← Κύπρος

Κυριάκου Κόκκινου ν. Μαρίας Κόκκινου, Αρ. Αίτησης: 86/2014, 31/10/2016

Κυριάκου Κόκκινου ν. Μαρίας Κόκκινου, Αρ. Αίτησης: 86/2014, 31/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLEF:2016:12 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Τσαγγαρίδη, Δ. Αρ. Αίτησης: 86/2014 Μεταξύ: Κυριάκου Κόκκινου, Αιτητή και Μαρίας Κόκκινου, Καθ΄ ης η Αίτηση ----------------------------------- Αίτηση ημερ. 1/3/2016 ------------------------------------ Ημερομηνία: 31 Οκτωβρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Λ. Βραχίμης. Για την Καθ΄ ης η αίτηση: κ. Δ. Παπαχρυσοστόμου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Αιτητής, μέσα στα πλαίσια εναρκτήριας αίτησης Ρύθμισης Περιουσιακών Σχέσεων Συζύγων, καταχώρησε την 1/3/2016, την υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αίτηση, με την οποία αιτείται τις πιο κάτω θεραπείες: «(α) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται η καθ΄ ης η αίτηση όπως εντός 15 ημερών από την έκδοση του διατάγματος ή εντός οποιασδήποτε άλλης προθεσμίας ήθελε ορίσει το δικαστήριο υποβάλει στο δικαστήριο ένορκη δήλωση, στην οποία να περιγράφει πλήρως, με σαφήνεια και κατά συγκεκριμένο τρόπο την περιουσία στην οποία είχαν οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο συμφέρον κατά το χρόνο έναρξης της συμβίωσης του αιτητή και της καθ΄ ης η αίτηση ήτοι κατά ή περί το 1990, κατά την ημερομηνία τέλεσης του γάμου τους κατά ή περί την 29 Σεπτεμβρίου 1991, καθώς και κατά την ημερομηνία της διακοπής της συμβίωσης τους ήτοι κατά ή περί τον Ιούνιο 2014, ή κατ΄ άλλη ημερομηνία που το δικαστήριο ήθελε ορίσει στο διάταγμα. (β) Οιανδήποτε άλλη διαταγή το δικαστήριο ήθελε κρίνει αναγκαία υπό τις περιστάσεις». Η αίτηση υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση του Αιτητή, ο οποίος αναφέρει τα πιο κάτω: «

  1. Είμαι ο αιτητής στην πιο πάνω αίτηση Περιουσιακών Διαφορών.
  2. Κατά τη διάρκεια της συμβίωσης μου με την καθ΄ ης η αίτηση, τόσο πριν όσο και μετά το γάμο μας, απόκτησε διάφορα περιουσιακά στοιχεία τα οποία είναι απαραίτητο για σκοπούς πλήρους και σωστής απονομής της δικαιοσύνης στα πλαίσια της πιο πάνω αίτησής μου να αποκαλύψει στο Δικαστήριο ενόρκως με βάση τη διαδικασία που διαλαμβάνεται στο άρθρο 14Α του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμο.
  3. Ως εκ των ανωτέρω, πιστεύω ότι η αιτούμενη θεραπεία της αίτησης μου, είναι εύλογη και αναγκαία και αποσκοπεί στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης». Η Καθ΄ ης η αίτηση, στις 22/4/2016, καταχώρησε ένσταση. Οι λόγοι της ένστασης είναι οι εξής: «1) Η αιτούμενη θεραπεία ευρίσκεται σε αντίθεση με το άρθρο 14(Α) του Νόμου 232/
  4. Το Δικαστήριο έχει εξουσία να διατάξει την καθ΄ ης η αίτηση σε σχέση μόνο με «την ημερομηνία διακοπής της συμβίωσης ή κατ΄ άλλη ημερομηνία» που το Δικαστήριο ορίζει στο διάταγμα. Δεν παρέχεται εξουσία για περισσότερες από μία ημερομηνία σύμφωνα με το άρθρο 14(Α) του Νόμου 232/
  5. Τα γεγονότα που περιέχονται στην ένορκη δήλωση του αιτητού που υποστηρίζουν την αίτηση δεν δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  6. Δεν γίνεται αναφορά στην ένορκη δήλωση του αιτητή της σχετικότητας των ημερομηνιών του αιτούμενου διατάγματος». Η ένσταση υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση της Καθ΄ ης η αίτηση, η οποία αναφέρει τα πιο κάτω: «1) Είμαι η Καθ΄ ης η αίτηση στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αίτηση. 2) Ως οι δικηγόροι μου Δημήτρης Παπαχρυσοστόμου και Χριστόδουλος Παπαχρυσοστόμου με συμβουλεύουν, δεν παρέχεται εξουσία στο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 14 Α του Νόμου 232/91 να διατάξει πέραν της μίας ημερομηνίας για αποκάλυψη περιουσιακών στοιχείων. Περαιτέρω επισημαίνω ότι ουδεμία αναφορά γίνεται στην ένορκη δήλωση του αιτητή για την ημερομηνία διακοπής της συμβίωσής μας. Η ημερομηνία διακοπής της συμβίωσής μας είναι η κατά ή περί την 23.6.2014 η οποία εξακολουθεί να υφίσταται. 3) Ορκίζομαι ότι πάντα τα ανωτέρω είναι αληθή και ορθά, εξ όσων κάλλιο γνωρίζω και πιστεύω». Η ακρόαση της αίτησης, διεξήχθηκε με τις προφορικές αγορεύσεις των δικηγόρων των διαδίκων. Σημειώνεται, ότι η ακρόαση της περιορίστηκε μόνο στον πρώτο λόγο ένστασης, ο οποίος ουσιαστικά αφορά θέμα ερμηνείας του άρθρου 14(Α)

(1)του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου, Ν. 232/91. Σύμφωνα με τον δικηγόρο της Καθ΄ ης η αίτηση το άρθρο 14(Α)
(1)του Ν. 232/91, δίνει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα αποκάλυψης περιουσίας σε σχέση με την ημερομηνία διακοπής της συμβίωσης ή σε σχέση με άλλη ημερομηνία, χωρίς το εν λόγω άρθρο να δίνει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα αποκάλυψης περιουσίας αναφορικά με διάφορες ημερομηνίες οι οποίες να καθορίζονται κατά τρόπο σωρευτικό στο εν λόγω διάταγμα. Βασίσθηκε, η επιχειρηματολογία της πιο πάνω θέσης, στο άρθρο 2 του περί Ερμηνείας Νόμου όπου ερμηνεύεται η λέξη «ή», στο Λεξικό του Μπαμπινιώτη, και στις αποφάσεις Γιαννάκης Π. Έλληνας v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149 και Γιώργου Αντωνίου -ΚΑΙ- Δήμητρας Χριστοδούλου
(2003)1 Α.Α.Δ. 183, και τούτο για να υποδειχθεί στο Δικαστήριο ότι η χρήση της λέξης «ή» στο εν λόγω άρθρο έχει την γραμματική μορφή του διαζευκτικού συνδέσμου. Αντίθετα, ο δικηγόρος του Αιτητή, εισηγήθηκε, όσον αφορά την ερμηνεία του εν λόγω άρθρου, ότι με βάση το άρθρο 14 του Ν. 232/91, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει αν υπήρξε αύξηση της περιουσίας με μέτρο σύγκρισης την αρχική και τελική περιουσία. Τούτου δοθέντος, οι ημερομηνίες οι οποίες είναι καθοριστικές για τον προσδιορισμό της αύξησης της περιουσίας, δεν είναι μόνο η ημερομηνία κατά την οποία επήλθε η διακοπή της συμβίωσης, αλλά και άλλες ημερομηνίες οι οποίες είναι σχετικές και ουσιώδεις για το Δικαστήριο όπως π.χ., η ημερομηνία έναρξης της συμβίωσης, ή η ημερομηνία τέλεσης του γάμου. Μετά την πιο πάνω παράθεση της επιχειρηματολογίας, θα προχωρήσω κατωτέρω στην ερμηνεία της υπό κρίση διάταξης. Η ρύθμιση των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων, η οποία συνίσταται στην αξίωση του συζύγου για απόδοση της συνεισφοράς του στην αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου σε σχέση με περιουσία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου, ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου, προβλέπεται νομοθετικά στο άρθρο 14 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμο του 1991, Ν. 232/91. Το άρθρο 14 ορίζει ότι: «14.
(1)Σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί, ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
(2)Η συνεισφορά του ενός συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη συνεισφορά.
(3)..............». Μεταγενέστερα, ακολούθησε η τροποποίηση του Ν. 232/91 με τον τροποποιητικό νόμο, Ν. 25(Ι)/98, με τον οποίο προστέθηκαν στον βασικό νόμο, τα άρθρα 14Α έως 14ΣΤ. Το άρθρο 14Α προνοεί τα ακόλουθα: «14Α.
(1)Για σκοπούς καλύτερης εφαρμογής του άρθρου 14, το Δικαστήριο δύναται ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε διαδίκου να εκδώσει διάταγμα, βάσει του οποίου ο καθ΄ ου η αίτηση υποχρεούται, μέσα σε 15 ημέρες από την έκδοση του, ή μέσα σε οποιαδήποτε άλλη χρονική περίοδο το Δικαστήριο ορίσει, να υποβάλει ένορκη δήλωση στο Δικαστήριο, στην οποία να περιγράφει πλήρως, με σαφήνεια και κατά συγκεκριμένο τρόπο την περιουσία στην οποία είχε οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο συμφέρον κατά την ημερομηνία της διακοπής της συμβίωσης ή κατ΄ άλλη σχετική ημερομηνία που το δικαστήριο ορίζει στο διάταγμα.
(2)...............
(3)Το Δικαστήριο δύναται ύστερα από αίτηση του αιτητή να ορίσει ημερομηνία για εξέταση του καθ΄ ου η αίτηση σχετικά με την ορθότητα των ενόρκων δηλώσεων ή των συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων ή άλλων στοιχείων αναφορικά με την περιουσιακή του κατάσταση. Στην περίπτωση αυτή ο καθ΄ ου η αίτηση κλητεύεται ως μάρτυρας». Όπως σημειώνεται στην αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου: «Σκοπός του παρόντος νομοσχεδίου είναι - (α) Να παραχωρήσει στα Οικογενειακά Δικαστήρια δικαιοδοσία για όλα τα θέματα που ρυθμίζονται από το βασικό νόμο, (β) Να δημιουργήσει μηχανισμό για την πλήρη αποκάλυψη της περιουσίας των συζύγων για σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 14 και για αποφυγή των δολίων μεταβιβάσεων και αποκρύψεων περιουσίας με σκοπό την καταστρατήγηση του Νόμου». Το άρθρο 14Α έτυχε εξέτασης στα Νομικά Ερωτήματα αρ. 330 και 332, Ντίνα Παπαϊωάννου και Γιάννη Παπαϊωάννου
(2000)1 Α.Α.Δ. 656 όπου αναφέρθηκαν τα πιο κάτω από την απόφαση της πλειοψηφίας: «Η υποχρέωση του άρθρου 14Α βαρύνει και τους δύο διαδίκους εξ ίσου, χωρίς διάκριση. Ο Νόμος καθιερώνει πλήρη διαδικαστική ισότητα. Δεν τίθεται ο ένας διάδικος σε μειονεκτική θέση απέναντι στον άλλο. Περαιτέρω, είναι λανθασμένη η αντίληψη πως επιβάλλει την αποκάλυψη μαρτυρίας, δηλαδή όπλων σύμφωνα με την εισήγηση, στην άλλη πλευρά. Δεν αφορά η διάταξη στη δυνατότητα απόδειξης σε σχέση με την επίδικη διαφορά. Η γνώση των περιουσιακών στοιχείων των διαδίκων κατά τον ουσιώδη χρόνο αποτελεί την προϋπόθεση για τη λειτουργεία των ουσιαστικών διατάξεων του νόμου. Η διαπίστωση των περιουσιακών στοιχείων, όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Ορφανίδης (ανωτέρω), αποτελεί την αφετηρία. Αποβλέπει η διάταξη στη διασφάλιση της διαπίστωσης κατάστασης πράγματων χωρίς την οποία δεν θα ήταν δυνατή η απόδοση δικαιοσύνης στο πλαίσιο των διατάξεων του Νόμου. Απευθύνεται γι΄ αυτό σε εκείνο που γνωρίζει την κατάσταση αυτή καλύτερα από κάθε άλλο και του επιβάλλει υποχρέωση αποκάλυψης, η οποία βέβαια δεν πρέπει να είναι ψευδής, ανακριβής ή μη πλήρης. Εν πάση περιπτώσει δεν τον θέτει σε μειονεκτική θέση έναντι του άλλου από το ότι του επιβάλλει αποκάλυψη πριν τη δίκη, ή με ένορκη δήλωση και όχι με προφορική μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου». (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Ο τρόπος λειτουργίας του άρθρου 14 του Ν. 232/91, προς το οποίο παραπέμπει το άρθρο 14Α
(1)έχει επεξηγηθεί στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Α. Ορφανίδης v. Ν. Ορφανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 179. Παρατίθεται κατωτέρω το σχετικό απόσπασμα: «(α) Ενώ κατά το Δίκαιο της Επιείκειας κριτήριο για την απόκτηση μεριδίου αποτελεί η ύπαρξη συμφωνίας, ρητής ή εξυπακουόμενης, σύμφωνα με το άρθρο 14, η απόκτηση συναρτάται με τη συνεισφορά στην αύξηση της περιουσίας του ετέρου των συζύγων ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συμφωνία. Το κριτήριο για την απόκτηση μεριδίου είναι αντικειμενικό, εκείνο της συνεισφοράς. (β) Αντικείμενο του διαμοιρασμού δεν είναι, όπως στο Αγγλικό δίκαιο, το περιουσιακό στοιχείο αφ΄ εαυτού, αλλά η αύξηση της περιουσίας εκάτερου των συζύγων μετά το γάμο. Επομένως, αφετηρία για την επίλυση διαφορών αυτής της φύσης αποτελεί η διαπίστωση των περιουσιακών στοιχείων των συζύγων κατά το χρόνο του γάμου. Σε δεύτερο στάδιο, έρχεται η διαπίστωση της αύξησης, (αν υπάρχει), και σε τρίτο η προέλευση της αύξησης και η συνάρτησή της με τη συνεισφορά του ετέρου των συζύγων στην πραγμάτωσή της. (γ) Η συνεισφορά αποτελεί, βάσει του άρθρου 14, όπως και στο Αγγλικό δίκαιο το κυρίαρχο στοιχείο στον καθορισμό της αναλογίας του μεριδίου του μη εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη. Αντίθετα όμως, από το Αγγλικό δίκιο, εφόσον δεν αποκαλύπτεται με τρόπο θετικό το ύψος της συνεισφοράς στην αύξηση της περιουσίας, καθιερώνεται τεκμήριο για την έκτασή της ίσο με το ένα τρίτο. Το τεκμήριο αυτό εκτοπίζει την εφαρμογή του αξιώματος της επιείκειας equality is equity. Η άλλη σημαντική πτυχή του άρθρου 14 είναι η εξαίρεση, η οποία θεσμοθετείται από το αντικείμενο της διανομής, με τις πρόνοιες του άρθρου 14
(3)(α) και (β). Εξαιρείται από την αύξηση το μέρος που αντανακλά τον πλουτισμό του ιδιοκτήτη σύζυγου από δωρεές και τη διάθεσή τους». Σύμφωνα με τη νομολογία σημαντικό παράγοντα για την ορθή ερμηνεία του νόμου, αποτελεί η ανεύρεση της πρόθεσης του Νομοθέτη. Όπου, δε, υπάρχει αμφιβολία και ύπαρξη δύο ερμηνειών πρέπει να δίνεται η ερμηνεία η οποία συνάδει με τη λογική. Αυτό το έργο ανήκει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Θα πρέπει, επίσης, να υπομνησθεί ότι η ερμηνεία με αναφορά στο σκοπό του νομοθετήματος έχει εδραιωθεί, ενώ η αυστηρή γραμματική ερμηνεία ανήκει στο παρελθόν (βλ. Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ v. Συμβούλιο Βελτιώσεως Γερμασόγειας
(1999)3 Α.Α.Δ. 348). Για τον λόγο αυτό, η τελολογική μέθοδος ερμηνείας (τέλος = σκοπός), είναι επιτρεπτή οποτεδήποτε το κείμενο της νομοθεσίας παρέχει την ευχέρεια, για την απόδοση της ερμηνείας εκείνης που αποτελεσματικότερα προωθεί την ευόδωση των κατά τα άλλα έκδηλων σκοπών του Νομοθέτη (βλ. GHALANOS DISTRIBUTORS LTD v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2002)3 Α.Α.Δ. 528, Αντώνης Ράφτης v. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.ά.
(2002)3 Α.Α.Δ. 345). Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η υπό κρίση διάταξη δεν συνιστά ποινικό νόμο, όπου σύμφωνα με τη νομολογία, οι ποινικοί νόμοι, περιλαμβανομένων εκείνων που αφορούν τη δικαιοδοσία και τη δικονομία, ερμηνεύονται αυστηρά. Εάν υπάρχει ασάφεια ή αμφιβολία, αυτή αποφασίζεται υπέρ του κατηγορουμένου (βλ. Χριστοδούλου κ.ά. v. Αστυνομία
(1993)2 Α.Α.Δ. 443, Γενικός Εισαγγελέας v. Παπαλαζάρου
(1995)2 Α.Α.Δ. 128). Σύμφωνα με τη νομολογία, (Παπαϊωάννου ανωτέρω) η γνώση των περιουσιακών στοιχείων των διαδίκων κατά τον ουσιώδη χρόνο αποτελεί την προϋπόθεση για τη λειτουργία των ουσιαστικών διατάξεων του Νόμου, δηλαδή του άρθρου 14
(1)του Ν. 232/91, για τη λειτουργία του οποίου έγινε ήδη αναφορά στην απόφαση Ορφανίδης (ανωτέρω). Προς συμπλήρωση της εικόνας του μηχανισμού λειτουργίας του εν λόγω άρθρου, παραπέμπω επίσης, στο Β. Βαθρακοκοίλη, «Το Νέο Οικογενειακό Δίκαιο» όπου στη σελίδα 242, αναφέρονται τα κατωτέρω: «Αύξηση περιουσίας, υπολογισμός: Η περιουσία, της οποίας τον όρο χρησιμοποιεί η διάταξη λαμβάνεται υπόψη με τη γενική έννοια δηλαδή ως ένα σύνολο έννομων σχέσεων προσώπου που είναι επιδεκτικά αποτιμήσεως σε χρήμα. Για τη διακρίβωση της αύξησης της περιουσίας συγκρίνεται η περιουσία του κάθε συζύγου κατά την τέλεση του γάμου με την περιουσία που έχει κατά τη λύση ή ακύρωσή του ή τη συμπλήρωση της τριετούς διάστασης ή του θανάτου ή του χρόνου έναρξης αφάνειας που όρισε η απόφαση, δηλαδή κατά το χρονικό σημείο που γεννιέται αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα. Η διαφορά ανάμεσα στην τελική και αρχική περιουσία αποτελεί την επαύξηση αφού ληφθούν υπόψη μεταβολές από νομισματικές μεταρρυθμίσεις, υποτιμήσεις κ.ά. και γίνουν οι σχετικές αναπροσαρμογές. Αν διαπιστωθεί μείωση της περιουσίας δεν υφίσταται αξίωση, γιατί ρητώς ο νόμος θέτει ως βάση την αύξηση της περιουσίας». Ούτως εχόντων των πραγμάτων, η επαύξηση αποτελεί τη διαφορά μεταξύ τελικής και αρχικής περιουσίας. Η τελική περιουσία είναι αυτή που υφίσταται κατά την διάσταση. Η αρχική περιουσία, ορίζεται από το άρθρο 2 του Ν. 232/91: «'περιουσία' σημαίνει την κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους». Με βάση τα πιο πάνω, και έχοντας πάντοτε υπόψη ότι το άρθρο 14Α
(1)θεσπίσθηκε «Για σκοπούς καλύτερης εφαρμογής του άρθρου 14» το οποίο είναι και το ουσιαστικό δίκαιο, στη λέξη «ή» δεν μπορεί να αποδοθεί η συνήθης διαζευκτική ερμηνεία, με απλά λόγια ή το ένα ή το άλλο. Μια τέτοια στενή ερμηνεία, όχι μόνο δεν προάγει τον σκοπό της θέσπισης του εν λόγω άρθρου, αλλά στην ουσία εξουδετερώνει πλήρως τον σκοπό της θέσπισης. Τούτο γιατί, καθιστά αδύνατη τη σύγκριση μεταξύ αρχικής και τελικής περιουσίας και εξεύρεση της διαφοράς τους που συνιστά την επαύξηση, εφόσον η ένορκη δήλωση αποκάλυψης περιουσίας θα περιέχει μόνο είτε την αρχική περιουσία, είτε μόνο την τελική περιουσία. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ενώ για την τελική περιουσία, ο νομοθέτης στο άρθρο 14Α
(1)κατονομάζει την ημερομηνία αυτή, ως την ημερομηνία διακοπής της συμβίωσης, για την αρχική περιουσία, αναφέρεται σε «κατ΄ άλλη σχετική ημερομηνία που το δικαστήριο ορίζει στο διάταγμα» αφήνοντας έτσι στην κρίση του Δικαστηρίου τον προσδιορισμό της «άλλης» «σχετικής» ημερομηνίας, δηλαδή αυτής πέραν της ημερομηνίας διακοπής της συμβίωσης. Περαιτέρω, επιχείρημα υπέρ της αιτιολογικής ερμηνείας μπορεί να αντληθεί και από το εδάφιο
(3)του άρθρου 14Α το οποίο ορίζει «Το Δικαστήριο δύναται ύστερα από αίτηση του αιτητή να ορίσει ημερομηνία για εξέταση του καθ΄ ου η αίτηση σχετικά με την ορθότητα των ενόρκων δηλώσεων ή των συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων ή άλλων στοιχείων αναφορικά με την περιουσιακή του κατάσταση. Στην περίπτωση αυτή ο καθ΄ ου η αίτηση κλητεύεται ως μάρτυρας». Παρατηρείται ότι και στο εν λόγω εδάφιο
(3)χρησιμοποιείται και πάλι η λέξη «ή». Η ερμηνεία της λέξης αυτής δεν μπορεί να συνιστά διάζευξη, δηλαδή είτε το ένα είτε το άλλο. Τούτο γιατί αν προτιμηθεί αυτή η ερμηνεία, θα σημαίνει ότι κάθε φορά που εξετάζεται από το Δικαστήριο αίτημα εξέτασης του Καθ΄ ου η αίτηση σχετικά με την ορθότητα της αποκάλυψης περιουσίας στην οποία προέβη, στην πράξη το Δικαστήριο θα έχει εξουσία να διατάξει εξέταση είτε μόνο για την ένορκη του δήλωση, είτε μόνο για τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση είτε μόνο για τα άλλα στοιχεία της περιουσιακής του κατάστασης. Σημειώνεται ότι και η θέσπιση του εδαφίου
(3)του άρθρου 14Α, έγινε και αυτή για σκοπούς καλύτερης εφαρμογής του άρθρου 14
(1), το οποίο είναι το ουσιαστικό δίκαιο ρύθμισης των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων. Ως προελέχθη, μία τέτοια ερμηνεία δεν οδηγεί στην προαγωγή του σκοπού του νόμου, αλλά αντίθετα, αδικαιολόγητα, τον εξουδετερώνει. Με βάση, τη δικογραφία, είναι παραδεκτά γεγονότα ότι οι διάδικοι έδωσαν αμοιβαία υπόσχεση γάμου το 1990, τέλεσαν γάμο την 29/9/1991 και ότι η διάσταση τους επήλθε τον Ιούνιο του 2014. Και οι τρεις πιο πάνω ημερομηνίες κρίνονται ως σχετικές και ουσιώδεις για σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 14
(1)του Ν. 232/
  1. Ενόψει όλων των πιο πάνω διαπιστώσεων η αίτηση ημερ. 1/3/2016 γίνεται δεκτή. Συνακόλουθα, εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος (α) της αίτησης ημερ. 1/3/
  2. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογισθούν από την Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Καθ΄ ης η αίτηση, καταβλητέα όμως μετά το πέρας της εναρκτήριας αίτησης. [Υπ] .......... Μ. Τσαγγαρίδης, Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.