ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. OTLEY CAINE OWEN κ.α., Αρ. Αγωγής: 708/10, 30/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2015:A79 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ν. Γερολέμου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 708/10 Μεταξύ:- ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων Και
- OTLEY CAINE OWEN
- MARSHALL SCOTT WESTOVER
- HANDRYS LIMITED Εναγομένων ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30/11/2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κος Σωτηρίου Για Εναγόμενη 3: κος Μαθηκολώνης για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης & Σία ---------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3, δυνάμει δανείου προς τους Εναγόμενους 1 και 2 και εγγυητηρίου εγγράφου εναντίον της Εναγομένης 3, το ποσό των CHF368.870,72 πλέον τόκο 9,31750% από 08/04/2010 επί του ποσού CHF364.597,32 με κεφαλαιοποίηση κάθε 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης. Εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 εκδόθηκε απόφαση, ενώ η αγωγή εναντίον της Εναγομένης 3 προχώρησε σε ακρόαση. Η Εναγόμενη 3, με την τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισής της, αφού παραδέχεται κάποιους ισχυρισμούς, ενώ άλλους αγνοεί και άλλους αρνείται, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ουδεμία πρόθεση είχαν να εγγυηθούν με οιονδήποτε τρόπο το δάνειο των Εναγομένων 1 και 2 στο βαθμό και με τον τρόπο που η Ενάγουσα ερμηνεύει την εγγύηση που υπέγραψε, η οποία υπεγράφη μετά από βεβαιώσεις και παραστάσεις της Ενάγουσας ότι αυτή γινόταν με σκοπό την έκδοση τίτλου και στη συνέχεια μεταβίβασης και υποθήκευσης της κατοικίας από τους Εναγόμενους 1 και 2 προς όφελος της Ενάγουσας και με την πραγματοποίηση τούτων κάθε υποχρέωσή της δυνάμει της εν λόγω περιορισμένης εγγύησης θα έπαυε να ισχύει και θα απαλλάττετο από αυτή. Ήταν δε έτοιμη να μεταβιβάσει την εν λόγω κατοικία στους πρωτοφειλέτες ή ακόμα και στην Ενάγουσα σύμφωνα με το έγγραφο εκχώρησης που υπεγράφη. Περαιτέρω ήταν ρητές οι παραστάσεις της Ενάγουσας προς αυτήν ότι θα απαλλάσσετο και στην περίπτωση που το υπόλοιπο του δανείου θα μειώνετο κάτω από το 70% της αγοραίας αξίας του ακινήτου. Η Εναγόμενη 3 υπέγραψε το επίδικο εγγυητήριο έγγραφο τελώντας υπό την εντύπωση ότι η μοναδική της ευθύνη θα ήταν να εκδώσει τίτλο για την πωληθείσα κατοικία έτσι ώστε αυτή να μπορεί να μεταβιβαστεί και να υποθηκευτεί προς όφελος της Ενάγουσας για εξασφάλιση του δανείου και η οποία εντύπωση δημιουργήθηκε κατόπιν παραστάσεων της Ενάγουσας. Η εγγύηση δε που υπέγραψε ήταν κάτω από τις διαβεβαιώσεις και παραστάσεις της Ενάγουσας ότι τούτη αποτελούσε ένα από τα έγγραφα που χρησιμοποιούσε η Ενάγουσα για τέτοιες περιπτώσεις και απαραίτητο έγγραφο για να εξασφαλιστεί η υποχρέωσή της ότι θα εξέδιδε τίτλο ιδιοκτησίας για την αναφερθείσα κατοικία στους πρωτοφειλέτες για να καταστεί δυνατή η νομική και νόμιμη εγγραφή της υποθήκης και ότι ήταν ένα τυπικό έγγραφο που η Εναγόμενη 3 όφειλε να υπογράψει για να ολοκληρωθεί η συναλλαγή. Ίδια ήταν η εντύπωση και για την υπογραφή του εκχωρητηρίου εγγράφου, με βάσει το οποίο σε περίπτωση που οι πρωτοφειλέτες δεν εκπλήρωναν τις υποχρεώσεις τους τότε η Ενάγουσα θα ασκούσε το δικαίωμά της με βάσει αυτό, για την εγγραφή της εν λόγω κατοικίας στο όνομά της. Δόθηκε η εντύπωση σε αυτήν, όπως είναι και η ειλικρινής πεποίθησή της ότι, με την εγγύησή της, δεν θα εγγυάτο στην πραγματικότητα τη φερεγγυότητα ή την αξιοπιστία ή τις υποχρεώσεις ή την ικανότητα των πρωτοφειλετών αποπληρωμής του δανείου. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι το εγγυητήριο έγγραφο που υπέγραψε είναι εντελώς διαφορετικό από αυτό που συμφώνησε και αποτελεί μια διαφορετική συμφωνία η οποία είναι καταφανώς ετεροβαρής, επαχθής και παράλογη για τα δικαιώματά της. Ακόμη αποτελεί ισχυρισμό της ότι το εγγυητήριο έγγραφο είναι αόριστο και ασαφές, λαμβάνοντας υπόψη τον όρο 21 αυτού και κατά συνέπεια είναι άκυρο και ανεφάρμοστο. Επίσης ισχυρίζεται ότι δεν έγινε καμία παράβαση του επίδικου πωλητηρίου εγγράφου, ούτε του εκχωρητηρίου εγγράφου και δεν παρέβησαν κανένα όρο και καμιά υποχρέωση που είχαν είτε έναντι των πρωτοφειλετών είτε έναντι της Ενάγουσας. Με την ανταπαίτησή της επιδιώκει δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία εγγύησης είναι άκυρη και έχει απαλλαγεί από οιανδήποτε ευθύνη της δυνάμει της εγγύησης. Η Ενάγουσα καταχώρησε Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση με την οποία ουσιαστικά αρνείται τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και ισχυρίζεται ότι το εκχωρητήριο έγγραφο υπεγράφη από τον Διευθυντή της Εναγόμενης 3 κατόπιν απόφασης του Διοικητικού της Συμβουλίου στα γραφεία της, αντίγραφο το οποίο κοινοποιήθηκε στην Ενάγουσα. Περαιτέρω αρνείται ότι η μοναδική ευθύνη της Εναγόμενης 3, σύμφωνα με το εγγυητήριο έγγραφο, ήταν να εκδώσει τίτλο ιδιοκτησίας της αναφερθείσας κατοικίας, η οποία υποχρέωση προκύπτει από την ιδιότητά της ως πωλήτρια, η οποία βέβαια ουδόλως επηρεάζει τις υποχρεώσεις που ανέλαβε από κοινού με τους Εναγόμενους 1 και 2 για την εξόφληση των υποχρεώσεων των τελευταίων. Επίσης ισχυρίζεται ότι η έννοια, το περιεχόμενο, οι προϋποθέσεις και οι όροι της εγγύησης καταγράφονται περιοριστικά στο ίδιο το έγγραφο της εγγύησης και δεν επιτρέπονται άλλοι. Τέλος, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η συμφωνία εγγύησης δεν είναι διαφορετική ως προς το περιεχόμενο από αυτήν που συμφώνησαν να υπογράψουν και ότι αυτή είναι ετεροβαρής, επαχθής και ότι την υπέγραψε η Εναγόμενη 3 υπό λανθασμένη εντύπωση, ως την περιγράφει στην Υπεράσπισή της. Θέτουν δε αυτή σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Ενάγουσα κάλεσε τρεις μάρτυρες. Τον Μάριο Σωφρονίου, ΜΕ1, ο οποίος είναι υπάλληλος της Ενάγουσας, στο Τμήμα Είσπραξης Καθυστερημένων Χρεών, στο κατάστημα της Ενάγουσας και κατέχει την υπεύθυνη θέση για τήρηση του αρχείου λογαριασμών και των αναγκαίων εγγράφων και αλληλογραφίας. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, μέρος της οποίας αποτέλεσε δήλωση-κατάθεσή του, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, κατά τον ουσιώδη χρόνο οι Εναγόμενοι 1 και 2, οι οποίοι είναι κάτοικοι Αγγλίας, έδειξαν ενδιαφέρον για την αγορά της αναφερθείσας κατοικίας και ανέθεσαν σε κάποια δικηγόρο από την Πάφο, κυρία Λεμονιάτη, δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου προς αυτήν, με την οποία την εξουσιοδοτούσαν να λάβει κάθε αναγκαίο μέτρο για εξασφάλιση δανείου, όπως υποβάλει, εκ μέρους και/ή για λογαριασμό τους, αίτηση προς την Ενάγουσα για εξασφάλιση δανείου, για την αγορά της εν λόγω κατοικίας, για το ποσό των ΛΚ150.000, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, η οποία αίτηση αφού υποβλήθηκε στην Ενάγουσα και εγκρίθηκε από αυτήν, στις 02/07/2007 κοινοποιήθηκαν από την Ενάγουσα σε αυτούς οι όροι για την παραχώρηση δανείου ύψους 341.010,00 Ελβετικών Φράγκων, οι οποίοι στις 08/08/2007 έναντι της υπογραφής της πληρεξουσίου αντιπροσώπου τους έγιναν αποδεκτοί. Υπογράφηκε δε προς τούτο, στις 05/07/2007, πωλητήριο έγγραφο, μεταξύ της Εναγόμενης 3 και των Εναγομένων 1 και
- Στις 02/08/2007 το Διοικητικό Συμβούλιο της Εναγόμενης 3 αποδέχθηκε την παράκληση των Εναγομένων 1 και 2 να παραχωρήσει εγγύηση στην Ενάγουσα για ποσό μέχρι CHF409.212,00 πλέον τόκους, προς εξασφάλιση της Ενάγουσας, σε σχέση με τη δανειοδότηση των Εναγομένων 1 και 2 από την Ενάγουσα, για την αγορά της κατοικίας από την Εναγόμενη 3, καθώς και αποδοχή της εκχώρησης των δικαιωμάτων των Εναγομένων 1 και 2 που απέρρεαν από το αναφερθέν πωλητήριο έγγραφο μεταξύ της Εναγόμενης 3 και των Εναγομένων 1 και 2 και επιπλέον εξουσιοδότησε τον Χατζηγεωργίου να υπογράψει για αυτήν κάθε αναγκαίο έγγραφο σε σχέση με την παροχή των συμφωνηθέντων εξασφαλίσεων. Με βάσει δε την απόφαση αυτή η Εναγόμενη 3 εγγυήθηκε γραπτώς τις υποχρεώσεις των Εναγομένων 1 και 2 μέχρι του ποσού που αναφέρθηκε πιο πάνω η οποία θα τερματίζετο με βάσει τον όρο 21 αυτής. Στις 08/08/2007, στα γραφεία της Ενάγουσας, υπογράφηκε, μεταξύ της και των Εναγομένων 1 και 2, η συμφωνία εκχώρησης των δικαιωμάτων που απέρρεαν από το πωλητήριο έγγραφο και στη βάση της ήδη υπογραφείσας εγγύησης από την Εναγόμενη
- Αφού άνοιξαν λογαριασμό στο όνομα των Εναγομένων 1 και 2 και μετέφεραν το ποσό του δανείου, στις 04/09/07 με πιστωτική σημείωση της Ενάγουσας χρεώθηκε ο λογαριασμός των Εναγομένων 1 και 2 με το ποσό των CHF341.010,00 και μεταφέρθηκε τούτο και πιστώθηκε στο λογαριασμό της Εναγόμενης
- Αφού παρήλθε ο χρόνος χάριτος των 48 μηνών που είχε συμφωνηθεί με τους Εναγόμενους 1 και 2 και καθυστέρησαν οι τελευταίοι να καταβάλουν τις δόσεις τους, η Ενάγουσα απέστειλε επιστολή σε όλους τους Εναγόμενους με την οποία τους καλούσαν όπως εντός 21 ημερών διευθετήσουν τις καθυστερημένες δόσεις, ενημερώνοντάς τους ταυτόχρονα ότι ο λογαριασμός τους θα επιβαρύνετο με αυξημένο τόκο. Οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να συμμορφωθούν με το περιεχόμενο της πιο πάνω επιστολής της Ενάγουσας και στις 08/04/2010 απέστειλε δεύτερη επιστολή στους Εναγόμενους 1 και 2 με την οποία τερμάτισαν τη συμφωνία και τους καλούσαν να πληρώσουν την οφειλή πλέον τόκους. Ανάλογη επιστολή στάληκε και στην Εναγόμενη
- Ενόψει της παράλειψής τους να ανταποκριθούν ακολούθησε η παρούσα αγωγή. Κατά την αντεξέτασή του, αφού ξεκαθάρισε ότι δεν είχε οιαδήποτε συμμετοχή στη σύναψη της σύμβασης δανείου και εγγύησης ανέφερε ότι όσα είπε ενώπιον του Δικαστηρίου προέρχοντο από το φάκελο που διατηρεί η Ενάγουσα. Την Άντρη Κκολού, ΜΕ2, η οποία εργαζόταν από το 1992 μέχρι τον Ιούλιο του 2007 στο κατάστημα της Ενάγουσας στην Αγία Νάπα στο Τμήμα Χορηγήσεων Δανείων και Άλλων Τραπεζικών Διευκολύνσεων με προϊστάμενο τον αφυπηρετήσαντα συνάδελφό της Ανδρέα Χατζηγεωργίου. Μέρος της κυρίως εξέτασής της αποτέλεσε δήλωση-κατάθεσή της στην οποία αναφέρεται ότι η δικηγόρος Λεμονιάτη, η οποία αντιπροσώπευε τους Εναγόμενους 1 και 2, επικοινώνησε με το κατάστημά τους και ενδιαφέρθηκε για τη δανειοδότηση των Εναγομένων 1 και 2 για αγορά, εκ μέρους τους, οικίας από την Εναγόμενη
- Αφού αποστάληκε από την Ενάγουσα σχετικό έντυπο προς συμπλήρωση από τους Εναγόμενους 1 και 2, προκειμένου να εξεταστεί η αίτησή τους για δάνειο και πράγματι η δικηγόρος Λεμονιάτη με συνοδευτική επιστολή έστειλε συμπληρωμένο το έντυπο, συνοδευόμενο με άλλα έγγραφα, αφού πήρε και άλλες πληροφορίες μέσω τηλεφωνικής επικοινωνίας αξιολογώντας την αίτηση, υπέβαλε θετική εισήγηση έγκρισης του δανείου στο αρμόδιο τμήμα. Ακολούθως όμως μετακινήθηκε σε άλλο κατάστημα της Ενάγουσας. Κατά την αντεξέτασή της, αφού κατέθεσε τα Τεκμήρια 13 και 14, ανέφερε ότι δεν έλαβε μέρος στην ετοιμασία των εγγράφων ενώ στη συνέχεια κατέθεσε το Τεκμήριο
- Τα πιο πάνω Τεκμήρια δεν τέθησαν υπόψη της Εναγόμενης
- Σε σχετική δε ερώτηση απάντησε ότι δεν ενθυμείτο ποιος έφερε τα στοιχεία για τους Εναγόμενους 1 και 2 στην Ενάγουσα. Ακόμη ανέφερε ότι το έγγραφο εγγύησης το γνώριζε γιατί όλες οι εταιρείες υπέγραφαν παρόμοια εγγύηση. Τέλος ανέφερε ότι το ακίνητο, στο οποίο ανεγέρθηκε η εν λόγω κατοικία, ήταν υποθήκη στην Τράπεζα Κύπρου. Την Ιωάννα Παπανδρέου, ως ΜΕ3, η οποία είναι υπάλληλος της Ενάγουσας και εργάζεται στο Τμήμα Εχεγγύων Δανείων στο υποκατάστημά της στην Αγία Νάπα. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, μέρος της οποίας αποτέλεσε δήλωση-κατάθεσή της, ως μέρος της κυρίως εξέτασής της, το 2007 εργάζετο στο ίδιο κατάστημα που αναφέρεται πιο πάνω, στο Τμήμα Χορηγήσεων Δανείων, προϊστάμενος της οποίας ήταν ο Ανδρέας Χατζηγεωργίου, ο οποίος έχει αφυπηρετήσει. Κατά το Μάιο του 2007, οι Εναγόμενοι 1 και 2, μέσω της δικηγόρου Λεμονιάτη, ζήτησαν να διερευνηθεί κατά πόσο θα μπορούσε η Τράπεζα να τους δανειοδοτήσει για το ποσό των ΛΚ150.000 για την αγορά μιας κατοικίας. Την εξυπηρέτησε η συνάδελφός της Άντρη Κκολού, ΜΕ2, η οποία αφού αξιολόγησε την αίτησή τους, την παρέπεμψε στο αρμόδιο τμήμα με εισήγηση όπως εγκριθεί το δάνειο υπό κάποιους όρους. Ένας από τους βασικούς όρους χορήγησης του δανείου ήταν ότι η Εναγόμενη 3 έπρεπε να εγγυηθεί η ίδια το δάνειο των Εναγομένων 1 και
- Η εγγύηση αυτή διαφοροποιήθηκε από συναδέλφους της που ετοίμασαν τα έγγραφα με τον επιπρόσθετο όρο 21 που φαίνεται στην εγγύηση. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 αποδέχθηκαν τους όρους του δανείου γραπτώς διά της υπογραφής της συμφωνίας από την πληρεξούσιο αντιπρόσωπό τους Αίμιλυ Λεμονιάτη. Αποδέχτηκαν επίσης και εκχώρησαν τα δικαιώματα που είχαν επί του πωλητηρίου εγγράφου και παρέμεινε προς ολοκλήρωση της συμφωνίας η εγγύηση της Εναγομένης
- Τούτο, κατόπιν ανάθεσης από τους προϊστάμενούς της, το ανέλαβε η ίδια, η οποία ζήτησε από την Εναγόμενη 3 σχετική απόφαση, η οποία της προσκομίστηκε, καθώς και αποδοχή της εκχώρησης των δικαιωμάτων των Εναγομένων 1 και 2, που απέρρεαν από το πωλητήριο έγγραφο, προς την Ενάγουσα, πράγμα που έγινε. Στις 02/08/2007 στο γραφείο της και στην παρουσία της ο κύριος Ανδρέας Χατζηγεωργίου, ένας εκ των Διευθυντών της Εναγόμενης 3, αφού του έδωσε το εγγυητήριο έγγραφο και το διάβασε το αποδέχθηκε και αφού μονόγραψε τις δύο πρώτες σελίδες υπέγραψε στην τρίτη σελίδα. Σύμφωνα με τον όρο 21, η Ενάγουσα είχε υποχρέωση να απαλλάξει την Εναγόμενη 3, αν εκπλήρωνε όλες τις υποχρεώσεις της, όπως αυτές καταγράφονται στον όρο αυτό της συμφωνίας εγγύησης. Στην Ενάγουσα, που ενέκρινε και παραχώρησε το οικιστικό δάνειο, οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν πρόσφεραν οποιαδήποτε εξασφάλιση του δανείου, με την παραχώρηση του οποίου ουσιαστικά εξυπηρετείτο η Εναγόμενη 3, αφού πώλησε μία οικία, της οποία το τίμημα εξοφλήθηκε από το ποσό του δανείου που πιστώθηκε ο λογαριασμός της. Επειδή οι Εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν με τις υποχρεώσεις τους αφού εστάληκαν οι επιστολές, που ήδη έχουν αναφερθεί, στις διευθύνσεις που έδωσαν όλοι οι Εναγόμενοι κατά την κατάρτιση των συμφωνιών, οι οποίες δεν επιστράφηκαν, χωρίς να υπάρχει ανταπόκριση, ακολούθησε η έγερση της παρούσας αγωγής και μέχρι σήμερα δεν κατέβαλαν οιονδήποτε ποσό όπως διαπίστωσε από διερεύνηση που η ίδια προέβη με προσωπική πρόσβασή της στο ηλεκτρονικό σύστημα της Ενάγουσας, μέσω του ηλεκτρονικού της υπολογιστή, που διαπίστωσε ότι το σημερινό υπόλοιπο του δανείου είναι αυτό το οποίο αναγράφεται στην κατάσταση λογαριασμού που παρουσίασε ο ΜΕ
- Ο λογαριασμός μέχρι την ημερομηνία τερματισμού χρεώνετο με το συμβατικό επιτόκιο και από την ημέρα τερματισμού του αυξήθηκε κατά 5,25% ως τόκος υπερημερίας. Να σημειωθεί ότι αναγνώρισε τα Τεκμήρια 4, 6, 7, 8, 10, 11 και
- Κατά την αντεξέτασή της ανέφερε ότι ήταν τακτική της Ενάγουσας να τίθεται ο όρος 21 σε όλα τα έγγραφα εγγυήσεων εκτός όταν υπήρχε ξεχωριστός τίτλος γιατί υποθηκεύετο από τους ίδιους τους αγοραστές του ακινήτου. Επίσης, άλλη τακτική της Ενάγουσας ήταν να ζητείται η υπογραφή κάποιων άλλων εγγράφων, μεταξύ των οποίων και η συμφωνία εκχώρησης. Περαιτέρω ανέφερε ότι το συγκεκριμένο εγγυητήριο έγγραφο υπογράφηκε για το συγκεκριμένο στεγαστικό δάνειο προς εξασφάλισή του και όχι για οποιοδήποτε άλλο δάνειο. Η Εναγόμενη 3 θα απαλλάσσετο της εγγύησης είτε όταν εξοφλείτο είτε όταν εκπληρώνετο ο όρος 21 του εγγυητηρίου εγγράφου. Σε σχέση με την αύξηση του επιτοκίου κατά 5,25% δεν γνώριζε να πει πώς καθορίστηκε από την Ενάγουσα. Για τις επιστολές, Τεκμήρια 10 και 11 γνώριζε από το φάκελο που διατηρεί η Ενάγουσα ότι αυτές απεστάλησαν από την Υπηρεσία της στη Λευκωσία. Για την Εναγόμενη 3 έδωσε μαρτυρία ο Φλουρέντζος Αλεξάνδρου, ένας εκ των Διοικητικών Συμβούλων της, που επίσης μέρος της κυρίως εξέτασής του αποτέλεσε δήλωση-κατάθεσή του. Η μαρτυρία του ουσιαστικά είναι επανάληψη εν πολλοίς της Έκθεσης Υπεράσπισης με περισσότερες λεπτομέρειες. Σύμφωνα με αυτήν παραδέχεται ότι μαζί με τον Ανδρέα Χατζηγεωργίου υπέγραψαν την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης ημερομηνίας 02/08/2007 και ότι ήταν παρών κατά το χρόνο υπογραφής από την Εναγόμενη 3 του επίδικου εγγυητηρίου εγγράφου. Μαζί δε με τον Χατζηγεωργίου ήταν τα πρόσωπα που είχαν κάμει όλες τις επαφές με τους υπαλλήλους και διευθυντές της Ενάγουσας για να ολοκληρωθεί η παραχώρηση του δανείου στους Εναγόμενους 1 και
- Η Εναγόμενη 3 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν και συνεχίζει να είναι πελάτιδα της Ενάγουσας, με μεγάλες συναλλαγές και χρηματοδοτήσεις προς αυτήν από την Ενάγουσα. Στη βάση της σχέσης τους είχαν πολύ μεγάλη εμπιστοσύνη στην Ενάγουσα και θεωρούσαν ως δεδομένο και επίστευαν ότι δεν θα τους παραπλανούσε, δεν θα τους εξέθετε σε κινδύνους που δεν είχαν πρόθεση να αναλάβουν και θα προστάτευε τα συμφέροντά τους. Αφού εξηγεί ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 ήταν εντελώς άγνωστα πρόσωπα στην Εναγόμενη 3 και η μοναδική σχέση τους ήταν το ενδιαφέρον τους να αγοράσουν ακίνητο από την Εναγόμενη 3, όπως και τελικά έγινε, αφού απευθύνθηκαν στην Ενάγουσα και διαπραγματεύτηκαν μαζί της εξασφάλισαν το δάνειο. Τόσο δε η Εναγόμενη 3 όσο και οι ίδιοι προσωπικά οι Διοικητικοί της Σύμβουλοι δεν γνώριζαν κανένα στοιχείο για την οικονομική κατάσταση και τη φερεγγυότητα των Εναγομένων 1 και 2, κάτι βέβαια που δεν τους ενδιέφερε αφού θα πλήρωναν την Εναγόμενη 3 για την αγορά της κατοικίας μέσω του δανείου που εξασφάλισαν από την Ενάγουσα. Πάγια τακτική της Ενάγουσας σε όλες τις περιπτώσεις που η Εναγόμενη 3 πωλούσε ακίνητα, είτε υπό ανέγερση, είτε για τα οποία δεν είχε εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος, έτσι ώστε ο αγοραστής να το υποθηκεύσει, όταν επρόκειτο να χρηματοδοτήσει αγοραστή για αγορά ακινήτου ή ακόμα και για άλλους σκοπούς, ζητούσε την υπογραφή από τους αγοραστές αλλά και από την Εναγόμενη 3, εκχωρητηρίου εγγράφου με το οποίο οι αγοραστές, εκχωρούσαν τα δικαιώματά τους από το πωλητήριο έγγραφο, καθώς και την υπογραφή από την Εναγόμενη 3 εγγυητηρίου εγγράφου, σκοπός του οποίου, σύμφωνα με τις ρητές διαβεβαιώσεις και παραστάσεις της Ενάγουσας και των υπαλλήλων της, ήταν για να εξασφαλιστεί η υποχρέωση και ευθύνη της Εναγομένης 3 ότι θα περάτωνε την ανέγερση του πωλούμενου ακινήτου και θα φρόντιζε να εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος εγγραφής έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η υποθήκευση του αγορασθέντος ακινήτου προς όφελος και για εξασφάλιση της Ενάγουσας. Ήταν με βάση τις διαβεβαιώσεις και τις παραστάσεις του Διευθυντή ή και υπεύθυνου του υποκαταστήματος στην Αγία Νάπα, ότι σκοπός του εγγυητηρίου εγγράφου ήταν η εξασφάλιση προς την Ενάγουσα ότι θα έκδιδε η Εναγόμενη 3 τίτλο ιδιοκτησίας για το εν λόγω ακίνητο, έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η υποθήκευσή του προς την Ενάγουσα, που προχώρησε η Εναγόμενη 3 και υπέγραψε το εγγυητήριο έγγραφο. Εν πάση περιπτώσει υπέγραψε το εγγυητήριο έγγραφο χωρίς να δοθεί ιδιαίτερη σημασία στον όρο 21 και χωρίς να εξηγηθούν σε αυτήν οι λόγοι για τους οποίους τέθηκε ή η σκοπιμότητα και η έννοιά του. Θεώρησαν ότι αυτή ήταν η απόφαση της τράπεζας και επειδή οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν καταβάλει ήδη στην Εναγόμενη 3 την προκαταβολή δεν έδωσαν σημασία στον όρο
- Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι, ως είναι διατυπωμένος ο όρος 21, σύμφωνα με τη συμβουλή του δικηγόρου της Ανδρέα Μαθηκολώνη, το εγγυητήριο έγγραφο είναι αόριστο και ασαφές και ως εκ τούτου άκυρο και ανεφάρμοστο, λόγω του ότι δεν υπάρχει σε αυτό χρόνος μέχρι πότε η Εναγόμενη 3 μπορεί να συμμορφωθεί με τον όρο αυτό, ότι δεν αναφέρεται ποια είναι η αγοραία αξία του ακινήτου ή σε ποιο χρονικό διάστημα και από ποιόν θα πρέπει να αποφασιστεί τούτη και ότι ο όρος 21 είναι σε αντίφαση με τις πρόνοιες του εκχωρητηρίου εγγράφου. Επιπλέον ο όρος 21 δεν βρίσκεται σε συνάρτηση με τους άλλους όρους της εγγύησης, οι οποίοι δεν έχουν καμία σχέση με αυτήν ταύτην την εγγύηση που συμφώνησαν μεταξύ τους. Κατά την αντεξέταση αφού αναφέρθηκε στο ποσό που έλαβε η Εναγόμενη 3 ως προκαταβολή και το ποσό του δανείου, που ως νόμιζε ήταν ΛΚ120.000, το οποίο έλαβε η Εναγόμενη 3 από την Ενάγουσα και ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν τους χρωστούν κανένα ποσό, επανέλαβε όσα ανέφερε και στη δήλωση-κατάθεσή του, σχετικά με την υποχρέωση της Εναγόμενης 3, διευκρινίζοντας ότι αν και εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος δεν ενεγράφη οιαδήποτε υποθήκη σε αυτόν και αν και ανάφερε ότι υπήρχε υποθήκη για το ακίνητο εντός του οποίου ανεγέρθηκε η εν λόγω κατοικία, καθώς και άλλες, δεν παρουσίασε μια τέτοια υποθήκη, για να διαφανεί για ποιο σκοπό παραχωρήθηκε η υποθήκη. Αναγνώρισε την υπογραφή του όπως και του Ανδρέα Χατζηγεωργίου στο Τεκμήριο 6 καθώς και την υπογραφή του τελευταίου στο Τεκμήριο
- Επίσης συμφώνησε ότι αυτοί οι δύο ήταν οι διευθυντές της Εναγόμενης 3 και δεν υπήρχε οιονδήποτε άλλο πρόσωπο και ότι αυτοί έλαβαν την απόφαση για την εγγύηση εκ μέρους της Εναγομένης 3 προς εξασφάλιση της Ενάγουσας. Συμφώνησε ότι η εγγύηση ήταν μέχρι του ποσού των 409.212,00 Ελβετικών Φράγκων, αλλά δεν ένιωθαν ότι έβαζαν εγγύηση και νόμιζαν ότι έβαζαν υποθήκη. Ισχυρίστηκε ότι δεν τα διάβασαν όλα όσα αναφέρονται στο εγγυητήριο έγγραφο αλλά τους τα διάβασαν και δεν τους τα διάβασαν όλα, για να απαντήσει σε αμέσως επόμενη ερώτηση ότι διάβασε τον όρο 21 και σε άλλη ερώτηση ότι δεν διάβασε για το ποσό των 409.212,00 Ελβετικών Φράγκων, για να πει στη συνέχεια ότι τους παραπλάνησε η Ενάγουσα λέγοντάς τους ότι με την έκδοση του τίτλου θα απαλλάσσετο. Στην ερώτηση αν η Εναγόμενη 3 μεταβίβασε τον τίτλο ιδιοκτησίας στους αγοραστές είπε ότι είναι εξαφανισμένοι, ενώ σε άλλη ερώτηση ανέφερε ότι, βάσει του εκχωρητηρίου και του πληρεξούσιου εγγράφου, η μεταβίβαση της κατοικίας μπορεί να γίνει από την Εναγόμενη 3 στην τράπεζα. Σε ότι αφορά το υπόλοιπο του λογαριασμού ανέφερε ότι δεν ξέρει αν εξοφλήθηκε η τράπεζα ούτε και γνωρίζει αν δόθηκε οιαδήποτε δόση αφού δεν δόθηκε στην Εναγόμενη 3 κάποια κατάσταση λογαριασμού. Σε σχέση δε με τις επιστολές που έστειλε η Ενάγουσα προς την Εναγόμενη 3 ανάφερε ότι στη διεύθυνση που αποστάληκαν ήταν η παλιά τους διεύθυνση, ενώ στη συνέχεια είχαν ταχυδρομική θυρίδα και ως εκ τούτου οι ως άνω επιστολές προειδοποίησης και τερματισμού δεν έπεσαν στην αντίληψή τους. Συμφώνησε όμως ότι η διεύθυνση που αναγράφεται σε αυτές είναι η σωστή, πλην όμως η παλιά διεύθυνσή τους. Τέλος συμφώνησε ότι είναι εξ επαγγέλματος υποχρέωση της Εναγόμενης 3 η έκδοση τίτλων ιδιοκτησίας φαινομενικά έναντι των αγοραστών. Κατά την επανεξέταση ανέφερε ότι όλα τα έγγραφα ετοιμάστηκαν από την τράπεζα. Ο δικηγόρος της Ενάγουσας στην αγόρευσή του, με αναφορά στη μαρτυρία που προσκομίστηκε, επικαλούμενος σχετική νομολογία, εισηγήθηκε ότι έχει αποδειχθεί η υπόθεση εναντίον της Εναγόμενης 3 που βασίζεται στο εγγυητήριο έγγραφο που υπέγραψε και κάλεσε το Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης
- Από την άλλη ο συνήγορος της Εναγομένης 3 στην εμπεριστατωμένη αλλά και μακροσκελή αγόρευσή του, ουσιαστικά προέβη στην επανάληψη των όσων αναφέρονται στην Έκθεση Υπεράσπισης με περισσότερες λεπτομέρειες και επεσήμανε, πέραν κάποιων άλλων συγκεκριμένων αναφορών, με ενδιαφέρουσα επιχειρηματολογία, κύρια και με έμφαση στα σημεία που σχετίζονται (α) με τις βεβαιώσεις και παραστάσεις που προηγήθηκαν της υπογραφής του εγγυητηρίου εγγράφου, από τους υπαλλήλους της Ενάγουσας, με τις οποίες παραστάσεις τη διαβεβαίωναν ότι η εγγύησή της ήταν για την έκδοση του τίτλου ιδιοκτησίας για μεταβίβαση και υποθήκευσή του και όχι για εγγύηση των Εναγομένων 1 και 2, τους οποίους δεν γνώριζαν, και ουδεμία πρόθεση είχαν να τους εγγυηθούν με τον τρόπο και στο βαθμό που η Ενάγουσα ισχυρίζεται, (β) την ύπαρξη αοριστίας και ασάφειας στη συμφωνία εγγύησης ή και ουσιώδους όρου αυτής και ως εκ τούτου άκυρη, (γ) την αοριστία στον όρο 21 σε σχέση
(1)με το χρόνο υποχρέωσης έκδοσης του τίτλου και
(2)σε σχέση με το χρόνο της αγοραίας αξίας της κατοικίας για υπολογισμό του 70%, (δ) την πλάνη ή και το λάθος της Εναγόμενης 3 για την έννοια της εγγύησης που προσέδιδε και θεωρούσε ότι ήταν αποκλειστικά και μόνο για το ποσό των CHF409.212,00 και τούτο μέχρι την έκδοση του τίτλου, (ε) ότι ο όρος 21 αποτελεί διαλυτική αίρεση και τόσο αυτός όσο και η συμφωνία δεν είναι απόλυτη συμφωνία εγγύησης και (στ) ότι δεν αποδείχθηκαν τα απαιτούμενα από το άρθρο 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, έτσι ώστε να αποδείξει η Ενάγουσα το υπόλοιπο του λογαριασμού. Παρέπεμψε δε το Δικαστήριο για κάθε ένα από τα θέματα που καταπιάστηκε σε νομολογία, ξένη και Κυπριακή. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Στην υπόθεση Πελεκάνου ν. Πελεκάνου
(1999)1 ΑΑΔ 1273 λέχθηκαν τα εξής: «Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει. Και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει και της γνώσης του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 6739, ημερ. 27.03.2000). » Από τα πιο πάνω, έκδηλα και αβίαστα, συνάγεται ότι το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας από το Δικαστήριο είναι η πιο σημαντική έκφανση της δικαστικής κρίσης, η οποία δεν εξαντλείται μόνο στην επισήμανση των τυχόν αντιφάσεων ή παραλείψεων και αδυναμιών, αλλά επεκτείνεται σε γενικότερη θεώρηση της μαρτυρίας όπως εκδηλώνεται, διαφαίνεται και εξελίσσεται στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Όλοι οι μάρτυρες της Ενάγουσας ήταν ειλικρινείς, ευθείς και πειστικοί, δεν περιέπεσαν σε αντιφάσεις και υπήρχε ειρμός και συνάφεια στις απαντήσεις τους. Άλλωστε, δεν υποδείχθηκε κανένα σημείο, από το συνήγορο της Εναγομένης 3, ότι είπαν ψέματα. Τον ισχυρισμό της Εναγόμενης 3, που προβάλλεται στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, ότι υπάλληλοι της Ενάγουσας τους ανέφεραν ότι θα απαλλάσσετο η Εναγόμενη 3 με την έκδοση του τίτλου, δεν τον προώθησε με ανάλογη υποβολή στην ΜΕ3, στην παρουσία της οποίας υπέγραψε ο Χατζηγεωργίου το εγγυητήριο έγγραφο, ότι δηλαδή η ΜΕ3 ανάφερε σ' αυτόν ότι η Εναγόμενη 3 θα απαλλάσσετο με την έκδοση του τίτλου. Αποδέχομαι τη μαρτυρία τους. Ο ΜΥ δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Δεν ήταν ειλικρινής και ευθύς και δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Συγκεκριμένα ενώ ανάφερε ότι δεν ήταν πρόθεση της Εναγόμενης 3 να εγγυηθεί το δάνειο των Εναγομένων 1 και 2, στο Τεκμήριο 6 το οποίο αποτελεί την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης 3, αναγράφεται ξεκάθαρα ότι κατά τη συνεδρία που έγινε στις 02/08/2007 αφού μελετήθηκε εγκρίθηκε η παράκληση των Εναγομένων 1 και 2 όπως η Εναγόμενη 3 αποδεχθεί την παραχώρηση εγγύησης της Εναγομένης 3 για το ποσό των CHF409.212,00 πλέον τόκους για τις υποχρεώσεις των Εναγομένων 1 και 2 προς την Ενάγουσα σε σχέση με την αγορά της κατοικίας, που αναφέρεται πιο πάνω. Επίσης, ενώ έγινε προσπάθεια να φανεί ότι δεν διάβασαν τη συμφωνία εγγύησης αλλά ότι τους την διάβασαν όχι όλη, στη συνέχεια ανέφερε ότι διάβασαν τον όρο 21 που αποτελεί ουσιαστικά και το κύριο θέμα της επίδικης διαφοράς. Ακόμα στην προσπάθειά του να αποποιηθεί της υποχρέωσης που πηγάζει από τη συμφωνία εγγύησης και δη τον όρο 21 αυτής, ανέφερε ότι δεν ένιωθαν ότι έβαζε εγγύηση η Εναγόμενη 3 αλλά υποθήκη, ισχυρισμός βέβαια που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός από ένα άτομο σαν αυτό που ασχολείται με την πώληση κατοικιών αφού η διαφορά της υποθήκης από την εγγύηση και οι ενέργειες που γίνονται για υποθήκευση ενός ακινήτου είναι εντελώς διαφορετικές. Επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι η ΜΕ3, που ανάφερε ότι ο Χατζηγεωργίου υπέγραψε το εγγυητήριο έγγραφο στην παρουσία της, ούτε αντεξετάστηκε, ούτε της υποβλήθηκε ότι παρών ήταν και ο ΜΥ, ο οποίος στη μαρτυρία του ανάφερε ότι ήταν παρών κατά την υπογραφή του, έτσι ώστε να μπορεί η ΜΕ3 να δώσει τη δική της εκδοχή επί τούτου και επομένως δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη αυτή η αναφορά του ΜΥ. Τέλος, να επισημανθεί ότι ο ισχυρισμός της ΜΕ3, ότι ο Χατζηγεωργίου, ο οποίος ήταν δεόντως εξουσιοδοτημένος από την Εναγόμενη 3, αφού του έδωσε το εγγυητήριο έγγραφο και το διάβασε το αποδέχθηκε αφού συμφώνησε με το περιεχόμενό του και το υπόγραψε δεν αντικρούστηκε με αντίθετη μαρτυρία. Για όλους τους πιο πάνω λόγους ο ΜΥ κρίνεται αναξιόπιστος. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης, τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι τα ακόλουθα: Η Ενάγουσα είναι πιστωτικό ίδρυμα και ασκεί τραπεζικές εργασίες σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία. Στα πλαίσια των εργασιών της δυνάμει γραπτής σύμβασης δανείου ημερομηνίας 05/07/2007, Τεκμήριο 4, παρείχε δάνειο ύψους CHF341.000 προς τους Εναγόμενους 1 και 2 για την αποπληρωμή του τιμήματος αγοράς εκ μέρους τους, από την Εναγόμενη 3, μίας οικίας με αριθμό 2, στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/3974, Τεμάχιο 189, Φ.Σχ. 2-284-378, τοποθεσία «Καψαλερά», στο χωριό Φρέναρος, επαρχίας Αμμοχώστου, δυνάμει συμφωνίας πώλησης ημερομηνίας 05/07/2007, Τεκμήριο 2, αφού προηγουμένως ζητήθηκε από την αντιπρόσωπό τους, δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 21/04/2007, Τεκμήριο 3, η διερεύνηση παροχής στεγαστικού δανείου ύψους CHF341.000 και υποβλήθηκαν τα περιουσιακά τους στοιχεία όπως εμφαίνονται στο έντυπο με τα οικονομικά στοιχεία των Εναγομένων 1 και 2, Τεκμήριο 14, στο οποίο δηλώνεται ουσιαστικά η εισοδηματική, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση των Εναγομένων 1 και 2 και υποβλήθηκε σχετική αίτηση. Οι Εναγόμενοι 1 και 2, προς καλύτερη εξασφάλιση της Ενάγουσας, υπέγραψαν σύμβαση εκχώρησης των δικαιωμάτων τους, ημερομηνίας 21/04/2007, Τεκμήριο 7, στην Ενάγουσα, την αποδοχή του οποίου υπέγραψε και η Εναγόμενη 3, που πηγάζουν από τη σύμβαση πώλησης ημερομηνίας 05/07/2007, Τεκμήριο
- Προς εξασφάλιση του πιο πάνω δανείου, η Εναγόμενη 3, κατόπιν σχετικής απόφασής της ημερομηνίας 02/08/2007, Τεκμήριο 6, υπέγραψε σύμβαση εγγύησης ημερομηνίας 02/08/2007, Τεκμήριο
- Ακολούθως η Ενάγουσα εκταμίευσε το ποσό των CHF341.000 από το λογαριασμό που άνοιξε των Εναγομένων 1 και 2 και το μετέφερε και το πίστωσε σε λογαριασμό της Εναγόμενης 3, Τεκμήριο
- Επειδή οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν κατέβαλλαν τις δόσεις τους, η Ενάγουσα απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 11/9/2009, Τεκμήριο 10, σε αυτούς καθώς και στην Εναγόμενη 3, με την οποία απαιτούσε την εξόφληση του δανείου εντός 21 ημερών, με αναφορά στις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 3 δυνάμει του εγγυητηρίου εγγράφου και αναφερόταν ότι ο λογαριασμός επιβαρύνετο με αυξημένο επιτόκιο, όπως τους είχε κοινοποιηθεί. Να σημειωθεί ότι έγινε ανακοίνωση για την αύξηση του επιτοκίου στον τύπο, Τεκμήριο
- Στη συνέχεια, επειδή οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν εξόφλησαν το δάνειό τους, η Ενάγουσα τερμάτισε τη μεταξύ τους συμφωνία ζητώντας άμεσα την εξόφληση του ως άνω δανείου και λογαριασμού με επιστολή της ημερομηνίας 08/04/2010, Τεκμήριο 11, προς τους Εναγόμενους 1 και 2, απαιτώντας την πληρωμή του οφειλόμενου υπολοίπου εκ CHF368.870,72 πλέον τόκους, πλην όμως παρέλειψαν να πράξουν τούτο μέχρι σήμερα, ενώ με επιστολή ίδιας ημερομηνίας ενημερώνετο η Εναγόμενη 3 περί τούτου και ζήτησε την εξόφληση απ' αυτήν, με ρητή αναφορά στο υπόλοιπο ποσό και τις συνέπειες της επιστολής αυτής για την ίδια ως εγγυήτρια. Σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού του δανείου, Τεκμήριο 12, η οποία αρχίζει από τις 31/12/2009 και τελειώνει στις 11/02/2015, το ύψος του οφειλομένου ποσού του δανείου στις 11/02/2015 ανήρχετο σε CHF576.129,17 ή άλλως πως CHF368.870,72 με τόκο 9,31750% από 08/04/2010 μέχρι εξόφλησης, που αξιώνεται με την αγωγή. Τέλος, να αναφερθεί ότι, αν και η θέση της Ενάγουσας ήταν ότι δεν εκδόθηκε τίτλος για την εν λόγω κατοικία, με δήλωση του κυρίου Σωτηρίου αναγνωρίστηκε ότι εκδόθηκε τίτλος ιδιοκτησίας, Τεκμήριο 16, ο οποίος στάληκε στην Ενάγουσα μετά τις 12/03/2015, που είναι η ημερομηνία έκδοσής του. Σε σχέση δε με τους Εναγόμενους 1 και 2, ως αναφέρθηκε και στην αρχή, εκδόθηκε απόφαση στις 02/03/2011, Τεκμήριο
- Eνόψει των πιο πάνω ευρημάτων, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση των θεμάτων που αποτέλεσαν την κύρια διαφορά μεταξύ των δύο πλευρών και δη τις περιστάσεις υπό τις οποίες υπεγράφη η σύμβαση εγγύησης και την ερμηνεία της, Τεκμήριο 8, τις συνθήκες και περιστάσεις υπό τις οποίες παραχωρήθηκε το δάνειο δυνάμει της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 4, η εκχώρηση, Τεκμήριο 7 και το κατά πόσο αποδείχθηκε το αξιούμενο οφειλόμενο ποσό. Όσον αφορά την παραχώρηση δανείου εκ μέρους της Ενάγουσας προς τους Εναγόμενους 1 και 2, για αγορά κατοικίας από την Εναγόμενη 3, διαπιστώνεται από τη μαρτυρία της ΜΕ3 ότι η Ενάγουσα ζήτησε και έλαβε όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για αξιολόγηση της οικονομικής κατάστασης και ικανότητας των Εναγομένων 1 και 2 όπως το είδος της εργασίας τους, τον μηνιαίο μισθό τους και άλλων στοιχείων, όπως φαίνονται στο Τεκμήριο 14, με βάσει τις οποίες, αφού έκρινε η Ενάγουσα ότι ήταν ικανοί να αποπληρώσουν το δάνειο, τότε παραχώρησε το δάνειο σε αυτούς. Ως εκ τούτου, η σχετική, έμμεση, θέση της Υπεράσπισης ότι δεν αξιολογήθηκε η νομική τους κατάσταση απορρίπτεται. Σε σχέση με τη σύμβαση εκχώρησης, η οποία στην Κύπρο βρίσκει έρεισμα στο Δίκαιο της Επιείκειας και όχι σε κάποιο Νομοθετικό πλαίσιο, μπορεί να λεχθεί ότι είναι μια σύμβαση μεταξύ μόνο του εκχωρητή και του εκδοχέα, σύμφωνα με την οποία εκχωρεί το δικαίωμά του σε περιουσιακό στοιχείο ο πρώτος στο δεύτερο με απόλυτο τρόπο, ως στη συγκεκριμένη περίπτωση των Εναγομένων 1 και 2 και της Ενάγουσας και κανενός άλλου, η οποία δεν χρειάζεται να γνωστοποιηθεί στον οφειλέτη, εδώ στην Εναγόμενη 3, η οποία όμως μη γνωστοποίηση μπορεί να έχει δυσμενείς συνέπειες για τον εκδοχέα, σε κάποιες περιπτώσεις, οι οποίες δεν χρειάζεται να αναφερθούν τώρα, αφού δεν τίθεται τέτοιο θέμα, δυνάμει της οποίας θα μπορούσε ο εκδοχέας και χωρίς τη σύμπραξη του εκχωρητή να εγείρει αγωγή εναντίον του οφειλέτη και να αξιώσει το περιουσιακό στοιχείο, από την οποία δεν θα μπορούσε να έλκει δικαιώματα η Εναγόμενη 3 από τρίτο, ήτοι τους Εναγόμενους 1 και 2, με βάση την αρχή της συμβατικής σχέσης (Privity of Contract) (βλ. Πίριλλος v. Κονναρή
(2000)1 ΑΑΔ 1154). Το ότι υπέγραψε τη σύμβαση εκχώρησης ο πωλήτρια της κατοικίας, δηλαδή η Εναγόμενη 3, δεν την καθιστά συμβαλλόμενο μέρος σε αυτήν καθ' αυτήν τη σύμβαση εκχώρησης, αλλά τούτο αποτελεί πράξη απόδειξης γνωστοποίησης της σύμβασης εκχώρησης στην Εναγόμενη 3, που σκοπό έχει την προστασία της Ενάγουσας από τυχόν ενέργειες των Εναγομένων 1 και 2 ή της Εναγόμενης 3, όπως π.χ. η εκχώρηση για δεύτερη φορά από τους Εναγόμενους 1 και 2 του ίδιου δικαιώματος ή η μεταβίβαση της κατοικίας από την Εναγόμενη 3 στους Εναγόμενους 1 και 2 ή σε άλλο πρόσωπο καθ' υπόδειξη των Εναγομένων 1 και
- Είναι ακριβώς γι' αυτό το λόγο, δηλαδή της επιφύλαξης για τις υποχρεώσεις του εκδοχέα, που η Ενάγουσα προνόησε με ξεκάθαρο τρόπο στη σύμβαση εκχώρησης, Τεκμήριο 7, την παραχώρηση σε αυτήν μόνο των δικαιωμάτων των Εναγομένων 1 και 2 που απορρέουν από τη σύμβαση πώλησης, Τεκμήριο 2, αφού με βάση τη νομολογία του Κοινοδικαίου ο εκδοχέας αποκτά δικαίωμα με όλες τις επιβαρύνσεις που υφίστανται σε σχέση με αυτό κατά το χρόνο της γνωστοποίησης προς τον οφειλέτη και έτσι σε περίπτωση αγωγής από τον εκδοχέα εναντίον του οφειλέτη, ο τελευταίος μπορεί να προβάλει όλες τις υπερασπίσεις που υπήρχαν σε σχέση με το δικαίωμα που εκχωρήθηκε κατά το χρόνο της γνωστοποίησης προς αυτόν. Η ερμηνεία όρου ή όρων μίας σύμβασης, αποτελεί νομικό θέμα το οποίο υπόκειται σε καλά θεμελιωμένους ερμηνευτικούς κανόνες και το οποίο καλείται το Δικαστήριο να ερμηνεύσει ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια η οποία στοχεύει στην εξεύρεση της πρόθεσης των συμβαλλομένων μερών η οποία εξάγεται με οδηγό την γραμματική έννοια της λέξης ή φράσης που χρησιμοποιήθηκε, κρινόμενη υπό το πρίσμα των σκοπών της σύμβασης όπως αποκαλύπτονται από το σύνολο της. Για να εξευρεθεί το νόημα των διάφορων όρων που περιλαμβάνονται σε μια σύμβαση αυτή πρέπει να ερμηνεύεται συνολικά και με συμμετρικότητα. Ότι η σύμβαση εκχώρησης, Τεκμήριο 7, φέρει τίτλο «Agreement» δεν υποδηλεί, εάν αυτή είναι μια από τις εισηγήσεις της υπεράσπισης, ότι είναι εκχώρηση και υποχρεώσεων, υπό την έννοια ότι η Ενάγουσα καθίσταται στη θέση των Εναγομένων 1 και 2 έναντι της Εναγομένης 3 και όχι μόνο δικαιωμάτων όπως εισηγείται η Ενάγουσα, αφού καθοριστική σημασία έχουν οι πρόνοιες και το περιεχόμενο της σύμβασης εκχώρησης, Τεκμήριο 7, που με σαφήνεια αναφέρονται σε αυτήν, που οδηγεί με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 εκχώρησαν μόνο δικαιώματα στην Ενάγουσα. Έπεται ότι οι θέσεις που ανέπτυξε ο συνήγορος της Εναγομένης 3, είτε άμεσα είτε έμμεσα, γύρω από τη σύμβαση εκχώρησης, δεν μπορούν να ευσταθήσουν και απορρίπτονται. Όσον αφορά τη διαφορά που προέκυψε κατά πόσο είναι σύμβαση εγγύησης ή κάλυψης, η οποία είναι συνεχής, όπως προβάλλει η Ενάγουσα στην Έκθεση Απαίτησής της και τη θέση της Υπεράσπισης ότι πρόκειται για περιορισμένη σύμβαση για συγκεκριμένη, μία πράξη και ποσό που σχετίζεται μόνο με το δάνειο που έλαβαν οι Εναγόμενοι 1 και 2 από την Ενάγουσα και όχι για οιεσδήποτε άλλες μελλοντικές πράξεις ή συναλλαγές, έχοντας κατά νου τη νομολογία, ποια χαρακτηριστικά έχει μία και ποια η άλλη, χωρίς δισταγμό το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πρόκειται για σύμβαση κάλυψης αλλά για σύμβαση εγγύησης η οποία δεν είναι συνεχής, υπό τη νομική έννοια του όρου, αλλά περιορισμένη για τη συγκεκριμένη πράξη και συναλλαγή του δανείου που δόθηκε για αγορά της κατοικίας από την Εναγόμενη 3 και μέχρι το συγκεκριμένο ποσό που αναφέρεται σ' αυτήν. Εξετάζοντας τώρα την εισήγηση της Υπεράσπισης, ότι η σύμβαση εγγύησης Τεκμήριο 8, που δεν αμφισβητείται η υπογραφή της από την Εναγόμενη 3, στην οποία στον όρο 21 η Ενάγουσα διασαφήνιζε ή διευκρίνιζε ότι απαλλασσόταν από τη σύμβαση εγγύησης η Εναγόμενη 3, ότι, ως εκλαμβάνει το Δικαστήριο, είναι εγγύηση τίτλου και όχι εξασφάλισης του χρέους και από την άλλη τη θέση της Ενάγουσας ότι πρόκειται για σύμβαση που καλύπτει τις υποχρεώσεις των Εναγομένων 1 και 2, που αναφέρονται ρητά σε αυτήν, που υπηρετεί τη σύμβαση δανείου μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγομένων 1 και 2, πρέπει να αναφερθεί ότι δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι η σύμβαση εγγύησης, Τεκμήριο 8, καταρτίστηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες της νομοθεσίας ΚΕΦ.
- Με αναφορά στον όρο 21 του Τεκμηρίου 8 στον οποίο αναφέρεται ότι η Εναγόμενη 3 απαλλάσσεται της εγγύησης στην περίπτωση έκδοσης τίτλου, μεταβίβασης της κατοικίας στους Εναγόμενους 1 και 2 και ταυτόχρονης πρώτης υποθήκης τούτης προς όφελος της Ενάγουσας, και μείωσης του υπολοίπου του δανείου στο 70% της αγοραίας αξίας του ακινήτου και στις πρόνοιες της σύμβασης πώλησης Τεκμήριο 2, που προβλέπουν την υποχρέωση της Εναγομένης 3 να εκδώσει ξεχωριστό τίτλο για την κατοικία, έγινε εισήγηση ότι (α) η υποχρέωση της Εναγομένης 3 ήταν μέχρι την έκδοση του τίτλου της κατοικίας και (β) ότι υπάρχει αοριστία στο χρόνο πλήρωσης των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 3 (έκδοσης τίτλου και λοιπά) και του καθορισμού χρόνου της αγοραίας αξίας του ακινήτου. Όσον αφορά την εισήγηση (α) μπορούν να λεχθούν τα ακόλουθα. Ο γενικός κανόνας είναι ότι όταν μια συμφωνία έχει διατυπωθεί εγγράφως, είτε ως αποτέλεσμα νομικής υποχρέωσης είτε κατόπιν επιθυμίας των συμβαλλομένων, εξωγενής μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για να αντικρούσει, να τροποποιήσει, να αφαιρέσει ή να προσθέσει στους όρους του εγγράφου. Στην υπόθεση Πολυκάρπου v. Πολυκάρπου,
(1982)1 CLR 182, 196, ειπώθηκαν τα πιο κάτω: «Είναι ένας πολύ παλιός κανόνας στο νόμο της απόδειξης που δεν επιτρέπει την αποδοχή μαρτυρίας που αντικρούει ή τροποποιεί τους όρους ενός εγγράφου. Ο κανόνας αναπτύχθηκε για να προσδώσει μια βεβαιότητα στις καθημερινές συναλλαγές.» Ο κανόνας αυτός όμως δεν θα μπορούσε να είναι άκαμπτος γιατί τότε θα οδηγούσε σε αδικίες. Γι΄ αυτό και υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Συμβιβάζοντας τον κανόνα με τις εξαιρέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να ισοζυγίζει (α) την ανάγκη για τη βεβαιότητα στη διεκπεραίωση των ανθρωπίνων σχέσεων και (β) την ανάγκη για την απρόσκοπτη επιδίωξη της αλήθειας (βλ. Πολυκάρπου ανωτέρω, Χρ. Σολομωνίδης και αδελφοί Λτδ v Tsouris Constructions and Estates Ltd
(1991)1 ΑΑΔ 355, Victor Onega A.G, v 1) Του πλοίου Μ/V Girvas
(2000)1 AAΔ 16 και Belcy Company Ltd v Ζένιου Λουκά
(2003)1 (Β) ΑΑΔ 871, 881). Οι εξαιρέσεις, αν και δύσκολο να καθοριστούν, μπορούν να ταξινομηθούν σ΄ αυτές που αναφέρονται, (α) στην εγκυρότητα της συμφωνίας (β) στην πραγματική φύση της συναλλαγής (γ) στην ιδιότητα των συμβαλλομένων (δ) σε συνακόλουθη υποχρέωση και (ε) σε ερμηνεία ενός εγγράφου. Κατ' αρχάς, να λεχθεί ότι η πιο πάνω εισήγηση (α) παραγνωρίζει το σκοπό της σύμβασης εγγύησης. Ο κύριος βασικός και σημαντικότερος σκοπός της υπό εξέταση σύμβασης εγγύησης και δη του όρου 21 του Τεκμήριου 8 είναι η εκπλήρωση της υποχρέωσης των Εναγόμενων 1 και 2 που έχουν οι τελευταίοι δυνάμει της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 4, την οποία υπηρετεί η σύμβαση εγγύησης. Η απαλλαγή της Εναγόμενης 3 σύμφωνα με τον όρο 21 του Τεκμηρίου 8 που μπορούσε να επέλθει, εκτός από την εξόφληση των υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 και 2 προς την Ενάγουσα και με τη συντέλεση της έκδοσης ξεχωριστού τίτλου και μεταβίβασης στους Εναγόμενους 1 και 2 και ταυτόχρονης πρώτης υποθήκης του προς όφελος της Ενάγουσας και επιπρόσθετα μείωσης του υπολοίπου του δανείου στο 70% της αγοραίας αξίας του ακινήτου, δεν είναι τυχαία αφού οι Εναγόμενοι 1 και 2 λάμβαναν δάνειο χωρίς να παραχωρήσουν καμία εξασφάλιση στην Ενάγουσα, ενώ τα χρήματα από το δάνειο κατέληξαν στην Εναγόμενη 3 άμεσα με την εκταμίευση τους από την Ενάγουσα από το λογαριασμό των Εναγομένων 1 και 2 και τη μεταφορά και πίστωσή τους στο λογαριασμό της Εναγόμενης
- Η υποθήκη της κατοικίας που συμπεριλήφθηκε στον όρο 21 του Τεκμηρίου 8 προς όφελος της Ενάγουσας ήταν το αντιστάθμισμα στην ανύπαρκτη εξασφάλιση από τους Εναγόμενους 1 και 2 του δανείου που λάμβαναν από την Ενάγουσα για να μη δύναται από τη μια η Εναγομένη 3 να το μεταβιβάσει στους Εναγόμενους 1 και 2 και η Ενάγουσα να παρέμενε χωρίς καμία εξασφάλιση και από την άλλη η μη υλοποίηση των προνοούμενων στον όρο 21 του Τεκμηρίου 8 να καθιστά υπεύθυνη για το όποιο χρεωστικό υπόλοιπο, μέχρι του ποσού που αναφέρεται στον όρο 21, την Εναγομένη 3, που σε τελική ανάλυση αυτή βοηθείτο από την Ενάγουσα για την πώληση της κατοικίας στους Εναγόμενους 1 και 2 οι οποίοι τίποτε δεν πρόσφεραν στην Ενάγουσα για εξασφάλιση όταν λάμβαναν το δάνειο. Άλλωστε ποιο νόημα θα είχε η εγγύηση για την Ενάγουσα αν η εγγύηση της Εναγομένης 3 ήταν μόνο για την έκδοση του τίτλου της κατοικίας, που όπως είπε ο ΜΥ είναι επαγγελματική υποχρέωση της Εναγομένης 3, όπως εισηγείται η Υπεράσπιση, αφού από μόνη της η έκδοση του τίτλου δεν θα είχε να προσφέρει τίποτε στην Ενάγουσα. Μόνο με την υλοποίηση και των τριών πιο πάνω γεγονότων και δη της υποθήκευσης του ξεχωριστού τίτλου της κατοικίας αποκτούσε σημασία το περιεχόμενο του όρου 21 του Τεκμηρίου 8 για την Ενάγουσα, αφού έτσι θα μπορούσε να το πωλήσει και να ικανοποιήσει ολόκληρη ή μέρος της οφειλής προς αυτή. Η περαιτέρω δε προϋπόθεση απαλλαγής της Εναγόμενης 3 πέραν των πιο πάνω και μείωσης του υπολοίπου του δανείου στο 70% της αγοραίας αξίας του ακινήτου επιβεβαιώνει και ενισχύει τη θέση της Ενάγουσας ότι επρόκειτο για εγγύηση του δανείου της Ενάγουσας προς τους Εναγομένους 1 και
- Ακόμα ένα ισχυρό στοιχείο για την πιο πάνω ερμηνεία της σύμβασης εγγύησης, ότι δηλαδή πρόκειται για σύμβαση εξασφάλισης χρηματικής υποχρέωσης, είναι η απόφαση της Εναγομένης 3, Τεκμήριο 6, στην οποία αναφέρεται ότι: «Κατά την ως άνω συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας και αφού μελετήθηκε. Εγκρίθηκε η παράκληση των κ.κ. Otley Caine Owen & Westover Marshall Scott όπως η Εταιρεία HARNDRYS LIMITED αποδεχθεί:- .........
- Την παραχώρηση της εγγύησης της εταιρείας για το ποσό των CHF409.212,00 πλέον για τις υποχρεώσεις των κ.κ. Otley Caine Owen & Westover Marshall Scott προς την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ σε σχέση με την αγορά του πιο πάνω ακινήτου, και εξουσιοδοτείται και πάλι ο κ. Ανδρέας Χατζηγεωργίου, να υπογράψει για την Εταιρεία κάθε αναγκαίο έγγραφο ή έγγραφα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, σε σχέση με την εγγύηση αυτή. Η παραχώρηση της εγγύησης αυτής δίδεται προς όφελος και για σκοπούς της εταιρείας και η παραχώρηση της εγγύησης είναι μέρος των εξουσιών των διευθυντών». Έπεται ότι η σχετική εισήγηση (α) της Υπεράσπισης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Όσον αφορά την εισήγηση (β) σε σχέση με την αοριστία του χρόνου πλήρωσης των υποχρεώσεων της Εναγομένης 3, όπως αναφέρθηκαν προηγουμένως, προς τους Εναγομένους 1 και 2, κατ' αρχάς όπως ο ΜΥ ανάφερε, ήταν επαγγελματική υποχρέωση της Εναγόμενης 3 η έκδοση ξεχωριστού τίτλου της κατοικίας η οποία έχει υλοποιηθεί με την έκδοση του τίτλου στις 12/03/2015, Τεκμήριο
- Η μη ύπαρξη ακριβούς χρόνου, στο πωλητήριο έγγραφο, έκδοσης ξεχωριστού τίτλου είναι θέμα που σχετίζεται μόνο με τους Εναγόμενους 1 και 2 και την Εναγόμενη
- Η μη αναφορά χρόνου, στη σύμβαση εγγύησης, για την έκδοση τίτλου, ουδόλως επηρεάζει τη σύμβαση εγγύησης, αφού έτσι επαφίετο ξεκάθαρα στην Εναγόμενη 3 να ενεργήσει τάχιστα, αν επιθυμούσε, στην έκδοση του τίτλου, για να καθίσταται δυνατή η γρηγορότερη απαλλαγή της, αφού εκπληρώνοντο και τα άλλα προβλεπόμενα σε αυτήν. Ο μη καθορισμός χρόνου έκδοσης τίτλου ουδόλως επηρεάζει τη σύμβαση εγγύησης η οποία υπηρετεί τη σύμβαση δανείου και όχι τη σύμβαση πώλησης και ήταν θέμα της Εναγόμενης 3 η οποία ωφελείτο από τούτο. Σε σχέση με την εισήγηση για αοριστία του χρόνου υπολογισμού της αγοραίας αξίας του ακινήτου που αναφέρεται στο 2 του όρου 21 του Τεκμηρίου 8, θα είχε νόημα εάν, πρώτα εκπληρώνοντο και τα τρία γεγονότα που αναφέρονται πιο πάνω και δεύτερο εάν καταβάλλετο οιοδήποτε ποσό και υπήρχε αμφισβήτηση αν τούτο κάλυπτε το 70% του δανείου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν καταβλήθηκε κανένα ποσό και ως εκ τούτου δεν έχει καμία σημασία τούτο. Εν πάση περιπτώσει τούτο έκδηλα υπερπηδείται με την αποδοχή της αγοραίας αξίας κατά το χρόνο που θα ήταν προς όφελος της Εναγόμενης
- Επομένως, και αυτή η σχετική εισήγηση απορρίπτεται. Τέλος, σε καμία περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι η σύμβαση εγγύησης ήταν προϊόν πλάνης ή λάθους ή βεβαιώσεων και παραστάσεων της Ενάγουσας προς την Εναγομένη 3, αφού η μαρτυρία του ΜΥ απορρίφθηκε αφού κρίθηκε τούτος αναξιόπιστος και δεν υπάρχει ίχνος πλέον μαρτυρίας που να υποστηρίζει τέτοια εισήγηση. Συνεπώς απορρίπτεται και αυτή η εισήγηση. Σύμφωνα με την υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Βασίλης Χαραλάμπους
(2010)1 ΑΑΔ 829, σε περιπτώσεις, όπως η υπό κρίση υπόθεση, που αφορά σε κατ' ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι τέσσερα: Α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων κλπ μαζί με τους όρους του. Β) Η παράβαση όρου της σύμβασης. Γ) Ο τερματισμός της σύμβασης και Δ) Το οφειλόμενο υπόλοιπο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση έχει αποδειχθεί το στοιχείο (Α), ήτοι η σύμβαση δανείου, από το Τεκμήριο 4 και τη μαρτυρία των ΜΕ1, 2 και
- Επίσης έχει αποδειχθεί το στοιχείο (Β), δηλαδή η παράβαση όρων σύμβασης, αφού δεν τηρούντο οι όροι αυτής, ένεκα του γεγονότος ότι δεν καταβλήθηκε καμία δόση, καθώς και το στοιχείο (Γ), ήτοι ο τερματισμός του λογαριασμού όπως καταδεικνύεται από το Τεκμήριο
- Γι' αυτή την επιστολή, όπως ανέφερε η ΜΕ3, η μαρτυρία της οποίας έγινε αποδεκτή, αποστάληκε σε όλους τους Εναγόμενους και δεν επιστράφηκε. Η μη επιστροφή της συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι είχε παραδοθεί στα πρόσωπα που απευθυνόταν (βλ. Latifundia Properties Ltd. v. Ψακή
(2003)1 ΑΑΔ 670, Πιττάκας ν. Γ. Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 ΑΑΔ 1895, Λαϊκή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ
(2009)1 ΑΑΔ 479 και Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Limited
(2012)1 ΑΑΔ 2059). Το βάρος απόδειξης ότι δεν παραλήφθηκε αντιστρέφεται και είναι ο Εναγόμενος που επικαλείται τη μη παραλαβή της που πρέπει πλέον να αποδείξει ότι δεν έλαβε την επιστολή, πράγμα που δεν συνέβη εδώ. Η τελευταία γνωστή διεύθυνση της Εναγόμενης 3 στην Ενάγουσα, ήταν αυτή που έδωσε όταν καταρτίζετο η σύμβαση εγγύησης, όπου και αποστάληκε τόσο η επιστολή Τεκμήριο 10 όσο και η επιστολή Τεκμήριο
- Η Εναγόμενη 3 είχε την ευθύνη και υποχρέωση αν άλλαζε διεύθυνση να ειδοποιήσει την Ενάγουσα για τη νέα διεύθυνσή της, πράγμα που δεν έκανε. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι πήρε ταχυδρομική θυρίδα, κανένα στοιχείο δεν παρουσιάστηκε από την Εναγόμενη 3 που να υποστηρίζει τούτο καθώς και πότε έγινε τούτο και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός αυτός ο ισχυρισμός. Εν πάση περιπτώσει και αν ακόμα γινόταν αποδεκτός ο ισχυρισμός αυτός και πάλι δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ότι η Εναγόμενη 3 κοινοποίησε την ταχυδρομική θυρίδα της στην Ενάγουσα. Το τελευταίο στοιχείο που παραμένει να εξεταστεί κατά πόσο πληρείται, είναι το στοιχείο (Δ), δηλαδή αν αποδείχθηκε το οφειλόμενο ποσό, όπως συγκεκριμενοποιήθηκε από το Τεκμήριο
- Όσον αφορά την εισήγηση του δικηγόρου της Εναγομένης 3 ότι δεν αποδείχθηκε η οφειλή γιατί η μαρτυρία που παρουσίασε η Ενάγουσα, διά μέσου των ΜΕ1, 2 και 3 για απόδειξη του ποσού της αξίωσης, δεν συνάδει ή δεν είναι σύμμορφη με το άρθρο 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου, ΚΕΦ. 9, παρατηρώ ότι πράγματι ο ΜΕ1 δεν ανάφερε στη δήλωση-κατάθεσή του ότι προέβη σε σύγκριση της αρχικής καταχώρησης με το αντίγραφο της κατάστασης λογαριασμού και διαπίστωσε ότι είναι ορθά ή ανάφερε ότι έλεγξε το αντίγραφο με την αρχική καταχώρηση, όπως και η ΜΕ3, όμως δεν χρειάζεται να λεχθούν ακριβώς οι πιο πάνω συγκεκριμένες φράσεις για να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι έγινε τέτοια σύγκριση και τέτοιος έλεγχος. Είναι αρκετό, αν συνάγεται από τα συμφραζόμενα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, ότι αυτό έγινε, όπως στην περίπτωση μας, που εξάγεται τούτο από την αναφορά της ΜΕ3 ότι διερεύνησε ποιο είναι σήμερα το υπόλοιπο του δανείου με προσωπική πρόσβασή της στο ηλεκτρονικό σύστημα της Ενάγουσας μέσω του ηλεκτρονικού της υπολογιστή και διαπίστωσε ότι το ποσό που αναγράφεται στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 12, που παρουσίασε ο ΜΕ1 δεν έχει οποιαδήποτε διαφοροποίηση. Πέραν τούτου, όμως, έχει γίνει παραδοχή από τον ΜΥ ότι εξοφλήθηκε το ποσό αγοράς της κατοικίας από τους Εναγομένους 1 και 2, η οποία βεβαίως εξόφληση έγινε με τη χρέωση του λογαριασμού των Εναγομένων 1 και 2 και μεταφορά και πίστωση του λογαριασμού της με το ποσό των CHF341.010,00 ως εμφαίνεται στο Τεκμήριο 9, για το οποίο δεν καταβλήθηκε οιαδήποτε δόση. Επίσης, η μη κατάθεση κατάστασης λογαριασμού από την ημέρα ανοίγματος του λογαριασμού των Εναγομένων 1 και 2 και δη από τις 04/09/2007, ότε έγινε και η πιστωτική σημείωση, Τεκμήριο 9, εκτός του ότι δεν υποβλήθηκε στους μάρτυρες ότι υπάρχει λάθος στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 12, έτσι ώστε να καθίσταται αναγκαίος ο έλεγχος των πράξεων σε αυτήν, όπως είπαν οι ΜΕ1 και 3 δεν καταβλήθηκε καμία δόση και ούτε δόθηκε αντίθετη μαρτυρία ως προς τούτο και έτσι, όπως καταδεικνύεται από το Τεκμήριο 12, η μόνη χρέωση ήταν τόκοι, για τους οποίους δεν προσκομίστηκε μαρτυρία ότι υπάρχει λανθασμένη καταχώρηση περί τούτων. Όσον αφορά την αύξηση του επιτοκίου, αυτή έγινε εκτός από την ειδοποίηση προς όλους τους Εναγόμενους για την αύξησή του και δυνάμει της ανακοίνωσης στον τύπο, Τεκμήριο 5, δυνάμει του άρθρου 3 του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160(Ι)/99 και σύμφωνα με τη σύμβαση δανείου και βέβαια με αντανάκλαση στη σύμβαση εγγύησης η οποία υπηρετεί τη σύμβαση δανείου εκτός αν στη σύμβαση εγγύησης προνοείτο διαφορετικά. Όσον αφορά την Ανταπαίτηση, με την απόρριψη της μαρτυρίας του ΜΥ και την αποδοχή της μαρτυρίας των ΜΕ1, 2 και 3 και των ευρημάτων του Δικαστηρίου ως αναφέρεται ανωτέρω δεν μπορεί να επιτύχει και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω κρίνω ότι η Ενάγουσα δικαιούται σε έκδοση απόφασης υπέρ της και εναντίον της Εναγομένης 3 για το ποσό των CHF368.870,72 (€257.447,46) πλέον τόκους προς 9,31750% από 08/04/2010 επί του ποσού CHF364.597,32 (€254.464,91) μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση του τόκου 30/06 και 31/12 κάθε έτους. Κατά συνέπεια, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης 3 για το ποσό των CHF368.870,72 (€257.447,46) πλέον τόκους προς 9,31750% από 08/04/2010 επί του ποσού CHF364.597,32 (€254.464,91) μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση του τόκου 30/06 και 31/12 κάθε έτους πλέον έξοδα ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης 3, εκ των οποίων όσα είναι κοινά με τα έξοδα που επιδικάστηκαν στην αγωγή θα είναι ένα σετ εξόδων, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο