← Κύπρος

Σταύρος Φραγκούδης ν. Λία Φυσέντζου, Αρ. Αίτησης: 224/2013, 4/9/2014

Σταύρος Φραγκούδης ν. Λία Φυσέντζου, Αρ. Αίτησης: 224/2013, 4/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLAR:2014:9 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ Ενώπιον: Δ. Κούσιου, Δ. Αρ. Αίτησης: 224/2013 Μεταξύ: Σταύρος Φραγκούδης Αιτητής -και- Λία Φυσέντζου Καθ΄ ης η αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 26.3.2014 Ημερομηνία: 4.9.

  1. Εμφανίσεις: Για Αιτητή: Ο κ. Παναγ. Γεωργίου για Α. Κλαϊδου. Για Καθ΄ης η αίτηση: Ο κ. Μαν. Χριστοδούλου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Αιτητής διατάχθηκε, με το διάταγμα που εκδόθηκε από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λάρνακας στις 3.2.2011, στην αίτηση διατροφής με αρ. 154/2010, να καταβάλλει στην Καθ΄ ης η αίτηση το ποσό των €300,00 το μήνα ως η συνεισφορά του για τη διατροφή του ανήλικου τέκνου του Στέφανης. Με την εναρκτήρια αίτηση του ημερ. 29.10.2013 ζητά την ακύρωση ή την τροποποίηση του πιο πάνω διατάγματος ώστε το ποσό της συνεισφοράς του για τη διατροφή της κόρης του Στέφανης να μειωθεί στα €100.- το μήνα. Επίσης ζητά την αναστολή των ενταλμάτων που εκδόθηκαν εναντίον του. Η Καθ΄ ης η αίτηση καταχώρισε υπεράσπιση και ανταπαίτηση. Απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση δεν έχει καταχωρηθεί ακόμα. Με την κρινόμενη αίτηση ημερ. 26.3.2014, ο Αιτητής ζητά την έκδοση προσωρινού διατάγματος για τη μείωση του ποσού της συνεισφοράς του στο ποσό των €80,00 το μήνα αλλά και την αναστολή της ισχύος του πιο πάνω διατάγματος μέχρι την εκδίκαση της κυρίως αίτησης. Η Καθ΄ ης η αίτηση, στην οποία με οδηγίες του Δικαστηρίου επιδόθηκε η πιο πάνω αίτηση, στις 22.5.2014 καταχώρισε ένσταση εγείροντας οκτώ λόγους ένστασης. Οι λόγοι αυτοί μπορούν να συνοψιστούν στο ότι απουσιάζουν οι προϋποθέσεις και το κατεπείγον για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ότι ο Αιτητής δεν απεκάλυψε ουσιαστικά γεγονότα που θα επηρέαζαν την κρίση του Δικαστηρίου, η αίτηση είναι καταχρηστική, στηρίζεται σε γεγονότα που δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια, καταχωρήθηκε καθυστερημένα και τυχόν έγκριση της οδηγεί σε αποπεράτωση της διαφοράς. Η αίτηση έχει ως υπόβαθρο την ένορκη δήλωση του Αιτητή και δύο τεκμήρια. Ως προς τη διαφοροποίηση των συνθηκών στις οποίες στηρίχθηκε το διάταγμα διατροφής του οποίου ζητείται η τροποποίηση, σημαντικά είναι τα αναφερόμενα από τον Αιτητή στις παραγράφους 8-13 της ένορκης δήλωσης του, το περιεχόμενο των οποίων παρατίθεται αυτούσιο πιο κάτω: «
  2. Κατά την εκδίκαση της αίτησης Διατροφής υπ΄ αριθμόν 154/10 εργαζόμουν ως αστυνομικός εις τις Αγγλικές Βάσεις και είχα εισοδήματα, τα οποία μου έδιναν την οικονομική δυνατότητα να συνεισφέρω εις την διατροφή της ανήλικης θυγατέρας μου.
  3. Κατά ή περί τέλος Οκτωβρίου του 2013, λόγω καταγγελίας και καταχώρηση δικαστικής αγωγής εναντίον των εργοδοτών μου, είμαι άνευ εισοδημάτων και απολαβών, με συνέπεια και ένεκα της θλιβερής οικονομικής κατάστασης εις την οποία βρίσκομαι αδυνατώ να συνεισφέρω οποιοδήποτε ποσόν ως διατροφή της ανήλικης θυγατέρας μου.
  4. Από το τέλος Σεπτεμβρίου του 2013, παραμένω χωρίς οποιαδήποτε εισοδήματα και έχουν εκπνεύσει τα επιδόματα μου ή επιδόματα ανεργίας, και δεν θα έχω στο εγγύς μέλλον εισοδήματα.
  5. Για τους πιο πάνω λόγους, δεν μπορώ να αντεπεξέλθω, αφού τα έσοδά μου στο παρόν στάδιο είναι μηδενικά και δεν μπορούν να καλύψουν το ποσό που διατάχθηκα να καταβάλλω με βάση το αναφερόμενο διάταγμα και τις προσωπικές μου ανάγκες.
  6. Παράλληλα, μέχρις ότου δικαστεί η αγωγή μου εναντίον των εργοδοτών μου, μπορώ να προσφέρω προς την ανήλικη θυγατέρα μου το ποσό των €80,00 μηνιαίως, το οποίο μπορώ να εξασφαλίσω από διάφορους φίλους και συγγενικά μου πρόσωπα, ώστε να μπορέσω να ανταποκριθώ στις ανάγκες της ανήλικης θυγατέρας μου.
  7. Διευκρινίζω ότι έχω ήδη συλληφθεί εις το παρελθόν και πρόσφατα, διά την μη πληρωμή των διαταγμάτων διατροφής, με συνέπεια να αποστερηθώ την ελευθερία μου μέχρι να καταβληθούν τα καθυστερημένα εντάλματα διατροφής». Η ένορκη δήλωση του Αιτητή συμπληρώνεται με αναφορά στην εργασία της Καθ΄ ης η αίτηση, ότι δηλαδή εργάζεται ως αστυνομικός στις Αγγλικές Βάσεις ως επίσης και στο εισόδημα της που «υπερβαίνει το ποσό των €1.000,- μηνιαίως», ποσό που κατά τον Αιτητή παρέχει σ΄ αυτήν τη δυνατότητα να διατρέφει και συντηρεί την ανήλικη από μόνη της. Επίσης στο Τεκμήριο Α της αίτησης, που αποτελεί αίτημα προς το Γενικό Εισαγγελέα, ημερ. 15.1.2014, για αναστολή έκδοσης εντάλματος φυλάκισης εναντίον του Αιτητή, αναφέρονται τα εξής: «Ο Καθ΄ ου εργαζόταν ως Αστυνομικός στις Βρετανικές Βάσεις μέχρι και τον Αύγουστο του 2013, αλλά έκτοτε λόγω σοβαρών ψυχικών διαταραχών που κλονίζουν την υγεία του και άλλαξαν τις προσωπικές του συνθήκες κατά πολύ από την ημερομηνία έκδοσης του πιο πάνω διατάγματος, αδυνατεί να έχει εισοδήματα, τα οποία μπορούν να καλύψουν οικονομικές υποχρεώσεις συμπεριλαμβανομένου και των 665 Ευρώ που απαιτεί η Αιτήτρια. Τα μόνα αναμενόμενα εισοδήματα που αναμένεται να έχει, είναι κάποιες άδειες ασθενείας από την τελευταία εργασία του, ώστε να πληρωθεί μηνιαίως το οφειλόμενο υπόλοιπο της διατροφής σε 6 και/ή 8 δόσεις». Το πραγματικό υπόβαθρο της ένστασης είναι η ένορκη δήλωση της Καθ΄ ης η αίτηση. Σ΄ αυτήν οι παράγραφοι 8-13 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή απαντώνται με τα πιο κάτω: «
  8. Παραδέχομαι την παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή.
  9. Αρνούμαι την παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή και ισχυρίζομαι ότι ο Αιτητής έχει εναλλακτική πηγή εισοδήματος και οι ισχυρισμοί του διά το ότι είναι άνευ εισοδημάτων και απολαβών είναι ψευδείς. Περαιτέρω θα ήθελα να αναφέρω ότι ο Αιτητής μπορεί σε κάθε περίπτωση να επιστρέψει στην εργασία του όποτε το επιθυμεί. Επιπλέον λέγω ότι ο Αιτητής προφασίζεται τους πιο πάνω ισχυρισμούς για να αποφύγει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του. Επιπρόσθετα εξ όσων κάλλιον γνωρίζω πιστεύω και πληροφορούμαι από τον δικηγόρο μου, δεν είναι επιτρεπτό κάποιος διάδικος με τις ενέργειες να δημιουργεί δυσμενής για τον ίδιο συνθήκες και ακολούθως να τις επικαλείται με σκοπό αποφυγής των υποχρεώσεων του.
  10. Αρνούμαι την παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή και ισχυρίζομαι ότι οι ισχυρισμοί του είναι ψευδείς και αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις με απώτερο σκοπό να αποφύγει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του. Περαιτέρω εξ όσων κάλλιον γνωρίζω πιστεύω και πληροφορούμαι από την υπηρεσία μου στην οποία εργάζεται και ο αιτητής, ο τελευταίος μπορεί να επιστρέψει στα καθήκοντα του και να έχει επαρκή εισοδήματα.
  11. Αρνούμαι την παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή, περαιτέρω ισχυρίζομαι ότι έχει εναλλακτική πηγή εισοδημάτων και σε κάθε περίπτωση μπορεί να επιστρέψει στην εργασία του. Περαιτέρω εξ όσων κάλλιον γνωρίζω πιστεύω και πληροφορούμαι από τον δικηγόρο μου, η κάλυψη των αναγκών της ανήλικης θυγατέρας μας είναι πρωταρχική υποχρέωση για τον Αιτητή.
  12. Το ποσό που επιθυμεί να προσφέρει ο Αιτητής, όπως αναφέρει στην παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης του, για την διατροφή της ανήλικης θυγατέρας μας είναι πολύ μικρό και σε καμία περίπτωση δεν είναι αρκετό για να διασφαλιστεί η αξιοπρεπής διαβίωση της θυγατέρας μας της οποίας οι ανάγκες αυξήθηκαν και ο αιτητής ασκεί και/ή έχει την δυνατότητα να ασκεί επικερδή εργασία και να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του.
  13. Αγνοώ και συνεπώς αρνούμαι τους ισχυρισμούς του Αιτητή στην παράγραφο 13 και εν πάση περιπτώσει λέγω ότι ακόμα και εάν συνελήφθηκε, συνελήφθη προς συμμόρφωση σε νόμιμη διαταγή Δικαστηρίου. Εν πάση περιπτώσει οι ισχυρισμοί του Αιτητή στην παράγραφο 13 δεικνύουν ότι έχει την οικονομική δυνατότητα να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις του». Η ένορκη δήλωση της Καθ΄ ης η αίτηση συμπληρώνεται με αναφορά στο ύψος του μισθού της που δεν υπερβαίνει τα €1.000,- μηνιαίως και στην αδυναμία της με το ποσό αυτό να διατρέφει και συντηρεί από μόνη της την ανήλικη, ενόψει μάλιστα και του γεγονότος των αυξημένων εξόδων που έχει να αντιμετωπίσει λόγω της απόκτησης δεύτερου παιδιού. Κατά την ακρόαση της αίτησης κανένας από τους ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως του. Οι συνήγοροι των διαδίκων αρκέστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις και η κάθε πλευρά υπεραμύνθηκε των θέσεων της με αναφορά σε νομολογία. Κατά πρώτον, αναφέρω ότι δεν προτίθεμαι να ασχοληθώ εκτενώς με τα κατ' ισχυρισμόν της Καθ' ης η αίτηση ζητήματα της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων από μέρους του Αιτητή, ως και την απουσία του στοιχείου του κατεπείγοντος. Δεν διαφεύγουν της προσοχής μου οι αρχές που έχει θέσει η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με τα πιο πάνω θέματα. Σύμφωνα μ' αυτές ένας διάδικος που επιζητά την έκδοση ενός διατάγματος μονομερώς υποχρεούται να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα που επενεργούν στην κρίση του (Βλ. Τσερκέζος v. Dragon Tourist, Πολιτική Έφεση 181/07, 19/6/2009). Επίσης για να δικαιολογείται η έκδοση ενός διατάγματος μονομερώς, κατά παρέκκλιση του θεμελιώδους κανόνα της δικαιοσύνης που απαιτεί ακρόαση των δύο μερών πριν την άσκηση δικαστικής εξουσίας, θα πρέπει να συντρέχει και το στοιχείο του κατεπείγοντος (Βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου, Π.Ε. 9610, 31/8/98). Όμως, οι πιο πάνω αρχές τυγχάνουν αυστηρής εφαρμογής στα πλαίσια εξέτασης μονομερούς αίτησης που δεν είναι η περίπτωση στη συγκεκριμένη υπόθεση όπου, παρόλο που η επίδικη αίτηση είναι μονομερής, η επίδοσή της μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου (Βλ. Δ.48 Θ.8

(3)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών), αφαιρεί από αυτήν την υπόσταση της μονομερούς αίτησης και την μετατρέπει σε αίτηση δια κλήσεως (Βλ. Κώστας Σμυρνιός
(2000)1 Α.Α.Δ. 43, Μαρκιτανής v. Μουτζούρη
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 923, Αυγή Κασπάρη κ.ά. v. Βάσου Ανδρέου
(2004)1 Α.Α.Δ. 784 και Στυλιανού v. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 583). Με τον ίδιο τρόπο θα αντιμετωπιστεί και ο ισχυρισμός της Καθ' ης η αίτηση ότι τυχόν έγκριση της ενδιάμεσης αίτησης οδηγεί σε αποπεράτωση της διαφοράς. Με την επισήμανση πως ο Αιτητής εμποδίζεται να ζητά με την ενδιάμεση αίτησή του την τροποποίηση του υφιστάμενου διατάγματος διατροφής με μείωση του σε ποσό πέραν αυτού που ζητά με την εναρκτήρια αίτηση του, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι η ικανοποίηση των αιτουμένων θεραπειών της ενδιάμεσης αίτησης εξαντλεί το αντικείμενο της εναρκτήριας αίτησης. Η εξέλιξη αυτή παρόλο που δεν είναι επιθυμητή (Michael v. Brevinos Ltd
(1969)1 C.L.R. 578), εντούτοις δεν αποκλείεται (Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Ως δεδομένο, βέβαια, παραμένει πως η παροχή προσωρινής δικαστικής προστασίας συναρτάται με τις θεραπείες που μπορούν να παρασχεθούν στο τέλος, όπως, βέβαια, αυτές πιθανολογούνται στο στάδιο εξέτασης της πρώτης. Η πρόβλεψη γίνεται στη βάση σαφώς διατυπωμένων κριτηρίων, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60)ως αυτά έχουν ερμηνευθεί, κύρια, στην υπόθεση Οδυσσέως v. Πιερής
(1982)1 Α.Α.Δ. 557. Οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60.
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση στην ακρόαση της εναρκτήριας αίτησης. Το άρθρο 38
(1)του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 (Ν.216/90)παρέχει εξουσία στο Οικογενειακό Δικαστήριο «Αν αφότου εκδόθηκε απόφαση που προσδιορίζει τη διατροφή μεταβλήθηκαν οι όροι της, ... να τροποποιήσει την απόφαση του ή και να διατάξει τον τερματισμό της διατροφής». Το πιο πάνω άρθρο ερμηνεύθηκε στην υπόθεση Χρ. Χριστοδούλου v. Α. Χριστοδούλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 195, όπου στη σελ. 201 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Ο όρος «αφότου» στο πλαίσιο του Άρθρου 38 του Ν.216/90, δεν αφήνει αμφιβολία ότι μόνο γεγονότα τα οποία ανακύπτουν μετά την εκδίκαση του διατάγματος και τείνουν να διαφοροποιήσουν το πραγματικό βάθρο στο οποίο στηρίχθηκε η απόφαση της οποίας επιδιώκεται η τροποποίηση, μπορεί να στοιχειοθετήσουν τις προϋποθέσεις για αναθεώρηση του εκδοθέντος διατάγματος. Διαφορετικά, δεν παρέχεται δικαιοδοσία σε δικαστήριο να αναθεωρήσει την απόφαση ομοβάθμιου δικαστηρίου» Στη βάση του ισχυρισμού του Αιτητή ότι από το τέλος Σεπτεμβρίου/Οκτωβρίου του 2013 είναι άνευ εισοδημάτων, λόγω απώλειας της εργασίας στην οποία απασχολείτο, ενεργοποιείται η εξουσία του Δικαστηρίου κατά το άρθρο 38
(1)του Ν.216/
  1. Υπάρχει, κατ' επέκταση, σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την ακρόαση της εναρκτήριας αίτησης. Ικανοποιείται, έτσι, η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/
  2. Η ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία ή έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Ο ισχυρισμός του Αιτητή πως είναι «άνευ εισοδημάτων» συνδέεται με την απώλεια της εργασίας του ως αστυνομικός στις Αγγλικές Βάσεις που τοποθετείται χρονικά μια περί το τέλος Σεπτεμβρίου του 2013 και μια περί το τέλος Οκτωβρίου του ίδιου έτους. Ως λόγος προβάλλεται, στην παρ. 9 της ένορκης δήλωσής του, η «καταγγελία και καταχώρηση δικαστικής αγωγής εναντίον των εργοδοτών μου». Άλλο στοιχείο που δίδεται από τον Αιτητή, με το επισυνημμένο στην αίτηση του ΤΕΚ. Α, είναι η ύπαρξη «σοβαρών ψυχικών διαταραχών που κλονίζουν την υγεία του». Ως προς το τελευταίο αυτό στοιχείο σχετική είναι και η πιο κάτω αναφορά του δικηγόρου του κατά την αγόρευσή του: «Ο Αιτητής εργαζόταν ως Αστυνομικός στις Αγγλικές Βάσεις (SBA Dhekelia) μέχρι το τέλος Οκτωβρίου
  3. Μέχρι και τον Οκτώβριο του 2013, ο Αιτητής κατέβαλλε κανονικά τη μηνιαία συνεισφορά προς την ανήλικη θυγατέρα του. Λόγω ιατρικών προβλημάτων, και σύμφωνα με ιατρικό πιστοποιητικό, ο Αιτητής κατά ή περί τις αρχές Νοεμβρίου 2013, δε μπορεί πλέον να εργαστεί λόγω αγχώδους κατάθλιψης. Ο Αιτητής αντιμετωπίζει σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα, τα οποία εμποδίζουν τον Αιτητή από το να αναλάβει εργασία. Είναι η θέση του ιατρού ότι ο Αιτητής δε μπορεί να ασκήσει οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα από αυτό του Αστυνομικού» Η Καθ' ης η αίτηση διατύπωσε τη θέση πως ο Αιτητής για να αποφύγει τις υποχρεώσεις του, από μόνος του εγκατέλειψε την εργασία του στην οποία όμως μπορεί να επιστρέψει όποτε επιθυμεί. Η Καθ' ης η αίτηση δεν αντεξετάστηκε γι' αυτόν τον ισχυρισμό της. Το ενδεχόμενο αυτός ο ισχυρισμός να αληθεύει αφήνεται υπό τις περιστάσεις ανοικτό. Ενισχύεται και από το γεγονός ότι η Καθ' ης η αίτηση εργοδοτείται και ασκεί το ίδιο επάγγελμα όπως και ο Αιτητής. Γεννάται λοιπόν το ερώτημα, μόνος έφυγε από τη δουλειά του ο Αιτητής και τώρα αρνείται να επιστρέψει; Άλλωστε, και η θέση του ιατρού του, όπως υποστήριξε ο δικηγόρος του κατά την αγόρευση του, είναι πως «ο Αιτητής δεν μπορεί να ασκήσει οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα από αυτό του Αστυνομικού». Γιατί δεν επιστρέφει λοιπόν στην εργασία του ως Αστυνομικός; Δεν είναι η ώρα για λεπτομερή αξιολόγηση της μαρτυρίας και διατύπωση ευρημάτων (Jonitexo, πιο πάνω), υπό τις περιστάσεις, όμως, δεν βρίσκω να έχει ο Αιτητής ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Πρόκειται, βέβαια, στο στάδιο αυτό, για απλή πιθανολόγηση. Οι αντικρουόμενοι ισχυρισμοί των διαδίκων ως προς το πιο πάνω ζήτημα θα αποφασιστούν στα πλαίσια ακρόασης της εναρκτήριας αίτησης κατά την οποία το Δικαστήριο θα αξιολογήσει τη μαρτυρία που θα προσαχθεί.
  4. Ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Για τους ίδιους πιο πάνω λόγους απουσιάζει και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/
  5. Στο άρθρο 40 του Νόμου καθορίζεται ότι τα διατάγματα διατροφής μπορούν να εκτελεστούν και ως χρηματικές ποινές σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου. Η ρύθμιση αυτή καθιστά την υποχρέωση διατροφής των γονέων έναντι των ανηλίκων τέκνων τους υψίστης σημασίας. Η ενδεχόμενη φυλάκιση του Αιτητή για το λόγο της μη καταβολής του οφειλόμενου ποσού της συνεισφοράς του στη διατροφή του τέκνου του, ως ο ισχυρισμός του, δεν ικανοποιεί την προϋπόθεση αυτή. Αν φανεί κατά την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης ότι ο Αιτητής αδικαιολόγητα κατέβαλλε στην Καθ' ης η αίτηση το ποσό που οφείλει να καταβάλλει με βάση το επίδικο διάταγμα, μπορεί να διεκδικήσει την επιστροφή του. Το Δικαστήριο στην παρούσα περίπτωση καλείται να εξετάσει κατά πόσο τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον του, όπως τα έχω παραθέσει πιο πάνω, δικαιολογούν την τροποποίηση του προσωρινού διατάγματος. Η απάντηση του Δικαστηρίου προς αυτή την κατεύθυνση είναι αρνητική. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω γεγονότα και κύρια συνεκτιμώντας το περιεχόμενο των δύο ενόρκων δηλώσεων, διαπιστώνω πως η περίπτωση εδώ αφορά αντικρουόμενες θέσεις και ισχυρισμούς που θα πρέπει να αφεθούν να εξεταστούν τελεσίδικα κατά την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης μια και η παρούσα διαδικασία δεν προσφέρεται για εξαγωγή ευρημάτων και συμπερασμάτων. Για να εκδοθεί ενδιάμεσο διάταγμα θα πρέπει να συντρέχουν και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 (Οδυσσέως, πιο πάνω). Η απουσία των δύο στην προκειμένη περίπτωση δεν επιτρέπει την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Τη μη έκδοση τους επιβάλλει και άλλος λόγος. Είναι η καθυστέρηση που υπήρξε στην καταχώρηση της ενδιάμεσης αίτησης. Γιατί άραγε ο Αιτητής δεν την καταχώρησε όταν καταχωρούσε την εναρκτήρια αίτηση του μια και τότε περίπου είναι που τοποθετεί την απώλεια των εισοδημάτων του; Για όλα τα πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η αίτηση, αλλά να καταβληθούν μετά το πέρας της διαδικασίας της εναρκτήριας αίτησης. (Υπ.)............................... Δ. Κούσιου, Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.