Μάριου Ευρυπίδη ν. Μαρίας Κώστα, Αρ. Αίτησης: 26/14, 11/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLAR:2016:18 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ Ενώπιον: Δ. Κούσιου, Δ. Αρ. Αίτησης: 26/14 Μεταξύ: Μάριου Ευρυπίδη Αιτητή κ α ι Μαρίας Κώστα Καθ΄ης η αίτηση Αίτηση ημερ. 18.1.2016 για τροποποίηση της εναρκτήριας αίτησης Ημερομηνία: 11 Απριλίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητή: κ. Χρίστου (για ν΄ ακούσει απόφαση κα Καζαντζή) Για την Καθ΄ης η αίτηση: Αντώνης Ανδρέου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. (για ν΄ ακούσει απόφαση κα Θούπου) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατάρρευση της έγγαμης σχέσης των διαδίκων τους έφερε αντιμέτωπους στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης με τη ρύθμιση των περιουσιακών τους διαφορών που στοχεύουν στο συμφέρον που έχει ο καθένας στη συζυγική κατοικία. Η εναρκτήρια αίτηση καταχωρήθηκε στις 4.6.2014, η υπεράσπιση στις 2.10.2014 και η απάντηση στις 27.1.
- Η υπόθεση ορίστηκε πρώτη φορά για ακρόαση στις 24.9.
- Μεσολάβησε όμως αίτηση τροποποίησης της εναρκτήριας αίτησης η οποία καταχωρήθηκε στις 21.9.2015 και αποσύρθηκε άνευ βλάβης στις 8.12.15 που ήταν ορισμένη για ακρόαση. Επόμενο διάβημα ήταν η υπό εξέταση αίτηση τροποποίησης που καταχωρήθηκε στις 18.1.16 και μ΄ αυτήν επιδιώκεται η αναδόμηση της εναρκτήριας αίτησης. Η αίτηση έχει ως νομική βάση, μεταξύ άλλων, τη Δ.25 Θ1-5, τη Δ.48 Θ.1 και 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και τη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται, μεταξύ άλλων, με ένορκη δήλωση του Αιτητή στην οποία εξηγεί τους λόγους για τους οποίους επιδιώκει την τροποποίηση. Πρόκειται για αναγκαιότητα που προέκυψε μετά τη διαπίστωση λανθασμένων αναφορών στην εναρκτήρια αίτηση, κατά τη μελέτη της υπόθεσης για ακρόαση, που οφείλονταν σε σύγχυση με άλλη υπόθεση ως και κακής ή ελλιπούς πληροφόρησης που δόθηκε από τον Αιτητή. Η Καθ΄ης η αίτηση εναντιώθηκε στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος τροποποίησης. Ως λόγους ένστασης, οι οποίοι αποτελούν και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της που συνοδεύει την ένσταση, προβάλλει τους εξής: «
- Η υπό εξέταση αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει θα πρέπει να αγνοηθεί και ή να απορριφθεί στην ολότητά της.
- Η αίτηση και ή η ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτή είναι νομικά αβάσιμη, αόριστη, παραπλανητική, εσφαλμένη και καταχρηστική και πρέπει να απορριφθεί στην ολότητα της.
- Υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης και δεν δίδονται καθόλου λόγοι και ή επαρκείς λόγοι γι την εν λόγω καθυστέρηση.
- Η αίτηση δεν αποκαλύπτει βάσιμη αιτιολογία για την καταχώρηση της αίτησης σε αυτό το στάδιο.
- Η παρούσα αίτηση γίνεται κακόπιστα και/ή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου και/ή γίνεται για αλλότριους σκοπούς καθότι ο Αιτητής προσπαθεί να προσθέσει γεγονότα τα οποία δεν τέθηκαν εξ΄ υπαρχής προσπαθώντας να ανατρέψει την πορεία της διαδικασίας.
- Τα γεγονότα που ζητούνται να προστεθούν αποτελούν γεγονότα τα οποία ήταν δυνατό να ήταν εξ΄ υπαρχής εις γνώση του Αιτητή ο οποίος δεν το έπραξε.
- Με την αιτούμενη τροποποίηση εισάγονται νέες βάσεις και ή αξιώσεις και θεραπείες με βάση γεγονότα που ήταν εις γνώση του Αιτητή εξ΄ υπαρχής.
- Με την αιτούμενη τροποποίηση θα προηγηθεί ζημιά στην Υπεράσπιση της Καθ΄ης η αίτηση η οποία ζημιά δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με τη διαταγή εξόδων.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.25 και της σχετικής νομολογίας για την παραχώρηση άδειας τροποποίησης δικογράφου.» Κατά την ακρόαση της αίτησης κανένας από τους ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως του. Οι συνήγοροι των διαδίκων αρκέστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις και η κάθε πλευρά υπεραμύνθηκε των θέσεων της με αναφορά σε νομολογία. Η εξουσία του Δικαστηρίου να επιστρέψει τροποποίηση των δικογράφων κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, εκπηγάζει από τη Δ.25 θ. 1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι η δίκη δρομολογείται με βάση τα γεγονότα που αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις. Γι΄ αυτό, όταν ένας διάδικος κρίνει ότι οι έγγραφες προτάσεις του θα πρέπει να τροποποιηθούν, πρέπει να λαμβάνει το συντομότερο δυνατό μέτρα για την τροποποίηση τους. (Βλ. Ayia Napa Nissi Ltd κ.ά. ν. Παπαμιχαήλ
(1992)1 (Α) Α.Α.Δ. 549). Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης (Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 E A.A.Δ. 33. Στην απόφαση Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005 τονίστηκαν τα ακόλουθα (σελ. 1009): «Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ο πρωτόδικος Δικαστής ότι δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς η καθυστέρηση για την υποβολή της αίτησης, δίδοντας υπερβολική βαρύτητα στον παράγοντα αυτό. Αυτό δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Ενόψει της νομολογίας, κρίνουμε πως όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι, όπως τονίσαμε και πιο πάνω, να δοθεί η ευκαιρία στους διάδικους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους.» Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 λέχθηκε ότι η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και την αποφυγή πολλαπλότητας των διαδικασιών, εκτός εάν η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο για την οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα ή όπου υπάρχει κακή πίστη εκ μέρους του Αιτητή (Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704). Το κατά πόσο θα επιτραπεί η τροποποίηση ενός δικογράφου είναι ζήτημα που υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται με γνώμονα το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης (βλ. Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560). Κάτι που ευθύς εξ΄ αρχής θα πρέπει να επισημανθεί, είναι το γεγονός πως οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν είναι τόσο εκτεταμένες όσο φαίνονται ούτε και τόσο ριζικά νέες. Κατ΄ ουσία μ΄ αυτές επιδιώκεται ο νομικός προσδιορισμός σε σχέση με την κυριότητα της επίδικης κατοικίας, η διόρθωση τυπογραφικών λαθών, η μείωση ποσών κατά τρόπο επωφελή παρά βλαπτικό για την Καθ΄ης η αίτηση, η παροχή πληρέστερων λεπτομερειών αναφορικά με γεγονότα και βασικούς ισχυρισμούς του Αιτητή που ήδη περιλαμβάνονται στο δικόγραφο του όπως αυτό έχει επί του παρόντος και η παράθεση γεγονότων που μεσολάβησαν μεταξύ της εναρκτήριας αίτησης και της υπό εξέταση αίτησης τροποποίησης. Εξετάζοντας το περιεχόμενο του υφιστάμενου δικογράφου του Αιτητή σε σύγκριση με τις αιτούμενες τροποποιήσεις, δεν έχω πεισθεί για τη βασιμότητα των λόγων ένστασης που τις πλήττουν. Αντίθετα θεωρώ ότι ο Αιτητής θα πρέπει να αφεθεί να εκφράσει με τον τρόπο που κρίνει ορθό την υπόθεση του, εφόσον αυτό δεν επηρεάζει δυσμενώς την άλλη πλευρά, αλλά αντίθετα, κατά την κρίση μου, τη διευκολύνει να γνωρίζει την υπόθεση που θα έχει να αντιμετωπίσει. Το ότι κάποιες από τις αιτούμενες τροποποιήσεις θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν ευθύς εξαρχής στην εναρκτήρια αίτηση έχει όντως προβληματίσει το Δικαστήριο, αλλά οι αρχές της νομολογίας, πιο πάνω, επιτρέπουν τροποποιήσεις έστω και αν αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας. Εντοπίζονται επίσης τροποποιήσεις φαινομενικά περιττές, εφόσον τα σχετικά ουσιώδη γεγονότα περιλαμβάνονται ήδη στο δικόγραφο του Αιτητή, εντούτοις στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44 κρίθηκε ότι ήταν επιτρεπτές εφόσον διαφωτίζαν περαιτέρω το θέμα στο οποίο αναφέροντο. Ο ίδιος προβληματισμός αφορά και την προσθήκη νέων γεγονότων. Επαρκεί να επισημανθεί ως προς αυτά πως είναι στο στάδιο της εξέτασης της ουσίας της υπόθεσης που το Δικαστήριο θα εξετάσει το συσχετισμό τους με τις αξιώσεις του Αιτητή και ποιες από αυτές είναι βάσιμες και έχουν αποδειχθεί. Ένας άλλος παράγοντας ο οποίος επίσης λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της πιο πάνω εξουσίας κατ΄ επιταγή του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος είναι ο χρόνος. Το θέμα παρέλευσης εύλογου χρόνου ηγέρθηκε από το συνήγορο της Καθ΄ης η αίτηση ως λόγος που θα πρέπει να συνηγορήσει εναντίον της έγκρισης της αίτησης, πλην όμως δεν έχει καταδειχθεί πώς θα υποστεί η Καθ΄ης η αίτηση οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη βλάβη όσον αφορά τα συμφέροντα της στην υπόθεση αυτή εάν η αίτηση επιτραπεί. Η εξέταση του παράγοντα της καθυστέρησης γίνται με αναφορά στο σύνολο των σχετικών περιστάσεων της κάθε υπόθεσης και δεν θεωρείται η καθυστέρηση αυτή καθ΄ αυτή ως η μόνη περίσταση που λαμβάνεται υπόψη (Astor Manufacturing & Exporting Ltd. v. A & G Leventis & Company (Nigeria) Ltd.
(1993)1 A.A.Δ. 726). Η διαπίστωση που γίνεται υπό το φως των δεδομένων της εξέλιξης της διαδικασίας, όπως αυτή έχει αναφερθεί στην αρχή της παρούσας απόφασης, είναι ότι η εξέταση της εν λόγω αίτησης κατά τον παρόντα χρόνο δεν προκαλεί οποιαδήποτε καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης. Κατά συνέπεια δεν προκαλείται και οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός των συμφερόντων της Καθ΄ης η αίτηση στην υπόθεση στον πιο πάνω τομέα, τουλάχιστο συνεπεία της αίτησης για τροποποίηση. Εν πάση περιπτώσει η καθυστέρηση που παρατηρείται από το χρόνο καταχώρισης της εναρκτήριας αίτησης μέχρι την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η υπόθεση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παλαιά και η ακρόαση της δεν έχει αρχίσει, δεν μπορεί να αποτελέσει τροχοπέδη στην επιτυχία της αίτησης. Με απώτερο σκοπό την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης θεωρώ ότι είναι δίκαιο να δοθεί η δυνατότητα στον Αιτητή να θέσει τις θέσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου. Επίσης δεν θα επηρεαστούν δυσμενώς τα συμφέροντα της Καθ΄ης η αίτηση με την τροποποίηση στο στάδιο αυτό, εφόσον υπάρξει κατάλληλη διαταγή για τα έξοδα. Ενόψει όλων των ανωτέρω η αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης ως η αίτηση. Τροποποιημένη εναρκτήρια αίτηση να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Τροποποιημένη υπεράσπιση να καταχωρηθεί σε 15 ημέρες από τη λήψη της τροποποιημένης εναρκτήριας αίτησης και απάντηση, αν υπάρχει, να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από τη λήψη της τροποποιημένης υπεράσπισης. Τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses) καθώς και τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Καθ΄ης η αίτηση και εναντίον του Αιτητή και καθίστανται πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της εναρκτήριας αίτησης. (Υπ.) ........... Δ. Κούσιου, Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ /ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΠΑΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο