ARLENE EDEL FRENCH ν. ΠΑΥΛΟΥ ΛΟΪΖΟΥ κ.α., Αρ. Αίτησης: 18 / 2013, 6/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLEM:2016:26 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Κλίμακα: €100.000 - €500.000 Δικαιοδοσία Περιουσιακών Διαφορών Ενώπιον: Ρ. Προκοπίου Δ. Αρ. Αίτησης: 18 / 2013 Μεταξύ: ARLENE EDEL FRENCH Αιτήτρια και
- ΠΑΥΛΟΥ ΛΟΪΖΟΥ
- LEAF RESEARCH LTD Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 18/01/16 για αποκάλυψη περιουσίας Ημερομηνία: 6 Σεπτεμβρίου 2016 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: Α.Γ. ΠΑΦΙΤΗΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. (για ν' ακούσει απόφαση κα. Ν. Λιασίδου) Για την Καθ' ης η Αίτηση 2: ΔΡ. Κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΙΔΗΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε και ΤΑΣΣΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. (για ν' ακούσουν απόφαση κα Χρ. Αντωνίου και κα. Τ. Πουλλαδόφωνου) Διάδικοι: Απόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αφορά ενδιάμεση αίτηση της Αιτήτριας, η οποία καταχωρήθηκε στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο εναρκτήριας αίτησης ρύθμισης περιουσιακών διαφορών, με την οποία επιζητείται η έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 όπως αποκαλύψουν την περιουσία στην οποία είχαν και θα έχουν οποιοδήποτε άμεσο η έμμεσο συμφέρον κατά την ημερομηνία διακοπής της συμβίωσης της Αιτήτριας με τον Καθ' ου η Αίτηση 1 ή κατ' άλλη ημερομηνία που το Δικαστήριο ήθελε ορίσει. Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι αναφορικά με τον Καθ' ου η ECLI:CY:AD:2016:D147, Αίτηση 1 εκδόθηκε στις 19/05/2016 εκ συμφώνου διάταγμα ως η αίτηση και αναμένεται η συμμόρφωσή του εντός της προθεσμίας που τέθηκε από το Δικαστήριο. Ως εκ τούτου, το μόνο ζήτημα που απομένει προς εξέταση είναι το αίτημα της Αιτήτριας σε σχέση με την Καθ' ης η Αίτηση
- Από την αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει προκύπτει ότι η Αιτήτρια και ο Καθ' ου η Αίτηση 1 είναι σύζυγοι που ευρίσκονται σε διάσταση ενώ η Καθ' ης η Αίτηση 2 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, η οποία ασχολείται με την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών σε θέματα ακίνητης ιδιοκτησίας, τραπεζικά και επενδυτικά θέματα που αναλαμβάνει την εκπόνηση επιχειρηματικών σχεδίων και χρηματοοικονομικών μοντέλων. Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι η ίδια συνέβαλε κατά το ήμισυ στη δημιουργία της περιουσίας της Καθ' ης η Αίτηση 2, αγνοεί όμως την ακριβή οικονομική απόδοση των επιχειρήσεων της, εξ' ου και καταχώρησε την παρούσα αίτηση ούτως ώστε να καταστεί δυνατός ο ακριβής υπολογισμός του μεριδίου που δικαιούται. Η Καθ' ης η Αίτηση 2 - εταιρεία ενέστη στην αίτηση καταχωρώντας ένσταση με υποστηρικτική ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση 1, μέλους του διοικητικού συμβουλίου και ενός εκ των μετόχων της Καθ' ης η Αίτηση 2, προβάλλοντας οκτώ λόγους, οι οποίοι, στην πλειοψηφία τους, συνδέονται και αλληλοκαλύπτονται. Κεντρικός άξονας των θέσεων της Καθ' ης η Αίτηση 2 είναι ότι, ως ανεξάρτητη νομική οντότητα, ουδεμία σχέση έχει με τις περιουσιακές σχέσεις της Αιτήτριας με τον Καθ' ου η Αίτηση 1 και η Αιτήτρια δε δύναται να αιτείται αποκάλυψη των περιουσιακών της στοιχείων αφού δεν είναι μέτοχος, διευθύντρια ούτε έχει οποιαδήποτε άλλη εμπλοκή. Αντίθετα, το αίτημα της Αιτήτριας, σύμφωνα με την Καθ' ης η Αίτηση 2, είναι γενικό και δεν καθορίζει την περιουσία που, ως ο ισχυρισμός της πρώτης, απεκτήθη με δική της συνεισφορά. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός της Καθ' ης η Αίτηση 2 ότι η διαφορά της με την Αιτήτρια δεν αφορά διαφορά που εμπίπτει στην αρμοδιότητα ή δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Τέλος, είναι η θέση της Καθ' ης η Αίτηση 2 ότι έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα παραβίαζε τις αρχές που διέπουν το ζήτημα της ανεξάρτητης οντότητας της εταιρείας. Αμφότεροι οι συνήγοροι προχώρησαν σε γραπτή επιχειρηματολογία προς υποστήριξη των αντίστοιχων θέσεών τους. Δεν κρίνεται σκόπιμη η αυτούσια παράθεση της πλήρους επιχειρηματολογίας των μερών, αλλά αναφορά σε αυτή γίνεται πιο κάτω όπου τούτο είναι αναγκαίο. Στο παρόν στάδιο, και προτού προχωρήσω με την εξέταση του υπό κρίση ζητήματος, κρίνω σκόπιμο να παρατηρήσω ότι αμφότερες οι πλευρές επέλεξαν να παρουσιάσουν την εκατέρωθεν υποστηρικτική των θέσεων τους μαρτυρία με ένα ανορθόδοξο τρόπο, ο οποίος μάλλον δυσκόλεψε παρά βοήθησε την όλη εξέταση του θέματος. Σε αμφότερες τις υποστηρικτικές ένορκες δηλώσεις παρατίθενται μεν κάποια γεγονότα, πλην όμως αρκετές από τις προβαλλόμενες θέσεις στηρίζονται σε απλές παραπομπές και υιοθέτηση των όσων αναφέρονται σε άλλες, προηγούμενες ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν στα πλαίσια εκδίκασης άλλων ενδιάμεσων διαδικασιών και σε κάποιο βαθμό άσχετων με την παρούσα. Αυτό, σε συνδυασμό με το ότι, τυχόν «κενά» στην εν λόγω «μαρτυρία» συμπληρώθηκαν με απλή υιοθέτηση των όσων αναφέρονται στα δικόγραφα, κάθε τι άλλο παρά διαφωτιστικό ήταν για το Δικαστήριο. Εν πάση όμως περιπτώσει, από τα όσα αμφότεροι οι διάδικοι έθεσαν ενώπιον μου σε σχέση με την παρούσα αίτηση, προκύπτει ως κοινό έδαφος ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 1, εκτός από διευθυντής της Καθ' ης η Αίτηση 2, κατέχει και σημαντικό μέρος του μετοχικού της κεφαλαίου. Το υπόλοιπο ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου κατέχεται από τρίτα πρόσωπα, και δη από μια κυπριακή εταιρεία η οποία φέρεται να εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο παροχής εταιρικών υπηρεσιών του δικηγορικού οίκου Δρ Κ.Χρυσοστομίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Ιδιοκτήτες της εν λόγω κυπριακής εταιρείας φέρεται να είναι τρίτα πρόσωπα. Έχοντας καταγράψει το ουσιαστικό πλαίσιο των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα, προχωρώ να εξετάσω τις εκατέρωθεν θέσεις σε συνάρτηση με τη σχετική νομική πτυχή. Το νομικό πλαίσιο που διέπει το υπό κρίση ζήτημα παρατίθεται στο άρθρο 14Α
(1)του Περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου του 1991 (Ν.232/91), το οποίο αναφέρει: «Για σκοπούς καλύτερης εφαρμογής του άρθρου 14, το Δικαστήριο δύναται ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε διαδίκου να εκδώσει διάταγμα, βάσει του οποίου ο καθ' ου η αίτηση υποχρεούται, μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την έκδοσή του, ή μέσα σε οποιαδήποτε άλλη χρονική περίοδο το Δικαστήριο ορίσει, να υποβάλει ένορκη δήλωση στο Δικαστήριο, στην οποία να περιγράφει πλήρως, με σαφήνεια και κατά συγκεκριμένο τρόπο την περιουσία στην οποία είχε οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο συμφέρον κατά την ημερομηνία της διακοπής της συμβίωσης ή κατ' άλλη σχετική ημερομηνία που το Δικαστήριο ορίζει στο διάταγμα.» Για σκοπούς καλύτερης αντίληψης του περιεχομένου της πιο πάνω διάταξης, σημειώνεται ότι το άρθρο 14 του Ν.232/91 αναφέρεται στην αξίωση συμμετοχής σε περιουσία. Οι πρόνοιες του εν λόγω άρθρου παρατίθενται αυτούσιες: «
(1)Σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί, ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων, και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσο συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
(2)Η συνεισφορά του ενός συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη συνεισφορά.
(3)Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν: (α) Από δωρεά, κληρονομιά, κληροδοσία ή άλλη χαριστική αιτία (β) με διάθεση περιουσίας που αποκτήθηκε με τις αναφερόμενες στην παράγραφο (α) αιτίες.» Εξετάζοντας πρώτα το δικαιοδοτικό ζήτημα που έχει προβάλει η Καθ' ης η Αίτηση 2, κρίνω ότι αυτό δεν ευσταθεί για τους λόγους που εξηγώ πιο κάτω. Πρόσφατη νομολογία του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου καταδεικνύει την συνεχή διεύρυνση της δικαιοδοσίας των Οικογενειακών Δικαστηρίων σε υποθέσεις ρύθμισης περιουσιακών διαφορών με την περίληψη τρίτων προσώπων, φυσικών ή νομικών, ως διαδίκων. Ενδεικτικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην υπόθεση Περικλέους ν. Εγγλέζου κ.α. [2011] 1 Α.Α.Δ. 1015: «Η έννοια της συνεισφοράς επομένως στην απόκτηση περιουσιακού στοιχείου αποτελεί καταλύτη στην ένταξη και επίλυση της διαφοράς αυτής στο Οικογενειακό Δικαστήριο. Το γεγονός ότι το αιτούμενο περιουσιακό στοιχείο τυγχάνει να βρίσκεται εγγεγραμμένο σε τρίτο άτομο ή επ' αυτού να έχει αξίωση τρίτο πρόσωπο, δεν διαφοροποιεί την ταξινόμηση του θέματος ως ζήτημα δικαίου. Όχι μόνο η αξίωση επί του περιουσιακού στοιχείου διέρχεται μέσα από την τεκμηρίωση της συνεισφοράς του αιτητή στην αύξηση της περιουσίας, αλλά και ευχερώς συνενώνεται το πρόσωπο το οποίο έχει το περιουσιακό αυτό στοιχείο στην κατοχή του, είτε νόμιμα είτε όχι, ώστε να αποδοθεί ολοκληρωμένα μέσα στην ίδια την αίτηση περιουσιακής διαφοράς, η πρέπουσα συνεισφορά και η απόδοση, διά της έκδοσης του αναγκαίου διατάγματος ή διαταγμάτων, πίσω στον συνεισφέροντα, του περιουσιακού στοιχείου ή της αξίας του.» Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το γεγονός ότι η Καθ' ης η Αίτηση 2 αποτελεί εταιρεία περιορισμένης ευθύνης από μόνο του δε δύναται να αποτελέσει εμπόδιο στη συμπερίληψή της ως διάδικο σε διαδικασία ρύθμισης περιουσιακών διαφορών. Έχοντας επομένως καταλήξει ότι το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία στην παρούσα υπόθεση, το ερώτημα που απομένει προς εξέταση είναι το κατά πόσο δύναται να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα για αποκάλυψη περιουσίας της Καθ' ης η Αίτηση 2 εταιρείας, ως αξιώνει με την αίτησή της η Αιτήτρια. Σημαντική αρχή του Εταιρικού Δικαίου είναι ότι η εταιρεία αποτελεί ανεξάρτητη νομική οντότητα από τους ιδρυτές, διευθυντές ή μετόχους της, οι οποίοι δεν καθίστανται προσωπικά υπεύθυνοι για χρέη ή υποχρεώσεις της («εταιρικό πέπλο»). Αν και η εν λόγω αρχή έγινε γνωστή με την αγγλική απόφαση Salomon v. Salomon & Co [1897] AC 22, εντούτοις υιοθετήθηκε από σωρεία αποφάσεων των Κυπριακών Δικαστηρίων (βλ. Michaelides v. Gavrielides [1980] 1 A.A.Δ. 224 κ.α). Τόσο η Νομοθεσία όσο και η Νομολογία αναγνώρισαν την εξουσία των Δικαστηρίων να αίρουν το εταιρικό πέπλο σε ορισμένες περιπτώσεις π.χ. όπου παρατηρείται το στοιχείο δόλου ή όταν διαπιστώνεται ότι η εταιρεία δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα δόλιο «κόλπο ή βιτρίνα» (sham or façade) (βλ. νομολογία ανωτέρω). Σχετική με το υπό εξέταση ζήτημα είναι η απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην υπόθεση Αποστόλου ν. Ιωάννου [2012] 1 Α.Α.Δ 604, με την οποία επικυρώθηκε απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου να ακυρώσει απαγορευτικά διατάγματα που αφορούσαν ακίνητα εταιρειών στις οποίες ο διάδικος σύζυγος ήταν μέτοχος και διευθυντής. Στην εν λόγω απόφαση το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο προέβη σε μία επισκόπηση της αγγλικής Νομολογίας αναφορικά με τις προϋποθέσεις άρσης του εταιρικού πέπλου σε υποθέσεις οικογενειακών περιουσιακών διαφορών ως η παρούσα, παραπέμποντας, μεταξύ άλλων στις Green v. Green [1993] F.L.R. 326, Mubarak v. Mubarak [2001] 1 F.L.R. 673 και Hashem v. Shayif a.o. [2008] EWHC
- Στην Mubarak (ανωτέρω), ο λόγος της οποίας έτυχε της επιδοκιμασίας του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Αποστόλου ν. Ιωάννου (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο της Αγγλίας απεφάσισε ότι το εταιρικό πέπλο αίρεται μόνο στις περιπτώσεις όπου ο σύζυγος είναι ο ιδιοκτήτης και ο ασκών τον έλεγχο της εταιρείας, και δεν υπάρχουν συγκρουόμενα συμφέροντα τρίτων προσώπων. Περαιτέρω, η άρση του εταιρικού πέπλου θα μπορούσε να γίνει δεκτή σε περιπτώσεις όπου τα υπό αναφορά περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας αποτελούνται, για παράδειγμα, από τη συζυγική κατοικία ή άλλη περιουσία η οποία κατέχεται για σκοπούς άλλους από εκείνους οι οποίοι σχετίζονται με συνήθεις επιχειρησιακούς σκοπούς. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, παρατηρώ ότι, στην προκειμένη περίπτωση, για λόγους που εξηγώ πιο κάτω, οι ως άνω προϋποθέσεις δεν πληρούνται. Κατ' αρχήν επισημαίνω ότι, ναι μεν ο Καθ' ου η Αίτηση 1, σύζυγος της Αιτήτριας, αποτελεί μέτοχο και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Καθ' ης η Αίτηση 2 εταιρείας, εντούτοις όμως δεν είναι ο μόνος μέτοχος και ιδιοκτήτης της. Όπως ανέφερα ανωτέρω, συνιστά κοινό έδαφος ότι σημαντικό μέρος της ιδιοκτησίας της εταιρείας ανήκει σε τρίτα πρόσωπα και καμία μαρτυρία δεν έχει προσκομιστεί ως προς το ποιά η σχέση των συμφερόντων τέτοιων προσώπων με τον Καθ' ου η Αίτηση 1, ώστε να διασφαλιστεί ότι τυχόν έγκριση της αίτησης δε θα πλήξει τα συμφέροντα τέτοιων τρίτων προσώπων. Το γεγονός και μόνο ότι η κάτοχος του συγκεκριμένου ποσοστού των μετοχών είναι εταιρεία παροχής εταιρικών υπηρεσιών δικηγορικού οίκου που μπορεί να σχετίζεται με τον Καθ' ου η Αίτηση 1, δεν είναι αρκετό για να εντάξει την υπόθεση στις εξαιρετικές περιπτώσεις όπου η άρση του εταιρικού πέπλου επιβάλλεται αφού οι εν λόγω υπηρεσίες δύναται να παρέχονται και σε άλλα άτομα, πέραν του Καθ' ου η Αίτηση
- Εν τη απουσία, επομένως, οποιασδήποτε μαρτυρίας που να καταδεικνύει ότι με το αιτούμενο διάταγμα δεν πλήγονται τα συμφέροντα τρίτων, κάτι το οποίο συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για παρέκκλιση από το γενικό κανόνα περί σεβασμού της ανεξάρτητης νομικής οντότητας, η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να εγκριθεί. Ακόμη όμως και αν ευσταθεί η θέση της Αιτήτριας, ήτοι ότι δύναται να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι ο προαναφερόμενος δικηγορικός οίκος, μέσω της εταιρείας παροχής εταιρικών υπηρεσιών και εμπιστευμάτων, κατέχει ποσοστό μετοχών της Καθ' ης η Αίτηση 2 για λογαριασμό του Καθ' ου η Αίτηση 1, κάτι το οποίο όπως ανέφερα δεν έχει καταδειχθεί, η παρούσα αίτηση και πάλι θα υπόκειτο σε απόρριψη. Αυτό γιατί, υπό αυτές τις συνθήκες, το αιτούμενο διάταγμα δε θα αποσκοπούσε στην αποκάλυψη της περιουσίας του Καθ' ου η Αίτηση 1 ή της Καθ' ης η Αίτηση 2 αλλά σε διάταγμα εναντίον των εν λόγω δικηγόρων να αποκαλύψουν ποιος είναι ο πελάτης τους σε σχέση με το συγκεκριμένο ποσοστό, γεγονός που ξεκάθαρα εκφεύγει των σκοπών του αρ. 14Α
(1). Σημειώνω, επιπλέον, ότι από την ενώπιόν μου τεθείσα μαρτυρία δεν προκύπτει ότι τα περιουσιακά στοιχεία της Καθ' ης η Αίτηση 2 αποτελούνται είτε από τη συζυγική κατοικία ή άλλη περιουσία η οποία κατέχεται για σκοπούς άλλους από εκείνους οι οποίοι σχετίζονται με συνήθεις επιχειρησιακούς σκοπούς. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω κρίνω σκόπιμο να προσθέσω καταληκτικά και το εξής: Σκοπός του αρ.14Α
(1)είναι προφανώς το «να αποδοθεί ολοκληρωμένα μέσα στην ίδια την αίτηση περιουσιακής διαφοράς, η πρέπουσα συνεισφορά και η απόδοση» σε σχέση με την περιουσία των διαδίκων. Αυτό, όπως αναφέρει και η προαναφερθείσα νομολογία δύναται να επιτευχθεί με την έκδοση σχετικών διαταγμάτων αποκάλυψης. Το ζητούμενο είναι, όπως τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα αναγκαία στοιχεία που απαιτούνται για την ορθή επίλυση της διαφοράς. Προς διασφάλιση τούτου, το Δικαστήριο μπορεί να υποχρεώσει σχετικά ένα διάδικο, θέτοντας στους ώμους του, το «βάρος» ενός δικαστικού διατάγματος. Ο σεβασμός όμως, των δικαιωμάτων των διαδίκων, υπό το φως και της αστικής χροιάς που περιβάλλει την όλη διαφορά, είναι που επιτρέπει την έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης μόνο αντί διαταγμάτων έρευνας. Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο διατάσσει το διάδικο να αποκαλύψει την περιουσία του και εναπόκειται στο διάδικο εάν θα συμμορφωθεί, με όλες όμως τις δυσμενείς συνέπειες που η μη συμμόρφωση συνεπάγεται. Ο ρόλος του παρόντος Δικαστηρίου περιορίζεται στην έκδοση του διατάγματος και στην ικανοποίηση του, περί συμμόρφωσης με αυτό, και όχι στην διεξαγωγή ενδελεχούς και μικροσκοπικής έρευνας, αναλαμβάνοντας ρόλο ντετεκτιβ. Υπενθυμίζω ότι πρόκειται περί αστικής διαφοράς και όχι διερεύνησης οποιουδήποτε τυχόν οικονομικού αδικήματος. Εάν ο επηρεαζόμενος διάδικος δε συμμορφωθεί ή ο αιτών διάδικος θεωρεί ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση με το διάταγμα, είναι θέμα άλλης διαδικασίας. Στην παρούσα περίπτωση ο Καθ' ου η Αίτηση 1, ο οποίος είναι και ο «άμεσος» διάδικος τον οποίο αφορά η επίδικη περιουσιακή διαφορά, έχει ήδη διαταχθεί να αποκαλύψει τα πραγματικά περιουσιακά του στοιχεία. Μέρος των περιουσιακών του στοιχείων, φαίνεται, από τις κοινές θέσεις των μερών, να είναι το ιδιοκτησιακό συμφέρον συγκεκριμένου ποσοστού που αυτός έχει στην Καθ' ης η Αίτηση 2. Το ποιά η πραγματική αξία αυτού του μεριδίου ή το ποιο άλλο συμφέρον δυνατό να έχει στην Καθ' ης η Αίτηση 2, εάν έχει, πέραν του συγκεκριμένου ποσοστού, αναμένεται από τον ίδιο να το αποκαλύψει, συμμορφούμενος με το σχετικό διάταγμα που απεδέχθη να εκδοθεί εναντίον του. Το καίριο όμως ζητούμενο, ήτοι της επιβολής υποχρέωσης αποκάλυψης της πλήρους εικόνας της περιουσίας, έχει επιτευχθεί. Η έκδοση όμως ενός «προληπτικού» ουσιαστικά διατάγματος στο παρόν στάδιο, εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση 2, ούτως ώστε να φανεί, σε κάθε περίπτωση, εάν ο Καθ' ου η Αίτηση 1 έχει και άλλο συμφέρον στην εν λόγω εταιρεία, ασχέτως του τι ο ίδιος θα αποκαλύψει με τη δική του ένορκο δήλωση, θα συνεπάγετο κατά την άποψη μου σε λανθασμένη εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας Με βάση τα ανωτέρω, κρίνεται ότι υπό τις περιστάσεις το αίτημα της Αιτήτριας δε δύναται να εγκριθεί. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης, η εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης παρέλκει. Συνακόλουθα, η υπό εξέταση αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση 2 και εναντίον της Αιτήτριας, θα είναι όμως καταβλητέα στο τέλος της εναρκτήριας αίτησης. (Υπ) ................ Ρ. Προκοπίου, Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Family/Interim (Αναφορά: Δικαιοδοσία Περιουσιακών Διαφορών - Αίτηση για αποκάλυψη περιουσίας εταιρείας) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο