ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΑΝΤΡΟΝΙΚΟΥ ν. ΕΛΕΝΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α., Αρ. Αίτησης: 12/09, 24/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLEM:2014:17 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Τσαγγαρίδη, Δ. Οικ. Δ. Αρ. Αίτησης: 12/09 Μεταξύ: ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΑΝΤΡΟΝΙΚΟΥ, εκ Λεμεσού Αιτητή και ΕΛΕΝΗ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, εκ Λεμεσού Καθ΄ ής η αίτηση ________________________________________________________________ ΚΑΙ ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 6/7/2012 Μεταξύ: ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΑΝΤΡΟΝΙΚΟΥ, εκ Λεμεσού Αιτητή και 1. ΕΛΕΝΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, εκ Λεμεσού 2. ΝΥΜΦΟΔΩΡΑΣ ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, εκ Λεμεσού Καθ΄ ών η αίτηση Αίτηση Διά Κλήσεως ημερ. 30/5/2013. Ημερομηνία: 24 Ιουνίου, 2014. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: κ.Λ. Χατζηδημητρίου. Για την Καθ΄ ής η αίτηση αρ. 1: κα Λ. Γεωργιάδη. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Αιτητής, με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση του, αιτείται τις πιο κάτω θεραπείες: "(Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο να διατάσσεται η Καθ΄ ής η αίτηση 1 όπως, μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την έκδοση του διατάγματος ή μέσα σε οποιαδήποτε άλλη χρονική περίοδο που το Δικαστήριο ορίσει, υποβάλει ένορκη δήλωση στο Δικαστήριο, στην οποία να περιγράφει πλήρως, με σαφήνεια και κατά συγκεκριμένο τρόπο την περιουσία (κινητή και ακίνητη) στην οποία είχε οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο συμφέρον: (
- i)κατά την ημερομηνία τέλεσης του γάμου των διαδίκων, ήτοι τις 27.2.2005, (
- ii)κατά την ημερομηνία της διάστασης τους, ήτοι τον Ιούλιο του 2008, και (iii) κατά την ημερομηνία της ένορκης δήλωσης της Καθ΄ ής η αίτηση 1. (Β) Οποιαδήποτε άλλη διαταγή ή θεραπεία που το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις. (Γ) Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, πλέον Φ.Π.Α., πλέον έξοδα επίδοσης". Η αίτηση, υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση του Αιτητή, ο οποίος αναφέρει τα πιο κάτω: "1. Είμαι ο Αιτητής στην με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αίτηση. 2. Γνωρίζω καλά και προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας αίτησης και για όσα γεγονότα δεν έχω προσωπική γνώση αποκαλύπτω την πηγή της πληροφόρησης μου. 3. Επαναλαμβάνω και υιοθετώ πλήρως το περιεχόμενο της κυρίως αίτησης, με την οποία ζητώ ανάμεσα σ΄ άλλα, διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο να διατάσσεται η Καθ΄ ής η αίτηση 1 να αποδώσει και εγγράψει στο όνομά μου τα 2/3 μερίδια και/ή οποιοδήποτε άλλο μερίδιο που το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθό και δίκαιο της επαύξησης της κινητής και της ακίνητης περιουσίας της Καθ΄ ής η αίτηση 1, η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου με τη δική μου συμβολή και συνεισφορά και/ή διαζευκτικά το ισάξιο ποσό σε μετρητά. 4. Η Καθ΄ ής η αίτηση 1 κατά τη διάρκεια της έγγαμης σχέσης μας απέκτησε κινητή και ακίνητη περιουσία, το ύψος και τις λεπτομέρειες της οποίας αγνοώ και στην οποία διεκδικώ τη δική μου συνεισφορά. 5. Ο λόγος, για τον οποίο αγνοώ το ύψος και τις βασικές λεπτομέρειες της περιουσίας της Καθ΄ ής η αίτηση 1, είναι διότι από τότε που παντρευτήκαμε διαχειριζόταν την περιουσία μας χωρίς να με ενημερώνει. Έκανε ό,τι ήθελε με τα εισοδήματά μας και δε μου έδινε κανένα λογαριασμό. 6. Η Καθ΄ ής η αίτηση 1 δεν μου έχει δώσει μέχρι σήμερα πλήρη και λεπτομερή στοιχεία της περιουσίας της, παρόλο που έχουν ζητηθεί, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατος ο ακριβής υπολογισμός του μεριδίου που δικαιούμαι. 7. Όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου και ειλικρινά πιστεύω, είναι προς το συμφέρον της καλύτερης απονομής της δικαιοσύνης όπως διαταχθεί η Καθ΄ ής η αίτηση 1 να αποκαλύψει ενόρκως όλα τα περιουσιακά της στοιχεία, διαφορετικά θα είμαι σε πολύ δυσχερή θέση και/ή δε θα είμαι σε θέση να αποκαλύψω τα πιο πάνω κατά την ακροαματική διαδικασία της κυρίως αίτησης, αφού εγώ δεν έχω πρόσβαση σ΄ αυτά και η μη αποκάλυψή τους θα οδηγήσει σε μη απονομή της δικαιοσύνης στην υπόθεση. 8. Περαιτέρω, πιστεύω ότι η αποκάλυψη των στοιχείων στο στάδιο αυτό, θα οδηγήσει τόσο σε ουσιαστικό περιορισμό των επίδικων θεμάτων στην υπόθεση, καθώς και σε συντόμευση της ακροαματικής διαδικασίας. 9. Ενόψει όλων των πιο πάνω, πιστεύω ότι είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, για να προστατευθούν τα δικαιώματά μου και να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη". Η Καθ΄ ής η αίτηση αρ. 1 κατεχώρησε ένσταση η οποία συνοδεύεται με ένορκη δήλωση της. Οι συγκεκριμένοι λόγοι της ένστασης είναι οι εξής: "1. Οι αιτούμενες θεραπείες είναι ασαφείς και αόριστες και η χωρίς ημερομηνία ένορκη δήλωση του αιτητή δεν περιέχει οποιανδήποτε κατά νόμο αποδεκτή μαρτυρία, που να υποστηρίζει την αίτηση του αιτητή για την έκδοση των ζητούμενων διαταγμάτων και θεραπειών. 2. Ο αιτητής δεν νομιμοποιείται να ζητά την έκδοση των ζητουμένων διαταγμάτων, όπως αυτά αναφέρονται στην αίτηση του, διότι ο αιτητής με την αίτηση του στοχεύει να 'ψαρέψει' και να εξασφαλίσει μαρτυρία με την έκδοση των ζητουμένων διαταγμάτων, πράγμα ανεπίτρεπτο σύμφωνα με τον νόμο και τους κανονισμούς. 3. Το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδώσει τις αιτούμενες θεραπείες και διατάγματα, δυνάμει του περί περιουσιακών σχέσεων των συζύγων νόμο 232/91. 4. Το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία, να εκδώσει το διάταγμα το οποίο ζητείται κάτω από το στοιχείο (Α) (iii), σύμφωνα με τον περί περιουσιακών σχέσεων των συζύγων νόμο 232/91, διότι η έκδοση του εν λόγω διατάγματος εκτός της έλλειψης δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου για την έκδοση του, θα παραβιάζει και τον νόμο περί προστασίας προσωπικών δεδομένων". Στην ένορκη δήλωση της, η Καθ΄ ής η αίτηση αρ. 1, αναφέρει τα πιο κάτω: "1. Είμαι η Καθ΄ ής η αίτηση 1 στην αίτηση με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και γνωρίζω καλά τα γεγονότα της υπόθεσης. Όλα τα γεγονότα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση μου, τα γνωρίζω προσωπικά και από συμβουλές του δικηγόρου μου εν σχέσει με την νομική θέση των πραγμάτων και όσα δεν γνωρίζω προσωπικά αναφέρω την πηγή της γνώσης μου. 2. Έχω διαβάσει την ένσταση που συνέταξε ο δικηγόρος μου και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η εν λόγω ένσταση μου, τους υιοθετώ πλήρως και λέγω ότι εξ΄ όσον καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω και από τις νομικές συμβουλές που έχω πάρει από τον δικηγόρον μου, η αίτηση του αιτητή ημερ. 30/5/2013 πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο για τους λόγους που αναφέρονται στην ένσταση μου. 3. Έχω διαβάσει την χωρίς ημερομηνία ένορκη δήλωση του αιτητή (που πιο κάτω θα αναφέρεται ως η ένορκη δήλωση), που είναι συνημμένη στην αίτηση δια κλήσεως ημερ. 30/5/2013 και εκτός των όσων ρητά παραδέχομαι πιο κάτω, αρνούμαι και απορρίπτω όλους τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του αιτητή που περιέχονται την εν λόγω ένορκη δήλωση του. 4. Παραδέχομαι τους ισχυρισμούς του αιτητή που περιέχονται στην παράγραφο 1 της ένορκης δήλωσης του. 5. Αρνούμαι τους ισχυρισμούς του αιτητή που περιέχονται στις παραγράφους 2 και 3 της ένορκης δήλωσης του και λέω ότι το περιεχόμενο και οι ισχυρισμοί της παραγράφου 3 της ένορκης δήλωσης του αιτητή, δεν αποτελούν κατά νόμο αποδεκτή μαρτυρία που να υποστηρίζει την αίτηση του για την έκδοση των ζητούμενων διαταγμάτων. Χωρίς επηρεασμό της γενικότητας της πιο πάνω παραγράφου, λέγω ότι τα αιτούμενα διατάγματα, αποτελούν προσπάθεια του αιτητή στο να 'ψαρέψει' μαρτυρία, πράγμα ανεπίτρεπτο, σύμφωνα με τον νόμο και τους κανονισμούς. 6. Επιπλέον λέγω ότι το Οικογενειακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδώσει τις αιτούμενες θεραπείες και διατάγματα, δυνάμει του περί περιουσιακών σχέσεων των συζύγων νόμο 232/91. 7. Αρνούμαι και απορρίπτω τους ισχυρισμούς του αιτητή που περιέχονται στις παραγράφους 4, 5 και 6 της ένορκης δήλωσης του και λέγω ότι ουδέποτε απέκρυψα από τον αιτητή οποιανδήποτε περιουσία απόκτησα, όπως ισχυρίζεται ο αιτητής και/ή καθόλου. Επιπλέον λέγω ότι ουδέποτε ο αιτητής μου ζήτησε οποιαδήποτε στοιχεία της περιουσίας την απόκτησα κατά τις περιόδους που αναφέρει στην αίτηση του, διότι όπως αναφέρω και πιο πάνω ο αιτητής γνώριζε πλήρως και λεπτομερώς την απόκτηση οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων εκ μέρους μου κατά τις πιο πάνω αναφερόμενες περιόδους, και οι ισχυρισμοί του που αναφέρονται στις πιο πάνω παραγράφους 4, 5 και 6 είναι ψευδείς και ανυπόστατοι. 8. Αρνούμαι και απορρίπτω όλους τους ισχυρισμούς του αιτητή που περιέχονται στις παραγράφους 7, 8 και 9 της ένορκης δήλωσης του, επαναλαμβάνω όλους τους πιο πάνω ισχυρισμούς μου και όλους τους λόγους της ένστασης μου και ζητώ την απόρριψη της αίτησης του αιτητή με έξοδα εις βάρος του. 9. Την ένορκη δήλωση αυτήν την κάνω καλόπιστα και όλα τα γεγονότα που αναφέρονται σ΄ αυτήν είναι αληθινά και όλες οι πληροφορίες είναι αληθινές εξ΄ όσον καλύτερα γνωρίζω, πιστεύω και πληροφορούμαι". Η ακρόαση της ενδιάμεσης αίτησης διεξήχθη με τις γραπτές αγορεύσεις των δικηγόρων των διαδίκων, οι θέσεις και τα επιχειρήματα των οποίων θα απαντηθούν κατωτέρω. Η ρύθμιση των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων, η οποία συνίσταται στην αξίωση του συζύγου για απόδοση της συνεισφοράς του στην αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, περιουσία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο, με την προοπτική του γάμου, ή οποτεδήποτε μετά την σύναψη του γάμου, προβλέπεται νομοθετικά στον άρθρο 14 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου του 1991, Ν.232/91. Το άρθρο 14 ορίζει ότι: "14.
(1)Σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί, ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσο συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
(2)Η συνεισφορά του ενός συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη συνεισφορά.
(3)..................". Μεταγενέστερα, ακολούθησε η τροποποίηση του Ν.232/91 με τον τροποποιητικό νόμο, Ν.25(I)/98, με τον οποίο προστέθηκαν στον βασικό νόμο, τα άρθρα 14Α εώς 14Στ. Το άρθρο 14 προνοεί τα ακόλουθα: "14Α.
(1)Για σκοπούς καλύτερης εφαρμογής του άρθρου 14, το Δικαστήριο δύναται ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε διαδίκου να εκδώσει διάταγμα, βάσει του οποίου ο καθ΄ ού η αίτηση υποχρεούται, μέσα σε 15 ημέρες από την έκδοση του, ή μέσα σε οποιαδήποτε άλλη χρονική περίοδο το Δικαστήριο ορίσει, να υποβάλει ένορκη δήλωση στο Δικαστήριο, στην οποία να περιγράφει πλήρως, με σαφήνεια και κατά συγκεκριμένο τρόπο την περιουσία στην οποία είχε οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο συμφέρον κατά την ημερομηνία της διακοπής της συμβίωσης ή κατ΄ άλλη σχετική ημερομηνία που το δικαστήριο ορίζει στο διάταγμα.
(2).................
(3)Το Δικαστήριο δύναται ύστερα από αίτηση του αιτητή να ορίσει ημερομηνία για εξέταση του καθ΄ ού η αίτηση σχετικά με την ορθότητα των ενόρκων δηλώσεων ή των συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων ή άλλων στοιχείων αναφορικά με την περιουσιακή του κατάσταση. Στην περίπτωση αυτή ο καθ΄ ού η αίτηση κλητεύεται ως μάρτυρας". Όπως σημειώνεται στην αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου: "Σκοπός του παρόντος νομοσχεδίου είναι - (α) Να παραχωρήσει στα Οικογενειακά Δικαστήρια δικαιοδοσία για όλα τα θέματα που ρυθμίζονται από το βασικό νόμο, (β) Να δημιουργήσει μηχανισμό για την πλήρη αποκάλυψη της περιουσίας των συζύγων για σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 14 και για αποφυγή των δολίων μεταβιβάσεων και αποκρύψεων περιουσίας με σκοπό την καταστρατήγηση του Νόμου" Το άρθρο 14Α έτυχε εξέτασης στα Νομικά Ερωτήματα αρ. 330 και 332, Ντίνα Παπαϊωάννου και Γιάννη Παπαϊωάννου
(2000)1 Α.Α.Δ. 656 όπου αναφέρθηκαν τα πιο κάτω από την απόφαση της πλειοψηφίας: "Η υποχρέωση του άρθρου 14Α βαρύνει και τους δύο διαδίκους εξ ίσου, χωρίς διάκριση. Ο Νόμος καθιερώνει πλήρη διαδικαστική ισότητα. Δεν τίθεται ο ένας διάδικος σε μειονεκτική θέση απέναντι στον άλλο. Περαιτέρω, είναι λανθασμένη η αντίληψη πως επιβάλλει την αποκάλυψη μαρτυρίας, δηλαδή όπλων σύμφωνα με την εισήγηση, στην άλλη πλευρά. Δεν αφορά η διάταξη στη δυνατότητα απόδειξης σε σχέση με την επίδικη διαφορά. Η γνώση των περιουσιακών στοιχείων των διαδίκων κατά τον ουσιώδη χρόνο αποτελεί την προϋπόθεση για τη λειτουργία των ουσιαστικών διατάξεων του νόμου. Η διαπίστωση των περιουσιακών στοιχείων, όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Ορφανίδης (ανωτέρω), αποτελεί την αφετηρία. Αποβλέπει η διάταξη στη διασφάλιση της διαπίστωσης κατάστασης πραγμάτων χωρίς την οποία δεν θα ήταν δυνατή η απόδοση δικαιοσύνης στο πλαίσιο των διατάξεων του Νόμου. Απευθύνεται γι΄ αυτό σε εκείνο που γνωρίζει την κατάσταση αυτή καλύτερα από κάθε άλλο και του επιβάλλει υποχρέωση αποκάλυψης, η οποία βέβαια δεν πρέπει να είναι ψευδής, ανακριβής ή μη πλήρης. Εν πάση περιπτώσει δεν τον θέτει σε μειονεκτική θέση έναντι του άλλου από το ότι του επιβάλλει αποκάλυψη πριν τη δίκη, ή με ένορκη δήλωση και όχι με προφορική μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου" . Η Καθ΄ ής η αίτηση, θεωρεί με την γραπτή της αγόρευση, καταλυτικό για την τύχη της παρούσας αίτησης το γεγονός ότι: (α) Η Καθ΄ ής η αίτηση αρ. 1 δεν αντεξετάστηκε από τον Αιτητή επί του περιεχομένου της ένορκης της δήλωσης, ούτε ο Αιτητής κατεχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση με αποτέλεσμα η μαρτυρία της όπως προκύπτει από την ένορκη της δήλωση να παραμένει αναντίλεκτη, και (β) ότι ο Αιτητής υιοθετεί και επαναλαμβάνει ουσιαστικά το περιεχόμενο της εναρκτήριας αίτησης που κατεχώρησε, γεγονός το οποίο δεν καθιστά ως μαρτυρία την υιοθέτηση ενόρκως της εναρκτήριας αίτησης. Για τους λόγους που θα αναφερθούν κατωτέρω δεν συμφωνώ με τις πιο πάνω θέσεις. Το άρθρο 14Α του Ν.232/91, καθιερώνει κατά τη γνώμη μου μία αυτοτελή και ξεχωριστή διαδικασία, η οποία σαφώς διακρίνεται από τις διαδικασίες στις οποίες επιδιώκεται, μέσα στα πλαίσια αγωγών, η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, απαγορευτικών, προστακτικών και άλλων. Ότι επιδιώκει η διαδικασία του άρθρου 14Α, είναι η αποκάλυψη περιουσίας η οποία αποτελεί αντικείμενο διαμοιρασμού μεταξύ των συζύγων στη βάση του άρθρου 14 το οποίο είναι και το ουσιαστικό δίκαιο. Η έκδοση διατάγματος αποκάλυψης περιουσίας εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η άσκηση της οποίας πρέπει να γίνεται "για σκοπούς καλύτερης εφαρμογής του άρθρου 14". Το γεγονός ότι ο Αιτητής υιοθετεί και επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της κυρίως αίτησης ως αναφέρει στην ένορκη του δήλωση, παράγραφος 3 δεν έχει καμία σημασία. Ο Αιτητής στις παραγράφους 4, 5 και 6 εξηγεί αναλυτικά γιατί επιζητεί την αποκάλυψη. Σκοπός της παρούσας διαδικασίας δεν είναι η εκδίκαση και η εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων ως προς την ουσία της διαφοράς. Το Δικαστήριο, κατά τη γνώμη μου, κατά την εξέταση τέτοιων αιτήσεων, ως η παρούσα, μπορεί να ανατρέξει, πέραν των ενόρκων δηλώσεων και σε κάθε διαθέσιμο στοιχείο, όπως είναι τα δικόγραφα των διαδίκων, τα πρακτικά του Δικαστηρίου και γενικά το περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου, για τα οποία στοιχεία το Δικαστήριο έχει Δικαστική γνώση. Εν πάση περιπτώσει, η Καθ΄ ής η αίτηση αρ. 1, με την ένορκη της δήλωση, ουσιαστικά δεν αρνείται την απόκτηση περιουσίας. Αυτό και μόνο είναι αρκετό για να οδηγήσει στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Ακόμη και εάν ο Αιτητής δεν της ζήτησε στοιχεία για την περιουσία της, ούτε η ίδια αρνήθηκε κάτι τέτοιο, είτε, ακόμη και αν ο Αιτητής είχε γνώση κατά τη διάρκεια του γάμου τους της περιουσίας της, αυτό δεν αποτελεί εμπόδιο για τον Αιτητή να ζητήσει διάταγμα αποκάλυψης της περιουσίας της Καθ΄ ής η αίτηση αρ. 1. Τούτο διότι το άρθρο 14Α
(3)δίνει περαιτέρω δικαιώματα στον Αιτητή, όπως να αξιώσει αντεξέταση της επί της ορθότητας της ένορκης της δήλωσης, όπως και το δικαίωμα να ζητήσει την προστασία του άρθρου 14Δ. Εν πάση περιπτώσει, παρατηρώ ότι η ένορκη δήλωση της Καθ΄ ής η αίτηση, αρκείται ουσιαστικά, στην επανάληψη των λόγων ένστασης υπό τη μορφή της ένορκης δήλωσης. Η Καθ΄ ής η αίτηση αρ. 1, όπως προκύπτει από την ένορκη της δήλωση, κάνει παραδεκτή τη βασική θέση του Αιτητή, ότι η ίδια απέκτησε κατά την διάρκεια της έγγαμης τους σχέσης, κινητή και ακίνητη περιουσία (βλ. παρ. 7 ένορκης δήλωσης της Καθ΄ ής η αίτηση αρ. 1). Ούτως εχόντων των πραγμάτων, είναι άνευ σημασίας, για την τύχη της παρούσας αίτησης, το γεγονός ότι δεν υπήρχε αντεξέταση της Καθ΄ ής η αίτηση αρ. 1 ή καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τον Αιτητή. Περαιτέρω, θα ήθελα στο σημείο αυτό να τονίσω ότι η ένορκη δήλωση του Αιτητή, που συνοδεύει την αίτηση του και είναι καταχωρημένη στο φάκελο του Δικαστηρίου, φέρει ημερομηνία, αυτή της 30/5/2013 και ως εκ τούτου δεν τίθεται οποιοδήποτε θέμα μη εγκυρότητας. Προβάλλεται επίσης, από την Καθ΄ ής η αίτηση, ότι ο Αιτητής με την αίτηση του σκοπεύει να εξασφαλίσει, "να ψαρέψει", μαρτυρία. Θεωρώ τον πιο πάνω ισχυρισμό παντελώς ανεδαφικό. Δεν έχει τεθεί ουσιαστικά οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο να δίνει έρεισμα στην πιο πάνω θέση της Καθ΄ ής η αίτηση αρ. 1, ούτε και το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει κάτι τέτοιο. Περαιτέρω, κρίνω ότι οι αιτούμενες θεραπείες είναι σαφείς και συγκεκριμένες και εντός της εξουσίας του Δικαστηρίου, όπως αυτή προκύπτει και καθορίζεται από την ήδη παρατεθείσα νομοθεσία και νομολογία. Ο Αιτητής οριοθετεί την αποκάλυψη της περιουσίας σε τρεις ημερομηνίες: (
- i)Κατά την ημερομηνία τέλεσης του γάμου των διαδίκων, ήτοι τις 27/2/2005. (
- ii)Κατά την ημερομηνία της διάστασης τους, ήτοι τον Ιούλιο του 2008, και (iii) Κατά την ημερομηνία της ένορκης δήλωσης της Καθ΄ ής η αίτηση αρ. 1. Ως προς τις ημερομηνίες (
- i)και (
- ii)ανωτέρω, δεν διαπιστώνω την ύπαρξη οποιουδήποτε κωλύματος. Οι ως άνω ημερομηνίες, με βάση τα δικόγραφα των διαδίκων, αποτελούν παραδεκτά γεγονότα. Σκοπός του άρθρου 14 του Ν.232/91, είναι η μεταξύ των συζύγων κατανομή της αύξησης της περιουσίας, με βάση την συνεισφορά του καθενός απ΄ αυτούς στην εν λόγω αύξηση. Η σχετική αξίωση γεννιέται, είτε την συγκεκριμένη χρονική στιγμή λύσης ή ακύρωσης του γάμου, είτε της επέλευσης της διάστασης. Για το σκοπό της διακρίβωσης της αύξησης της περιουσίας, συγκρίνεται η αρχική περιουσία, δηλαδή η περιουσία του συζύγου που υπήρχε κατά την τέλεση του γάμου, με την τελική περιουσία που έχει ο σύζυγος κατά την λύση ή ακύρωση του γάμου ή κατά την έναρξη της διάστασης. Η διαφορά ανάμεσα στις δύο περιουσίες, αρχική και τελική, αποτελεί την αύξηση της εν λόγω περιουσίας. Επομένως, είναι απόλυτα δικαιολογημένη η αξίωση του Αιτητή στην παρούσα αίτηση για αποκάλυψη της περιουσίας της Καθ΄ ής η αίτηση κατά την ημερομηνία τέλεσης του γάμου των διαδίκων και κατά την ημερομηνία της διάστασης τους. Ως εκ των ως άνω, η φράση του νόμου "ή κατ΄ άλλη σχετική ημερομηνία" στο άρθρο 14(Α)(I) του Ν.232/91, καλύπτει και τις ημερομηνίες λύσης ή ακύρωσης του γάμου. Καλύπτει δε, κατά την άποψη μου, και ημερομηνίες, μετά την διάσταση, ή λύση ή ακύρωση του γάμου, γιατί σύμφωνα με τον Βαθρακοκοίλη "Το Νέο Οικογενειακό Δίκαιο", σελίδα 243, "Αν η αύξηση της περιουσίας επήλθε μετά τα ανωτέρω κρίσιμα χρονικά σημεία (λύση γάμου κ.λ.π.) αλλά η αιτία αυτής είχε γεννηθεί πριν απ΄ αυτά τότε χωρεί συνυπολογισμός στα αποκτήματα". Πρόκειται για την περίπτωση, όπου σύζυγος αποκτά ένα περιουσιακό στοιχείο μετά την διάσταση ή λύση ή ακύρωση του γάμου, πλην όμως η απόκτηση έγινε με διάθεση κεφαλαίων που αποκτήθηκαν πριν την διάσταση, λύση ή ακύρωση του γάμου. Επίσης, σε συνέχεια των όσων αναφέρονται ανωτέρω, χρήσιμη είναι και η πιο κάτω αναφορά από τον Βαθρακοκοίλη (ανωτέρω), σελίδες 245 και 246 "Η απαλλοτρίωση γενικώς περιουσιακών στοιχείων από το σύζυγο για την περιγραφή των δικαιωμάτων του άλλου συζύγου, η οποία είναι αντίθετη προς την υποχρέωση που απορρέει από την ενοχή που υφίσταται στη διάρκεια του γάμου, παρέχει στο δικαιούχο σύζυγο δικαίωμα να συνυπολογίσει την αξία του περιουσιακού στοιχείου που καταδολιευτικώς απαλλοτριώθηκε κατά το ποσοστό της συμβολής του". Υπενθυμίζεται στο σημείο αυτό, ότι σκοπός του νομοσχεδίου, με βάση την αιτιολογική έκθεση του, που οδήγησε στη ψήφιση του Ν.25(I)/98, ήταν και η δημιουργία μηχανισμού για σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 14 και για αποφυγή των δολίων μεταβιβάσεων και αποκρύψεως περιουσία με σκοπό την καταστρατήγηση του Νόμου (βλ. άρθρο 14Δ και άρθρο 14Α
(2)του Ν.232/91 όπως τροποποιήθηκε με το Ν.25(I)/98). Με βάση τα ανωτέρω, η τρίτη ημερομηνία αποκάλυψης που ζητά ο Αιτητής, δηλαδή κατά την ημερομηνία υποβολής της ένορκης δήλωσης της Καθ΄ ής η αίτηση αρ. 1, συνιστά θεραπεία την οποία το Δικαστήριο έχει εξουσία να χορηγήσει. Υπενθυμίζεται ότι ο Αιτητής με την εναρκτήρια αίτηση του, επιζητεί την απόδοση σ΄ αυτόν, κατά το ποσοστό της συνεισφοράς (συμβολής) του, της αύξησης της ακίνητης και κινητής περιουσίας της Καθ΄ ής η αίτηση αρ. 1 την οποία περιουσία αυτή απέκτησε πριν τον γάμο των διαδίκων με την προοπτική του γάμου τους ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου τους. Το πρόσωπο το οποίο είναι σε θέση να γνωρίζει καλύτερα από κάθε άλλο για την κατάσταση της περιουσίας αυτής ή αν έγιναν μεταγενέστερα απαλλοτριώσεις της περιουσίας αυτής, είναι η ίδια η Καθ΄ ής η αίτηση αρ.
- Ειδικά, ως προς την θέση της Καθ΄ ής η αίτηση αρ. 1 ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να παράσχει την θεραπεία Α(iii), δηλαδή να εκδώσει διάταγμα αποκάλυψης της περιουσίας της Καθ΄ ής η αίτηση αρ. 1 κατά την ημερομηνία υποβολής της ένορκης της δήλωσης, διότι κατά την εισήγηση της κάτι τέτοιο παραβιάζει τον Νόμο περί προστασίας των προσωπικών δεδομένων, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι κάτι τέτοιο είναι νόμιμο, διότι δεν απαγορεύεται από Περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμος, Ν.138(I)/
- Συγκεκριμένα, παραπέμπω στο άρθρο 6
(2)(Ε) του Νόμου το οποίο προβλέπει ότι: "6.
(2)Κατ΄ εξαίρεση, επιτρέπεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, όταν συντρέχουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: (Ε) Η επεξεργασία, αφορά αποκλειστικά δεδομένα τα οποία το υποκείμενο των δεδομένων δημοσιοποιεί ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση ή άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου". Για όλους του πιο πάνω λόγους η αίτηση γίνεται δεκτή. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η Καθ΄ ής η αίτηση αρ. 1 όπως, εντός 30 ημερών από την έκδοση του παρόντος διατάγματος υποβάλει ένορκη δήλωση στο Δικαστήριο στην οποία να περιγράφει πλήρως, με σαφήνεια και κατά συγκεκριμένο τρόπο την περιουσία, κινητή και ακίνητη, στην οποία είχε οποιαδήποτε άμεσο ή έμμεσο συμφέρον: (
- i)κατά την ημερομηνία τέλεσης του γάμου των διαδίκων, ήτοι στις 27/2/2006, (
- ii)κατά την ημερομηνία διάστασης τους, ήτοι τον Ιούλιο του 2008, και (iii) κατά την ημερομηνία της ένορκης δήλωσης της Καθ΄ ής η αίτηση αρ. 1. Τα έξοδα της ενδιάμεσης αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Καθ΄ ής η αίτηση αρ. 1, τα οποία να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο, καταβλητέα όμως μετά το πέρας της εναρκτήριας αίτησης. (Υπ.) ............. Μ. Τσαγγαρίδης, Δ. Οικ. Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΜΠ Subject: Family/Interim (Αναφορά: Περιουσιακές διαφορές). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο