Πετρούλα Καραμανλή ν. Κωνσταντίνου Σταυρή, Αρ. Αίτησης: 2/2011, 10/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLAR:2014:14 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΑΤΡΙΚΗΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ Ενώπιον: Δ. Κούσιου, Δ. Αρ. Αίτησης: 2/2011 Μεταξύ: Πετρούλα Καραμανλή, Ξυλοφάγου. Αιτήτριας -και- Κωνσταντίνου Σταυρή, Λιοπέτρι. Καθ΄ ου η αίτηση Ημερομηνία: 10 Οκτωβρίου 2014. Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: Ο κ. Κ. Ανδρέου. (Για ν΄ ακούσει απόφαση ο κ. Θ. Ποσνακίδης) Για Καθ΄ ου η αίτηση: Ο κ. Νικηφόρου. (Για ν΄ ακούσει απόφαση ο κ. Χριστοδουλίδης) Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Αιτήτρια, με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση της, ζητά διάταγμα πατρικής αναγνώρισης του ανήλικου τέκνου της, εναντίον του Καθ΄ ου η αίτηση. Ο τύπος της πιο πάνω αίτησης είναι αυτός που προβλέπεται από το άρθρο 24
(2)του περί Τέκνων (Συγγένεια και Νομική Υπόσταση) Νόμου του 1991 (Ν.187/91)και συγκεκριμένα ο Τύπος 50 στον οποίο παραπέμπει η Δ.55 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Τα γεγονότα που στοιχειοθετούν το αίτημα εκτίθενται σε ένορκη δήλωση της Αιτήτριας που καταχώρησε κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου και αμφισβητούνται από τον Καθ΄ ου η αίτηση, σχεδόν στην ολότητα τους, με τη δική του ένορκη δήλωση που καταχώρησε και πάλι κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου. Την ημέρα κατά την οποία η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση ο συνήγορος της Αιτήτριας ζήτησε όπως προσάξει μαρτυρία από την ενόρκως δηλούσα/Αιτήτρια. Η συνήγορος του Καθ΄ ου η αίτηση υπέβαλε ένσταση προωθώντας τη θέση ότι η ακρόαση της αίτησης θα πρέπει να διεξαχθεί στη βάση των γεγονότων που βρίσκονται ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως προκύπτουν μέσα από τις ένορκες δηλώσεις, χωρίς την προσαγωγή οποιασδήποτε προφορικής μαρτυρίας, επισημαίνοντας και το γεγονός ότι οι οδηγίες του Δικαστηρίου αφορούσαν μόνο στην καταχώρηση εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων. Εισηγήθηκε γενικότερα ότι τέτοιου είδους αιτήσεις εκδικάζονται στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και όπου οι περιστάσεις το επιτρέπουν, με αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων όπως η Δ.48 προνοεί. Αντίθετη ήταν η άποψη του συνηγόρου της Αιτήτριας ο οποίος εισηγήθηκε ότι εφόσον πρόκειται για αίτηση με τη μορφή εναρκτήριας κλήσης (originating summons) και όχι ενδιάμεση αίτηση, η Αιτήτρια έχει το δικαίωμα να προσάξει μαρτυρία για να την αποδείξει. Ήταν εισήγηση του ακόμα πως, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο πρέπει να ακούσει μαρτυρία με εξέταση και αντεξέταση των μαρτύρων και των δύο πλευρών. Το άρθρο 24 του Νόμου προβλέπει: «24.
(1)Το Ανώτατο Δικαστήριο μπορεί να εκδίδει διαδικαστικό κανονισμό για τον καθορισμό του τύπου των δικογράφων και τη ρύθμιση διαδικαστικών θεμάτων.
(2)Μέχρι τη θέσπιση του διαδικαστικού κανονισμού σύμφωνα με το εδάφιο
(1), η αίτηση για δικαστική αναγνώριση τέκνου θα υποβάλλεται στον Τύπο «Αίτηση δια Εναρκτηρίου Κλήσεως» και θα διέπεται από τις πρόνοιες των θεσμών της πολιτικής δικονομίας». Κανένας διαδικαστικός κανονισμός δεν έχει εκδοθεί μέχρι σήμερα από το Ανώτατο Δικαστήριο σύμφωνα με το εδάφιο
(1)του άρθρου 24. Συνεπώς η αίτηση για δικαστική αναγνώριση τέκνου πρέπει σύμφωνα με το εδάφιο
(2)να υποβάλλεται στον τύπο «Αίτηση δια Εναρκτηρίου Κλήσεως» και να εκδικάζεται ως τέτοια. Πρόκειται για το εναρκτήριο μέσο γνωστό ως «originating summons» των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλ. Δ.1, θ.2, Δ.17, θ.12 και Δ.55). Η Δ.55 παραπέμπει σε δύο τύπους «αίτησης δια εναρκτηρίου κλήσεως». Ανεξάρτητα όμως από τον τύπο που έχει η «αίτηση δια εναρκτηρίου κλήσεως» εκείνο που έχει σημασία είναι ότι πρόκειται για ένα άλλο τρόπο έναρξης δικαστικής διαδικασίας διαφορετικό από το κλητήριο ένταλμα (writ of summons - Βλ. Δ.2) και διαφορετικό από τον Τύπο 1 του Κ.3
(1)του Διαδικαστικού Κανονισμού του 1990. [Πρ. βλ. τη Δ.54Α r.1 και τη Δ.71 r.1Α των Αγγλικών Θεσμών, Annual Practice 1955 σ.1064 και 1549 αντίστοιχα, τη σειρά The Encyclopaedia of Court Forms and Precedents in Civil proceedings του Lord Atkin, Τόμος 12, σ.167 και σσ. 188-191, το Παράρτημα Κ του Annual Practice του 1955 και το άρθρο 225 της Αγγλικής Supreme Court of Judicature (Consolidation) Act, 1925, από την οποία προέρχεται η Δ.1, θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας]. Η «αίτηση δια εναρκτηρίου κλήσεως» δε συνοδεύεται από ένορκη δήλωση (βλ. Δ.55 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αλλά και την αντίστοιχη Δ.54Α r.1 των Αγγλικών Θεσμών και Τόμος 12 του Lord Atkin, ανωτέρω, σ. 173). Τα γεγονότα που στοιχειοθετούν το αίτημα δεν περιέχονται σ΄ αυτή αλλά εκτίθενται σε ένορκη δήλωση που καταχωρείται σε μεταγενέστερο στάδιο με οδηγίες του δικαστηρίου. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η παρούσα αίτηση είναι πρωτογενής (originating summons) και εκδικάζεται ως εναρκτήρια κλήση. Το τι συνιστά εναρκτήρια κλήση εξετάστηκε και σχολιάστηκε σε αρκετή έκταση στην υπόθεση Udrusena Beogradska Banks v. Westacre Invest., Inc.,
(1999)1 Α.Α.Δ. 124, σελ. 131-133. Εκδικάζεται δε ως τέτοια και όχι μόνο επί τη βάσει των γεγονότων που καταγράφονται στις ένορκες δηλώσεις, όπως προνοείται στη Δ.48, θ.4
(2). Δεν υπάρχει οποιαδήποτε νομοθετική διάταξη που να προνοεί ότι η ακρόαση αίτησης όπως η παρούσα διεξάγεται στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και μόνο, όπως συμβαίνει σε άλλες περιπτώσεις, ανάμεσα στις οποίες οι εφέσεις κατά αποφάσεων του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (Κανονισμός περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας του 2006) και οι ενδιάμεσες αιτήσεις. Η Δ.55 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στον οποίο στηρίζεται η πρωτογενής αίτηση και ειδικότερα ο Καν. 3, προνοεί ότι τέτοια αίτηση θα πρέπει να υποστηρίζεται από μαρτυρία. Αυτή η πρόνοια όμως δεν περιορίζει είτε σε προφορική μόνο μαρτυρία ή μόνο με ένορκες δηλώσεις. Επαφίεται έτσι στο Δικαστήριο να κρίνει για την κάθε περίπτωση ποια είναι η κατάλληλη μαρτυρία που θα χρειαστεί για την επίλυση της διαφοράς και δεν θα ήταν ορθή η άποψη η οποία θα περιόριζε την προσαγωγή μαρτυρίας μόνο με ένορκες δηλώσεις. Στην παρούσα περίπτωση, η φύση της εναρκτήριας κλήσης, καθώς και το συμφέρον στην απονομή της δικαιοσύνης δικαιολογούν το να ακουστεί μαρτυρία. Η κατ΄ αυτόν τον τρόπο διεξαγωγή της δίκης αφενός παρέχει στους διαδίκους τη δυνατότητα και όλα τα μέσα μαρτυρίας για να αποδείξουν τη θέση τους και αφετέρου το Δικαστήριο θα είναι σε θέση να καταλήξει στα όποια συμπεράσματα του με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Στο σημείο αυτό σημειώνεται πως δεν παραγνωρίζεται ότι, σύμφωνα με τα νομολογηθέντα τόσο στην Αγγλία όσο και στην Κύπρο, είναι επιθυμητό η εναρκτήρια κλήση να περιορίζεται σε νομικά θέματα μόνο. Ωστόσο η παρουσίαση μαρτυρίας για αμφισβητούμενα γεγονότα είναι επιτρεπτή, άλλως δε νοείται η πρόνοια της Δ.55 Κ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας περί υποστήριξης της εναρκτήριας κλήσης με μαρτυρία. Η δε κυπριακή νομολογία στην υπόθεση Αναφορικά με τον Παναγιώτη Ευστρατίου ή Χ'Σάββα
(1997)1 Α.Α.Δ. 751 αποφάνθηκε ότι με την εναρκτήρια κλήση επιλύονται και θέματα στα οποία υπάρχει αμφισβήτηση. Το γεγονός ότι με οδηγίες του Δικαστηρίου έχουν ήδη καταχωρηθεί ένορκες δηλώσεις κρίνεται ότι αποτελεί στοιχείο που από μόνο του, δεν μπορεί να διαφοροποιήσει τα πράγματα. Ελλείψει δε ειδικών δικονομικών διατάξεων, θα μπορούσε να λεχθεί πως κάτι ανάλογο συμβαίνει στις περισσότερες πρωτογενείς αιτήσεις. Ενόψει όλων των πιο πάνω, η προβληθείσα ένσταση απορρίπτεται. Η ακροαματική διαδικασία της αίτησης θα διεξαχθεί με παρουσίαση και προφορικής μαρτυρίας αν το επιθυμούν οι διάδικοι και οποιασδήποτε μαρτυρίας ήθελαν παρουσιάσει προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους η οποία δεν θα προσκρούει σε οποιοδήποτε κανόνα αποκλεισμού της ή δεν θα είναι άσχετη με τα επίδικα θέματα της αίτησης όπως αυτά έχουν καθοριστεί από τις ένορκες δηλώσεις που ήδη βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Αναφορικά με τα έξοδα, αυτά θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της εναρκτήριας κλήσης, σε καμιά περίπτωση όμως εναντίον της Αιτήτριας. (Υπ.)............................. Δ. Κούσιου, Δ. ../ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο