνω όροφο και η μητέρα της πήγε κάτω για να δει το φίλο της, διαπίστωσε ότι αυτός την κοίταζε σαν να της έλεγε γιατί δεν πας να βοηθήσεις το παιδί σου και αυτή έλεγε όχι και κουνούσε τον εαυτό της δεξιά και αριστερά. Επίσης, στη συνέντευξη είπε ότι ο φίλος της μητέρας της έφυγε, ενώ η κυρία Δήμου στη βεβαίωσή της (Τεκμήριο 5 στη συμπληρωματική ένορκο δήλωση του Καθ΄ου η αίτηση) καταγράφει ότι της είπε η ανήλικη ότι η μητέρα της προτίμησε να συνεχίσει να μιλά με το φίλο της. Εξυπακούεται δηλαδή ότι μιλούσε και πριν το μικροατύχημα στο καταφύγιο, ενώ η ανήλικη στη συνέντευξη είπε ότι η μητέρα της κοιμόταν, επομένως δεν μιλούσε με το φίλο της. Το εύρημα του Δικαστηρίου είναι ότι η ανήλικη αναμφίβολα βρήκε στην Κύπρο καλύτερες συνθήκες διαβίωσης απ΄ ότι με τη μητέρα της στην Αγγλία. Στην Αγγλία έμενε σε καταφύγιο και μετά και πάλιν όχι σε δικό της σπίτι αλλά με τη θεία της, όπου δεν είχε δικό της κανονικό υπνοδωμάτιο και κοιμόταν στο πάτωμα. Στην Κύπρο μένει σε μεγάλο διαμέρισμα με τον πατέρα της και τη φίλη του, έχει δικό της υπνοδωμάτιο και δικό της μπάνιο. Τα απογεύματα έχει αρκετές εξωσχολικές δραστηριότητες. Ο Καθ΄ου η αίτηση έχει οικονομική άνεση, ενώ η μητέρα δεν έχει καμμία οικονομική ευχέρεια εφόσον ποτέ δεν εργάστηκε και είναι ο Καθ΄ου η αίτηση που πλήρωνε το ενοίκιο και όλα τα έξοδα της ανήλικης. Είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι η ανήλικη δελεάστηκε από τις καλύτερες συνθήκες διαβίωσης και επηρεάστηκε από τον Καθ΄ου η αίτηση στην απόφασή της να θέλει να μην επιστρέψει στη μητέρα της στην Αγγλία. Καταλήγω στο εύρημα ότι η άρνηση της ανήλικης να επιστρέψει στη χώρα της συνήθους διαμονής της ήταν αποτέλεσμα επηρεασμού της από τον Καθ΄ου η αίτηση κατά το χρόνο της κατακράτησης της. Γι΄ αυτό καμιά βαρύτητα δεν μπορεί να δοθεί στη θέση της ανήλικης ότι ενίσταται να επιστρέψει στη χώρα της συνήθους διαμονής της. Επομένως η δεύτερη υπεράσπιση του ΄Αρθρου 13(β) δεν ευσταθεί. Με βάση όλα τα πιο πάνω και με γνώμονα ότι ο σκοπός της Σύμβασης είναι η διασφάλιση της άμεσης επιστροφής του παιδιού στη χώρα της συνήθους διαμονής του, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η άμεση επιστροφή της ανήλικης Sybella Ioannou στη χώρα της συνήθους διαμονής της, στην Αγγλία. Εκδίδεται περαιτέρω διάταγμα με το οποίο διατάσσεται ο Καθ΄ου η αίτηση να παραδώσει αμέσως την πιο πάνω ανήλικη στον Αιτητή και/ή σε εκπρόσωπο του και/ή σε άτομο που ενεργεί για λογαριασμό του για σκοπούς επιστροφής της ανήλικης στη χώρα της συνήθους διαμονής της στην Αγγλία. Ο Καθ΄ου η αίτηση διατάσσεται να καταβάλει τα έξοδα για την επιστροφή της πιο πάνω ανήλικης στην Αγγλία. Περαιτέρω, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο παρατείνεται η ισχύς του προσωρινού διατάγματος που απαγορεύει την έξοδο της ανήλικης Sybella Ioannou από την Κύπρο, μέχρι την ημέρα και ώρα αναχώρησης της για την Αγγλία, ως ανωτέρω. Δίδονται οδηγίες στον Πρωτοκολλητή του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λάρνακας-Αμμοχώστου να παραδώσει το διαβατήριο της ανήλικης Sybella Ioannou στον Αιτητή και/ή σε εκπρόσωπό του και/ή σε άτομο που ενεργεί για λογαριασμό του. Τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται σε βάρος του Καθ΄ου η αίτηση. (Υπ.) ........ Μ. Τουμαζή, Π. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.