ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ ΣΚΟΥΤΕΛΛΑ ν. ΜΙΧΑΛΗ ΣΚΟΥΤΕΛΛΑ, Αρ. Αίτησης: 36/2012, 15/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLEM:2016:43 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Δικαιοδοσία Περιουσιακών Διαφορών ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κ. Καρατσή, Π. Αρ. Αίτησης: 36/2012 Μεταξύ: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ ΣΚΟΥΤΕΛΛΑ, εκ Λεμεσού Αιτήτριας Και ΜΙΧΑΛΗ ΣΚΟΥΤΕΛΛΑ, εκ Λεμεσού Καθ' ού η Αίτηση ---------------------------- Ημερομηνία: 15 Δεκεμβρίου, 2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτρια: κα Στ. Βελισσαρίου για κα Ε. Βραχίμη Για Καθ' ου η αίτηση: κα Μ. Σωτηρίου προσωπικά και για κα Βασιλείου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η έναρξη της παρούσας διαφοράς συντελέστηκε την 6η Οκτωβρίου 2012, με την καταχώρηση από την Αιτήτρια στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αίτησης σύμφωνα με τον Τύπο 1, κατά τον Κ.3
(1)του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Διαδικαστικού Κανονισμού του
- Ο Καθ΄ ου η αίτηση κατεχώρησε υπεράσπιση στις 15 Απριλίου
- Έκτοτε η διαδικασία εκκρεμεί, εφόσο η πλευρά της Αιτήτριας, που από 16 Απριλίου 2013 δήλωσε πως επιθυμούσε να καταχωρήσει απάντηση δεν έμελλε μέχρι τις 23 Ιουνίου 2015 να το πράξει. Γι΄ αυτό με αίτηση που κατεχώρησε στην εν λόγω ημερομηνία συμπεριέλαβε τη θεραπεία Β με την οποία ζητά παράταση του χρόνου καταχώρησης της απάντησης κατά πέντε ημέρες. Προέχουν όμως αυτά που η Αιτήτρια επιδιώκει με τη θεραπεία Α και που επηρεάζουν τα ουσιώδη γεγονότα που επικαλείται στην εναρκτήρια αίτηση για την έκδοση των αιτούμενων με αυτή θεραπειών. Συγκεκριμένα επιδιώκει να επιφέρει αλλαγές σε εννέα παραγράφους. Θα επανέλθω σ΄ αυτές αφού πρώτα καταλήξω σ΄ ένα ζήτημα δικονομικής υφής. Πρόκειται για τη «Δ.25, θθ.1-5» που παρατίθεται στη νομική βάση της αίτησης της 23 Ιουνίου 2015 και που κατά τον ευπαίδευτο συνήγορό της αποτελεί το δικονομικό βάθρο, στη βάση του οποίου θα πρέπει να εγκριθεί η αίτηση. Δε συμμερίζομαι τη θέση του συνηγόρου της Αιτήτριας. Μεταφέρω εδώ όσα σε ανάλογη περίπτωση εξήγησα στην αίτηση περιουσιακών διαφορών 51/2010 Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού, Ιωάννης Τσίρος ν Άντρης Τσίρου, 04.02.2016, τα οποία υιοθετώ ως αναπόσπαστο μέρος της παρούσας απόφασης: «Στις 26 Σεπτεμβρίου 2014 δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας ο περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) Διαδικαστικός Κανονισμός του 2014, [στη συνέχεια ΔΚ 2/2014]. Ο Κανονισμός 2 του ΔΚ2/2014 προβλέπει: «
- Η Διαταγή 25 αντικαθίσταται με την ακόλουθη νέα Διαταγή:» Στη συνέχεια εκτίθεται το κείμενο της νέας Δ.
- Ανάλογο με το περιεχόμενο του Κανονισμού 2 είναι εκείνο του Κανονισμού 3 σε σχέση με τη Δ.
- Ο Κανονισμός 4 του ΔΚ 2/2014 διέτασσε: «
- Οι διατάξεις των Δ.25 και Δ.30 εφαρμόζονται σε αγωγές που καταχωρούνται από 1.1.2015». Ως αποτέλεσμα των διατάξεων των Κανονισμών 2 και 4 δημιουργήθηκε αδιέξοδο για αγωγές που εκκρεμούσαν μέχρι 26.09.2014, ημερομηνία δημοσίευσης του ΔΚ2/2014 στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, και για αγωγές που καταχωρήθηκαν από 26.09.2014 μέχρι και 31.12.
- Το αδιέξοδο συνίστατο στην απουσία δικονομικής βάσης για υποβολή αίτησης τροποποίησης ή αίτησης για οδηγίες γι' αυτές. Επακολούθησε στις 6.02.2015 η δημοσίευση του περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικού) (Αρ.1) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2015, [στη συνέχεια ΔΚ1/2015]. Με τον Κανονισμό 3(α) αυτού επήλθαν βασικά δύο αλλαγές: (I) H εισαγωγή του ακόλουθου νέου Κανονισμού 4: «
- Οι διατάξεις των Δ.25 και Δ.30 εφαρμόζονται κατ' αναλογία και στις διαδικασίες που λαμβάνονται στα Δικαστήρια Ειδικής Δικαιοδοσίας ανεξαρτήτως του τρόπου έναρξης της διαδικασίας σ' αυτά και οι έννοιες του κλητηρίου και της αγωγής στις Δ.25 και Δ.30 θα διαβάζονται αναλόγως». (ΙΙ) Η αναρίθμηση του μέχρι τότε Κανονισμού 4 σε Κανονισμό
- Με τον Κανονισμό 3(β) του Δ.Κ.1/2015 έχομε την προσθήκη της ακόλουθης επιφύλαξης στο τέλος του Κανονισμού 5: «Νοείται ότι για υφιστάμενες αγωγές και αγωγές που έχουν καταχωρηθεί μέχρι και 31.12.2014, οι πρόνοιες των υφισταμένων πριν την έναρξη ισχύος των νέων Διαταγών 25 και 30 από 1.1.2015, θα εξακολουθούν να εφαρμόζονται μέχρι την αποπεράτωσή τους». Η ημερομηνία 1.1.2015, ως ημερομηνία έναρξης της ισχύος των νέων Διαταγών 25 και 30, παρεισέφρησε από λάθος. Η ημερομηνία αυτή αποτελεί το ορόσημο προσδιορισμού του πεδίου εφαρμογής των νέων Διαταγών 25 και 30 στη βάση του μέχρι τότε Κανονισμού 4 και από τότε, αλλ' όχι για πολύ Κανονισμού
- Στις 13.05.2015 δημοσιεύτηκε ο περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Διαδικαστικός Κανονισμός του 2015, [στη συνέχεια ΔΚ2/2015]. Ο Κανονισμός 2 αυτού διέγραψε τον Κανονισμό 5 και τον αντικατέστησε με τον ακόλουθο: «Οι διατάξεις των Δ.25 και Δ.30 εφαρμόζονται σε αγωγές που καταχωρήθηκαν από 1.1.2015, αναστέλλεται όμως η εφαρμογή τους αναφορικά και μόνο με αγωγές κλίμακας πέραν των €10.000 μέχρι 31.12.
- Από 1.1.2016 οι Διατάξεις των Δ.25 και Δ.30 θα τυγχάνουν, ασχέτως κλίμακας, καθολικής εφαρμογής. Νοείται ότι για αγωγές που καταχωρήθηκαν μέχρι και 31.12.2014 και αγωγές κλίμακας πέραν των €10.000 που καταχωρήθηκαν και θα καταχωρηθούν εντός της περιόδου της πιο πάνω αναστολής, ήτοι μέχρι 31.12.2015, οι πρόνοιες των υφιστάμενων πριν την έναρξη ισχύος των νέων Διαταγών 25 και 30, θα εξακολουθούν να εφαρμόζονται μέχρι την αποπεράτωσή τους». [Στη συνέχεια θ' αναφέρεται ως «ο νέος Κανονισμός 5»]. Τόσο η επιφύλαξη του νέου Κανονισμού 5 όσο και η αντίστοιχη του παλαιού αναφέρονται σε «. πρόνοιες των υφιστάμενων πριν την έναρξη της ισχύος των νέων Διαταγών 25 και 30.». Είναι συνεπώς ευχερής η διάκριση ανάμεσα στις παλαιές διαταγές 25 και 30 και στις νέες. Οι διατάξεις των παλαιών βρίσκονται στις σελίδες 167 και 174 έως 176 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών (Δ.Ν. Τόμος ΙΙ σελίδα 120). Οι διατάξεις των νέων είναι αυτές που αντικατέστησαν τις παλαιές. Αυτές που ο περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) Διαδικαστικός Κανονισμός του 2014 ενέταξε στο βασικό Διαδικαστικό Κανονισμό, δηλαδή τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, αντικαθιστώντας τις παλαιές. [Βλ. Κανονισμοί 1,2 και 3 του ΔΚ2/2014]. Έχοντας υποδείξει την τελευταία διάκριση προχωρώ να πω πως το Οικογενειακό Δικαστήριο, ως δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας, εφαρμόζει στη βάση του νέου Κανονισμού 4, τις διατάξεις των νέων Διαταγών 25 και
- Βεβαίως εδώ ενδιαφέρουν μόνο οι διατάξεις της νέας Δ.
- Πρόκειται όμως για διαδικασία που άρχισε στις 27.10.2010 και είναι στην κλίμακα €100.000 με €500.000 και γι' αυτό η νέα Δ.25 δεν τυγχάνει εφαρμογής. Στη βάση του νέου Κανονισμού 5 οι πρόνοιες της υφιστάμενης πριν την έναρξη της ισχύος της νέας Δ.25, θα εξακολουθεί να εφαρμόζεται μέχρι την αποπεράτωσή της. Εγείρεται πάντως το ερώτημα καταπόσο η διατύπωση της επιφύλαξης του νέου Κανονισμού 5 οδήγησε σε αναβίωση της παλαιάς Δ.
- Καταφατική απάντηση στο ερώτημα αυτό θα εναντιοδρομούσε προς τη ρητή διάταξη του Κανονισμού 2 του ΔΚ2/
- Αν η παλαιά Δ.25 αντικαταστάθηκε από τη νέα, και όντως αντικαταστάθηκε από 26.09.2014, μόνο η επανάληψη της, λέξη προς λέξη (verbatim), θα ήταν ικανή να οδηγήσει σε αναβίωσή της. Το αδιέξοδο λοιπόν στο οποίο οδήγησαν οι Κανονισμοί 2 και 4 του ΔΚ2/2014 εξακολουθεί να υφίσταται όχι μόνο για τις διαδικασίες που καταχωρήθηκαν μέχρι 31.12.2014, αλλά και όσες καταχωρήθηκαν μέχρι 31.12.2015.» Τα δεδομένα της υπό εξέταση διαφοράς δεν επιτρέπουν διαφορετική προσέγγιση απ΄ ότι στην αίτηση περιουσιακών διαφορών 51/
- Η ενώπιον του δικαστηρίου διαδικασία άρχισε στις 06 Αυγούστου 2012 και είναι σε κλίμακα πέραν των €10.
- Το ερώτημα που εγειρόταν εκεί, εγείρεται και εδώ. Ο Δ.Κ.1/2015 και Δ.Κ.2/2015 δεν έδωσαν διέξοδο στο αδιέξοδο που οδήγησαν οι Κανονισμοί 2 και 4 του Δ.Κ.2/
- Η παλαιά Δ.25 έπαψε να υφίσταται από 26 Σεπτεμβρίου 2014, ημερομηνία ψήφισης του Δ.Κ.2/
- Η λέξη «αντικαθίσταται» στο κείμενο του Κανονισμού 2 δεν αφήνει περιθώριο για διαφορετική ερμηνεία. Τα παραπάνω απετέλεσαν προφανώς την αιτία διατύπωσης των δύο πρώτων λόγων ένστασης του συζύγου. Ακολουθεί πως ευσταθούν. Θα πρέπει, ωστόσο, να πω πως ο νέος Κανονισμός 5 στόχευε στην αναβίωση της παλαιάς Δ.
- Γι΄ αυτό θα προχωρήσω με την εξέταση της ουσίας της αίτησης, ως εάν η παραπάνω πρώτη κατάληξή μου είναι εσφαλμένη. Μου είναι ευχερέστερο να πω από τώρα πως δε θα ενέκρινα την αίτηση και να εξηγήσω στη συνέχεια τους λόγους της κατάληξής μου. Η απόφαση στην υπόθεση Φοινιώτης ν Greenmar Narigation Ltd
(1989)1 (E) A.A.Δ.33 είναι καθοδηγητική ως προς την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Μεταφέρω εδώ το κείμενο της παραγράφου 8 της ένορκης δήλωσης της συζύγου: «8. Παράλληλα ως με πληροφορούν οι δικηγόροι μου, είναι απαραίτητο να καταχωρηθεί απάντηση στην Υπεράσπιση. Η απάντηση αυτή δεν καταχωρήθηκε προηγουμένως αφού εκκρεμούσαν αφενός διάφορες προδικαστικές διαδικασίες και αφετέρου με δεδομένη την ανάγκη τροποποίησης των [γ]εγονότων της [α]ίτησης/» Θα επιχειρήσω εκλογίκευση του παραπάνω κειμένου, στηριζόμενος περισσότερο στα πρακτικά του δικαστηρίου. Ως ήδη ανέφερα ο σύζυγος κατεχώρησε την υπεράσπιση του στις 15 Απριλίου 2013, ως ήταν η διαταγή του δικαστηρίου της 28 Μαρτίου, και την επαύριον εμφανίστηκαν και οι δυο πλευρές στο δικαστήριο για καθορισμό των επίδικων θεμάτων. Στις 16 Απριλίου το δικαστήριο, ενόψει και των προδικαστικών ενστάσεων που ο σύζυγος ήγειρε με την υπεράσπιση του, επαναόρισε την υπόθεση για καθορισμό των επίδικων θεμάτων στις 16 Μαϊου με οδηγίες: «Τυχόν απάντηση εντός 7 ημερών» Στις 16 Μαΐου η πλευρά της συζύγου ζήτησε χρόνο τεσσάρων εβδομάδων προκειμένου να καταχωρήσει την απάντηση της. Η υπόθεση ορίστηκε και πάλιν για καθορισμό επίδικων θεμάτων στις 13 Ιουνίου με οδηγίες: «Απάντηση στην υπεράσπιση να καταχωρηθεί μέχρι 12.6.2013» [Βλ. τεκμήριο Α στην ένσταση του συζύγου]. Μέχρι της 12 Ιουνίου 2013 δεν κατεχωρήθηκε απάντηση στην υπεράσπιση και από τότε μέχρι και την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης δεν έγινε ποτέ λόγος για απάντηση. Στις 13 Ιουνίου η σύζυγος κατεχώρησε μονομερή αίτηση για αποκάλυψη εγγράφων «που βρίσκονται ή βρίσκονταν στην κατοχή ή εξουσία του καθ΄ ου η αίτηση σε σχέση με κάθε ή οποιοδήποτε επίδικο θέμα» καθώς και αίτηση δια κλήσεως για αποκάλυψη περιουσίας στη βάση του άρθρου 14 Α
(1)του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου του 1991, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.25(Ι)/
- Ό,τι ενδιαφέρει είναι πως στη δεύτερη εκδόθηκε συναινετικά διάταγμα και ότι ο σύζυγος κατεχώρησε τη σχετική ένορκη δήλωση στις 17 Σεπτεμβρίου
- Προκύπτει από τα παραπάνω πως από 15 Απριλίου ημερομηνία καταχώρησης της υπεράσπισης μέχρι και 12 Ιουνίου 2013, ημερομηνία όπου ο σύζυγος μπορούσε να καταχωρήσει απάντηση τίποτε άλλο δεν εκκρεμούσε στην παρούσα υπόθεση. Η ίδια παρατήρηση ισχύει και από 17 Σεπτεμβρίου 2014 μέχρι και 23 Ιουνίου
- Στην παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης της συζύγου, η ανάγκη τροποποίησης της εναρκτήριας αίτησης συνδέεται με ισχυρισμό της ότι η αποκάλυψη περιουσίας από τον σύζυγο ήταν ελλειπής. Και συνεχίζει η σύζυγος: «
- . Ως εκ τούτου υποχρεώθηκα εγώ να καταβάλω δικές μου προσπάθειες στο μέτρο του δυνατού για εξασφάλιση των στοιχείων αυτών πράγμα που πήρε αρκετό καιρό αφού η περιουσία αυτή βρίσκεται στη Νότιο Αφρική». Για να μιλά η σύζυγος για ελλειπή αποκάλυψη από μέρους του συζύγου θα πει πως η ίδια είχε πλήρη γνώση της περιουσίας. Αυτό ως πρώτη παρατήρηση. Ύστερα γιατί δεν προέβηκε στο διάβημα που προβλέπεται από το εδάφιο
(3)του άρθρου 14 Α του νόμου; Με την έκτη τροποποίηση που η σύζυγος επιθυμεί να επιφέρει στην εναρκτήρια αίτηση θέλει ν΄ αντικαταστήσει την παράγραφο 14(Β)(α) με την παρακάτω: « Από την αρχή της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων η αιτήτρια εργαζόταν στις επιχειρήσεις που διατηρούσαν οι διάδικοι στη Νότιο Αφρική. Για πολλά χρόνια η αιτήτρια για να αντεπεξέλθει στα καθήκοντα της εργαζόταν από νωρίς το πρωί μέχρι το βράδυ. Η συνεισφορά της αιτήτριας στη λειτουργία και την επέκταση των επιχειρήσεων αυτών ήταν ανάλογη αυτής του καθ΄ ου η αίτηση ενώ τα καθήκοντα που ασκούσε ήταν ανάλογης σημασίας και σοβαρότητα για την λειτουργία και επέκταση της επιχείρησης με αυτά του καθ΄ου η αίτηση» Εάν τα καθήκοντα που ασκούσε η σύζυγος «ήταν ανάλογης σημασίας και σοβαρότητας για τη λειτουργία και επέκταση της επιχείρησης με αυτά του καθ΄ ου η αίτηση», θα πει πως γνώριζε τα πάντα περί την επιχείρηση ή των επιχειρήσεων του συζύγου. Προς τι λοιπόν η αίτηση για αποκάλυψη περιουσίας; Και γιατί επιδιώκει τώρα την τροποποίηση; Η πρώτη τροποποίηση αφορά στους λόγους διακοπής της συμβίωσης τους. Είναι αυτονόητο πως, όταν κατεχωρούσε την εναρκτήρια αίτηση στις 6 Αυγούστου 2012, ήταν σε καλύτερη θέση ν΄ αποτιμήσει τις διαπροσωπικές τους σχέσεις. Έλεγε τότε πως οι σχέσεις τους « . κατά τα πρώτα χρόνια της έγγαμης συμβίωσης . ήταν αρμονικές χωρίς ουσιαστικά προβλήματα.» Τίποτα δεν μπορούσε να επιδράσει αναδρομικά στην ποιότητα των σχέσεών τους, ώστε να επιδιώκει τώρα να πει πως « . ήταν προβληματικές από την αρχή του γάμου .». Η υφιστάμενη κατάσταση συνάδει πλήρως με όσα κατέγραψε στην παράγραφο 4 της υπεράσπισής της στην αίτηση διαζυγίου 271/
- [Βλ. τεκμήριο Γ στην ένσταση]. Την κατεχώρησε στις 12.09.2012 σε χρόνο εγγύτερα στο χρόνο διακοπής της συμβίωσής τους, λίγες μέρες μετά την έναρξη της παρούσας διαδικασίας. Η δεύτερη τροποποίηση στοχεύει στην επαναδιατύπωση της παραγράφου 9 της εναρκτήριας αίτησης. Η γνώση της ότι ο σύζυγος πριν από το γάμο τους « δεν είχε οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία» αποδείκτηκε, φαίνεται, εκ των υστέρων εσφαλμένη, εφόσο τώρα θέλει να προβάλει τον ισχυρισμό πως κατά το γάμο τους διατηρούσε επιχείρηση μίνι μάρκετ στο Durban της Νοτίου Αφρικής αξίας όχι πέραν των €80.
- Πότε αλήθεια περιήλθε στη γνώση της αυτή η πληροφορία; Δεν εργαζόταν και σ΄ αυτή την επιχείρηση του συζύγου «από την αρχή της έγγαμης συμβίωσης »; Την ανεκάλυψε μετά την ελλειπή αποκάλυψη περιουσίας από το σύζυγο; Η τρίτη τροποποίηση επιδιώκει λεκτική διαφοροποίηση της παραγράφου 11 της εναρκτήριας αίτησης. Η έγκρισή της σε τίποτε δε θα μετέβαλλε την εικόνα της περιουσίας του συζύγου. Η αύξηση της περιουσίας του από τη συμμετοχή του στις εταιρείες Ilanga Enterprises Ltd και Charflo Two Ltd συνίσταται στην αποτίμηση της αξίας των μετοχών που κατέχει σ΄ αυτές σε χρήμα. Η υφιστάμενη διατύπωση έχει αυτή τη δυναμική, εξέλιξη που καθιστά μη αναγκαία την προτεινόμενη τροποποίηση. Για την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης τροποποίησης ενοχοποιείται από τη σύζυγο η ένορκη αποκάλυψη περιουσίας του συζύγου από τον ίδιο. Την χαρακτηρίζει ως ελλειπή και ισχυρίζεται ενόρκως πως της πήρε αρκετό καιρό να εντοπίσει άλλη περιουσία, αφού « .η περιουσία αυτή βρίσκεται στη Νότιο Αφρική.» Δεν είναι αλήθεια. Η τέταρτη τροποποίηση δεν αφορά περιουσία που βρίσκεται στη Νότιο Αφρική, αλλά στην Κύπρο. Πρόκειται για περιουσία που συγκαταλέγεται στην ένορκη αποκάλυψη του συζύγου και η οποία περιήλθε στη γνώση της από 17 Σεπτεμβρίου
- Τα ίδια ισχύουν για τα περιουσιακά στοιχεία που με την πέμπτη τροποποίηση θέλει να προσθέσει ως υποπαραγράφους (στ) έως (η) της παραγράφου
- Σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία των υποπαραγράφων (θ) έως (ιβ), που βρίσκονται στη Νότιο Αφρική, η σύζυγος, για τα μεν (θ) έως (ια) είχε γνώση από την ημερομηνία της αποκάλυψης, ενώ ό,τι επιχειρείται να εισαχθεί με την υποπαράγραφο (ιβ) δεν προσθέτει οτιδήποτε στην περιουσία του συζύγου. Η γνώση της για την επιχείρηση της υποπαραγράφου (ιβ) ανατρέχει στα χρόνια της συμβίωσης, εφόσο και γι΄ αυτή ισχύουν όσα παρέθεσα παραπάνω για την έκτη τροποποίηση. Με την πέμπτη τροποποίηση επιδιώκεται η επέκταση της παραγράφου 12 της εναρκτήριας αίτησης. Περιλαμβάνει ισχυρισμό της συζύγου ότι « . κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον Καθ΄ ου η αίτηση και με τη δική της συνεισφορά η περιουσία των διαδίκων αυξήθηκε με την απόκτηση της ακόλουθης κινητής περιουσίας .». Πράγματι ακολουθούν οι υποπαραγράφοι (α) έως (ε) που αναφέρονται σε κινητή περιουσία. Σε κινητή περιουσία παραπέμπουν και οι προτεινόμενες με την τροποποίηση υποπαραγράφοι (στ) έως και (ιβ). Η υποπαράγραφος (ιγ), ωστόσο, αφορά: « (ιγ) Ακίνητο στην τοποθεσία "Διπλοστράτι", στον Άγιο Τύχωνα της Επαρχίας Λεμεσού το οποίο ο καθ΄ ου η αίτηση αγόρασε με αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 15.12.2000». Ακολουθεί πως πρόκειται για ακίνητη περιουσία που επιχειρείται να ενταχθεί ως μέρος κινητής περιουσίας που κατ΄ ισχυρισμό οι διάδικοι απέκτησαν στη διάρκεια του γάμου και που συντέλεσε στην αύξηση της περιουσίας τους. Δε βρίσκεται όμως στη Νότιο Αφρική, αλλά στον Άγιο Τύχωνα, τόπο όπου οι διάδικοι διέμεναν μέχρι τη διακοπή της συμβίωσης. Η πρόθεση της συζύγου δεν είναι γνήσια ως προς την επιδίωξη προσθήκης αυτού του ακινήτου. Παραλείπει να προσδιορίσει επακριβώς το ακίνητο στην υποπαράγραφο (ιγ). Ωστόσο, όσα παραθέτει στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσής της δεν μπορούν παρά ν΄αφορούν το ίδιο ακίνητο. «
- . Τα στοιχεία αναφορικά με το τεμάχιο αυτό τα έμαθα τυχαία από έρευνα που έκανα στην ιστοσελίδα cylaw.org όπου δημοσιεύτηκε απόφαση του εφετείου που αφορούσε τη συγκεκριμένη αγοραπωλησία. Η απόφαση εκδόθηκε στις 27 Ιανουαρίου 2016, αλλά εγώ πληροφορήθηκα για την απόφαση αυτή πρόσφατα.». Ξετυλίγοντας το νήμα από την τελευταία του άκρη είναι ευχερέστερο ν΄ απομυθοποιήσομε την εικόνα που η σύζυγος αναμένει να σχηματίσομε με τα λεγόμενά της. Σε χρόνο που είναι πολύ πλησίον της 23ης Ιουνίου 2016, ημερομηνία υποβολής του αιτήματος τροποποίησης, η σύζυγος, ερευνώντας τυχαία στην ιστοσελίδα cylaw.org, εντόπισε απόφαση του εφετείου που αφορούσε προφανώς διαφορά του συζύγου και άλλου προσώπου σε σχέση με ακίνητο στην τοποθεσία «Διπλοστράτι» στον Άγιο Τύχωνα. Από την απόφαση πληροφορήθηκε πως ο σύζυγος αγόρασε το ακίνητο με έγγραφο ημερομηνίας 15.12.
- Είδε λοιπόν πως η συναλλαγή εντασσόταν στα χρόνια της συμβίωσης και σκέφτηκε πως, μια που ως διατείνεται στην παράγραφο 12 της εναρκτήριας αίτησης, «. κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον καθ΄ ου η αίτηση και με τη δική της συνεισφορά η περιουσία των διαδίκων αυξήθηκε με την απόκτηση της ακόλουθης κινητής περιουσίας .», να διευρύνει τα αποκτήματα προσθέτοντας στα κινητά ένα ακίνητο. Πρόκειται για απλή αριθμητική. Με σταθερή τη συνεισφορά της ως διαιρέτη, το πηλίκο αυξάνεται, όσο αυξάνεται ο διαιρετέος. Η ίδια συνεισφορά που μέχρι τις 06.08.2012 αρκούσε μόνο για την απόκτηση των κινητών (α) έως (ε) τώρα αρκεί και για €1.300.000 περισσότερες καταθέσεις, για τα περιουσιακά στοιχεία των υποπαραγράφων (στ) έως (ιβ) και για το ακίνητο της υποπαραγράφου (ιγ), αγνώστου τιμής απόκτησης. Με την έβδομη τροποποίηση επιδιώκεται η διαγραφή μέρους της παραγράφου 14 (Β)(γ). Σ΄ αυτή, ως έχει τώρα, καταγράφονται τρεις ενέργειες: (αα) Ότι οι διάδικοι αγόρασαν κτήριο και επιχείρηση αντί του ποσού των €700,000, (ββ) Ότι το 2009 η επιχείρηση νοικιάστηκε με μηνιαίο ενοίκιο €8,000 και (γγ) Ότι το ενοίκιο από τότε μέχρι σήμερα το εισπράττει ο σύζυγος. Στην ίδια παράγραφο αναφέρεται ως αξία της επιχείρησης σήμερα το ποσό των €2,000,000 και του κτηρίου το ποσό των €3,000,
- Με την τροποποίηση που επιδιώκεται θα παραμείνει μόνο η πρώτη ενέργεια και θα διαγραφούν οι άλλες δύο καθώς και οι αξίες της επιχείρησης και του κτηρίου. Στην ένορκη δήλωσή της η σύζυγος δεν εξηγεί πότε επιτέλους έμαθε πως αυτά που γνώριζε κατά την καταχώρηση της εναρκτήριας αίτησης δεν ίσχυαν. Ούτε καταπόσο είναι αναγκαία η διαγραφή τους, εφόσο είναι στην ίδια που επαφίεται η στοιχειοθέτηση τους. Η παράγραφος 14(Β)(δ) της εναρκτήριας αίτησης σχετίζεται με την επιχείρηση της παραγράφου 14 (Β) (γ). Ως έχει τώρα παραθέτει την πληροφορία πως « [μ]έρος της επιχείρησης αυτής έχει μεταβιβαστεί επ΄ ονόματι του γιου των διαδίκων Γιώργου Σκουτέλα, ενώ η υπόλοιπη εξακολουθεί να είναι εγγεγραμμένη επ΄ ονόματι . του Καθ΄ ου η Αίτηση.» Με την όγδοη τροποποίηση επιδιώκεται η αναίρεση της παραπάνω θετικής ενέργειες και η αντικατάσταση της με δυο άλλες, επίσης θετικές: (αα) Η επιχείρηση υπεραγοράς πωλήθηκε σε τρίτους, και (ββ) Πριν τη διάσταση των διαδίκων «. αποκτήθηκε άλλη επιχείρηση υπεραγοράς η οποία αγοράστηκε συνεταιρικά με τον γιο των διαδίκων Γιώργο Σκουτέλα». Ούτε στην προκειμένη περίπτωση έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση η σύζυγος ως προς το πότε έμαθε πως αυτό που γνώριζε κατά την καταχώρηση της εναρκτήριας αίτησης δεν ήταν η αλήθεια. Ούτε βεβαίως για το πώς έμαθε επιτέλους την αλήθεια. Όσα η σύζυγος καταγράφει στις παραγράφους 3 και 6 της ένορκης δήλωσής της δεν εξηγούν την καθυστέρηση που σημειώθηκε. Η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις, έστω και αν η ανάγκη τροποποίησης οφείλεται σε αμέλεια ή καθυστέρηση [Βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ.934]. Τα περιστατικά κάθε υπόθεσης προσδοιρίζουν, ωστόσο, τη σημασία που τα δικαστήρια αποδίδουν στις εξηγήσεις που παρέχονται για την καθυστέρηση [Βλ. Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426] Εδώ η σύζυγος δεν επικαλείται δική της αμέλεια. Αποδίδει την καθυστέρηση σε λόγους που συνδέονται με την ελλειπή, κατ΄ εκείνη, αποκάλυψη περιουσίας από το σύζυγο και στο γεγονός ότι κάποια περιουσία βρίσκεται στη Νότιο Αφρική. Θα επανέλθω όμως αφού αναφερθώ και στην έννατη τροποποίηση με την οποία η σύζυγος επιδιώκει την προσθήκη διάζευξης στην παράγραφο 19 της εναρκτήριας αίτησης. Ως είναι τώρα η θέση της ισχυρίζεται πως « . λόγω της μεγάλης συνεισφοράς και εργασίας της δικαιούται να λάβει το ½ μερίδιο επί ολόκληρης της κινητής περιουσίας που δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων και βρίσκεται εγγεγραμμένη και/ή κατέχεται και/ή πρόκειται να εγγραφεί και/ή επανεγγραφεί επ΄ ονόματι του καθ΄ ου η αίτηση.» Στα παραπάνω θα ήθελε να προστεθούν τα επόμενα: « Διαζευτικά, η αιτήτρια θα στηρικτεί στο τεκμήριο συνεισφοράς του 1/3 που καθιερώνεται στο άρθρο 14
(2)του Ν.232/1991.» Θα εξηγήσω στη συνέχεια γιατί η εν λόγω τροποποίηση δεν είναι αναγκαία. Στην απόφαση μου της 11.12.2002 αναφέρω στη σελίδα 8: « Η νομική βάση της εναρκτήριας αίτησης παραπέμπει στον περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμο του 1991, (Ν.232/91)και στους κανόνες της επιείκειας. Οι αιτούμενες θεραπείες παραπέμπουν άλλες στην αξίωση συμμετοχής σε περιουσία του άρθρου 14 του Ν.232/91 και άλλες σε εμπίστευμα.» Στην ίδια απόφαση αναφέρω στις σελ. 9-10: «Οι περιουσιακές σχέσεις ενός ζεύγους μπορούν ν΄ αποφασίζονται είτε με αποκλειστική αναφορά στο άρθρο 14 του Νόμου 232/91 είτε με αποκλειστική αναφορά στις αρχές του κοινοδικαίου και του δικαίου της επιείκειας. Με άλλα λόγια δεν μπορούν ν΄ αποφασίζονται μερικώς στη βάση του άρθρου 14 του Ν.232/91 και μερικώς στη βάση των αρχών του κοινοδικαίου και του δικαίου της επιείκειας.» Με την έννατη τροποποίηση η σύζυγος, αφήνοντας ανοικτό το ενδεχόμενο επίλυσης της εν λόγω περιουσιακής διαφοράς με εφαρμοστέο δίκαιο τις αρχές του κοινοδικαίου και το δίκαιο της επιείκειας, επενδύει ταυτόχρονα και στην αξίωση συμμετοχής σε περιουσία. Η παράγραφος 19, ως έχει, της παρέχει και τις δυο επιλογές γιατί όπως αναφέρεται στην υπόθεση Ορφανίδης ν. Ορφανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 187 « [η] συνεισφορά αποτελεί, βάσει του άρθρου 14, όπως και στο Αγγλικό δίκαιο το κυρίαρχο στοιχείο στον καθορισμό της αναλογίας του μεριδίου του μη εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη.» Η παράγραφος 19, ως έχει, παρέχει, ωστόσο, στη σύζυγο την προοπτική εφαρμογής του τεκμηρίου του εδαφίου 2 του άρθρου 14 του Ν.232/91. Παραθέτω το καθοριστικό απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Ορφανίδη ν. Ορφανίδη
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ.1889, στη σελ. 1909: «Θεωρούμε ότι η διαπίστωση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η εφεσείουσα απέτυχε να αποδείξει την έκταση της συνεισφοράς της δικαιολογείται απόλυτα από την ενώπιον του μαρτυρία. Η εφεσείουσα δεν έχει, επομένως αποδείξει με «θετικό τρόπο το ύψος της συνεισφοράς της στην αύξηση της περιουσίας». Κατά συνέπεια ορθά το Πρωτόδικο Δικαστήριο έχει εφαρμόσει το τεκμήριο του άρθρου 14
(2)του Νόμου.» Ακολουθεί πως και εδώ, εάν η σύζυγος αποδείξει με θετικό τρόπο πως συνεισέφερε κατά το ήμισυ, τότε θα της αποδοθεί το ½ μερίδιο. Εάν αποδείξει την αύξηση της περιουσίας και πως είχε συνεισφορά, αλλά «η μαρτυρία δεν είναι καταληκτική ως προς την έκταση της συνεισφοράς, υπεισέρχεται το τεκμήριο που δημιουργεί το άρθρο 14
(2)του νόμου». [Βλ. σελ. 189 της Ορφανίδης ν. Ορφανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 179. Βλ. επίσης την απόφαση στην υπόθεση Παναγιώτου (Σφικτού) ν. Παναγιώτου
(2007)1 (Α) Α.Α.Δ. 28]. Κάθε τροποποίηση που δεν είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων δεν επιτρέπεται. [Βλ. Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Newspaper Ltd
(1970)2 All. E.R. 754]. Από την έννατη τροποποίηση προκύπτει η αδυναμία της συζύγου «να επιλέξει ανάμεσα στον τεκμαρτό υπολογισμό του εδαφίου
(2)του άρθρου 14 και στον πραγματικό υπολογισμό του εδαφίου
(1)του ίδιου άρθρου» [Βλ. Παναγιώτου (Σφικτού), ανωτέρω, στη σελ. 32], εξέλιξη που άπτεται της γνησιότητας των προθέσεων της ως προς όλες τις τροποποιήσεις που επιδιώκει. Δεν μπορεί ν΄ αναφέρεται σε ανάλογη του συζύγου συνεισφορά ή σε μεγάλη συνεισφορά της χωρίς ενδεικτική έστω αποτίμησή της σε χρήμα. Η σύζυγος έσπευσε να καταχωρήσει την εναρκτήρια αίτηση με αιτία τη διάσταση στη σχέση τους. Ενεργούσε, βεβαίως, εντός των δικαιωμάτων της. Μπορούσε όμως, εάν ήθελε, να έχει τον απαραίτητο χρόνο, ώστε να συγκεντρώσει όλα τα στοιχεία που ήσαν αναγκαία στη διατύπωση της αξίωσής της. Η αξίωση συμμετοχής σε περιουσία δεν παραγράφεται παρά μόνο μετά την πάροδο τριών χρόνων από τη λύση ή την ακύρωση του γάμου [Βλ. άρθρο 15(α) του Ν.232/91 όπως τροποποιήθηκε από το Ν.169(Ι)/2006]. Η καταληκτική πρόταση της παραγράφου 8 της ένορκης δήλωσης της συζύγου «. με δεδομένη την ανάγκη τροποποίησης των γεγονότων της αίτησης», δεν μπορεί βεβαίως ν΄ αποτελέσει εξήγηση στην καθυστέρηση της απάντησης. Η σύζευξη των θεραπειών Α και Β δεν έγινε καλόπιστα από τη σύζυγο. Αισθάνθηκε στις 23 Ιουνίου 2016 την ανάγκη καταχώρησης απάντησης, εκεί που έπαψε να μιλά γι΄ αυτή από 16 Μαΐου 2013. Ήθελε να μπορεί να χρησιμοποιεί την καθυστέρηση στο κάθε διάβημα ως εξήγηση στην καθυστέρηση υποβολής του αλλού. Είναι γι΄ αυτό που στην παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσης της, αναφέρει: «10. Η υπόθεση είναι ορισμένη για οδηγίες και όχι για ακρόαση και η έγκριση της αίτησης δε θα προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά στον καθ΄ ου η αίτηση που δεν μπορεί ν΄ αποκατασταθεί σε χρήμα .». Προέκταση των παραπάνω ήταν το επιχείρημα του ευπαίδευτου συνηγόρου της συζύγου στην αγόρευσή του: « Η μη καταχώρηση απάντησης προηγουμένως οφειλόταν στο γεγονός ότι . θα έπρεπε να καταχωρηθεί το αίτημα για τροποποίηση ». Στην υπόθεση Λυσιώτη ν. Δημοκρατίας
(2000)1 Α.Α.Δ. 363 γίνεται επισκόπηση της νομολογίας σε σχέση με το θέμα παράτασης προθεσμίας στη βάση της Δ.57 θ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Οι σχετικές αρχές παρατίθενται στις σελίδες 374 και 375 της απόφασης. Θεωρώ υπερβολική την αργοπορία της συζύγου και γι΄ αυτό δεν προτίθεμαι να εγκρίνω την παράταση της προθεσμίας. Ενόψει όλων των ανωτέρω τόσο η θεραπεία Α όσο και η θεραπεία Β δεν μπορούν να επιτύχουν και απορρίπτονται. Θεωρώ πως η δίκαιη ως προς τα έξοδα διαταγή είναι ν΄ ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, αλλά σε καμμιά περίπτωση να μην είναι εναντίον του Καθ΄ ου η αίτηση. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με ανάλογο διάταγμα για τα έξοδα, ως ανωτέρω. (Υπ.) .......... Σ. Κ. Καρατσής, Π. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./Κ.Κ. Θέμα: Οικογενειακό/ Τροποποίηση Δικογράφων Subject: Famili Court/ Tropopisi Dikografon cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο