← Κύπρος

Ναταλίας Χριστοδούλου ν. Χριστάκη Χριστοδούλου, Αρ. Αίτησης: 81/2012, 10/9/2013

Ναταλίας Χριστοδούλου ν. Χριστάκη Χριστοδούλου, Αρ. Αίτησης: 81/2012, 10/9/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLAR:2013:5 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΓΟΝΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Τουμαζή, Π. Αρ. Αίτησης: 81/2012 Μεταξύ: Ναταλίας Χριστοδούλου, Απόλλωνος 2, Χριστοδούλου Κωρτ, διαμ. 201, Λάρνακα Αιτήτριας και Χριστάκη Χριστοδούλου, Μιχαήλ Ζένιου 6, Τρούλλοι Καθ' ου η αίτηση Αίτηση παρακοής ημερομηνίας 13.5.2013 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 10 Σεπτεμβρίου, 2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: κα Χρ. Αργυρού με κ. Χρ. Κωνσταντίνου και κα Α. Παναγή (Για ν΄ ακούσει απόφαση κα Α. Παναγή) Για τον Καθ΄ου η αίτηση: κ. Μ. Γεωργίου με κ. Β. Μπίσσα (Για ν΄ ακούσει απόφαση κ. Β. Μπίσσας) Καθ΄ου η αίτηση παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι διάδικοι ήταν σύζυγοι. Από το γάμο τους απέκτησαν ένα παιδί, την Κωνσταντίνα Χριστοδούλου, η οποία γεννήθηκε στις 10.7.

  1. Στις 6.9.2012 το Οικογενειακό Δικαστήριο Λάρνακας εξέδωσε εκ συμφώνου διάταγμα το οποίο ρύθμιζε ζητήματα γονικής μέριμνας του ανήλικου παιδιού τους. Παραθέτω το σχετικό μέρος του διατάγματος: «ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΕΚ ΣΥΜΦΩΝΟΥ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως καθοριστεί και δια του παρόντος καθορίζεται ως τόπος διαμονής του ανήλικου τέκνου των διαδίκων Κωνσταντίνας Χριστοδούλου, ο τόπος διαμονής της Αιτήτριας που βρίσκεται στην οδό Απόλλωνος 2, Χριστοδούλου Κωρτ, Διαμ. 201, Λάρνακα.» Στο εν λόγω διάταγμα ρυθμίστηκε και η επικοινωνία του Καθ΄ου η αίτηση με το ανήλικο παιδί του ως ακολούθως: «ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΕΚ ΣΥΜΦΩΝΟΥ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΤΑΤΤΕΙ όπως ρυθμιστεί και δια του παρόντος ρυθμίζεται το δικαίωμα επικοινωνίας του Καθ΄ου η αίτηση με το πιο πάνω ανήλικο ως ακολούθως: Α. Κάθε Δευτέρα από 18:00 μέχρι και 21:
  2. Κάθε Τρίτη από 16:30 μέχρι και 21:
  3. Κάθε Παρασκευή από 16:30 μέχρι και 21:00 του Σαββάτου. Β. Από 23 μέχρι 30 Δεκεμβρίου ή από 31 Δεκεμβρίου μέχρι 6 Ιανουαρίου εκ περιτροπής από 10:00 της πρώτης ημέρας μέχρι και 21:00 της τελευταίας. Για το 2012 ο Καθ΄ου η Αίτηση θα ασκήσει το δικαίωμα του την πρώτη περίοδο. Γ. Από Μεγάλη Δευτέρα μέχρι Κυριακή του Πάσχα ή από Δευτέρα της Διακαινησίμου μέχρι Κυριακή του Θωμά εκ περιτροπής από 10:00 της πρώτης ημέρας μέχρι και 21:00 της τελευταίας. Για το 2013 ο Καθ΄ου η Αίτηση θα ασκήσει το δικαίωμα του την πρώτη περίοδο. Δ. Από 1 μέχρι 15 Ιουλίου και από 1η μέχρι 15 Αυγούστου ή από 16 μέχρι 31 Ιουλίου και από 16 μέχρι 31 Αυγούστου εκ περιτροπής από 10:00 της πρώτης μέρας μέχρι και 21:00 της τελευταίας. Για το 2013 ο Καθ΄ου η αίτηση θα ασκήσει το δικαίωμα του την πρώτη περίοδο. Τηρουμένων των παραγράφων Β, Γ και Δ, το δικαίωμα του Καθ΄ου η αίτηση σύμφωνα με την παράγραφο Α θα αναστέλλεται στις περιόδους από 23 Δεκεμβρίου μέχρι 6 Ιανουαρίου, από Μεγάλη Δευτέρα μέχρι Κυριακή του Θωμά και από 1η Ιουλίου μέχρι 31 Αυγούστου. Ο Καθ΄ου η αίτηση διατάσσεται όπως τις Τρίτες και τις Παρασκευές παραλαμβάνει την ανήλικη από το Δημοτικό σχολείο Προδρόμου όπου φοιτά στην έναρξη του δικαιώματος του και θα την επιστρέφει στη λήξη του στον τόπο διαμονής της ως ανωτέρω. Τις υπόλοιπες μέρες επικοινωνίας του με την ανήλικη ο καθ΄ου η αίτηση διατάσσεται όπως παραλαμβάνει την ανήλικη στην έναρξη του δικαιώματος του και την επιστρέφει στη λήξη του από και στον τόπο διαμονής της ως ανωτέρω. Η Αιτήτρια διατάσσεται όπως παραδίδει στον Καθ΄ου η αίτηση την ανήλικη στην έναρξη του δικαιώματος του και την παραλαμβάνει στη λήξη του στον τόπο διαμονής της ως ανωτέρω. Ως ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος διατάγματος ορίζεται η σημερινή.» Στο διάταγμα ημερομηνίας 6.9.2012 καταγράφεται η πιο κάτω οπισθογράφηση: «Οπισθογράφηση: Εάν εσείς οι ως άνω αναφερόμενοι Ναταλία Χριστοδούλου και Χριστάκης Χριστοδούλου, Αιτήτρια και Καθ΄ου η αίτηση αντίστοιχα, αμελήσετε να συμμορφωθείτε με το παρόν διάταγμα, εντός του χρόνου που καθορίζεται σ΄ αυτό, σεις μεν υπόκεισθε σε σύλληψη, η δε περιουσία σας σε κατάσχεση.» Με την υπό κρίση αίτηση η Αιτήτρια εξαιτείται την τιμωρία του Καθ΄ ού η αίτηση λόγω παράλειψης του να συμμορφωθεί με το διάταγμα του δικαστηρίου ημερομηνίας 6.9.
  4. Η Αιτήτρια, στην ένορκο της δήλωση ημερομηνίας 13.5.2013 που υποστηρίζει την αίτησή της, αναφέρει τα ακόλουθα: στις 14.6.2012 εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα με το οποίο ο Καθ΄ου η αίτηση διατάχθηκε όπως εντός μιας ώρας από την προσωπική επίδοση πιστού αντιγράφου του διατάγματος μεταφέρει την ανήλικη θυγατέρα τους και την παραδώσει στον τόπο διαμονής της Αιτήτριας και καθόρισε ως τόπο διαμονής της ανήλικης τον τόπο διαμονής της Αιτήτριας (Τεκμήριο 1). Ο Καθ΄ου η αίτηση δεν παρέδωσε την ανήλικη αυθημερόν, και για το λόγο αυτό η Αιτήτρια, προχώρησε με την καταχώρηση αίτησης παρακοής (Τεκμήριο 2) την οποία και τελικά απέσυρε αφού της παρέδωσε την ανήλικη στις 28.6.2012 μετά από την προτροπή του δικαστηρίου. Η ανήλικη επέστρεψε κοντά της με μεγάλη χαρά. Στις 6.9.2012 εκδόθηκε εκ συμφώνου το ανωτέρω τελικό διάταγμα το οποίο επιδόθηκε στον Καθ΄ου η αίτηση προσωπικά στις 4.10.2012 (Τεκμήριο 3). Στις 15.4.2013 ημέρα Δευτέρα, ο Καθ' ου η αίτηση είχε δικαίωμα να παραλάβει την ανήλικη, στις 18:00 και να την επιστρέψει στις 21:00 στον τόπο διαμονής της σύμφωνα με την πρόνοια Α του διατάγματος ημερ. 6.9.
  5. Ο Καθ' ου η αίτηση παρέλαβε την ανήλικη στις 18:00 από το μάθημα χορού κατόπιν συνεννόησης που είχαν. Λίγο πριν τις 21:00 επικοινώνησε τηλεφωνικώς μαζί της η ανήλικη και της ανέφερε ότι θέλει να διανυχτερεύσει με τον Καθ' ου η αίτηση. Αρχικά η Αιτήτρια αρνήθηκε αφού δεν ήθελε πάλι να ξεκινήσουν τα ίδια που συνέβαιναν στο παρελθόν, αλλά τελικά συμφώνησε και της ανέφερε ότι θα την παραλάβανε την επόμενη μέρα από το σχολείο. Στις 16.4.2013 ημέρα Τρίτη, επικοινώνησε τηλεφωνικώς με το σχολείο για να εξακριβώσει κατά πόσο ο Καθ' ου η αίτηση μετέφερε την ανήλικη κανονικά στο σχολείο και η δασκάλα της ανέφερε ότι η ανήλικη της είπε ότι θα έπρεπε να φύγει στις 10:30 π.μ. από το σχολείο για να πάει στο γιατρό. Η ίδια δεν είχε ενημερωθεί. Αμέσως αντιλήφθηκε ότι ο Καθ΄ ου η αίτηση κάτι σχεδίαζε. Στις 10:00 π.μ. βρισκόταν έξω από την τάξη της ανήλικης, και όταν η ανήλικη βγήκε έξω ξαφνιάστηκε που την είδε και την ρώτησε πού είναι ο πατέρας της. Της ανέφερε ότι θα την μεταφέρει η ίδια στο γιατρό και πήγαν στο διαμέρισμά τους. Στις 10:30 π.μ. περίπου ο Καθ' ου η αίτηση τηλεφώνησε στην ανήλικη και τη ρώτησε πού βρισκόταν. Ζήτησε από την ανήλικη να πληροφορήσει τον Καθ' ου η αίτηση ότι αν επιθυμούσε, μπορούσαν να επισκεφτούν όλοι μαζί το γιατρό. Ο Καθ' ου η αίτηση άρχισε να ουρλιάζει σε σημείο που τον άκουγε και η ανήλικη ταράχτηκε τόσο πολύ και άρχισε και η ίδια να ουρλιάζει. Λίγη ώρα μετά επικοινώνησε μαζί της τηλεφωνικώς ένας αστυνομικός και την ρώτησε γιατί δεν παραδίδει την ανήλικη στον Καθ' ου η αίτηση αφού είχε δικαίωμα επικοινωνίας μαζί της με βάση το διάταγμα ημερ. 6.9.
  6. Ανέφερε στον αστυνομικό ότι το δικαίωμα επικοινωνίας του Καθ' ου η αίτηση, άρχιζε στις 16:
  7. Ακολούθως η λειτουργός του γραφείου ευημερίας κα Θέλμα Λεοντίου ήρθε στο σπίτι τους και μίλησε με την ανήλικη στην απουσία της. Στις 16:30 της ίδιας μέρας έφτασαν στο σπίτι τους δύο αστυνομικοί, και της είπαν ότι ο Καθ' ου η αίτηση επικοινώνησε μαζί τους και τους ανέφερε ότι η ανήλικη θα έκανε κακό στον εαυτό της. Όταν είδαν την ανήλικη ότι έφτιαχνε γλυκό στην κουζίνα και ήταν ήρεμη, αντιλήφθηκαν ότι δεν ίσχυε κάτι τέτοιο και αποχώρησαν από το σπίτι. Εκείνη την ημέρα η Αιτήτρια διαπίστωσε ότι ο φάκελος με όλα τα έγγραφα του νοσοκομείου που αφορούν το πρόβλημα υπερθυρεοειδισμού που αντιμετωπίζει η ανήλικη απουσίαζε. Ρώτησε την ανήλικη αν γνώριζε πού ήταν και της ανέφερε ότι τον πήρε η ίδια από την προηγούμενη μέρα και τον παρέδωσε στον Καθ' ου η αίτηση γιατί είχαν συνεννοηθεί με τον πατέρα της ότι δεν θα επέστρεφε στο σπίτι. Παρά το γεγονός ότι η δήλωση αυτή της ανήλικης την αναστάτωσε αφού φάνηκε ότι ο Καθ' ου η αίτηση ενημέρωσε την ανήλικη για τις προθέσεις του να την κατακρατήσει μαζί του παρά τις πρόνοιες του διατάγματος ημερ. 6.9.2012, δεν είπε τίποτα για να μη δημιουργήσει φασαρία. Τη βδομάδα από τις 22.4.2013 μέχρι και τις 28.4.2013, ο Καθ' ου η αίτηση τηρούσε κανονικά το διάταγμα. Στις 29.4.2013, Μεγάλη Δευτέρα, ο Καθ' ου η αίτηση είχε δικαίωμα επικοινωνίας με την ανήλικη σύμφωνα με τον όρο Γ του διατάγματος ημερ. 6.9.
  8. Παρέλαβε κανονικά την ανήλικη στις 10 π.μ. και θα την είχε μαζί του μέχρι τις 21:00 της Κυριακής του Πάσχα 5.5.
  9. Τη Μεγάλη Δευτέρα 29.4.2013 πήρε τηλέφωνο στις 14:00 την ανήλικη για να της πει να πάρει τα φάρμακα της και να της υπενθυμίσει ότι έχει μαθήματα χορού και αγγλικών εκείνη τη μέρα. Η ανήλικη φαινόταν ευδιάθετη στο τηλέφωνο και της είπε ότι πήρε τα φάρμακα της και ότι θα πήγαινε και στα ιδιαίτερα μαθήματα της. Λίγη ώρα αργότερα την πήρε τηλέφωνο η ανήλικη με εντελώς διαφορετική διάθεση και της ανέφερε ότι η λειτουργός του γραφείου ευημερίας την ενημέρωσε ότι η ίδια αποκάλεσε την ανήλικη ψεύτρα. Τη διαβεβαίωσε ότι ουδέποτε είπε κάτι τέτοιο. Τις επόμενες μέρες η ίδια εργαζόταν πολλές ώρες καθημερινά για να μπορέσει να πάρει άδεια τη βδομάδα από τις 6.5.2013 μέχρι και τις 12.5.2013 κατά την οποία θα ήταν μαζί της η ανήλικη για τις διακοπές του Πάσχα σύμφωνα με το διάταγμα όμως της τηλεφωνούσε τρεις φορές τη μέρα για να δει τι κάνει και να την υπενθυμίζει να παίρνει τα φάρμακα της. Τη Μεγάλη Τετάρτη, 1.5.2013, λόγω της μεγάλης της κούρασης αποκοιμήθηκε και δεν την πήρε τηλέφωνο στις 6 π.μ. να την υπενθυμίσει να πάρει τα φάρμακα της και την πήρε στις 7:30 π.μ. αλλά δεν απαντούσε. ΄Οταν την πήρε ξανά στις 14:00 για να τη θυμίσει να πάρει τα φάρμακα της, της παραπονέθηκε ότι τη ξεχνά και δεν της δίνει σημασία. Η ίδια της ανέφερε ότι την αγαπά και ο λόγος που δεν την πήρε το πρωί ήταν γιατί ήταν πολύ κουρασμένη λόγω των πολλών ωρών που εργαζόταν καθημερινά για να μπορέσει να πάρει άδεια να είναι μαζί της την επόμενη βδομάδα. Τις επόμενες μέρες τηλεφωνούσε τρεις φορές τη μέρα στην ανήλικη για να την υπενθυμίσει να παίρνει τα φάρμακα της τις συγκεκριμένες ώρες και να πληροφορηθεί πως είναι. Το Μεγάλο Σάββατο, 4.5.2013, τηλεφώνησε στην ανήλικη για να της υπενθυμίσει να παίρνει τα φάρμακά της. Την Κυριακή του Πάσχα, 5.5.2013, ο Καθ' ου η αίτηση έπρεπε να της παραδώσει την ανήλικη στις 21:00, όπως προνοούσε το διάταγμα ημερ. 6.9.
  10. Επικοινώνησε με την ανήλικη στις 14:00 για να την υπενθυμίσει να πάρει τα φάρμακά της και να μην ξεχάσει να φέρει στο σπίτι το φάκελο του νοσοκομείου που είχε πάρει κρυφά από το σπίτι τους, ένα ζευγάρι σκουλαρίκια που της έκανε δώρο και όλα τα ρούχα που πήρε μαζί της για να τα πλύνει. Λίγο πριν τις 21:00 πήρε τηλέφωνο την ανήλικη για να της αναφέρει ότι ήταν σπίτι και την περίμενε, αλλά η ανήλικη ήταν πολύ επιθετική και της ανέφερε ότι δεν πρόκειται να ξαναέρθει σπίτι γιατί αυτή δεν την αγαπά και δεν την προσέχει. Με μεγάλη της έκπληξη την άκουσε να της λέει αυτά τα πράγματα και πριν προλάβει να της πει οτιδήποτε έκλεισε το τηλέφωνο. Προσπάθησε να την πάρει πίσω αλλά το είχε κλειστό. Πανικοβλήθηκε και δεν ήξερε τί να κάνει και λόγω της ημέρας δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με τους δικηγόρους της για να την συμβουλεύσουν. Δευτέρα του Πάσχα, 6.5.2013 περίμενε όλη τη μέρα να δει αν θα επικοινωνήσει μαζί της η ανήλικη, αλλά μάταια. Την Τρίτη, 7.5.2013, πήγε στην αστυνομία και κατήγγειλε τον Καθ' ου η αίτηση ότι αρνείται να της επιστρέψει την ανήλικη κατά παράβαση του διατάγματος ημερ. 6.9.
  11. Την Τετάρτη 8.5.2013 επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τους δικηγόρους της και τους ανέφερε τί είχε συμβεί. Η δικηγόρος της επικοινώνησε με έναν από τους δικηγόρους του Καθ' ου η αίτηση και τους ζήτησε να συμβουλεύσουν τον πελάτη τους να της επιστρέψει την ανήλικη, διαφορετικά θα προχωρούσε εναντίον του με αίτηση παρακοής. Την ίδια μέρα, το απόγευμα, ένας ιδιώτης επιδότης της επέδωσε την μονομερή αίτηση υπ' αρ. 107/13, με την οποία ο Καθ' ου η αίτηση ζητούσε αναστολή του διατάγματος ημερ. 6.9.2012, προσωρινό διάταγμα με το οποίο να καθορίζεται ως τόπος διαμονής της ανήλικης ο τόπος διαμονής του Καθ' ου η αίτηση και να ρυθμίζεται το δικαίωμα επικοινωνίας της με την ανήλικη. Της επιδόθηκε την ίδια μέρα και η κυρίως αίτηση υπ' αρ. 107/13 με την οποία ζητά να του ανατεθεί η φύλαξη και φροντίδα της ανήλικης, να καθορίζεται ως τόπος διαμονής της ανήλικης ο τόπος διαμονής του Καθ' ου η αίτηση και να ρυθμιστεί το δικαίωμα επικοινωνίας της ανήλικης μαζί της. Ο Καθ' ου η αίτηση μέχρι σήμερα εξακολουθεί ηθελημένα να κατακρατεί την ανήλικη κατά παράβαση του διατάγματος ημερ. 6.9.
  12. Το γεγονός ότι καταχώρησε τις πιο πάνω αιτήσεις, ενισχύουν τη θέση της ότι ο Καθ' ου η αίτηση δεν προτίθεται να επιστρέψει την ανήλικη και προσπαθεί με ψευδείς ισχυρισμούς να πείσει το Δικαστήριο ότι είναι επιθυμία της ανήλικης να μείνει μαζί του. Πριν ένα περίπου χρόνο μετά από έρευνα που έκανε η Υπηρεσία Καταπολέμησης Ναρκωτικών στο αυτοκίνητό της, ανευρέθηκαν δύο σακουλάκια κοκαΐνης, γεγονός το οποίο την σόκαρε και σε κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία σε σχετική ερώτηση των αστυνομικών αν υποπτεύεται κάποιον που θα μπορούσε να της τοποθετήσει τα ναρκωτικά στο αυτοκίνητο, κατονόμασε τον Καθ' ου η αίτηση, ο οποίος την είχε απειλήσει ότι θα την καταστρέψει και ο οποίος ήταν ο μόνος που είχε κλειδί του αυτοκινήτου της εκτός από εκείνη. Μετά από σχετικές έρευνες της αστυνομίας ο Καθ' ου η αίτηση, ο οποίος είναι αστυνομικός, συνελήφθηκε και παρέμεινε υπό κράτηση, ενώ ακολούθως τέθηκε σε διαθεσιμότητα. ΄Εχει καταχωρηθεί εναντίον του ποινική υπόθεση για αδικήματα που σχετίζονται με τα ναρκωτικά που ανευρέθηκαν στο αυτοκίνητό της. Ο Καθ' ου η αίτηση είναι άτομο επικίνδυνο και αδίστακτο που στην προσπάθειά του να την εκδικηθεί, προσπαθεί να απομακρύνει την ανήλικη από κοντά της δηλητηριάζοντας την χωρίς να αναλογίζεται το κακό που της κάνει. Ένας άλλος λόγος που προσπαθεί να κρατήσει κοντά του την ανήλικη είναι για να ισχυρίζεται ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου σε περίπτωση καταδίκης του ότι έχει στην φύλαξη του την ανήλικη και δεν πρέπει να φυλακιστεί. Η ενόρκως δηλούσα δεν αντεξετάστηκε από το δικηγόρο του Καθ΄ου η αίτηση. Ο Καθ' ου η αίτηση καταχώρισε ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως. Ο λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «Α) Δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις για τη διάπραξη του αδικήματος της παρακοής διατάγματος Δικαστηρίου. Β) Δεν στοιχειοθετείται η υποκειμενική υπόσταση διάπραξης ποινικού αδικήματος, στοιχείο απαραίτητο στην παρούσα διαδικασία. Γ) Η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη.» Στη δική του ένορκη δήλωση ημερομηνίας 9.7.2013 που συνοδεύει την ένσταση αναφέρει ότι πράγματι, στις 15.4.2013 παρέλαβε την ανήλικη κόρη του στις 18:00 από το μάθημα χορού και αφού διάβασε τα μαθήματά της, κατά τις 20:30 της είπε να ξεκινήσει να ετοιμάζεται για να την επιστρέψει πίσω στην μητέρα της, όπως προνοεί το διάταγμα. Αμέσως η κόρη του τον ρώτησε αν γινόταν να μείνει στο σπίτι του στους Τρούλλους το βράδυ. Αυτός της είχε αναφέρει ότι αυτό δεν μπορούσε να γίνει γιατί υπάρχει διάταγμα δικαστηρίου το οποίο πρέπει να σεβαστεί καθότι θα έχει προβλήματα. Η ανήλικη κόρη του τον παρακαλούσε να μείνει στο σπίτι του το βράδυ και μετά από την επιμονή της, της είπε μόνο αν της το επιτρέψει η μητέρα της θα μείνει μαζί του. Πράγματι, η κόρη του τηλεφώνησε στη μητέρα της, η ίδια αρχικά αρνήθηκε αλλά μετά που συζήτησαν για κάποιο χρονικό διάστημα του είπε η κόρη του ότι η μητέρα της είχε αποδεχτεί να μείνει μαζί του. Την επόμενη μέρα πήρε την ανήλικη στο σχολείο η ώρα 07:
  13. Είχε συνεννοηθεί μαζί της ότι θα πήγαινε στο σχολείο της στις 10:30 το πρωί να την παραλάβει για να την πάρει στο γιατρό για εξετάσεις αφού αντιμετωπίζει πρόβλημα υπερθυρεοειδισμού. Στις 10:30 που τηλεφώνησε για να την παραλάβει από το σχολείο της, του ανέφερε ότι είχε πάει στο σχολείο η Αιτήτρια και την είχε παραλάβει με αποτέλεσμα να χάσει το ραντεβού που είχε με το γιατρό για τις εξετάσεις. Στις 2.5.2013, τις πρωινές ώρες, του ανέφερε ότι δεν ήθελε να πάει πίσω στην μητέρα της. Αυτός της είπε αν θέλει να επικοινωνήσει με την μητέρα της και αν η ίδια το επιτρέψει να την πάρει την επομένη μέρα. Τότε η ανήλικη του ανέφερε ότι δεν ήθελε να πάει καθόλου στη μητέρα της και όχι απλά εκείνο το βράδυ. Αυτός της είχε αναφέρει ότι είναι υπόχρεος, σύμφωνα με το διάταγμα, να την πάρει πίσω στη μητέρα της και η ίδια ξεκίνησε να του φωνάζει και να του λέει ότι δεν θέλει να πάει πίσω και ότι εάν την έπαιρνε θα έφευγε από το σπίτι του. Προσπάθησε να την ηρεμήσει και την προέτρεψε να του πει γιατί δεν ήθελε να πάει πίσω στη μητέρα της. Η ίδια του είπε ότι η μητέρα της την αφήνει πολλές ώρες στο σπίτι μόνη της, ότι δεν την περιποιείται και του επανέλαβε ότι σε περίπτωση που την πάρει πίσω, τότε θα έφευγε από το σπίτι. Επικοινώνησε με τους δικηγόρους του τους οποίους ανέφερε ότι η ανήλικη απειλεί να εγκαταλείψει την οικία του αν πήγαινε πίσω στην Αιτήτρια. Αμέσως οι δικηγόροι του, ανέφεραν ότι θα έστελναν επιστολή στην Αστυνομία για να ενημερώσουν για την κατάσταση. Η επιστολή φέρει ημερομηνία 16.4.
  14. Αυτός έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του να καταχωρηθεί κυρίως και μονομερής αίτηση για να αλλάξει ο τόπος διαμονής της ανήλικης και η αίτηση έχει αριθμό 107/
  15. Στις 06.05.2013 η ανήλικη αρνείτο επίμονα να πάει στη μητέρα της και του είπε ότι δεν θα πήγαινε πίσω και αν αυτός επέμενε, θα έφευγε από το σπίτι. Ο ίδιος βλέποντας ότι δεν είχε άλλη επιλογή και λόγω του ότι εάν επέμενε, η κόρη του θα έφευγε από το σπίτι με πιθανότητα να πάθαινε μεγαλύτερο κακό, της είπε να μείνει μαζί του εκείνο το βράδυ, αν και δεν συμφωνούσε, νοουμένου πάντα ότι θα ενημέρωνε την Αιτήτρια. Τότε η ίδια του ανέφερε ότι δεν ήθελε να επιστρέψει στη μητέρα της καθόλου και ξεκίνησε και πάλι να φωνάζει και να απειλεί ότι εάν την επιστρέψει πίσω στη μητέρα της τότε θα εγκατέλειπε την οικία του και δεν επέστρεφε πίσω. Βλέποντας ότι δεν έχει άλλη επιλογή και μετά από τις επίμονες του προσπάθειες να της εξηγήσει ότι θα πρέπει να εκδοθεί η απόφαση στην αίτηση με αριθμό 107/13 για τον τόπο διαμονής της, η ίδια του ξεκαθάρισε ότι εάν την επέστρεφε πίσω θα εγκατέλειπε το σπίτι. Τότε της είπε ότι εάν η ίδια επιθυμεί να μείνει μαζί του, αυτός δεν θα την διώξει από το σπίτι του και ούτε θα την έπαιρνε με τη βία στην Αιτήτρια για να μην εξασκήσει ψυχοσωματική βία. Από εκείνη τη μέρα προσπαθεί να την πείσει να επιστρέψει στη μητέρα της, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Πολλές φορές του ανάφερε ότι η Αιτήτρια την άφηνε πολλές ώρες μόνη της σε σημείο που η ίδια μαγείρευε το φαγητό της. Στην οικία του διαμένει με τη συμβία του με την οποία έχει αποκτήσει ακόμη ένα παιδί, 4 ετών σήμερα, τον οποίο η Κωνσταντίνα αγαπά και παίζει μαζί του. Αναφορικά με την ποινική υπόθεση που έχει εναντίον του, αυτός δεν έχει καμία σχέση με τα ναρκωτικά που είχαν βρεθεί στην κατοχή της Αιτήτριας. Η Αιτήτρια για τους δικούς της λόγους επέλεξε να αναφέρει το όνομα του ως τον μόνο ύποπτο. Ο Καθ' ου η αίτηση αντεξετάστηκε από τη δικηγόρο της Αιτήτριας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με τη νομολογία, η παρακοή διαταγμάτων του Δικαστηρίου υποσκάπτει την απονομή της δικαιοσύνης. Στην απόφαση Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas

(1989)1 (E) A.A.Δ. 750, ο πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πικής (Δικαστής όπως ήταν τότε) τόνισε τα ακόλουθα (σελ. 758): «Η υπακοή στα διατάγματα των Δικαστηρίων αποτελεί θεμέλιο λίθο του κράτους δικαίου.» Ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κ. Παμπαλλής, στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Μαυρονικόλα ν. Ξάνθου (΄Εφεση Αρ. 9/2009 ημερ. 24.2.2011) τόνισε τα ακόλουθα: «Πιστεύουμε ότι δεν θα ήταν πλεονασμός να επιβεβαιώσουμε, για μια ακόμη φορά, την αναγκαιότητα συμμόρφωσης προς δικαστικά διατάγματα. Σε αντίθετη περίπτωση το κράτος δικαίου, επί του οποίου θεμελιώνονται τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των ατόμων και εδράζεται η απαίτηση του κοινωνικού συνόλου, για εφαρμογή του νόμου και της τάξης σε μια δημοκρατική κοινωνία, θα κατέρρεε. Photiou v. HadjiForados
(1988)1 C.L.R. 384». Το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960 (Ν. 14/60)είναι δικαιοδοτικό και προσδιορίζει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την τιμωρία προσώπων για την παρακοή διαταγμάτων. Το ΄Αρθρο 42(Α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας θέτει τις προϋποθέσεις που πρέπει να τηρούνται σε σχέση με τη διαδικασία στις αιτήσεις παρακοής διαταγμάτων και αυτές είναι (α) η ύπαρξη διατάγματος, (β) η ύπαρξη της αναγκαίας οπισθογράφησης, (γ) η προσωπική επίδοση του διατάγματος και (δ) η προσωπική επίδοση της αίτησης παρακοής (βλ. Μαρκίδης
(1991)1 Α.Α.Δ. 401, Halin v. Timur κ.ά.
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 424, Ονουφρίου ν. Bye
(2007)1 (Α) Α.Α.Δ. 371). Στην υπό εκδίκαση υπόθεση είναι διαπίστωση του δικαστηρίου ότι τηρούνται όλες οι πιο πάνω απαραίτητες προϋποθέσεις, δηλαδή η ύπαρξη του διατάγματος και της οπισθογράφησης, η προσωπική επίδοση του διατάγματος που έγινε στις 4.10.2012 και η προσωπική επίδοση της αίτησης παρακοής που έγινε στις 18.6.2013. Σημειώνω περαιτέρω ότι παρόλο που ως πρώτο λόγο ένστασης ο Καθ΄ου η αίτηση αναφέρει ότι δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις για τη διάπραξη του αδικήματος της παρακοής, δεν υποστηρίζει τη θέση του αυτή στην ένορκο δήλωσή του όπου δεν κάνει καμία αναφορά. Εφόσον είναι διαπίστωση του δικαστηρίου ότι τηρούνται όλες οι διαδικαστικές προϋποθέσεις, ο πρώτος λόγος ένστασης απορρίπτεται. Για να αποδειχθεί η παρακοή διατάγματος πρέπει να συνυπάρχει τόσο η αντικειμενική υπόσταση ( "actus reus") όσο και η υποκειμενική υπόσταση ( "mens rea") του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης με βάση το άρθρο 42 του Ν. 14/60 (Μαύρος ν. Στυλιανού κ.ά.
(1998)1ΑΑΔ 2389). Η φύση της διαδικασίας είναι οιονεί ποινική και το αίτημα για ανυπακοή διατάγματος αποβλέπει στην τιμωρία του παραβάτη (Βλ. Κώστα ν. Κώστα
(2003)1 (Α) Α.Α.Δ. 269). Η παρακοή διατάγματος θα πρέπει να είναι ηθελημένη και να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Στην απόφαση Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309) λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Όπως επισημαίνεται στην Antonis Mouzouris and Another v. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287, για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση πρέπει να αποδειχθεί ηθελημένη ανυπακοή του Καθ΄ου η αίτηση προς την απόφαση του Δικαστηρίου, δηλαδή πρόθεση ανυπακοής προς το διάταγμα του Δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ΄ εαυτού δεν αρκεί, πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του Δικαστηρίου.» Ο Καθ΄ου η αίτηση παραδέχεται στην ένορκο του δήλωση ότι δεν επέστρεψε την ανήλικη ως όριζε το διάταγμα και ότι συνέχισε να παραμένει μαζί του έκτοτε. Επομένως, η αντικειμενική υπόσταση (actus reus) του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης έχει καταδειχθεί και αυτό αποτελεί και εύρημα του Δικαστηρίου. Η διαπίστωση αυτή με οδηγεί στην εξέταση του δεύτερου λόγου ένστασης που εδράζεται στη θέση ότι δεν στοιχειοθετείται η υποκειμενική υπόσταση διάπραξης ποινικού αδικήματος. Ο Καθ' ου η αίτηση περιέπεσε σε αντιφάσεις. Στην παράγραφο 8 της ενόρκου δηλώσεως του αναφέρει ότι τον ιατρικό φάκελο της κόρης του τον χρειαζόταν για να τον πάρει στο γιατρό που είχε ραντεβού στις 16.4.
  1. Κατά την αντεξέταση, προέβαλε ότι στις 16.4.13 θα πήγαινε στο νοσοκομείο και θα το βοηθούσε η αδελφή του για να κλείσουν ραντεβού και στη συνέχεια απάντησε τα ακόλουθα σε σχετικές ερωτήσεις: «Ε: Έχεις αναφέρει και προηγουμένως ότι θα σε βοηθούσε η αδελφή σου να πάρετε ραντεβού για τη μικρή. Α: Μάλιστα. Ε: Άρα δεν είχατε προγραμματισμένο ραντεβού, θα το προγραμματίζατε με τη βοήθεια τις αδελφής σου. Α: Μάλιστα.» Σε ερώτηση κατά πόσο η ανήλικη είναι από δική της πρωτοβουλία που πήρε το φάκελο, ο Καθ' ου η αίτηση απέφυγε να δώσει σαφή απάντηση. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα: «Ε: Ήταν από δική της πρωτοβουλία; Α: Δεν πήρα εγώ τον φάκελο από το σπίτι. Ε. Είναι από πρωτοβουλία της Κωνσταντίνας που βρέθηκε ο φάκελος στα δικά σας τα χέρια; Α. Τον πήρε η Κωνσταντίνα για να πάει στον γιατρό, είναι δικός της ο φάκελος όχι δικός μου, κανονικά έπρεπε να ήταν στο νοσοκομείο. Ε. Την Κωνσταντίνα την επιάσατε στις 15/
  2. Εσείς αποφασίσετε στις 16/4 να πάτε στη Λευκωσία να σας κλείσει ραντεβού η αδερφή σας; Α. Στη Λάρνακα. Ε. Η Κωνσταντίνα πού ήξερε τούτη την ιστορία να πιάσει τον φάκελο για να τον φέρει χωρίς να της πείτε όπως ισχυρίζεστε τώρα; Α. Πώς να της το πώ;» Ο Καθ' ου η αίτηση, κατά την αντεξέταση, αναφορικά με τη συζήτηση που κατ' ισχυρισμό έκανε με την ανήλικη στις 2.5.13, ανέφερε ότι είπε στην κόρη του ότι αν υπάρχει κάποιο θέμα θα προσπαθήσουν να μιλήσουν με τη μητέρα της και ότι αυτή άρχισε να κλαίει. Όμως, όταν ρωτήθηκε αν έκανε κάποια συζήτηση με την Αιτήτρια, απάντησε ότι δεν είχε οποιαδήποτε επικοινωνία μαζί της γιατί θα έπεφτε στο κενό. Σε ερώτηση, κατά την αντεξέταση, κατά πόσο στις 6.5.13 εκείνο που τον ανησύχησε ήταν η απειλή της ανήλικης ότι θα έφευγε από το σπίτι, απάντησε ότι τον ανησύχησε η επιμονή και το πείσμα της και διερωτήθηκε τι έγινε και ήταν τόσο αρνητική στη μητέρα της. Σε ερώτηση για το ποιο ήταν το καθοριστικό που τον έκανε να αποφασίσει να μείνει μαζί του η ανήλικη, απάντησε: «Δεν αποφάσισα σε καμιά περίπτωση ότι έπρεπε να μείνει μαζί μου η μικρή» και σε άλλο σημείο της αντεξέτασης: «Και ακόμα δεν έχω πάρει απόφαση». Όμως, η θέση του αυτή έρχεται σε αντίθεση με την παράγραφο 13 όπου αναφέρει ότι είδε ότι δεν είχε άλλη επιλογή μετά από τις επίμονες προσπάθειες του να της εξηγήσει ότι θα έπρεπε να περιμένουν την απόφαση στην αίτηση 107/13 και ότι της είπε ότι αν η ίδια επιθυμεί να μείνει μαζί του, δεν θα τη διώξει και ούτε θα την έπαιρνε με τη βία στην Αιτήτρια. Είναι φανερό ότι ο Καθ' ου η αίτηση ήδη είχε αποφασίσει να μην επιστρέψει την ανήλικη στη μητέρα της, ως όφειλε με βάση το διάταγμα του Δικαστηρίου, εφόσον, όπως ο ίδιος λέει στην παράγραφο 12, στις 2.5.13 έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του να καταχωρήσουν αίτηση για φύλαξη του παιδιού από τον ίδιο και τη τροποποίηση του υφιστάμενου διατάγματος. Στη δε παράγραφο 14 αποκαλύπτει ότι την αίτηση 107/13 την είχε ήδη καταχωρήσει στις 2.5.
  3. Περαιτέρω, ο Καθ' ου η αίτηση στην αντεξέταση ανέφερε ότι μάλιστα ζήτησε την βοήθεια των δικηγόρων του, του γραφείου ευημερίας και ήθελε να πάνε και σε παιδοψυχολόγο. Όμως ο Καθ΄ου η αίτηση στην ένορκο του δήλωση που σημειώνεται ότι καταχωρήθηκε στις 9.7.13, αναφέρεται μόνο στους δικηγόρους του και πουθενά δεν αναφέρει ότι ζήτησε τη βοήθεια του γραφείου ευημερίας ή ότι ήθελε να πάνε σε παιδοψυχολόγο. Σε υποβολή κατά την αντεξέταση ότι η αίτηση 107/13 καταχωρήθηκε στις 2.5.13 απάντησε αρχικά ότι δε θυμάται και στη συνέχεια ότι «αν υπάρχει αυτό το έγγραφο το υπέβαλα». Όταν του υποβλήθηκε ότι δεν μπορεί να έγιναν όλα όσα ανέφερε στις 2.5.13, δηλαδή η συζήτηση με την ανήλικη και η καταχώρηση της αίτησης την ίδια μέρα, απάντησε ότι της ανέφερε ότι έκανε την αίτηση για να κερδίσει χρόνο για να την καλμάρει. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης σε ερώτηση αν ενημέρωσε την ανήλικη ότι καταχώρησε την αίτηση αρ. 107/13, απάντησε αρνητικά σε αντίθεση με τα όσα ισχυρίζεται στην παράγραφο 13 της ένορκης του δήλωσης όπου αναφέρει ότι στις 6.5.13 έκανε επίπονες προσπάθειες να της εξηγήσει ότι θα πρέπει να εκδοθεί απόφαση στην αίτηση 107/13 για τον τόπο διαμονής. Όταν του υπεδείχθη ότι αυτό αναφέρει στην παράγραφο 13 της ενόρκου δηλώσεως του, απάντησε ότι άλλα ανάφερε στην ένορκο του δήλωση ότι είπε στην ανήλικη και άλλα της είπε. Σύμφωνα με τον ίδιο, της είπε ότι επισκέφθηκε τους δικηγόρους του και συζήτησαν για αρκετά θέματα που αφορούσαν τα προβλήματά τους. Όταν ρωτήθηκε πότε επισκέφτηκε τους δικηγόρους του για την καταχώριση της αίτησης 107/13 αφού η 1η Μαΐου ήταν αργία, απάντησε: «Σίγουρα προηγουμένως.». Περαιτέρω, πως είναι δυνατό ο Καθ΄ου η αίτηση να διατείνεται ότι ενημέρωσε τους δικηγόρους του στις 2.5.2013 για την άρνηση της ανήλικης να επιστρέψει και ότι οι δικηγόροι του είπαν ότι θα έστελναν επιστολή και ότι η επιστολή αυτή φέρει ημερομηνία 16.4.2013, δηλαδή προγενέστερη της ημερομηνίας άρνησης της ανήλικης. Όλα τα πιο πάνω καταρρίπτουν τον ισχυρισμό του καθ΄ου η αίτηση ότι έκανε συζήτηση με την ανήλικη στις 2.5.13 και εκείνη την ημέρα του εξέφρασε τα παράπονα της και την επιθυμία της να μείνει μαζί του και ότι έδωσε οδηγίες για καταχώρηση αίτησης στους δικηγόρους του στις 2.5.
  4. Είναι η θέση του ευπαίδευτου δικηγόρου του Καθ΄ου η αίτηση ότι δεν υπήρξε μαρτυρία που να υποδεικνύει ηθελημένη ανυπακοή εφόσον η ίδια η Αιτήτρια παραδέχεται ότι η ανήλικη της είπε ότι δεν πρόκειται να επιστρέψει στο σπίτι γιατί δεν την αγαπά και δεν την προσέχει. Είναι η θέση του δικηγόρου του Καθ΄ου η αίτηση ότι η Αιτήτρια δεν αναφέρει πράξεις τις οποίες έκανε ο Καθ΄ου η αίτηση έτσι ώστε να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η ηθελημένη ανυπακοή του Καθ΄ου η αίτηση. Δεν συμφωνώ με τις πιο πάνω θέσεις. Είναι παραδεκτό και από τις δύο πλευρές ότι η ανήλικη δεν επέστρεψε στη μητέρα της την Κυριακή του Πάσχα 5.5.2013 όπως καθορίζετο στο διάταγμα και έκτοτε διαμένει με τον Καθ΄ου η αίτηση. Επομένως, ικανοποιείται το actus reus. Τα όσα καταγράφει η Αιτήτρια στην ένορκο δήλωσή της η οποία δεν αντεξετάστηκε, αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι υπήρξε ηθελημένη παρακοή εκ μέρους του Καθ΄ου η αίτηση. Αποδέχομαι τη θέση της ως ορθή και αληθή και απορρίπτω τη μαρτυρία του Καθ΄ου η αίτηση ως αναξιόπιστη. Είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι ικανοποιείται και η υποκειμενική υπόσταση (mens rea) του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης. Πράγματι η Αιτήτρια φάνηκε ειλικρινής και ανέφερε στην ένορκο της δήλωση ότι η ίδια η ανήλικη της είπε ότι δεν θέλει να επιστρέψει. Αυτό όμως δεν απαλλάσσει τον Καθ΄ου η αίτηση από την υποχρέωση του να τηρεί το εξ συμφώνου εκδοθέν διάταγμα και με τη συμπεριφορά του να συμβάλλει θετικά στην εφαρμογή του. Είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Καθ΄ου η αίτηση ηθελημένα όχι μόνο δεν συνέβαλε θετικά στην τήρηση του διατάγματος αλλά αντίθετα προσχεδίασε τη μη εφαρμογή του. Όπως ανέφερε ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Ναθαναήλ στην απόφαση Μιχαηλίδης ν Poliakova (΄Εφεση Αρ. 22/2009, ημερ. 24.2.2011): «Όσον αφορά το "mens rea" που πρέπει να διαπιστώνεται, αρκεί να λεχθεί ότι η ένοχη διάνοια ως προς το ηθελημένο της παρακοής εξάγεται από τα όλα περιστατικά της υπόθεσης... Η αναγκαία πρόθεση δύναται να εξαχθεί από τα όλα στοιχεία και όσο πιο εμφανής η απείθεια στο Διάταγμα, τόσο, πιο εύλογα καταλογίζεται ένοχη 'διάνοια'». Ο Καθ΄ου η αίτηση φρόντισε ώστε η ανήλικη φεύγοντας να πάρει μαζί της τον ιατρικό φάκελο, ενώ αποκαλύφθηκε τελικά από τον ίδιο, κατά την αντεξέταση, ότι δεν υπήρχε καθορισμένο ραντεβού. Επομένως, δεν υπήρχε λόγος να τον μετακινήσει η ανήλικη. Περαιτέρω, δεν γίνεται πιστευτός ο Καθ΄ου η αίτηση ότι προσπάθησε να πείσει την ανήλικη να επιστρέψει. Απόδειξη είναι το ότι όταν του είπε η κόρη του τα παράπονα της για τη μητέρα της, αυτός καμιά προσπάθεια δεν έκανε για να επικοινωνήσει με αυτήν για να πάρει εξηγήσεις και να προσπαθήσουν να λύσουν το πρόβλημα τους. Η θέση του ότι η προσπάθεια θα έπεφτε στο κενό είναι δικαιολογία. Ούτε καν έκανε έστω μια προσπάθεια για να επικοινωνήσει μαζί της. Ούτε και πήρε βοήθεια από οποιοδήποτε παιδοψυχολόγο ούτε και κάλεσε το γραφείο ευημερίας να το βοηθήσει. Περαιτέρω, ο Καθ΄ου η αίτηση ήδη προχώρησε με την καταχώρηση αίτησης τροποποίησης του διατάγματος πριν από τις 5.5.2013 ημερομηνία κατά την οποία θα έπρεπε να παραδώσει την ανήλικη στη μητέρα της. Σε υποβολή ότι ηθελημένα κατακρατεί την ανήλικη, απάντησε ότι σε καμιά περίπτωση δεν έκανε παρακοή και ότι με «χίλια δυο βάσανα» την έπεισε εκείνη την ημερομηνία που έδινε μαρτυρία να τη φέρει στο Δικαστήριο. Της μίλησε στην καφετέρια του Δικαστηρίου και προσπάθησε να την πείσει να πάει στη μητέρα της μετά και από εισήγηση του Δικαστηρίου. Της ανέφερε ότι θα λείπει δύο μέρες στην Πάφο και ότι δεν μπορούσε να την προσέχει και η ανήλικη δεν του έδωσε καμιά απάντηση. Η δήλωσή του, κατά την αντεξέταση όταν ρωτήθηκε γιατί ενώ διατηρούσε καλή σχέση με την κόρη του, τη μέρα που την έφερε στο Δικαστήριο δεν την ρώτησε την άποψη της, απάντησε ότι «δεν το έπραξα γιατί μου επιβλήθηκε να της μιλήσω όπως της μίλησα», καταδεικνύει την ηθελημένη παρακοή του. Όπως τονίστηκε στην απόφαση Μαυρονικόλα ν. Ξάνθου (ανωτέρω): «Θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι οι γονείς έχουν συλλογική ευθύνη για την, όσο το δυνατό, πιο ομαλή ανάπτυξη των οικογενειακών δεσμών και ταυτοχρόνως αυξημένη υποχρέωση απάλειψης ή μείωσης των τραυματικών επιπτώσεων ενός διαζυγίου στα παιδιά τους. Η καταφυγή σε αντιμετώπιση των όποιων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων με, 'εμπορικούς όρους' σαφώς δεν οδηγεί σε επίτευξη του πιο πάνω στόχου. Όπως ορθώς παρατήρησε το πρωτόδικο Δικαστήριο 'η παράδοση' δεν έπρεπε να αντικρίζεται από την εφεσείουσα ως μηχανιστική ενέργεια, αλλά, ως υποχρέωση θετικής ενέργειας, που αντίκριση της οποίας επέβαλλε όχι μόνο τη φυσική της παρουσία, που στην προκείμενη περίπτωση δεν υλοποιήθηκε, αλλά και στη δική της ενθάρρυνση και προτροπή, που ούτε αυτό υπήρχε, έτσι ώστε να υλοποιήσει την αναληφθείσα εκ συμφώνου υποχρέωση με το Διάταγμα 'για παράδοση'». Είναι φανερό ότι ο Καθ΄ου η αίτηση ούτε και στο χώρο του Δικαστηρίου ενθάρρυνε ή προέτρεψε επαρκώς την κόρη του να επιστρέψει. Η «παράδοση» ήτο μια μηχανιστική ενέργεια και ο Καθ΄ου η αίτηση δεν είχε πραγματική πρόθεση να την παραδώσει. Η αδιαφορία του για το διάταγμα και η μη πρόθεση του Καθ΄ου η αίτηση να επιστρέψει την ανήλικη αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι δεν αναφέρει στην ένορκη δήλωση αν έκανε ενέργειες για να συμμορφωθεί στις 5.5.13 με το διάταγμα, ημερομηνία που θα έπρεπε να επιστρέψει η ανήλικη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, βρίσκω τον Καθ΄ου η αίτηση ένοχο συνεχιζόμενης και ηθελημένης καταφρόνησης του διατάγματος του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λάρνακας ημερομηνίας 6.9.2012 που εκδόθηκε στην αίτηση γονικής μέριμνας αρ. 81/
  5. Ως εκ των ανωτέρω, ορίζεται για αγορεύσεις αναφορικά με τον μετριασμό της ποινής στις 13.9.2013 ώρα 9:
  6. Ο Καθ΄ου η αίτηση να παρουσιαστεί με την ίδια εγγύηση. Τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ΄ου η αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........ Μ. Τουμαζή, Π. /ΓΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.