← Κύπρος

ΕΛΕΝΑ ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΥ ν. ΚΩΣΤΑΣ ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Αρ. Αίτησης: 8/2016, 19/10/2016

ΕΛΕΝΑ ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΥ ν. ΚΩΣΤΑΣ ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Αρ. Αίτησης: 8/2016, 19/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODPAF:2016:10 ΣΤΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Δικαιοδοσία Χρήσης Οικογενειακής Στέγης ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Χ"Αθανασίου-Σιαμτάνη, Δ. Αρ. Αίτησης: 8/2016 Μεταξύ: ΕΛΕΝΑ ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΥ, από την Πάφο ΑΙΤΗΤΡΙΑ και ΚΩΣΤΑΣ ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, από τη Πάφο ΚΑΘ΄ ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ ------------------------ Αίτηση για Προσωρινό Διάταγμα, ημερομηνίας 07/04/2016 Ημερομηνία: 19/10/2016 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια : κ. Χριστίνα Ευσταθίου για Λ. Λουκαΐδου Θεοφάνους ΔΕΠΕ (ν΄ ακούσει απόφαση) Για τον Καθ' ου η Αίτηση: κ. Πόπη Πέτρου για ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ ΚΟΡΑΚΙΔΗΣ ΔΕΠΕ (ν΄ ακούσει απόφαση) ------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Επιδιώκεται με την υπό εξέταση αίτηση, η έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να παραχωρείται στην Αιτήτρια η αποκλειστική χρήση της συζυγικής στέγης, που βρίσκεται στην επαρχία Πάφου, στη Γεροσκήπου, στην οδό Ρηγαίνης

  1. Καθώς και διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται ο Καθ' ου η Αίτηση να εγκαταλείψει τη συζυγική στέγη, μέχρι την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Για να επιτύχει στο αίτημά της η Αιτήτρια προέβαλε στη μονομερή αίτηση που καταχώρησε την ίδια ημέρα, ότι είναι επείγον όπως το Δικαστήριο εκδώσει διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο Καθ' ου η Αίτηση να αποχωρήσει από τη συζυγική στέγη καθώς ασκεί βία στο πρόσωπό της και η παραμονή των δύο τους στο ίδιο σπίτι εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους τόσο για τη ζωή της όσο και για την ψυχολογία των παιδιών τους που υπήρξαν μάρτυρες περιστατικών βίας. Ειδικότερα, αναφέρει στην αρχική ένορκη δήλωση της: Ότι με τον Καθ' ου η Αίτηση παντρεύτηκαν το 1990 και απέκτησαν τέσσερα παιδιά. Τη Γεωργία που γεννήθηκε στις 07/05/1991, την Ιωάννα η οποία γεννήθηκε στις 07/05/1991, το Λάμπρο ο οποίος γεννήθηκε στις 24/02/1995 και το Χαράλαμπο, ο οποίος γεννήθηκε στις 11/10/
  2. Ότι από το 1990 εγκαταστάθηκαν στο σπίτι το οποίο ανεγέρθηκε από τους γονείς της σε οικόπεδο ιδιοκτησίας της. Ότι η έγγαμη συμβίωση τους υπήρξε προβληματική από την αρχή και ότι όποτε συζητούσαν σοβαρά θέματα που αφορούσαν την οικογένειά τους ο Καθ' ου η Αίτηση της θύμωνε και την κτυπούσε. Καθώς και ότι τέτοια περιστατικά συνέβαιναν 3 με 4 φορές το χρόνο, όπου και γινόταν βάναυσος και επιθετικός απέναντί της. Υποστηρίζει, περαιτέρω, ότι η συμπεριφορά του ήταν τέτοια γιατί ήταν παθολογικά ζηλιάρης. Ότι αυτή έκανε υπομονή για να μεγαλώσουν τα παιδιά τους και κρατούσε μυστικό τη συμπεριφορά του πατέρα τους και ότι η μόνη που το γνώριζε ήταν η μητέρα της η οποία απεβίωσε. Ακολούθως, περιγράφει κάποια περιστατικά άσκησης σωματικής και λεκτικής βίας από το σύζυγό της προς αυτήν, υποστηρίζοντας ότι υπήρξαν και φορές που την έβρισε και τη χτύπησε μπροστά σε άλλους. Συγκεκριμένα, περιγράφει περιστατικό που έλαβε χώρα στις 07/06/2015, όταν ο Καθ' ου η Αίτηση την έβρισε και την χτύπησε μπροστά στο βαφτιστικό και την αδελφή του. Αποτέλεσμα αυτού ήταν η ίδια να πάθει νευρικό κλονισμό και να μην μπορεί να σταματήσει να κλαίει. Τότε, όπως ισχυρίζεται, ο Καθ' ου η Αίτηση αποχώρησε και έμεινε στην αδελφή του. Μετά από αυτό το περιστατικό, αποφάσισε να ενημερώσει τα παιδιά τους, εξηγώντας τους τη συμπεριφορά του πατέρα τους, την οποία ανεχόταν μέχρι να μεγαλώσουν αυτά, κάνοντας υπομονή, όμως πλέον τους ανέφερε ότι δεν μπορούσε να αντέξει αυτή τη συμπεριφορά. Συνεχίζοντας αναφέρει ότι μετά από αυτό, μάζεψε σε μια βαλίτσα τα πράγματα του Καθ' ου η Αίτηση και τη μετέφερε στη μητέρα του, ώστε αυτός να μείνει εκεί, προσπαθώντας να τον πείσει να επισκεφθεί ψυχολόγο. Πράγμα όμως που ο ίδιος δεν έκανε. Όμως μετά από τις παρεμβάσεις συγγενών, τελικά, τον δέχθηκε πίσω. Επιστρέφοντας ο σύζυγος της, όπως ισχυρίζεται η Αιτήτρια, εξακολουθούσε να έχει την ίδια συμπεριφορά. Μάλιστα στις 29/03/2016, όταν ήρθε στο σπίτι ξάδελφός της, με τον οποίο συζητούσε για τα προβλήματα που είχε με το σύζυγό της, μόλις ο Καθ' ου η Αίτηση αντιλήφθηκε την παρουσία του, του επιτέθηκε λεκτικά επιρρίπτοντας του ευθύνες και λέγοντάς του ότι ο ίδιος την παροτρύνει να χωρίσει. Ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι αφού αποχώρησε ο ξάδελφός της, ο σύζυγός της την έβρισε και έχασε τον έλεγχό του, προσπαθώντας δε να συγκρατηθεί, επαναλάμβανε στον εαυτό του τα ακόλουθα λόγια: «Δεν θα σε κτυπήσω θα συγκρατηθώ». Τα παραπάνω, όπως αναφέρει, προκάλεσαν ένταση και φόβο στην κόρη τους Ιωάννα που διαμένει μαζί τους, η οποία της ζήτησε να κοιμηθούν μαζί, κλειδώνοντας την πόρτα του δωματίου, ώστε να μην την χτυπήσει ο Καθ' ου η Αίτηση. Ήταν περαιτέρω ο ισχυρισμός της, ότι η κόρη τους η Ιωάννα, η οποία βιώνει καθημερινά τις ίδιες φοβίες με αυτή συζήτησε με τον πατέρα της που συνεχώς έβριζε και απειλούσε. Η κόρη της Γεωργία, όπως αναφέρει περαιτέρω, αρραβωνιάστηκε, ο γιος της Χαράλαμπος είναι στρατιώτης και διαμένει μαζί τους κατά τις εξόδους του από το στρατό και ο Λάμπρος είναι φοιτητής και διαμένει μαζί τους όταν έρχεται διακοπές. Προβάλλει, περαιτέρω, ότι είναι τρομοκρατημένη και φοβάται τόσο για τη σωματική όσο και τη ψυχική ακεραιότητα αυτής και της κόρης της, λόγω την επικίνδυνης και βίαιης συμπεριφοράς του συζύγου της, γι' αυτό θεωρεί επιβεβλημένο να εκδοθεί διάταγμα με το οποίο να απομακρυνθεί ο Καθ' ου η Αίτηση από τη συζυγική στέγη. Ο οποίος μπορεί να ενοικιάσει ή να μετακομίσει στη μητέρα του και έχει την οικονομική δυνατότητα προς τούτο. Ως προς την εργασία του αναφέρει ότι διατηρεί δική του εταιρεία η οποία διεξάγει εκσκαφές. Η ίδια είναι αδύνατο να μετακινηθεί από τη συζυγική κατοικία αφού δεν έχει που αλλού να μείνει, ούτε και έχει την οικονομική ευχέρεια να ενοικιάσει σπίτι, καθώς ότι λεφτά λαμβάνει από την εργασία της τα χρησιμοποιεί για τους δύο γιους της, οι οποίοι δεν έχουν από κάπου αλλού εισοδήματα. Έχει εγγεγραμμένο στο όνομά της ένα παλιό σπίτι στην Αμαργέτη, το οποίο της δώρισαν οι γονείς της με προφορική συμφωνία ότι θα ζουν εκεί εφ' όρου ζωής, στο οποίο σήμερα διαμένει ο πατέρας της, καθώς η μητέρα της έχει αποβιώσει. Καλεί το Δικαστήριο, για λόγους επιείκειας να της παραχωρήσει τη χρήση της συζυγικής στέγης. Υποστηρίζοντας ότι ήταν πάντοτε καλή σύζυγος και μητέρα και φρόντιζε τον Καθ' ου η Αίτηση και είναι ο ίδιος ο οποίος φταίει για τη ρήξη στη σχέση τους, με τη συμπεριφορά και τις πράξεις του. Είναι ακόμα επείγον να εκδοθεί σχετικό διάταγμα καθώς κινδυνεύει άμεσα η σωματική της ακεραιότητα και των παιδιών τους. Μετά από άδεια του Δικαστηρίου η Αιτήτρια καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση στις 08/04/
  3. Σ' αυτήν αναφέρει ότι ο Καθ' ου η Αίτηση είναι ηλικίας 50 χρονών και τα εισοδήματά του ανέρχονται σε €1.000 μηνιαίως ή και περισσότερα, ανάλογα με τις εργασίες που αναλαμβάνει και ότι η ίδια λαμβάνει μισθό €1.500 μηνιαίως. Προσθέτει, περαιτέρω, ότι από το περιστατικό που έλαβε χώρα στις 29/03/2016 βρίσκονται πλέον σε διάσταση και η συμβίωσή τους κάτω από την ίδια στέγη είναι αδύνατη, λόγω των επεισοδίων και της συμπεριφοράς του Καθ' ου η Αίτηση. Μετά από άδεια του Δικαστηρίου, το οποίο έκρινε ότι θα έπρεπε να δώσει το δικαίωμα στην άλλη πλευρά να ακουστεί, η Αιτήτρια επέδωσε την αίτησή της. Στην αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος ο Καθ' ου η Αίτηση αντέδρασε με ένσταση που καταχώρησε στις 06/07//2016, ζητώντας από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση. Παραθέτω τους λόγους ένστασης του αυτούσιους, οι οποίοι έχουν ως εξής: "Α) Η αίτηση στερείται καλής πίστης. Β) Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν είναι αναγκαία. Γ) Οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν είναι αναγκαία. Δ) Η αίτηση στηρίζεται σε αναληθή γεγονότα. Ε) Η αιτήτρια απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα." Ο Καθ' ου η αίτηση στην ένορκη δήλωσή του που συνοδεύει την ένστασή του, ουσιαστικά αντικρούει κάθε ισχυρισμό της Αιτήτριας, πέραν ορισμένων τυπικών ισχυρισμών ως προς την τέλεση του μεταξύ τους γάμου και ότι απέκτησαν τέσσερα παιδιά, τους οποίους και παραδέχεται. Παραδέχεται στη συνέχεια, ότι στη συζυγική κατοικία διαμένει η θυγατέρα τους Ιωάννα και ότι έρχεται ο γιος τους Χαράλαμπος κατά τις εξόδους του ως στρατιώτης. Αναφέρει ακόμα ότι ο γιος τους Λάμπρος είναι φοιτητής στη Θεσσαλονίκη, ενώ η Γεωργία διαμένει με τον αρραβωνιαστικό της σε διαμέρισμα. Είναι η δική του εκδοχή ότι ουδέποτε υπήρξε βίαιος ή επικίνδυνος, αλλά το αντίθετο, υπήρξε υπομονετικός και ανεκτικός και όλα όσα αναφέρει η Αιτήτρια είναι αλλοιωμένα ή κατασκευασμένα, προκειμένου να επιτύχει το σκοπό της. Καθώς και ότι κατά τους τελευταίους 18 μήνες η συμπεριφορά της Αιτήτριας άλλαξε λόγω των επαφών της με άλλο άντρα και ότι αυτή η αλλαγμένη συμπεριφορά της οδήγησε σε προβλήματα στο γάμο τους, ενώ ο ίδιος προσπαθεί να προστατεύσει και να σώσει το γάμο τους. Είναι ακόμα ισχυρισμός του ότι η Αιτήτρια σε αυτό το διάστημα κάποτε παρουσιαζόταν ψυχρή και αδιάφορη και άλλοτε θερμή και αποφασισμένη να διατηρήσει το γάμο τους. Πιστεύει ότι η καταχώρηση της αίτησης εκ μέρους της ήταν το αποτέλεσμα επιρροών που δεχόταν η Αιτήτρια για να διαλύσει το γάμο τους. Προσθέτει, όμως, ότι μετά την καταχώρηση της αίτησης της η Αιτήτρια εγκατέλειψε την ιδέα να τον εκδιώξει από τη συζυγική κατοικία. Όμως αργότερα, στο τέλος Μαΐου 2016 ή αρχές Ιουνίου 2016 εγκατέλειψε την κατοικία και εγκαταστάθηκε στο πατρικό της σπίτι στην Αμαργέτη, ενώ κάποτε διανυχτέρευε στη συζυγική κατοικία. Ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι κατά τις 25/06/2016, στις 5:00 μ.μ. και ενώ συζητούσαν τα προβλήματά τους με τα παιδιά η Αιτήτρια του επιτέθηκε και τον κτύπησε. Το ίδιο συνέβη, σύμφωνα με τον Καθ' ου η Αίτηση και στις 26/06/2016 όταν κατά τις 5:00 μ.μ. η Αιτήτρια του επιτέθηκε και τον κτύπησε επανειλημμένα προκειμένου να κατασκευάσει υπόθεση εναντίον του, ενώ στη συνέχεια τον κατήγγειλε ψευδώς στην αστυνομία για άσκηση βίας και επισκέφθηκε ιδιωτική κλινική. Αναφέρει, περαιτέρω, ότι κατήγγειλε και ο ίδιος το επεισόδιο στην αστυνομία και επισκέφθηκε το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, όπου διαπιστώθηκαν οι τραυματισμοί του. Όπως υποστηρίζει, ο ίδιος έχει δώσει όλη την περιουσία στα παιδιά του, τα δε εισοδήματά του είναι μειωμένα λόγω της οικονομικής κρίσης και με πολύ μεγάλη δυσκολία θα μπορούσε να ενοικιάσει κάποια άλλη κατοικία ή διαμέρισμα. Σε αντίθεση με την Αιτήτρια, η οποία αμείβεται πολύ ψηλά και ήδη έχει μετακινηθεί στο πατρικό της στην Αμαργέτη. Είναι ακόμα η θέση του ότι η Αιτήτρια περνά μια συναισθηματική αστάθεια που προκαλεί τεράστια προβλήματα στον ίδιο και τα παιδιά τους και η παραμονή της μακριά από τη συζυγική κατοικία θα είναι επωφελής για τον ίδιο και τα παιδιά τους, καθώς θα αποφεύγονται καβγάδες και αναστάτωση, ενώ θα δοθεί σ' αυτήν ο χρόνος να κατασταλάξει συναισθηματικά. Ζητά τέλος να απορριφθεί η αίτηση της Αιτήτριας, καθώς δεν έχει καλή υπόθεση, ούτε υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Η Αιτήτρια σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχώρησε μετά από άδεια του Δικαστηρίου και τη σύμφωνη γνώμη της άλλης πλευράς, δίδει περισσότερες λεπτομέρειες για το περιστατικό ημερομηνίας 26/06/
  4. Αναφέρει, συγκεκριμένα, ότι κατ' εκείνη την ημέρα, στις 4:30 μ.μ και ενώ βρισκόταν στην αυλή της συζυγικής κατοικίας, ήρθε ο Καθ' ου η Αίτηση και τη χαιρέτισε τρεις φορές χωρίς να του απαντήσει. Ότι αμέσως μετά, ήρθε τόσο κοντά στο πρόσωπό της και άρχισε να την αποκαλεί «πουτανάκι», και να την βρίζει με πολύ άσχημες βρισιές που ντρέπεται να αποκαλύψει. Αφού του είπε να σταματήσει να της απευθύνει το λόγο, ο Καθ' ου η Αίτηση εκνευρίστηκε και άρχισε να βρίζει και να φωνάζει ακόμα περισσότερο. Είναι, περαιτέρω, ισχυρισμός της ότι του ζήτησε να σταματήσει γιατί βρίσκονταν στην αυλή και ακουγόντουσαν από τους γείτονες, όμως αυτός δεν άκουγε τίποτα και την κτύπησε πολύ δυνατά στο πρόσωπο με το δεξί του χέρι. Ανήμπορη και σοκαρισμένη όπως ήταν και χωρίς να μπορεί να αντιδράσει, όπως ισχυρίζεται περαιτέρω, ο σύζυγός της πήρε τα χέρια της και την πίεσε κάτω στο πάτωμα. Και ότι τότε μόνο την άφησε όταν η ίδια φώναξε την κόρη της Ιωάννα που ήταν μέσα στο σπίτι. Για το συμβάν, όπως αναφέρει, κάλεσε το 112 και τους ενημέρωσε. Κάποια κυρία, την οποία κατονομάζει, της είπε να περάσει από το Σταθμό για να της δώσει χαρτί για να πάει στο Νοσοκομείο. Όμως δεν πήγε, καθώς δεν ήταν σε θέση να οδηγήσει. Ακολούθως, είναι ο ισχυρισμός της ότι ο άντρας της αδελφής της, όταν πέρασαν 15 λεπτά την βρήκε σε κατάσταση σοκ, την πήρε στον Ευαγγελισμό όπου έμεινε τρεις ημέρες με ηρεμιστικές ενέσεις, χάπια και ταραχή της ψυχικής της υγείας και δυνατό πονοκέφαλο. Για τα πιο πάνω, επισυνάπτει σχετικά πιστοποιητικά. Συμπληρωματική ένορκη δήλωση καταχώρησε και ο Καθ' ου η Αίτηση στις 28/07/
  5. Σε αυτήν, ουσιαστικά, επαναλαμβάνει τη θέση του ότι είναι η Αιτήτρια που προκαλεί τα επεισόδια. Για δε το περιστατικό που συνέβη στις 26/06/2016, αφού απορρίπτει ότι χτύπησε ο ίδιος την Αιτήτρια, προβάλλει τη δική του εκδοχή. Ότι είναι η Αιτήτρια που άρχισε να τον βρίζει και να τον απειλεί έξω στην αυλή της συζυγικής κατοικίας, ότι στη συνέχεια του επιτέθηκε και τον κτύπησε επανειλημμένα, προφανώς για να κατασκευάσει υπόθεση εναντίον του. Συνεχίζοντας αναφέρει ότι κατάφερε να ξεφύγει και μπήκε στην κατοικία και η Αιτήτρια τηλεφώνησε στην αστυνομία. Ακολούθως ο ίδιος κατάγγειλε την υπόθεση στην αστυνομία για να προστατευτεί από τις μεθοδεύσεις της. Τέλος είναι η θέση του ότι η Αιτήτρια έχει ενοικιάσει διαμέρισμα και δεν έχει ανάγκη πλέον να διαμένει στη συζυγική κατοικία. Θεωρεί ακόμα ο Καθ' ου η Αίτηση, ότι η παραμονή της μακριά από τα παιδιά θα είναι επωφελής για τα παιδιά, τον ίδιο, αλλά και αυτή, καθώς θα αποφεύγονται καυγάδες και αναστάτωση, ενώ θα δοθεί χρόνος στην Αιτήτρια να κατασταλάξει συναισθηματικά και να βρει τον εαυτό της. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη με γραπτές αγορεύσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων των διαδίκων, οι οποίοι προέβαλαν ο καθένας την επιχειρηματολογία του και τις θέσεις τους επί του προκειμένου. Δεν αντεξετάστηκαν οι ενόρκως δηλούντες. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος στη βάση του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ως έχει τροποποιηθεί, θα πρέπει να συνυπάρχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α. Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, β. ορατή πιθανότητα επιτυχίας του Ενάγοντος στην αγωγή, και γ. ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το διάταγμα. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις έχουν αναλυθεί σε έκταση στη νομολογία [βλ. Οδυσσέως v. Pieris Estates

(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Κυτάλα κ. ά. v. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 253, Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 255, M. Ch. Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. v. Timberland
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791, Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co. Ltd. κ. ά.
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2015.] Η πρώτη προϋπόθεση δεν εξυπακούει τίποτα περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τις έγγραφες προτάσεις. Όσον αφορά τη δεύτερη, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Αυτή έχει ερμηνευθεί να σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η τρίτη προϋπόθεση, όπως αναλύεται στην υπόθεση Οδυσσέως (ανωτέρω), σχετίζεται με το θέμα επάρκειας της θεραπείας υπό το φως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Αν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του Αιτητή, τότε η έκδοση του παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Το θέμα δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Οδυσσέως (ανωτέρω) το Δικαστήριο, στο τελικό στάδιο, θα πρέπει να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα [βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή v. Χ" Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 152]. Στις περιπτώσεις ακόμα μονομερών αιτήσεων πρέπει να καταδεικνύεται το επείγον του αιτήματος. Σε αυτό το στάδιο ακόμη, το Δικαστήριο δεν ενεργεί ως Δικαστήριο ουσίας και θα πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε διεξοδική αξιολόγηση της μαρτυρίας και εξαγωγή συμπερασμάτων επί των διαφιλονικούμενων θεμάτων [βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263], Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka DD
(1999), 1 (A) 227, στη σελ. 236.] Σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο, λοιπόν, το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει να διακριβώνεται μέσα από τις ένορκες δηλώσεις, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προκύπτει από τη Διαταγή 39. Καθήκον δε του Δικαστηρίου είναι να συνεκτιμήσει την ποιότητα της μαρτυρίας την οποία οι διάδικοι επέλεξαν να προσκομίσουν, με σκοπό να διαπιστώσει αν τηρούνται οι τρεις προϋποθέσεις για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ Με οδηγό τις παραπάνω αρχές, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος, συνεκτιμώντας τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε στις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων, χωρίς να καταλήξω σε τελικά ευρήματα επί των αμφισβητούμενων γεγονότων. Το άρθρο 17
(1)του Περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου του 1990 (Ν. 23/90), το οποίο αποτελεί και το δικαιοδοτικό βάθρο του αιτήματος για παραχώρηση αποκλειστικής χρήσης της στέγης, προνοεί τα ακόλουθα: "Σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης ή σε περίπτωση που δίνεται γνωστοποίηση στον Επίσκοπο σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Απόπειρας Συνδιαλλαγής και Πνευματικής Λύσης του Γάμου Νόμου ή σε περίπτωση που καταχωρείται αγωγή διαζυγίου, το Οικογενειακό Δικαστήριο μπορεί, ύστερα από αίτηση ενός από του συζύγους, εφόσον το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας και ενόψει των ειδικών συνθηκών του καθενός από τους συζύγους και του συμφέροντος των παιδιών, να παραχωρήσει στον ένα σύζυγο την αποκλειστική χρήση ολόκληρου ή τμήματος του ακινήτου που χρησιμεύει ως κύρια διαμονή των ιδίων (οικογενειακή στέγη), ανεξάρτητα από το ποιος από αυτούς είναι κύριος ή έχει απέναντι στον κύριο το δικαίωμα της χρήσης του. Η απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου υπόκειται σε αναθεώρηση, όταν το επιβάλλουν οι περιστάσεις." Από την πιο πάνω διάταξη, προκύπτει ότι η παραχώρηση της συζυγικής στέγης γίνεται με βάση τις ειδικές συνθήκες του καθενός, το συμφέρον των τέκνων και τις αρχές της επιείκειας. Ο νομοθέτης φαίνεται να μην έχει θέσει όρια προσδιορισμού των ειδικών συνθηκών που κρίνονται από το Δικαστήριο με βάση τις περιστάσεις κάθε περίπτωσης. Η ψυχική και σωματική υγεία των συζύγων, αλλά και η οικονομική τους κατάσταση, η δυσχέρεια ανεύρεσης στέγης, μπορεί να αποτελέσουν ειδικές συνθήκες. Προκύπτει ακόμα από την εν λόγω διάταξη, ότι δεν έχει σημασία για την παραχώρηση της αποκλειστικής χρήσης της συζυγικής στέγης ποιος είναι ο κύριος του σπιτιού. Δεν ενδιαφέρει γι' αυτό, σε αυτή τη διαδικασία, ποιος έχει και σε ποια έκταση έχει συνεισφέρει στην απόκτηση της συζυγικής κατοικίας και οποιοδήποτε εύρημα επί τούτου θα ήταν πρόωρο, καθώς δεν πρόκειται για υπόθεση επίλυσης περιουσιακών διαφορών. Εκείνο που αναδύεται έντονα από την ενώπιόν μου μαρτυρία είναι η ύπαρξη σοβαρών εντάσεων στη σχέση των διαδίκων, και καβγάδων μεταξύ τους, οι οποίοι διαδραματίστηκαν κάποιες φορές και ενώπιον των παιδιών τους. Και οι δύο αναφέρουν για κάποιο επεισόδιο μπροστά στην κόρη τους Ιωάννα. Την ύπαρξη καβγάδων επιβεβαιώνει ο ίδιος ο Καθ' ου η Αίτηση, αναφερόμενος στα επεισόδια που σημειώθηκαν μεταξύ τους, λέγοντας ότι θα είναι καλύτερα η Αιτήτρια να παραμείνει εκτός της συζυγικής κατοικίας καθώς «θα αποφεύγονται καβγάδες και αναστάτωση..» και ότι η απομάκρυνση της Αιτήτριας θα είναι επωφελής τόσο για τον ίδιο, όσο και για τα παιδιά, αλλά και την ίδια. Οι σοβαρές συγκρούσεις που και οι δύο περιγράφουν, ο καθένας βέβαια, αποδίδοντας στον άλλο την υπαιτιότητα, καταλήγουν, σύμφωνα με λεγόμενα και των δύο συζύγων σε σωματικές επιθέσεις και εν συνεχεία σε καταγγελίες στην αστυνομία εκατέρωθεν. Η διακοπή της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων είναι αδιαμφισβήτητη. Η συνέχιση της συμβίωσης λειτουργεί με σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις στους διαδίκους και στα παιδιά, την Ιωάννα που αν και ενήλικη διαμένει μαζί τους, στο Χαράλαμπο που είναι στρατιώτης, που όμως κατά τις εξόδους του είναι μαζί τους, αλλά και στο φοιτητή που διαμένει μαζί τους, κατά τη διάρκεια των διακοπών. Εφόσον, λοιπόν, υπάρχει διακοπή της συμβίωσης, είναι πρόδηλο ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την ακρόαση της εναρκτήριας αίτησης. Με βάση, λοιπόν, το ενώπιόν μου μαρτυρικό υλικό, θεωρώ ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Επιπλέον, η καταχώρηση και από τον ίδιο τον Καθ' ου η Αίτηση αίτησης με πανομοιότυπο αίτημα στις 29/06/2016, ζητώντας την απομάκρυνση της Αιτήτριας από τη συζυγική στέγη λόγω των επανειλημμένων προστριβών, επιβεβαιώνει την αδυναμία συνύπαρξης των δύο συζύγων, στον ίδιο χώρο. Αναγνωρίζουν και οι δύο ότι ο γάμος τους έχει ανεπανόρθωτα πληγεί. Προχωρώ στη συνέχεια στην εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης που θα πρέπει να συντρέχει σωρευτικά με τις δύο πιο πάνω προϋποθέσεις, ώστε να δικαιολογείται η έκδοση αυτού του δρακόντειου μέτρου της απομάκρυνσης του ενός συζύγου από τη συζυγική στέγη. Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί τέτοιο διάταγμα, όπως επισημαίνεται στην Κατσουρίδης v. Κατσουρίδης
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 415 «δεν πρέπει να συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς όπως στις υποθέσεις των πολιτικών Δικαστηρίων.» Η παρούσα υπόθεση αφορά τις οικογενειακές σχέσεις των συζύγων. Οι δυσμενείς συνέπειες στα παιδιά από τις διάφορες εντάσεις μεταξύ των διαδίκων, αλλά και η κακή ψυχολογική κατάσταση της Αιτήτριας, την οποία περιγράφει η ίδια η Αιτήτρια επισυνάπτοντας σχετική γνωμάτευση ψυχολόγου, αλλά και ο Καθ' ου η Αίτηση, αναφέροντας ότι «τον τελευταίο καιρό η Αιτήτρια περνά μια συναισθηματική αστάθεια που προκαλεί τεράστια προβλήματα στον ίδιο και τα παιδιά τους», σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήμα, ούτε μπορούν να αποκατασταθούν σε μεταγενέστερο στάδιο με την επιδίκαση αποζημιώσεων. Θεωρώ, συνεπώς, πως και η τρίτη προϋπόθεση θα ικανοποιείτο εάν η Αιτήτρια δεν επέλεγε η ίδια να μετακινηθεί, ενοικιάζοντας αλλού σπίτι. Η θέση αυτή, ότι η Αιτήτρια πλέον διαμένει σε ενοικιαζόμενο σπίτι, προβλήθηκε από τον Καθ' ου η Αίτηση στη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση. Και αυτός ο ισχυρισμός παρέμεινε αναντίλεκτος. Ούτε και αντεξετάστηκε επί της θέσεως του αυτής. Η Αιτήτρια δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που εναποτίθετο στους ώμους της ότι είναι επείγον να εκδοθεί προσωρινό διάταγμα, καθώς η ίδια δεν μπορεί και δεν δύναται να μετακινηθεί αλλού [βλ. Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980.] Έχοντας, επομένως, τη δυνατότητα η Αιτήτρια να μετακινηθεί αλλού και/ή να ενοικιάσει αλλού, αναίρεσε τα όσα ανέφερε με την αρχική ένορκη δήλωσή της που υποστηρίζει την αίτησή της, ότι «είναι αδύνατο για μένα να φύγω από τη συζυγική οικία αφού δεν έχω που αλλού να μείνω. Δεν έχω την οικονομική ευχέρεια να ενοικιάσω σπίτι καθότι όσα λεφτά λαμβάνω από την εργασία μου τα χρησιμοποιώ για τη διαβίωση μου και για να συντηρώ τους δύο γιους μας οι οποίοι δεν έχουν από κάπου αλλού εισοδήματα». Δεν είναι, συνεπώς, αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού η Αιτήτρια στο παρόν στάδιο, έχει τη δυνατότητα να μετακινηθεί εκτός της συζυγικής κατοικίας και οι δυσμενείς συνέπειες από τις επανειλημμένες συγκρούσεις μεταξύ του ζευγαριού στους ίδιους και στα παιδιά τους, έχουν αποφευχθεί. Όσο αφορά, περαιτέρω, τις οικονομικές συνθήκες, τις ειδικές συνθήκες του καθενός, φαίνεται και οι δύο διάδικοι να έχουν τη δυνατότητα να μετακινηθούν, αφού και οι δύο έχουν εισοδήματα. Ο Καθ' ου η Αίτηση, βέβαια, έχει κάπως χαμηλότερα εισοδήματα από αυτά της Αιτήτριας, της τάξεως των €1.000 μηνιαίως. Η Αιτήτρια έχει επ' ονόματί της κατοικία στην Αμαργέτη, στην οποία όμως διέμεναν οι γονείς της και μετά το θάνατο της μητέρας της, εξακολουθεί να διαμένει ο πατέρας της. Ως προς τις ειδικές συνθήκες της Αιτήτριας αυτή εργάζεται και λαμβάνει μισθό €1.500. Τα παιδιά είναι όλα ενήλικα. Στην απουσία, λοιπόν, της τρίτης προϋπόθεσης, η αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Κρίνω τέλος ορθό, τα έξοδα να είναι στο αποτέλεσμα της εναρκτήριας αίτησης, αλλά σε καμία περίπτωση σε βάρος του Καθ' ου η Αίτηση. (Υπ.) .................... Κ. Χ" Αθανασίου-Σιαμτάνη, Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.