Νάσιας Μαρκίδη ν. Κώστα Μαρκίδη, Αρ. Αίτησης: 153/16, 7/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLEF:2016:10 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΣΥΖΥΓΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Τσαγγαρίδη, Δ. Αρ. Αίτησης: 153/16 Μεταξύ: Νάσιας Μαρκίδη, Αιτήτριας και Κώστα Μαρκίδη, Καθ΄ ου η Αίτηση ----------------------------------- Αίτηση ημερ. 15/7/2016 για Άδεια Καταχώρησης Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης ---------------------------------- Ημερομηνία: 7 Οκτωβρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κ. Χρ. Παπαχρυσοστόμου. Για τον Καθ΄ ου η αίτηση: κα Μ. Χαραλαμπίδου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Αιτήτρια, μέσα στα πλαίσια καταχώρησης εναρκτήριας αίτησης διατροφής συζύγων, καταχώρησε στις 19/5/2016 και μονομερή αίτηση, με την οποία αξιώνει την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται ο Καθ΄ ου η αίτηση όπως καταβάλλει σ΄ αυτήν το ποσό των €1.500 μηνιαίως ως η συνεισφορά του για τη διατροφή και συντήρηση της. Το Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της μονομερούς αιτήσεως, διέταξε την επίδοση της στον Καθ΄ ου η αίτηση, ο οποίος στις 12/7/2016 καταχώρησε ένσταση. Ακολούθως, στις 15/7/2016, η Αιτήτρια, καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία αιτείται: «Άδεια του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε απάντηση της ένορκης δήλωσης του Καθ΄ η αίτηση ημερομηνίας 12/7/2016». Ο Καθ΄ ου η αίτηση, στις 13/9/2016, καταχώρησε ένσταση στο πιο πάνω αίτημα. Η υπό κρίση αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση, η οποία διεξήχθηκε με τις γραπτές αγορεύσεις των δικηγόρων των διαδίκων. Η εξέταση της υπό κρίση αίτησης, θα πρέπει κατά την άποψη μου να εξετασθεί με βάση τις νομολογιακές αρχές που την διέπουν σε συνάρτηση με τη φύση της δικαιοδοσίας, ως θέμα διατροφής συζύγων. Το θέμα της διατροφής συζύγων οι οποίοι είναι σε διάσταση, ρυθμίζεται από τον Νόμο που ρυθμίζει τις Περιουσιακές Σχέσεις των Συζύγων και άλλα Συναφή Θέματα Νόμο, Ν. 232/1991. Σχετικά είναι τα άρθρα 3, 4, 6 και 7 του νόμου, τα οποία παρατίθενται κατωτέρω: «3. Οι σύζυγοι έχουν, ανάλογα με τις δυνάμεις τους, αμοιβαία υποχρέωση διατροφής. 4.-
(1)Αν η έγγαμη συμβίωση διακοπεί το Δικαστήριο μπορεί με αίτηση του συζύγου να εκδώσει διάταγμα διατροφής με το οποίο να διατάσσεται ο άλλος σύζυγος να καταβάλλει στον αιτητή διατροφή.
(2)Η υποχρέωση διατροφής παύει ή το ποσό της αυξάνεται ή μειώνεται, όταν το επιβάλλουν οι περιστάσεις.
- Η διατροφή μπορεί να αποκλειστεί ή να περιοριστεί αν αυτό επιβάλλεται από σπουδαίους λόγους, ιδίως αν ο γάμος είχε μικρή χρονική διάρκεια ή αν ο δικαιούχος βαρύνεται με σοβαρή υπαιτιότητα για τη λύση του γάμου ή τη διακοπή της συμβίωσης ή αν προκάλεσε εκούσια την απορία του.
- Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 3, το μέτρο διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του, και περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση του δικαιούχου». Η Δ.48 Θ.4
(2), η οποία αποτελεί τη νομική βάση της αίτησης, προνοεί ότι η ακρόαση της αίτησης γίνεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προβλέπεται από τη Δ.39. Με τον Θεσμό αυτό, αποκλείεται πλέον, σε αμφισβητούμενα γεγονότα η προσαγωγή πρόσθετης προφορικής μαρτυρίας, εκτός βέβαια, από τη δυνατότητα αντεξέτασης, κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, των ενόρκως δηλούντων. Η διάταξη αυτή, δίνει διακριτική εξουσία στο Δικαστήριο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, υπό την προϋπόθεση της απόδειξης καλού λόγου. Το ζήτημα που τίθεται προς εξέταση είναι κατά πόσο, στη βάση των γεγονότων που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, αποκαλύπτεται καλός λόγος, τέτοιος που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Από την υπόθεση A. Messios & Sons Ltd κ.α. v. Ανδρέα Α. Λεωνίδα
(2010)1 (Α) Α.Α.Δ. 195, παρατίθεται το πιο κάτω διαφωτιστικό απόσπασμα: «Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκειμένη περίπτωση υπέρ των εναγόντων-αιτητών. Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ΄ ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων». Επίσης, καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τα λεχθέντα επί του θέματος αυτού, από τον Δικαστή, Στ. Ναθαναήλ, στην Πολιτική Αγωγή αρ. 8869/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, MATHEW SHAN ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ V. DEPFA INVESTMENT BANK LTD, ημερ. 28/2/2007: «Στόχος της αναμόρφωσης του θ.4 της Δ.48 με την Κ.Δ.Π. 5/99 ημερομηνίας 23/12/99, ήταν να αποφευχθούν τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν από την ερμηνεία που δόθηκε στον προηγούμενο θεσμό από νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου . Προσεκτική ανάγνωση και εξέταση του νέου θεσμού δείχνει, με αναφορά και στα όσα καταγράφονται στην παρ. 1 του θ.4 ότι στόχος της καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση της αίτησης ή της ένστασης αντίστοιχα ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση επί του πλήρους φάσματος της διαφοράς. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να αποτελέσει καλό λόγο για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αν ο αιτητής εύλογα αισθάνεται μετά από την καταχώριση της ένστασης, ότι πρέπει να προσθέσει στα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση του, ώστε να έχει δυνατότητα επιτυχίας. Άλλη περίπτωση είναι όπου το Δικαστήριο επί μονομερούς αιτήσεως, συνήθως για απαγορευτικό διάταγμα, εγείρει ερωτηματικά ως προς ορισμένα προαπαιτούμενα της έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος, οπότε και ο αιτητής δυνατόν να ζητήσει από το Δικαστήριο πριν την τελειωτική εξέταση και απόφαση επί της αιτήσεως του, την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε να προσθέσει διάφορους ισχυρισμούς και γεγονότα που έχουν σχέση είτε με το επείγον του χρόνου είτε τη γνώση από πλευράς του αιτητή των γεγονότων που οδήγησαν στην διαφορά κ.τ.λ». Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο δεν εξέδωσε προσωρινό διάταγμα. Αντίθετα, διέταξε την επίδοση της στον Καθ΄ ου η αίτηση, ο οποίος καταχώρησε ένσταση. Έτσι η παρούσα, διακρίνεται από τις περιπτώσεις εκείνες όπου το Δικαστήριο χορήγησε ενδιάμεση θεραπεία στα πλαίσια της εξέτασης της μονομερούς αίτησης και ο διάδικος, με αίτηση για λήψη άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, επιδιώκει με την εισαγωγή μαρτυρίας να αλλοιώσει ή να τροποποιήσει τα γεγονότα με βάση τα οποία εξασφάλισε μονομερώς ενδιάμεση θεραπεία. (Βλ. Stavros Georgiou & Sons (Scrap Metals) Ltd v. Του πλοίου Lipa
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1076). Έχω μελετήσει όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, τόσο με την αίτηση για άδεια όσο και με την ένσταση, καθώς και τα όσα ανάφεραν οι δύο πλευρές με τις αγορεύσεις τους. Κρίνω, ευθύς εξ΄ αρχής ότι η χορήγηση άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δίνει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων. Επίσης η αίτηση για λήψη άδειας προέρχεται από την Αιτήτρια η οποία εύλογα αισθάνεται την ανάγκη, μετά την καταχώρηση της ένστασης, ότι θα πρέπει να προσθέσει στα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση της, ώστε να έχει δυνατότητα επιτυχίας. Με την αίτηση της η Αιτήτρια καταλογίζει στον Καθ΄ ου η αίτηση υπαιτιότητα για την διακοπή της συμβίωσης, προβάλλοντας σχετικούς ισχυρισμούς στην ένορκη της δήλωση. Αντίθετα, ο Καθ΄ ου η αίτηση με την ένορκη του δήλωση και συγκεκριμένα με τις παραγράφους 6(α) έως (z) αποδίδει την διακοπή της συμβίωσης των διαδίκων σε υπαιτιότητα της Αιτήτριας. Δεν έχει σημασία η παράθεση των εκατέρωθεν ισχυρισμών. Ότι έχει σημασία, είναι ότι η υπαιτιότητα της Αιτήτριας στην διακοπή της συμβίωσης τους, θεμελιώνει τον 4ον λόγο ένστασης του Καθ΄ ου η αίτηση: «4. Η αιτήτρια βαρύνεται με σοβαρή και/ή αποκλειστική υπαιτιότητα στην κατάρρευση της έγγαμης σχέσης των διαδίκων και/ή η αιτήτρια δημιούργησε εξωσυζυγική σχέση και/ή εγκατέλειψε τον καθ΄ ου η αίτηση και/ή ο Καθ΄ ου η αίτηση δεν φέρει ευθύνη για την κατάρρευση της έγγαμης σχέσης των διαδίκων και κατά συνέπεια η αιτήτρια δεν δικαιούται να αξιώνει διατροφή από τον καθ΄ ου η αίτηση». Ο πιο πάνω λόγος ένστασης βρίσκει θεμελίωση στο άρθρο 6 του Ν. 232/1991, επομένως δικαιολογημένη και απόλυτα αναγκαία κρίνεται η αντίδραση της Αιτήτριας με την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Ένα άλλο σημείο, για το οποίο θα επιτρέψω την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από την Αιτήτρια, είναι σε σχέση με την παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης του Καθ΄ ου η αίτηση, όπου προβάλλει τον ισχυρισμό του σχετικά με την οικονομική του δυνατότητα, παράγοντας ο οποίος είναι ουσιαστικός για θέματα διατροφής συζύγων, εφ΄ όσον σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 232/1991, οι σύζυγοι έχουν, ανάλογα με τις δυνάμεις τους αμοιβαία υποχρέωση διατροφής. Το θέμα της εισοδηματικής ικανότητας του Καθ΄ ου η αίτηση, σημειώνεται ότι συνιστά τον λόγο αρ. 10 της ένστασης του. Με βάση τα πιο πάνω, κρίνω ότι με την χορήγηση της αιτούμενης άδειας, το Δικαστήριο θα έχει τη δυνατότητα να έχει ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων, τα οποία μάλιστα γεγονότα κινούνται στις παραμέτρους της νομοθεσίας, που ήδη παρατέθηκε και η οποία ρυθμίζει το θέμα της διατροφής συζύγων. Είναι γεγονός ότι, στην αίτηση για λήψη άδειας για καταχώρηση από την Αιτήτρια συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, δεν επισυνάπτεται η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Δεν κρίνω ότι αυτό θα πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης, αφ΄ ης στιγμής για το Δικαστήριο είναι πλήρως αντιληπτό τι επιθυμεί η Αιτήτρια να θέσει ενώπιον του με τη συμπληρωματική ένορκη της δήλωση. (Βλ. Τράπεζα Κύπρου v. Βερεγγάρια Παπακόκκινου κ.α. (Αρ. 1)
(2012)1 Α.Α.Δ. 643). Στη βάση όλων των ενώπιον του Δικαστηρίου τεθέντων στοιχείων, όπως αυτά έχουν αναλυθεί και αξιολογηθεί ανωτέρω, κρίνω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, αποκλίνει υπέρ του αιτήματος της Αιτήτριας. Ως εκ τούτου το αίτημα εγκρίνεται. Συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε σχέση με τις παραγράφους 6(α) έως (z) και 12 της ένορκης δήλωσης του Καθ΄ ου η αίτηση να καταχωρηθεί εντός δέκα
(10)ημερών από σήμερα. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και σε βάρος του Καθ΄ ου η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, καταβλητέα όμως μετά το πέρας της εναρκτήριας αίτησης. (Υπ.) .............. Μ. Τσαγγαρίδης, Δ. /ααγ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο