Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Μάριος Γρηγορίου, Αρ. Υπόθεσης:6783/13, 4/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A48 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μαρία Κ. Λοΐζου, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης:6783/13 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας Κατηγορούσα Αρχή ν. Μάριος Γρηγορίου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 04/02/2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αθ. Παπανικολάου Για τον Κατηγορούμενο: κα Μικελλίδου Κατηγορούμενος παρών Απόφαση επί της ποινής Ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 11. 8.2012 στη Λεωφ. Γιάννη Κρανιδιώτη της επαρχίας Λάρνακας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KLL 216 χωρίς να καταβάλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Σημειώνω, εξ΄αρχής ότι η νομική βάση της κατηγορίας είναι τα άρθρα 8, 19
(1)και 19
(4)καθώς και η 20A. του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως νόμου 86/72 ως αυτός τροποποιήθηκε. Ο κατηγορούμενος κατόπιν κατ΄αρχάς μη παραδοχής, άλλαξε απάντηση με άδεια Δικαστηρίου και παραδέχτηκε στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Τα γεγονότα ως αναφέρθηκαν στο Δικαστήριο από την Κατηγορούσα Αρχή έχουν ως εξής: Στις 11.8.12 περί ώρα 6.30 το πρωί ο κατηγορούμενος οδηγούσε το σαλούν όχημα του KLL216 στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της λεωφόρου Ιωάννη Κρανιδιώτη στην Λάρνακα. Η πορεία του ήταν από τον κυκλικό κόμβο του σταδίου Αμμόχωστος προς τον Πυροσβεστικό Σταθμό Λάρνακας ως Α στο σχεδιαγράφημα, Τεκμήριο Α. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, παρά τη συμβολή των οδών Αγρινίου και Λεωφόρου Γιάννη Κρανιδιώτη, κτύπησε και παρέσυρε την ογδοντάχρονη πεζή, η οποία εκείνη τη στιγμή επιχειρούσε να διασταυρώσει το δρόμο, από τα αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με τη πορεία του οχήματος του Κατηγορούμενου, επί διάβασης πεζών, ήτοι ζωγραφιστής λωρίδας διασταύρωσης πεζών, τα οποία είναι τύπου Σταμάτης - Γρηγόρης. Το σημείο σύγκρουσης φαίνεται ως σημείο Χ στο Τεκμήριο Α. Τόσο τα φώτα τροχαίας προς όλες τις κατευθύνσεις όσο και τα φώτα διάβασης, από όπου αποπειράθηκε να διασταυρώσει η πεζή, ήταν εκτός λειτουργίας εκείνη τη στιγμή. Από τη σφοδρότητα του κτυπήματος στη δεξιά πλευρά του σώματος της πεζής, αυτή εκτινάχθηκε αριστερά, ως το σημείο Β4 στο Τεκμήριο Α. Τραυματίστηκε κρίσιμα και αργότερα την ίδια μέρα υπέκυψε στα τραύματά της. Το όχημα του Κατηγορούμενου υπέστη ζημιά στο μπροστινό αριστερό μέρος του. Αμέσως μετά το δυστύχημα, ο Μάρτυρας 1 στο Κατηγορητήριο (στο εξής « ο Μ1»), ο οποίος καθόταν στη βεράντα της οικίας του στην οδό Αγρινίου, είχε αντιληφθεί τον κατηγορούμενο να ακινητοποιείται αρχικά σε μία απόσταση από το δυστύχημα περί τα 47 μέτρα σε ευθεία γραμμή από το σύγκρουσης. Ακολούθως, είδε το όχημα του Κατηγορούμενου να χρησιμοποιεί όπισθεν ταχύτητα και να ακινητοποιείται στη σκηνή ως το σημείο Α2 στο Τεκμήριο Α, πιο κοντά δηλαδή στο σημείο σύγκρουσης. Κλήθηκε η αστυνομία από τον Μ
- Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι σύμφωνα με το Τεκμήριο Α, οι μαρτυρίες του Κατηγορούμενου και του Μ1, διίστανται ως προς το μέχρι ποιου σημείου έφθασε το όχημα του Κατηγορούμενου μετά τη σύγκρουση και πριν βάλει όπισθεν. Ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι σταμάτησε στα 47 μέτρα μετά τη σύγκρουση και ο Μ1 αναφέρει ότι σταμάτησε, κατ΄αρχάς, πιο κοντά στο σημείο σύγκρουσης, ως το σημείο Α3, σε λιγότερη, δηλαδή, από τη μισή απόσταση από το σημείο της σύγκρουσης και μέχρι το σημείο που υπέδειξε ο Κατηγορούμενος. Βρίσκω αυτή τη διάσταση να μην είναι ουσιώδους σημασίας από τη στιγμή που ο Κατηγορούμενος παραδέχεται στην κατάθεσή του, ως φαίνεται από το Τεκμήριο Β, ότι αντέδρασε μετά την επαφή του θύματος με το όχημά του, πατώντας ομαλά τα φρένα του οχήματός του, το οποίο επιβράδυνε και σταμάτησε. Όταν ο κατηγορούμενος ρωτήθηκε από τον αστυνομικό που έφθασε επί τόπου, πότε είδε για πρώτη φορά τη πεζή, απάντησε «εν την είδα καθόλου». Του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο και απάντησε «δεν την είδα πρέπει να ήταν πίσω που τα δέντρα». Το γεγονός ότι δεν την είδε καθόλου επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης στη σκηνή. Ο Κατηγορούμενος ξεκίνησε από τον κυκλικό κόμβο του σταδίου Αμμόχωστος, ως η πορεία Α στο Τεκμήριο Α, εισήλθε από τον κυκλικό κόμβο στη λεωφόρο Γιάννη Κρανιδιώτη, διήνυσε απόσταση περίπου 350 μέτρα και εναπλάκη στο δυστύχημα. Τα φώτα τροχαίας είναι, σύμφωνα με τα γεγονότα, ορατά από την στιγμή που ένας οδηγός εισέρχεται της Λεωφ. Γιάννη Κρανιδιώτη από τον κυκλικό κόμβο, από δηλαδή 350 μέτρα απόσταση. Στην είσοδο της λεωφόρου από τον κυκλοφοριακό κόμβο ως η πορεία του κατηγορούμενου, υπήρχε αριστερό πεζοδρόμιο, στα 40 μέτρα ευδιάκριτη πινακίδα που καθορίζει το ανώτατο όριο ταχύτητας στα 50 χλμ/ώρα, ακολουθεί δεύτερη προειδοποιητική πινακίδα μείωσης της ταχύτητας στα 20 μέτρα που προειδοποιεί για τα φώτα τροχαίας, αμέσως μετά, στα 40 μέτρα, ακολουθεί επιγραφή της διάβασης πεζών. Στη συνέχεια ακολουθούν και άλλες πινακίδες με το όριο ταχύτητας και προειδοποιητική πινακίδα ότι έπονται φώτα τροχαίας, υπάρχει στάση λεωφορείων σε κόλπο σε περαιτέρω 50 μέτρα και στη συνέχεια ακολουθεί η συμβολή όπου έγινε το δυστυχήμα. Στις δύο πλευρές της λεωφόρου και κατά μήκος της, υπάρχει ανθώνας με δενδρύλλια ενώ ακολουθεί πεζοδρόμιο. Οι φωτεινοί σηματοδότες στη συμβολή ήταν, ως προαναφέρθη, όλοι εκτός λειτουργίας προς όλες τις κατευθύνσεις. Από την άκρη του πεζοδρομίου όπου στεκόταν η κατηγορούμενη και πριν εισέλθει στο δρόμο είχε ορατότητα προς την πορεία του κατηγορουμένου 53 μέτρα. Είχε την ίδια ορατότητα και ο κατηγορούμενος προς την κατεύθυνση του θύματος. Από το σημείο της σύγκρουσης, η ορατότητα από και προς την πορεία του κατηγορούμενου ήταν 110 μέτρα. Το Δικαστήριο διάταξε, προς διαπίστωση των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών του Κατηγορούμενου, όπως ετοιμαστεί έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Η έκθεση αυτή, στον βαθμό και έκταση που είναι σχετική με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, αναφέρει: Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 35 ετών ιδιωτικός υπάλληλος από την Αραδίππου και άγαμος. Έχει εισοδήματα €1000 από τον μηνιαίο μισθό του. Έχει ένα αυτοκίνητο αξίας περίπου € 3.000 ως κινητή περιουσία και ως ακίνητη περιουσία ένα κτήμα στην περιοχή της Αραδίππου, η αξία του οποίου δεν έχει εκτιμηθεί. Δεν ανάφερε οποιαδήποτε χρέη ή αποταμιεύσεις. Ο κατηγορούμενος έχει 7 αδέλφια και διαμένει με τον 6ο στη σειρά αδελφό του και με τον πατέρα του σε κατοικία στην Αραδίππου. Η κατοικία αυτή ανήκει στη μικρότερη αδελφή, αλλά την παραχώρησε στην οικογένεια για διαμονή και έχει τις απαραίτητες συνθήκες διαμονής και υγιεινής με τον απαραίτητο οικιακό εξοπλισμό και επίπλωση. Η μητέρα του αναφερομένου απεβίωσε το 2012 μετά από 2 εγκεφαλικά επεισόδια που υπέστη και για περίοδο 8 ετών ήταν κλινήρης, ενώ τα δύο τελευταία χρόνια βίωσε την ολοκληρωτική απώλεια της ομιλίας της. Το γεγονός αυτό, ήταν ψυχοφθόρο για την ίδια, καθώς κατέβαλλε μεγάλες προσπάθειες για να επικοινωνήσει. Ο πατέρας του αναφερομένου υπέστη και αυτός εγκεφαλικό επεισόδιο πριν 3 χρόνια και το επεισόδιο αυτό του προκάλεσε συχνές κρίσεις ιλίγγων με συνέπεια να χάνει την ισορροπία του. Για τον λόγο αυτό, ο Κατηγορούμενος και ο αδελφός του προσπαθούν ο ένας από τους δύο να βρίσκεται ανά πάσα στιγμή στο σπίτι ώστε να εξυπηρετούν τον πατέρα τους. Ο κατηγορούμενος έχει αποφοιτήσει από την πρώτη γυμνασίου και αμέσως μετά, από την ηλικία των 12 ετών και μέχρι τα 17 του εργάστηκε ως βοηθός του πατέρα του σε κοπάδι με πρόβατα. Ο ίδιος ανάφερε ότι εγκατέλειψε τη φοίτηση στο σχολείο έτσι ώστε να μπορέσει να συνεισφέρει οικονομικά στην οικογένεια του, καθώς ο πατέρας τους την περίοδο εκείνη εργαζόταν σε δύο δουλειές, ώστε να αντεπεξέλθει στις καθημερινές οικονομικές ανάγκες. Εξέτισε κανονικά τη θητεία του στην Εθνική φρουρά στην ηλικία των 17 ετών και για 26 μήνες. Για 6 χρόνια αργότερα εργάστηκε σε κρεοπωλείο ιδιωτικής υπεραγοράς στη Λάρνακα, ενώ ακολούθως και μέχρι σήμερα εργάζεται σε κρεοπωλείο που διατηρεί ο αδελφός του, το οποίο λειτουργεί σε υπεραγορά. Ανέφερε δε, ότι δεν είχε απασχολήσει στο παρελθόν τη δικαιοσύνη και αυτό επιβεβαιώνεται από το ότι η Κατηγορούσα Αρχή ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Η δικηγόρος του Κατηγορούμενου προς μετριασμό της ποινής του ανέφερε ότι υιοθετεί πλήρως την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο ότι, κατά τον επίδικο χρόνο, τα φώτα τροχαίας και τα φώτα διάβασης ήταν εκτός λειτουργίας και ότι υπήρχε ανθώνας με δενδρύλλια κατά μήκος της λεωφόρου που επηρεάζει την ορατότητα από το σημείο της πεζής προς την κατεύθυνση του κατηγορούμενου και αντίστροφα. Ανέφερε ότι ο καιρός ήταν αίθριος και το οδόστρωμα στεγνό. Τα ελαστικά του οχήματος του κατηγορούμενου ήταν σε πολύ καλή κατάσταση. Έδωσε επίσης έμφαση στο ότι η κατηγορία στο Κατηγορία έχει νομική βάση, αυτή που προανέφερα, και όχι το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Αναφέρθηκε εκτενώς στο Τεκμήριο Β, στο οποίο θα επεκταθώ κατωτέρω, για να τονίσει ότι κατά την γνώμη της αστυνομίας, το δυστύχημα ήταν υπό τις περιστάσεις αναπόφευκτο. Ανέφερε επίσης ότι η οικογένεια του θύματος αποζημιώθηκε πλήρως. Ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος δεν ξαναπασχόλησε τη δικαιοσύνη, συνειδητοποιεί το λάθος του και μεταμελείται. Σε σχέση με το Τεκμήριο Β Στο Τεκμήριο Β, Κατάθεση Αστ. 2981 Μιχάλη Σκούλλου, ο αστυνομικός αυτός αναπαρέστησε τη σκηνή του δυστυχήματος με γυναίκα ίδιου ύψους και σωματότυπου με το θύμα. Την έβαλε να σταθεί στην άκρη του πεζοδρομίου, εκεί ακριβώς από όπου το θύμα άρχισε να διασταυρώνει το δρόμο και βρήκε ότι, το θύμα ήταν ορατό από τον κατηγορούμενο από την απόσταση των 53 μέτρων, ως αναφέρθηκε πιο πάνω. Ο Αστ. 2981 βρήκε δε με βάση υπολογισμούς που έκανε, που φαίνονται στο Τεκμήριο Β και στη βάση σχετικής φόρμουλας που ευρίσκεται σε βιβλιογραφία, ότι κατά την επαφή του με την πεζή, ο Κατηγορούμενος είχε ταχύτητα 51 χλμ ανά ώρα. Ο εν λόγω αστυνομικός αναφέρει ότι ο Κατηγορούμενος προχωρούσε με «μια λογική ταχύτητα» και λέγει περαιτέρω ότι η ταχύτητα αυτή επιβεβαιώνεται και από τις ζημιές στο μπροστινό αριστερό μέρος του αυτοκινήτου του, που δεν ήταν σοβαρές, καθώς και από το ότι το θύμα δεν εκτινάχθηκε πίσω από το όχημα αλλά μπροστά από το σημείο επαφής και προς τα αριστερά. Το σημείο σύγκρουσης, εντοπίστηκε στα 1.50μ από το τέλος του πεζοδρομίου. Ο Αστυνομικός καταλήγει ότι αν ο Κατηγορούμενος, ενεργούσε ως ένας μέσος συνετός οδηγός, που σύμφωνα με την βιβλιογραφία έχει χρόνο αντίδρασης 1.5 δευτερόλεπτα, ακόμα και αν έβλεπε το θύμα μόλις αυτή εισέρχετο στο δρόμο και αντιδρούσε αμέσως, με βάση την ταχύτητά του των 51χλμ/ώρα, η αντίδραση του θα εκδηλωνόταν σε απόσταση 21.33μ, μετά, δηλαδή, την επαφή του οχήματός του με την πεζή. Αν ο κατηγορούμενος είχε τον καλύτερο χρόνο αντίδρασης ενός οδηγού σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, ήτοι 1 δευτερόλεπτο, τότε η αντίδρασή του θα εκδηλωνόταν στα 14 μέτρα. Επομένως, κατά την επαφή του με την πεζή. Καταλήγει ότι και στις 2 περιπτώσεις, το δυστύχημα ήταν αναπόφευκτο και ότι ο Κατηγορούμενος είτε είχε το χρόνο αντίδρασής του μέσου συνετού οδηγού είτε αυτή ενός τέλειου οδηγού, και πάλιν θα χτυπούσε την πεζή και με την ίδια ένταση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν. 86-72, ως τροποποιήθηκε έχει ως εξής: «
- Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού μη καταβάλλων την προσήκουσαν επιμέλειαν και προσοχήν ή μη επιδεικνύων εύλογον μέριμναν δι' έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδόν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας ,1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους (ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική και το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και ο μέσος συνετός οδηγός και όχι ο τέλειος οδηγός. Ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ Β Χωρίς να αμφισβητείται ο ίδιος ο υπολογισμός ή το αποτέλεσμα αυτού, ως εμφαίνονται στο Τεκμήριο Β, βρίσκω το συμπέρασμα του Αστυνομικού 2981, ότι το δυστύχημα ήταν αναπόφευκτο, να πάσχει εν τη γενέσει του σε 2 ουσιαστικά και αποφασιστικής σημασίας για την παρούσα διαδικασία σημεία. Και εξηγώ.
- Δεν λαμβάνει καθόλου υπόψη την απάντηση του Κατηγορούμενου στην αστυνομία, οτι δηλαδή δεν είδε καθόλου το θύμα. Βρίσκω αυτή η θέση να είναι η γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος. Μου διαφεύγει πως ένας μέσος συνετός οδηγός ο οποίος παρακολουθεί με επιμέλεια το δρόμο μπροστά του και έχει ταχύτητα 51χλμ/ώρα, δεν βλέπει καθόλου έναν άνθρωπο ύψους 1,50μ. ο οποίος κατά τη στιγμή της σύγκρουσής ήταν ήδη 1.5 μέτρο εντός του δρόμου και από την άκρη του πεζοδρομίου και με ορατότητα από το πεζοδρόμιο 53 μέτρα και από το σημείο σύγκρουσης 110 μέτρα. Ας σημειωθεί, δε, ότι η πλευρά του Κατηγορούμενου δεν έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση για αυτή την παράλειψη του να δει το θύμα. Το γεγονός ότι δεν είδε καθόλου το θύμα, επιβεβαιώνεται από το ότι δεν προσπάθησε καν να σταματήσει πριν τη σύγκρουση, εφόσον δεν βρέθηκαν ίχνη τροχοπέδησης και σταμάτησε μόνο μετά τη σύγκρουση, όταν συνειδητοποίησε ότι χτύπησε κάποιον ή κάτι (δε διευκρινίστηκε) και σε αρκετή απόσταση. Στην κατάθεση του πάντως, ως αναφέρεται στο Τεκμήριο Β, ο Κατηγορούμενος παραδέχεται ότι αντέδρασε μετά την επαφή του θύματος με το όχημά του.
- Κατά δεύτερον, ο υπολογισμός του Αστυνομικού 2981 λαμβάνει ως δεδομένη και "λογική ταχύτητα", την ταχύτητα των 51χλμ/ώρα που είχε ο Κατηγορούμενος κατά τη σύγκρουση με το θύμα. Ένας μέσος συνετός οδηγός ο οποίος εάν είχε την προσοχή του στο δρόμο ως όφειλε, θα μπορούσε να διακρίνει από απόσταση 350 μέτρων ότι τα φώτα τροχαίας, τα οποία έχει πρόθεση να διασχίσει είναι χαλασμένα, κινείται με την ανώτατη νόμιμη ταχύτητα, διασχίζοντάς τα; Φρονώ, πως όχι. Στην περίπτωση, δε, που ο Κατηγορούμενος οδηγούσε πιο αργά θα ήταν πιο εύκολο, σύμφωνα με την κοινή λογική και την ανθρώπινη εμπειρία, να διακρίνει το θύμα ή να το διακρίνει ενωρίτερα και να λάβει, ενδεχομένως, εκείνα τα μέτρα που θα ήταν απαραίτητα για να αποφευχθεί η σύγκρουση. Λαμβάνει, δηλαδή, το Τεκμήριο Β ως δεδομένα, πρώτον ότι ο Κατηγορούμενος δεν είδε το θύμα και προχωρεί σε εκείνη τη βάση να αποφασίσει πόσο χρόνο αντίδρασης είχε μετά που το θύμα κατέστη, με βάση την ορατότητα στη σκηνή, διακριτό και δεύτερον, λαμβάνει ως «λογική» την ταχύτητα των 51χλμ /ώρα. Αυτά τα δύο, είναι ακριβώς τα δεδομένα που αποτελούν τη βάση για το εύρημα αμέλειας εκ του Κατηγορούμενου, την οποία και διαπιστώνω. Η Υπεράσπιση με παρέπεμψε στην υπόθεση Murrel v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ217, στην οποία η ποινή προστίμου και της στέρησης της άδειας οδηγού που επεβλήθη από το πρωτόδικο Δικαστήριο σε κατηγορία με την ίδια νομική βάση ακυρώθηκε από το Εφετείο και ο Κατηγορούμενος αθώωθηκε και απαλλάγηκε. Με το εξής σκεπτικό: «Το καθήκον για επιμέλεια συναρτάται με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Είναι θεμελιωμένο ότι το καθήκον για τη λήψη εξαιρετικά αποτρεπτικών μέτρων γεννάται αφού εκδηλωθεί κίνδυνος στο δρόμο για την αποφυγή του οποίου ο συνετός οδηγός πρέπει να δράσει. Η παρουσία ενήλικου πεζού στο κράσπεδο του δρόμου δεν υποδηλώνει αφεαυτής την ύπαρξη κινδύνου έναντι του οποίου πρέπει να ληφθούν προφυλακτικά μέτρα. Κίνδυνος μπορεί να προκύψει, όπως προέκυψε και σ' αυτή την υπόθεση, αφότου ο πεζός αποπειράται να διασταυρώσει το δρόμο. Όταν εκδηλώθηκε ο κίνδυνος η απόσταση του αυτοκινήτου από τον πεζό και η ταχύτητα με την οποία το όχημα σύννομα διακινείτο (60 χιλιόμετρα την ώρα) δεν παρείχε εξ αντικειμένου τη δυνατότητα αποτροπής της σύγκρουσης.» Αναφέρω ότι στην Murrel (ανωτέρω), ο εφεσίων οδηγούσε το όχημα στον δρόμο Λάρνακας Δεκέλειας με ταχύτητα 60 km την ώρα και τραυμάτισε θανάσιμα πεζή, η οποία εισήλθε στον δρόμο για να τον διασταυρώσει. Η απόσταση που χώριζε, εκεί, το αυτοκίνητο από το θύμα ήταν 15 μέτρα και 80 εκατοστά και η σύγκρουση σημειώθηκε σε απόσταση 2.90 από την άκρη της ασφάλτου. Το εφετείο αποφάσισε ότι όταν εκδηλώθηκε ο κίνδυνος, η απόσταση του αυτοκινήτου από τον πεζό και η ταχύτητα με την οποία το όχημα διακινείτο, δεν παρείχε τη δυνατότητα εξ αντικειμένου, τη δυνατότητα αποτροπής της σύγκρουσης. Ως αναφέρθηκε στη Murrel (ανωτέρω) το καθήκον για τη λήψη αποτρεπτικών μέτρων γεννάται αφότου εκδηλωθεί κίνδυνος στον δρόμο, για την αποφυγή του οποίου ο συνετός οδηγός πρέπει να αντιδράσει. Εκεί, ο κίνδυνος προέκυψε μόνο κατά τη στιγμή που η πεζή αποπειράτο να διασταυρώσει και ενώ η ταχύτητα με την οποία κινείτο ο Εφεσείων ήταν 60 km την ώρα. Εξού και το Εφετείο απεφάσισε ότι δεν παρείχετο εξ αντικειμένου η δυνατότητα αποτροπής της σύγκρουσης. Φρονώ ότι η περίπτωση, εν προκειμένω, είναι κατά πολύ διαφορετική. Πρώτον, λόγω της ταχύτητας που ανέπτυξε ο Κατηγορούμενος των 51 χλμ/ώρα, ενώ τα φώτα τροχαίας ήταν εκτός λειτουργίας και διασταυρώνοντας με το όχημά του διάβαση πεζών, καθώς και το γεγονός της παραδοχής του ότι δεν είδε καθόλου το θύμα και δεν έλαβε μέτρα αποτροπής της σύγκρουσης. Επομένως, το καθήκον του για τη λήψη αποτρεπτικών μέτρων δημιουργήθηκε από τη στιγμή που αντιλήφτηκε ότι τα φώτα ήταν εκτός λειτουργίας και όφειλε να μειώσει την ταχύτητα του τόσο, ώστε σε περίπτωση που παρουσιαζόταν κίνδυνος, να δύνατο να αντιδράσει. ΤΟ ΚΑΘΗΚΟΝ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΓΙΑ ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ Το είδος και η έκταση της ποινής είναι πρωταρχική ευθύνη του πρωτόδικου Δικαστηρίου (Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355). Η επάρκεια της τιμωρίας καταδικασθέντος κρίνεται υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που άπτονται της ποινής. Στην περίπτωση, δε, εντοπισμού υπερβολικής ή ανεπαρκούς ποινής, εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της (Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 525). Σύμφωνα με τη νομολογία για περιπτώσεις όπου η νομική βάση της Κατηγορίας είναι το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, σε περιπτώσεις που θανατηφόρο ατύχημα προξενείται από εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων προσώπων ή πεζών ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδηγού (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σωκράτη Μιχαλάκη Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355). Αντιθέτως, σε περιπτώσεις όπου το θανατηφόρο ατύχημα είναι αποτέλεσμα εγωιστικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, με την οποία παραγνωρίζει την ασφάλεια άλλων προσώπων, τότε το Δικαστήριο θα πρέπει να επιβάλλει ποινή στερητική της ελευθερίας, συνδυαζόμενη και πάλι με στέρηση της άδειας οδηγού. η επιβολή ποινής φυλάκισης ενδείκνυται στις περιπτώσεις εκείνες που η αμέλεια του κατηγορουμένου εμπεριέχει και το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το λευκό ποινικό μητρώο αποτελεί παράγοντα που μπορεί, σε οριακές και μόνο περιπτώσεις, να διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο στην επιβολή ή όχι ποινής φυλάκισης. Σχετικές επί του θέματος είναι οι αποφάσεις Charalambous v. Police
(1986)2 C.L.R. 128, Σταύρος Δημητρίου Τσιολής ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 66, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, Παμπακάς ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 487, Ανδρέας Μενελάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232, Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 115, Βραχίμης ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 331, Νίκος Χ'Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 453, Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεώργιου Χρίστου Τόμα
(2005)2 Α.Α.Δ. 713 και Χαράλαμπος Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 399). Τέλος, έχει κατ' επανάληψη επισημανθεί από τη νομολογία ότι τα θανατηφόρα δυστυχήματα έχουν πάρει διαστάσεις κοινωνικής μάστιγας στη χώρα μας, γεγονός που καθιστά το στοιχείο της αποτροπής εντονότερο στην επιλογή της ποινής. Τα Δικαστήρια δεν μπορούν να αδιαφορήσουν μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Το καθήκον τους για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου επιβάλλει την καθήλωση, μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς (Στ. Σάββα (ανωτέρω), Χαρ. Κωνσταντίνου (ανωτέρω)). Οι ποινές σε σχέση με τα θανατηφόρα ατυχήματα έχουν με τα χρόνια αυξηθεί, κατά τρόπο διαδραστικό και ανάλογο με τη συνεχή αύξηση των θανατηφόρων τροχαίων αδικημάτων στον τόπο μας και ανταποκρίνονται στο καθήκον που έχει το εκάστοτε Δικαστήριο που επιβάλλει ποινή για θανατηφόρο αδίκημα να επιβάλλει ποινή αποτρεπτική, τιμωρητική και αναμορφωτική. Οι γενικές αρχές που παρέθεσα αμέσως πιο πάνω, παρόλο που έχουν την πηγή και την εφαρμογή τους στο άρθρο 210 του Κεφ. 154, δεν βλέπω γιατί να μην μπορούν να αποτελέσουν κατευθυντήρια γραμμή και για την επιλογή μορφής ποινή και στη συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μου διαφεύγει, βεβαίως, ότι η νομική βάση της κατηγορίας, εν προκειμένω, είναι το άρθρο 8 του Νόμου 86-72 και όχι το άρθρο 210 του Κεφ. 154, υπό την έννοια της διαφοράς στην αυστηρότητα των ποινών που τα δύο αυτά άρθρα προβλέπουν. Ανάλογα μειωμένη θα είναι και η ποινή που θα επιβληθεί εδώ. ΠΟΙΝΗ ΣΤΕΡΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΟΔΗΓΟΥ Βάσει του άρθρου 19
(1)του Ν.86/1972 ως τροποποιήθηκε το Δικαστήριο έχει ευχέρεια να στερήσει την άδεια οδηγού οποιουδήποτε ατόμου «δια τοσούτον χρονικόν Διάστημα ως το Δικαστήριον ήθελε κατά το δοκούν εκάστοτε αποφασίσει». Περαιτέρω, με βάση το άρθρο 20Α του ιδίου Νόμου, προβλέπεται εξουσία επιβολής 2 μέχρι και 4 βαθμών ποινής επί της άδειας οδήγησης του Κατηγορούμενου για το συγκεκριμένο τροχαίο αδίκημα. Η επιβολή ποινής στέρησης της άδειας οδηγού πρέπει σε αυτή την περίπτωση να θεωρείται δεδομένη. Βρίσκω την στέρηση της άδειας οδηγού, ως ποινή που εξυπηρετεί αποτελεσματικά όλους τους σκοπούς της ποινολογίας, με ιδιαίτερα έντονο τον τιμωρητικό και αποτρεπτικό χαραχτήρα αυτής. Φρονώ, ότι όχι μόνο αποστερεί την ευκολία στη μετακίνηση που η άδεια οδηγού παρέχει, και αυτή είναι η τιμωρητική της πλευρά, αλλά παρέχει και την ευκαιρία καθ΄όλη τη διάρκεια της στέρησης, ο Κατηγορούμενος να συνειδητοποιήσει το λάθος του: η αναμορφωτική πλευρά. Προστατεύει επίσης την κοινωνία από παρόμοια παραβατική συμπεριφορά του ίδιου και άλλων παραβατών και μπορεί να έχει και ανταποδοτικό χαραχτήρα, υπό την έννοια ότι με τη στέρηση αποκαθίσταται το κακό που ο αδικοπραγών προξένησε στην κοινωνία. Είναι επομένως ισχυρό εργαλείο στα χέρια του ποινικού Δικαστή και πρέπει να χρησιμοποιείται σοφά. Βάσει των πιο πάνω, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής ως ελαφρυντικά για τον Κατηγορούμενο,: Το Λευκό του Ποινικό Μητρώο, την παραδοχή του στο Δικαστήριο, ακόμα και σε κατοπινό στάδιο της διαδικασίας, ένδειξη μεταμέλειας και στοιχείο που εξοικονομεί πολύτιμο δικαστικό χρόνο. Το γεγονός ότι δεν μου αναφέρθηκε εάν υπήρχε και σε ποιο βαθμό συντρέχουσα αμέλεια του θύματος, το οποίο προσπάθησε να διασχίσει τη λεωφόρο ενώ τα φώτα της διάβασης που χρησιμοποίησε ήταν χαλασμένα. Λαμβάνω, περαιτέρω, υπόψη ότι υπήρχαν δενδρύλλια κατά το σημείο εισόδου της πεζής από το πεζοδρόμιο στο δρόμο. Επίσης, το ότι ως προκύπτει από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, ο Κατηγορούμενος είναι άτομο χωρίς ουσιαστικά οικονομικά, προσωπικά, ιατρικά ή οικογενειακά προβλήματα, το οποίο εργάζεται και βοηθά τον άρρωστο πατέρα του. Ότι σύμφωνα με την οικογένεια του θύματος, δεν υπάρχει οποιαδήποτε περαιτέρω οικονομική απαίτηση από τον Κατηγορούμενο εφόσον η οικογένεια του θύματος αποζημιώθηκε ήδη από την ασφάλειά του. Η απώλεια μιας ανθρώπινης ζωής, όμως πρέπει πάντα να αντιμετωπίζεται με αυστηρότητα και περίσκεψη. Τόσο η προστασία της κοινωνίας από παρόμοια παραβατική συμπεριφορά όσο και το στοιχείο της αποτροπής έχουν πάντα ρόλο να διαδραματίσουν στην επιβολή ποινής σε αυτές τις περιπτώσεις. ΠΟΙΝΗ Επομένως, βρίσκω πρέπουσες και επιβάλλω τις εξής ποινές: Ποινή φυλάκισης 40 ημερών πλέον στέρηση του δικαιώματος κατοχής ή απόκτησης άδειας οποιουδήποτε μηχανοκίνητου οχήματος για 12 μήνες από αύριο και 4 βαθμούς ποινής. ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΠΟΙΝΗΣ ΦΥΛΑΚΙΣΗΣ Θα εξετάσω στο στάδιο αυτό, κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου, ως τροποποιήθηκε, αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Τα δύο θέματα είναι χωριστά. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της. Όπως έχει σημειωθεί στη Δημητρίου v. Δημοκρατίας
(1976)2 J.S.C. 386, η οποία ακόμη και μετά την τροποποίηση του σχετικού Νόμου είναι καλή νομολογία, μεταξύ των παραγόντων που επιμετρούν ως προς το επιθυμητό ή όχι της αναστολής της ποινής φυλάκισης είναι και οι ακόλουθοι: (α) Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος. (β) Το ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτης για την ανάγκη αποτροπής. (γ) Η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Λαμβάνοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και παρά το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου, βρίσκω τα περιστατικά της υπόθεσης τόσο σοβαρά και την υφή της αμέλειας του Κατηγορούμενου τέτοια, που ούτε το λευκό ποινικό του μητρώο ούτε οι προσωπικές του περιστάσεις, ως αναφέρονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και αναφέρθηκαν επιπρόσθετα από τη συνήγορό του, δύνανται να υπερφαλαγγίσουν την αναγκαιότητα άμεσης εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης. Η επιείκεια του Δικαστηρίου έχει εξάλλου εξαντληθεί στην έκταση της ποινής φυλάκισης που επεβλήθη. Διατάσσω, επομένως, όπως η ποινή φυλάκισης εκτελεστεί άμεσα. ( Υπ.) Μαρία Κ. Λοΐζου Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο