Ελένης Αναστασίου ν. Χαράλαμπου Αναστασίου, Αρ. Αίτησης: 10/15, 21/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLAR:2015:19 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗΣ ΧΡΗΣΗΣ Ενώπιον: Δ. Κούσιου, Δ. Αρ. Αίτησης: 10/15 Μεταξύ: Ελένης Αναστασίου, από τη Λάρνακα Αιτήτριας κ α ι Χαράλαμπου Αναστασίου, από την Πάφο Καθ΄ου η αίτηση ----------------------------- Ημερομηνία: 21 Οκτωβρίου, 2015. Αίτηση ημερ. 7.9.15 για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: Λ. Χατζηδημητρίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. (για ν΄ ακούσει απόφαση κ. Σκορδής) Για τον Καθ΄ου η αίτηση: Ν. Α. Νικηφόρου Δ.Ε.Π.Ε. (για ν΄ ακούσει απόφαση κα Σιακού) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι διάδικοι είναι εν διαστάσει σύζυγοι. Η Αιτήτρια με την κυρίως αίτηση της που καταχωρήθηκε στις 27.7.2015, επιδιώκει να της παραχωρηθεί η οικογενειακή στέγη για αποκλειστική χρήση από την ίδια. Ταυτόχρονα η Αιτήτρια επεδίωξε την έκδοση μονομερώς προσωρινού διατάγματος με ανάλογη θεραπεία. Η αίτηση αυτή με οδηγίες του Δικαστηρίου επιδόθηκε στον Καθ΄ου η αίτηση ο οποίος και ενέστει. Με την υπό κρίση αίτηση της η Αιτήτρια εξαιτείται διατάγματος του Δικαστηρίου που να της επιτρέπει να καταχωρήσει «συμπληρωματική και/ή απαντητική ένορκη δήλωση, προκειμένου να απαντήσει στους ισχυρισμούς του Καθ΄ου η αίτηση που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει» την πιο πάνω ένσταση του. Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39 Θ1., Δ.48, Θ.Θ1-3, 4
(2), 5-9, στους κανόνες επιείκειας, στη γενική πρακτική και σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση της Αιτήτριας στην οποία αναφέρει, προκειμένου να δικαιολογήσει το αίτημα της για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ότι μ΄ αυτήν προτίθεται να αντικρούσει ψευδείς αναληθείς και αβάσιμους ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένορκη δήλωση του Καθ΄ου η αίτηση έτσι ώστε να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο η πραγματική εικόνα των επίδικων περιστατικών. Με την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δεν επιδιώκεται η συμπλήρωση της μαρτυρίας που παρουσίασε με την αρχική αίτηση της αλλά η αντίκρουση ισχυρισμών του Καθ΄ου η αίτηση που δεν ήσαν προβλέψιμοι. Δεδομένης της υποχρέωσης της να αποσείσει το βάρος απόδειξης που έχει θα πρέπει να της επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, γεγονός που δε θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα του Καθ΄ου η αίτηση, ο οποίος, αν επιθυμεί, μπορεί να αιτηθεί άδειας για καταχώρηση δικής του συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Τέλος παρατίθενται οι ισχυρισμοί του Καθ΄ου η αίτηση όπως αυτοί αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του, προς αντίκρουση των οποίων η Αιτήτρια επιθυμεί να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Ο Καθ΄ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση στις 18.9.2015 εγείροντας 18 λόγους ένστασης. Αυτοί επαναλαμβάνονται και αναπτύσσονται και στην ένορκη δήλωση του Καθ΄ου η αίτηση που συνοδεύει την ένσταση και μπορούν να συνοψιστούν στο ότι επιδίωξη της Αιτήτριας είναι, με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, να απορρίψει απλά την εκδοχή του Καθ΄ου η αίτηση χωρίς να αναφέρει τη μαρτυρία που προτίθεται να παρουσιάσει και χωρίς να επισυνάπτει στην αίτηση τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση που προτίθεται να καταχωρήσει. Δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη «καλού λόγου». Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση σκοπό έχει να διορθώσει ατέλειες και να συμπληρώσει ελλείψεις και κενά στην αρχική ένορκη δήλωση της Αιτήτριας. Ακόμα να παρουσιαστούν μ΄ αυτήν γεγονότα που ήσαν γνωστά εκ των προτέρων στην Αιτήτρια ή μπορούσε να προβλέψει ή/και να αλλοιώσει γεγονότα που θεμελιώνουν την αίτηση της για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Τυχόν έγκριση της αίτησης θα οδηγήσει στον εκτροχιασμό της διαδικασίας και σε καθυστέρηση εφόσον θα προκύψει ανάγκη καταχώρησης από τον Καθ΄ου η αίτηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η αίτηση είναι γενική, αόριστη, παράτυπη και αντικανονική, πλήττει τα συμφέροντα του Καθ΄ου η αίτηση και σκοπό της έχει την παρακώληση της διαδικασίας. Με γραπτή τους αγόρευση προς υποστήριξη της αίτησης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Αιτήτριας υποστήριξαν πως συντρέχει, εν προκειμένω, καλός λόγος για την έγκριση της αίτησης εφόσον με τον τρόπο αυτό θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα. Εμμένοντας στους λόγους ένστασης, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του Καθ΄ ου η αίτηση υποστήριξαν την αντίθετη άποψη. Το θέμα της καταχώρησης συμπληρωματικής ή συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων διέπεται από τη Δ.48, Θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (όπως αυτός τροποποιήθηκε και τέθηκε σε ισχύ στις 23.12.99) που προνοεί τα ακόλουθα: «4
(2)Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39». Όπως δεικνύει το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης αλλά και σχετική νομολογία, το θέμα εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου [Βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 510]. Ο αιτών την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης πρέπει να τεκμηριώσει «καλό λόγο» για να του παρασχεθεί η σχετική άδεια. Παρόλον ότι ο ορισμός του «καλού λόγου» δεν καθορίζεται στη σχετική διάταξη, καθίσταται φανερό ότι οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι οι ιδιαιτερότητες της κάθε υπόθεσης. Στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση της Τράπεζας Κύπρου (Αρ. 4)
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 979, που αφορούσε αίτηση για χορήγηση άδειας για Certiorari και που αποφασίστηκε πριν την τροποποίηση της εν λόγω διάταξης, αναφέρθηκαν κάποια σχετικά κριτήρια. Συγκεκριμένα, ο Κρονίδης, Δ., με αναφορά στην Αγγλική διάταξη 0.59, r.6 των Αγγλικών Θεσμών, ανέφερε ότι, «το Δικαστήριο δύναται να επιτρέψει την καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης εάν αναφέρεται σε νέα γεγονότα που προκύπτουν από Ένορκες Δηλώσεις που καταχωρήθηκαν από τους αντίδικους». Φυσικά, τα πιο πάνω, είναι κριτήρια τα οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη υπό το φως του κανόνα καθολικής εφαρμογής ότι δεν επιτρέπεται η επανόρθωση παράλειψης πρωθύστερα έτσι ώστε να μεταβληθεί η εικόνα που είχε δοθεί αρχικά στο Δικαστήριο. Τα γεγονότα που θεμελιώνουν ενδιάμεση αίτηση πρέπει να αποκαλύπτονται σε ένορκη δήλωση ή ένορκες δηλώσεις που τη συνοδεύουν. [Βλ. Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453, Stavros Georgiou &Son (Scrap Metals) Ltd v. Του Πλοίου LIPA
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1976]. Στην παρούσα αίτηση η Αιτήτρια με την ένορκη δήλωση της, προς υποστήριξη του αιτήματος της, ισχυρίζεται ότι επιβάλλεται η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ώστε να αντικρούσει τους ψευδείς, αναληθείς και αβάσιμους ισχυρισμούς του Καθ΄ου η αίτηση και να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο η πραγματική εικόνα των επίδικων περιστατικών. Αναφορά γίνεται μόνο στους ισχυρισμούς του Καθ΄ου η αίτηση, όπως ακριβώς αυτοί παρατίθενται στην ένορκο δήλωση του που συνοδεύει την ένσταση, για τους οποίους η Αιτήτρια δηλώνει μόνο ότι δεν τους αποδέχεται και τους απορρίπτει, ζητά δε να της δοθεί η άδεια να τους αντικρούσει με την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Με αυτό τον τρόπο καθόλου δεν προσδιορίζεται ούτε και εξειδικεύεται η μαρτυρία που θα αποτελέσει το περιεχόμενο της προτιθέμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η μόνη αναφορά της Αιτήτριας ως προς τους παρατιθέμενους ισχυρισμούς είναι πως είναι ψευδείς, ανακριβείς και αβάσιμοι, δεν τους αποδέχεται και τους απορρίπτει και επιθυμεί να τους αντικρούσει με συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Δεν προσδιορίζει, ωστόσο, ούτε εξειδικεύει τη μαρτυρία που επιθυμεί να προσφέρει με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ούτε και έχει επισυναφθεί η προτεινόμενη για καταχώρηση ένορκη δήλωση. Η γενικόλογη αναφορά περί ψευδών, ανακριβών και αβάσιμων ισχυρισμών που χρήζουν απάντησης, χωρίς αναφορά στα γεγονότα εκείνα που, σύμφωνα με την ίδια, διαψεύδουν την εικόνα των γεγονότων που παρουσίασε ο Καθ΄ου η αίτηση, δεν αφήνουν περιθώρια για κρίση και διαπίστωση της ύπαρξης καλού λόγου για έγκριση της αίτησης. Με άλλα λόγια, το αίτημα υποβλήθηκε κατά τρόπο τόσο γενικό και αόριστο που δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης από το Δικαστήριο για τους σκοπούς τεκμηρίωσης της ύπαρξης «καλού λόγου», που αποτελεί προαπαιτούμενο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Με τον τρόπο που έχει υποβληθεί το αίτημα καθίσταται αδύνατη η αξιολόγηση του επί της ουσίας. Επιπλέον, όπως αυτό έχει τεθεί, αφήνει ανοικτό πεδίο παροχής απεριόριστης και χωρίς προϋποθέσεις άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για ό,τι η Αιτήτρια έχει υπόψη ή κρίνει σκόπιμο να αναφέρει σ΄ αυτή, χωρίς τούτο να είναι γνωστό ή να μπορεί να το υποθέσει το Δικαστήριο. Υπό τις περιστάσεις αυτές το Δικαστήριο δεν μπορεί να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια. Η Αιτήτρια όφειλε να αναφέρει στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, τους ισχυρισμούς που επιθυμεί να προβάλει με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Έχοντας εξετάσει τους ισχυρισμούς του Καθ΄ου η αίτηση που η Αιτήτρια επιθυμεί να αντικρούσει ως αναληθείς με την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, καταλήγω πως το μαρτυρικό υλικό το οποίο ευρίσκεται ήδη ενώπιον μου, επαρκεί για την ακρόαση της αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος, διαδικασία κατά την οποία το Δικαστήριο δεν αξιολογεί ισχυρισμούς για να καταλήξει σε ευρήματα γεγονότων (Jonitexo v. Adidas
(1984)1 C.L.R.) και δεν εξετάζει την αξιοπιστία αντίθετων ισχυρισμών, κάτι που ως υπολογίζω έχει κατά νου η Αιτήτρια, δηλαδή να καταρρίψει τους ισχυρισμούς του Καθ΄ου η αίτηση προβάλλοντας ή και επαναλαμβάνοντας τους δικούς της. Εν πάση περιπτώσει, τα όσα η Αιτήτρια ισχυρίζεται προς υποστήριξη του αιτήματος της για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δεν συνιστούν, υπό τις περιστάσεις, «καλό λόγο» εφόσον η Αιτήτρια αναφέρεται μεν στους ισχυρισμούς του Καθ΄ου η αίτηση και στο ότι αυτοί είναι αναληθείς, ανακριβείς και αβάσιμοι αλλά παραλείπει να αναφέρει πως θα τους απαντήσει. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση ημερ. 7.9.2015, για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης απορρίπτεται. Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Καθ΄ου η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας, θα καταβληθούν δε στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ........... Δ. Κούσιου, Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ /ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΠΑΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο