← Κύπρος

ΛΕΩΝΗΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ, Αρ. Αίτησης: 273/2015, 31/1/2017

ΛΕΩΝΗΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ, Αρ. Αίτησης: 273/2015, 31/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Τσαγγαρίδη, Δ. Αρ. Αίτησης: 273/2015 Μεταξύ: ΛΕΩΝΗΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ Αιτήτριας και ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ Καθ΄ ου η Αίτηση ----------------------------------- Μονομερής αίτηση ημερ. 12/8/2016 ------------------------------------ Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου,

  1. Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κ. Στ. Σκορδής. Για Καθ΄ ου η αίτηση: κα Μ. Θρασυβούλου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Αιτήτρια, στις 12/8/2016, καταχώρησε την παρούσα μονομερή αίτηση, με την οποία αιτείται από το Δικαστήριο την έκδοση προσωρινού διατάγματος, με το οποίο να διατάσσεται ο Καθ΄ ου η αίτηση, όπως καταβάλλει στην ίδια, το ποσό των €800 μηνιαίως, ως συνεισφορά του για τη διατροφή, μόρφωση και συντήρησή της. Το Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της μονομερούς αιτήσεως, διέταξε την επίδοσή της στον Καθ΄ ου η αίτηση. Ο Καθ΄ ου η αίτηση εμφανίστηκε στη διαδικασία και στις 19/10/2016 καταχώρησε ένσταση. Οι λόγοι της ένστασης είναι: «
  2. Δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος αφού η Αιτήτρια δεν απέδειξε την ύπαρξη καλής υπόθεσης κατά του Καθ΄ ου η Αίτηση, ούτε ορατή πιθανότητα επιτυχίας αυτής, ούτε και πως θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.
  3. Η Αιτήτρια απέκρυψε από το Δικαστήριο την αλήθεια και/ή παραποίησε την πραγματική αλήθεια των γεγονότων της υπόθεσης.
  4. Η Αιτήτρια κακόπιστα και/ή εσκεμμένα απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα, μη προβαίνοντας σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη των γεγονότων παραβαίνοντας την υποχρέωση της να ενεργεί με τη μέγιστη καλή πίστη.
  5. Η Αίτηση από μέρους της Αιτήτριας είναι απαράδεκτη, αναιτιολόγητη, ατεκμηρίωτη και καταχρηστική.
  6. Η Αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά και/ή πραγματικά αβάσιμη και/ή αστήρικτη.
  7. Η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια ώστε να ζητεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του προς όφελος της.
  8. Η Αιτήτρια αποφάσισε να φοιτήσει στο εν λόγω Πανεπιστήμιο χωρίς να συμβουλευτεί τον Καθ΄ ου η αίτηση - πατέρα της.
  9. Ο Καθ΄ ου η αίτηση πληροφορήθηκε ότι θα φοιτούσε στο Πανεπιστήμιο η Αιτήτρια, όταν του επιδόθηκε η υπό κρίση Αίτηση.
  10. Οι απαιτήσεις της Αιτήτριας είναι διογκωμένες και/ή τα έξοδα που προβάλλει υπερβολικά και αυξημένα, το ποσό δε που αναφέρει στην ενδιάμεση Αίτηση της απέχει κατά πολύ από το μειωμένο πραγματικό.
  11. Ο Καθ΄ ου η αίτηση είναι άνεργος από τις 07/01/
  12. Η υπό κρίση Αίτηση έχει καταχωρηθεί με μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση από την Αιτήτρια.
  13. Το ισοζύγιο της ευχέρειας είναι υπέρ της απόρριψης και/ή ακύρωσης της Αίτησης.». Τόσο η αίτηση όσο και η ένσταση, υποστηρίζονται, αντίστοιχα, με τις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων. Οι διάδικοι, προέβηκαν, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, σε καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η Αιτήτρια στις 25/11/2016 και ο Καθ΄ ου η αίτηση στις 6/12/
  14. Με βάση τις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων είναι παραδεκτά τα πιο κάτω. Η Αιτήτρια γεννήθηκε στις 20/9/
  15. Ο γάμος των γονέων της λύθηκε με απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, την 1/3/
  16. Με διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, που εκδόθηκε στις 18/10/2012, ο Καθ΄ ου η αίτηση διατάχθηκε όπως καταβάλλει το ποσό των €467,50 μηνιαίως ως συνεισφορά του για τη διατροφή της ιδίας ως ανήλικης και επίσης ποσό €467,50 ως συνεισφορά του για τη διατροφή της ανήλικης αδελφής της. Περαιτέρω, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι ο Καθ΄ ου η αίτηση αμελούσε συστηματικά την καταβολή της οφειλόμενης διατροφής με αποτέλεσμα η μητέρα της να καταφεύγει στην έκδοση φυλακιστηρίων για να εισπράξει τα καθυστερημένα ποσά διατροφής. Η Αιτήτρια ισχυρίζεται, ότι εξ΄ όσων της έχει αναφέρει η μητέρα της, ο Καθ΄ ου η αίτηση είναι μέτοχος σε οικογενειακή επιχείρηση με υψηλά εισοδήματα και η οποία στο παρελθόν είχε σημαντικά κέρδη τα οποία οδήγησαν στη δημιουργία και απόκτηση πολλών περιουσιακών στοιχείων. Η μητέρα της, είναι καθηγήτρια με μισθό €2.200 μηνιαίως, από δε τον μισθό της πληρώνει τα έξοδα της ίδιας και της αδελφής της, πληρώνει €550 μηνιαίως ως δόση στεγαστικού δανείου, €120 μηνιαίως ασφάλιστρα κατοικίας και €250 μηνιαίως σε ασφάλεια που αφορά την Αιτήτρια και την αδελφή της. Η Αιτήτρια είναι φοιτήτρια στον κλάδο της Λογοθεραπείας του European University. Η φοίτηση της είναι τετραετής, ο δε Καθ΄ ου η αίτηση από μικρή την προέτρεπε να σπουδάσει και πάντοτε της έλεγε ότι θα συνεισέφερε στα έξοδα των σπουδών της. Σε σχέση με τα έξοδα για τη διατροφή της και για τις σπουδές της, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι απαιτείται το ποσό των €1.950 ως ακολούθως: (α) Τρόφιμα και παρεμφερή οικιακά είδη €200 (β) Ρουχισμός € 50 (γ) Ιατροφαρμακευτική περίθαλψη € 50 (δ) Τηλέφωνο € 50 (ε) Κοινωνικές Υποχρεώσεις/ψυχαγωγία €200 (στ) Ηλεκτρισμός/νερό/θέρμανση (αναλογία Αιτήτριας) €100 (ζ) Έξοδα αυτοκινήτου (βενζίνη/συντήρηση) €200 (η) Δίδακτρα (€10.100 ετησίως) €850 (θ) Λοιπά έξοδα φοίτησης €100 (ι) Λοιπά έξοδα σπιτιού (καθαριότητα κτλ) €150 ΣΥΝΟΛΟ €1.950 Ο Καθ΄ ου η αίτηση, στην ένορκη του δήλωση, ισχυρίζεται ότι τηρούσε πάντα το διάταγμα διατροφής. Το 2008 η οικογενειακή του επιχείρηση, στην οποία εργαζόταν, υπέστη σοβαρή οικονομική ζημιά, με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται να καταβάλλει τη διατροφή. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα την αλλαγή της συμπεριφοράς της Αιτήτριας απέναντι του. Ο Καθ΄ ου η αίτηση, ισχυρίζεται ότι δεν είναι μέτοχος στην οικογενειακή επιχείρηση. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 2, που είναι πιστοποιητικό του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών, μέτοχοι είναι ο πατέρας του, η μητέρα του και η αδελφή του. Οι πωλήσεις της εταιρείας έχουν μειωθεί αισθητά με αποτέλεσμα σήμερα να εργοδοτούνται μόνο δύο υπαλλήλοι, ενώ η εταιρεία οφείλει σε δάνεια στην Τράπεζα Κύπρου γύρω στο €1.900.
  17. Τα περιουσιακά στοιχεία του είναι δεσμευμένα λόγω των πιο πάνω δανείων. Ως εκ των άνω, σταμάτησε να εργάζεται στην εταιρεία από τις 7/1/
  18. Ενεγράφη ως άνεργος στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, (Τεκμήριο 3). Λόγω της οικονομικής κρίσης εξακολουθεί να είναι άνεργος. Αναγκάζεται, ως ισχυρίζεται, να δανείζεται για να καλύψει τις ανάγκες του από συγγενείς και φίλους και για τις βασικές του ανάγκες στηρίζεται στους γονείς του. Αποτέλεσμα των πιο πάνω, ήταν στις 22/4/2015 να καταλήξει στην φυλακή, λόγω έκδοσης φυλακιστηρίου για καθυστερημένες διατροφές. Η μητέρα του δανείστηκε €3.000 για να αποφυλακισθεί, (Τεκμήριο 4). Το ίδιο συνέβηκε και στις 17/10/2016, με αποτέλεσμα φιλικό του πρόσωπο να καταβάλει ποσό €5.000 στη μητέρα της Αιτήτριας για να αποφυλακισθεί. Σε σχέση με την επιλογή της Αιτήτριας για τη συγκεκριμένη σπουδή της, η θέση του Καθ΄ ου η αίτηση είναι ότι ουδέποτε τον συμβουλεύτηκε. Ως προς τα ισχυριζόμενα από την Αιτήτρια έξοδα διατροφής της, αυτά χαρακτηρίζονται από τον Καθ΄ ου η αίτηση υπερβολικά και ότι απέχουν πολύ από την πραγματικότητα. Ο Καθ΄ ου η αίτηση, επισυνάπτει ως Τεκμήριο 5 στην ένορκη του δήλωση, πρακτικό του Δικαστηρίου όπου η μητέρα της αναγκάσθηκε να αποσύρει κλήση για έκδοση φυλακιστηρίου που καταχώρησε εναντίον του για οφειλόμενες διατροφές σε χρόνο που η Αιτήτρια είχε ήδη ενηλικιωθεί. Η Αιτήτρια, στη συμπληρωματική της ένορκη δήλωση, αναφέρει ότι το πιστοποιητικό Τεκμήριο 2 φέρει ημερομηνία το 2009 περίοδο που συμπωματικά ο Καθ΄ ου η αίτηση βγήκε ως πλεονάζων από την οικογενειακή εταιρεία της οποίας εκτός από μέτοχος ήταν και διευθυντής. Τούτο έγινε, ως ισχυρίζεται η Αιτήτρια, για προφανείς λόγους, δηλαδή για να αποφύγει ο Καθ΄ ου η αίτηση τις υποχρεώσεις του προς τη μητέρα της και τα παιδιά του. Χαρακτηρίζει τον Καθ΄ ου η αίτηση ως ασυνεπή προς τις οικονομικές του υποχρεώσεις και οι καταβολές των διατροφών γίνοντο πάντα με την έκδοση φυλακιστηρίων για να συμπληρώσει ότι «εξ όσων γνωρίζω τον τελευταίο χρόνο ο καθ΄ ου η αίτηση εργοδοτείται σε άλλη οικογενειακή επιχείρηση σε πλήρη βάση». Ως προς τις σπουδές της, η θέση της Αιτήτριας είναι ότι είχε αναφέρει στον Καθ΄ ου η αίτηση ότι θα έμενε στην Κύπρο και αν ο Καθ΄ ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι αγνοεί τούτο, αυτό είναι ένδειξη της πλήρους αδιαφορίας του που επεδείκνυε διαχρονικά για τα παιδιά του και για το μέλλον τους. Η Αιτήτρια, ισχυρίζεται επίσης ότι ο πατέρας της δεν είναι άνεργος αλλά συνεχίζει, όπως και πριν, να έχει την ίδια ποιότητα ζωής. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Καθ΄ ου η αίτηση, μπορεί να αποδοθεί συνοπτικά ως κατωτέρω: Ο Καθ΄ ου η αίτηση χαρακτηρίζει ως αστείο τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι σταμάτησε συμπωματικά να εργάζεται και να είναι μέτοχος στην οικογενειακή εταιρεία, για να σταματήσει να πληρώνει τις υποχρεώσεις του απέναντι στην ίδια και την αδελφή της, επαναλαμβάνοντας την αρχική του θέση περί τεράστιας οικονομικής ζημιάς της εταιρείας. Περαιτέρω, ο Καθ΄ ου η αίτηση αρνείται ότι έχει, ως η Αιτήτρια ισχυρίζεται «υπερπολλαπλάσια περιουσία», εξακολουθεί να είναι άνεργος, εξ΄ ου και ως εκ των άνω, κατέληξε στην φυλακή. Τη δεδομένη χρονική στιγμή τον συντηρούν αποκλειστικά οι συνταξιούχοι γονείς τους, αρνείται δε ότι απασχολείται σε άλλη οικογενειακή επιχείρηση. Τέλος, ο Καθ΄ ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι σε καμία περίπτωση δεν έχει δείξει αδιαφορία για τα παιδιά του, ισχυριζόμενος ότι είναι τα παιδιά του που με την παρότρυνση της μητέρας τους αδιαφορούσαν και αδιαφορούν τόσο για τον ίδιο, όσο και για τους γονείς του. Η ακρόαση της ενδιάμεσης αίτησης, διεξήχθηκε με τις γραπτές αγορεύσεις των δικηγόρων των διαδίκων, οι θέσεις των οποίων θα απαντηθούν κατωτέρω. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική εξουσία, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που θέτει το εν λόγω άρθρο 32, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που το Δικαστήριο θα έκρινε δίκαιο και πρόσφορο. Οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν κατά το άρθρο 32 είναι οι πιο κάτω: α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία στην αγωγή, και γ) Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη, σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του διατάγματος (βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estates and other

(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 253). Το Δικαστήριο πρέπει επίσης στο τελικό στάδιο να σταθμίσει το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο το αιτούμενο διάταγμα (Ιπποδρομιακή Αρχή ν. Χατζηβασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. 152). Πρόσθετα, στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία, με μόνο σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα και δεν αποφασίζει πάνω στα διαφιλονικούμενα θέματα επί των οποίων θα κριθεί η κυρίως αίτηση (Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263). Επίσης, οι οποιεσδήποτε διαπιστώσεις στις οποίες προβαίνει το Δικαστήριο, γίνονται για τους σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος. Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικασθεί η ουσία της (Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograska Banka D.D.
(1999)1 (A) Α.Α.Δ. 225, 236). Οι προϋποθέσεις που απαιτεί το άρθρο 32 του Ν. 14/60 και οι οποίες αναφέρθηκαν ανωτέρω, κρίνονται με βάση τα γεγονότα που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και με βάση τις διατάξεις του Νόμου που διέπει το υπό κρίση θέμα, οι οποίες στην εξεταζόμενη περίπτωση είναι τo άρθρο 33
(2)του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990, Ν. 216/90. Συγκεκριμένα το άρθρο 33
(2)ορίζει ότι: «Με απόφαση και σχετική ρύθμιση από το Δικαστήριο, η υποχρέωση των γονέων δυνάμει του εδαφίου
(1)είναι δυνατό να συνεχίσει και μετά την ενηλικίωση του τέκνου, στις περιπτώσεις όπου ειδικές περιστάσεις επιβάλλουν τούτο, όπως σε περίπτωση ανικανότητας ή αναπηρίας του τέκνου ή υπηρεσίας θητείας του στην Εθνική Φρουρά ή φοίτησης του σε εκπαιδευτικό ίδρυμα ή επαγγελματική σχολή.» Σύμφωνα με την νομολογία του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου, η έκδοση δικαστικής απόφασης βάσει του άρθρου 33
(2)(ανωτέρω) αποτελεί προϋπόθεση για την συνέχιση της υποχρέωσης. Βλ. Τσιτσινίδη ν. Τσιτσινίδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 385, Βουνού ν. Βουνού
(1998)1 Α.Α.Δ. 400, Χρίστου ν. Χρίστου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1891, Κυπριανίδης ν. Κυπριανίδη
(2010)1 Α.Α.Δ. 382. Με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, η Αιτήτρια είναι φοιτήτρια σε πανεπιστήμιο. Επιπρόσθετα η επιλογή της να σπουδάσει, στη βάση των γεγονότων που τέθηκαν ενώπιον μου, είναι λογική αλλά και αναμενόμενη εξέλιξη της ζωής της. Η φοίτηση σε εκπαιδευτικό ίδρυμα είναι μία από τις περιπτώσεις που ενδεικτικά αναφέρονται στο άρθρο 33
(2)του Ν. 216/1990 και η οποία παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να διατάξει τη συνέχιση της υποχρέωσης των γονέων για συνεισφορά στη διατροφή του ανηλίκου τέκνου τους και μετά την ενηλικίωση του τέκνου. Έτσι, στη βάση των πιο πάνω, κρίνω ότι οι δύο προϋποθέσεις του άρθρου 33
(2)του Ν. 14/1960, ικανοποιούνται. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, ότι δηλαδή θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, θεωρώ ότι η φύση της παρούσας υπόθεσης, ως υπόθεσης διατροφής, την διαφοροποιεί από τις άλλες υποθέσεις στις οποίες αυτό που αναζητείται είναι η επάρκεια των αποζημιώσεων κατά την έκδοση απόφασης στα πλαίσια αγωγής. Όπως χαρακτηριστικά ειπώθηκε στην απόφαση M & Ch Mitsingas Trading Ltd v. The Timberland Co
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791: «Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία». Σε υποθέσεις διατροφής, ως η παρούσα, ο καθορισμός της συνεισφοράς των γονέων γίνεται στη βάση των παραμέτρων που θέτει το άρθρο 33
(1)του Ν. 216/1990, ήτοι τις ανάγκες του δικαιούχου διατροφής και τις δυνάμεις των υπόχρεων γονέων. Σύμφωνα με τη νομολογία, Μαρκουλίδης v. Μαρκουλίδης
(1998)1 Α.Α.Δ., το Δικαστήριο ως προς τα έξοδα του δικαιούχου δεν δεσμεύεται από τη μαρτυρία των διαδίκων, αλλά είναι καθήκον του Δικαστηρίου να εντοπίσει το εύλογο των κονδυλίων που απαιτούνται για την ικανοποίηση των αναγκών διατροφής και συντήρησης. Περαιτέρω, σύμφωνα και πάλι με τη νομολογία, η κοινή πείρα και η πείρα της ζωής είναι παράγοντες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τις ανάγκες των συγκεκριμένων ενώπιον του Δικαστηρίου ατόμων, (βλ. Παναγιώτου v. Σφικτού
(2001)1 Α.Α.Δ. 625). Στην προκείμενη περίπτωση, η δυσκολία που αντιμετωπίζει το Δικαστήριο, για να εκδώσει προσωρινό διάταγμα δεν αφορά τα έξοδα διατροφής της Αιτήτριας. Για σκοπούς προσωρινής διατροφής, το Δικαστήριο είναι σε θέση να εντοπίσει το εύλογο των κονδυλίων που απαιτούνται για την ικανοποίηση των αναγκών διατροφής και εκπαίδευσης της Αιτήτριας. Το πραγματικό πρόβλημα εντοπίζεται στις δυνάμεις των υπόχρεων γονέων, άρθρο 33
(1)Ν. 216/1990, και συγκεκριμένα του Καθ΄ ου η αίτηση. Αναφέροντας τα πιο πάνω, διατηρώ υπόψη μου ότι σύμφωνα με τη νομολογία οι υπόχρεοι προς διατροφή γονείς έχουν καθήκον αληθινής αποκάλυψης των οικονομικών τους δυνατοτήτων (βλ. Δημητρίου ν. Περδίου
(2005)1 (Β) Α.Α.Δ. 1418). Μετά τα πιο πάνω λεχθέντα, έρχομαι στα γεγονότα της παρούσας αίτησης. Όπως η Αιτήτρια ισχυρίζεται, βασιζόμενη σε πληροφορίες της μητέρας της, ο Καθ΄ ου η αίτηση έχει τα μέσα, τα εισοδήματα και την περιουσία για να συνεισφέρει στη διατροφή. Πρόκειται ουσιαστικά για αοριστίες. Ποιο είναι το εισόδημα του Καθ΄ ου η αίτηση; Άγνωστο. Ποια είναι η περιουσία του; Και αυτή παραμένει άγνωστη για το Δικαστήριο, όπως και τα μέσα για να συνεισφέρει. Σημειώνω, προς τούτο, ότι, ως είναι παραδεκτό, είχε εκδοθεί διάταγμα διατροφής με το οποίο είχε διαταχθεί ο Καθ΄ ου η αίτηση να συνεισφέρει €467,50 μηνιαίως για την ίδια και €467,50 μηνιαίως για την αδελφή της. Ακόμη και γι΄ αυτό το πραγματικό γεγονός το οποίο είναι παραδεκτό καμία πληροφόρηση δεν δίνεται προς το Δικαστήριο για το ύψος των εισοδημάτων ή μισθού του Καθ΄ ου η αίτηση στη βάση του οποίου εισοδήματος καθορίστηκε, στις 18/10/2012, με διάταγμα του Δικαστηρίου τα πιο πάνω ποσά ως η συνεισφορά του στη διατροφή των παιδιών του. Ισχυρίζεται επίσης η Αιτήτρια, ότι ο Καθ΄ ου η αίτηση δεν είναι άνεργος αλλά συνεχίζει να έχει την ίδια ποιότητα ζωής όπως και παλαιότερα. Ποια είναι αυτή η ποιότητα ζωής παραμένει άγνωστη για το Δικαστήριο. Με βάση την άγνωστη ποιότητα ζωής το Δικαστήριο ασφαλώς δεν μπορεί να την συνεκτιμήσει, αφού δεν μπορεί να την συνδέσει με την ύπαρξη, έστω και ενδεικτικά, οποιασδήποτε οικονομικής δυνατότητας του Καθ΄ ου η αίτηση. Αναφέρει επίσης η Αιτήτρια «εξ΄ όσων γνωρίζω, τον τελευταίο χρόνο ο Καθ΄ ου η αίηση εργοδοτείται σε άλλη οικογενειακή επιχείρηση σε πλήρη βάση». Ποια είναι αυτή η άλλη οικογενειακή επιχείρηση, τι θέση έχει σ΄ αυτήν ο Καθ΄ ου η αίτηση, ποιος ο κύκλος εργασιών της επιχείρησης, τι μισθό λαμβάνει ο Καθ΄ ου η αίτηση, παραμένουν άγνωστα για το Δικαστήριο. Είναι σωστή η θέση της Αιτήτριας ότι ο Καθ΄ ου η αίτηση αναφέρει στην παράγραφο 16 της ένορκης του δήλωσης, μεταξύ άλλων « . προκύπτει ξεκάθαρα πως αυτή λαμβάνει υπερδιπλάσιο μηνιαίο εισόδημα από εμένα». Η αναφορά του Καθ΄ ου η αίτηση, για την οποία δεν αντεξετάσθηκε, δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε αυθαίρετο υπολογισμό ύπαρξης κάποιου εισοδήματος του Αιτητή. Η λέξη υπερδιπλάσιο, τι οικονομικό μέγεθος προσδιορίζει, δεν μπορεί, χωρίς το Δικαστήριο να είναι αυθαίρετο, να το συγκεκριμενοποιήσει σε απόλυτο αριθμό. Ερχόμενος τώρα στον Καθ΄ ου η αίτηση, έχω ενώπιον μου τα πιο κάτω, τα οποία παραθέτω συνοπτικά. (α) Έχει τεθεί ενώπιον μου, πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών, (Τεκμήριο 2), ημερομηνίας 13 Ιανουαρίου 2009, με βάση το οποίο φαίνεται ότι ο Καθ΄ ου η αίτηση δεν είναι μέτοχος στην οικογενειακή επιχείρηση CHR. CHRYSANTHOY AND SON LIMITED. Εάν αυτή η κατάσταση πραγμάτων, ως εμφαίνεται (Τεκμήριο 2) διαφοροποιήθηκε μεταγενέστερα, παραμένει άγνωστο για το Δικαστήριο, αφού δεν τέθηκε οτιδήποτε ενώπιον του. (β) Έχει τεθεί ενώπιον μου, ο ισχυρισμός του Καθ΄ ου η αίτηση ότι η περιουσία του είναι δεσμευμένη για εξασφάλιση χρεών της εταιρείας. (γ) Έχει τεθεί ενώπιον μου, το Τεκμήριο 3, Δελτίο Εγγραφής για Επίδομα Ανεργίας, του Επαρχιακού Γραφείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων όπου ο Καθ΄ ου η αίτηση στις 7/1/2015 γράφτηκε ως άνεργος, για λήψη σχετικού ανεργιακού επιδόματος, και τούτο γιατί, ως ο ίδιος δηλώνει έκτοτε σταμάτησε να εργάζεται στην οικογενειακή επιχείρηση λόγω της αισθητής, από το 2012, μείωσης των πωλήσεων της εταιρείας και των δανείων της τα οποία είναι περίπου €1.900.000. (δ) Έχει τεθεί ενώπιον μου το Τεκμήριο 4, από το οποίο φαίνεται ότι ο Καθ΄ ου η αίτηση φυλακίσθηκε κατόπιν σχετικού εντάλματος για καθυστερημένες διατροφές ύψους €3.000. Μάλιστα σημειώνεται στο Τεκμήριο 4 ως κατάδικος με αρ. 18485 και ότι στις 25/4/2016 η μητέρα του κατέβαλε το ποσό αυτό για να αφεθεί ελεύθερος. Με βάση το σύνολο των πιο πάνω δεδομένων, το Δικαστήριο αδυνατεί να καταλήξει σ΄ ένα συγκεκριμένο ποσό συνεισφοράς του Καθ΄ ου η αίτηση το οποίο να είναι εντός των όποιων οικονομικών δυνατοτήτων του Καθ΄ ου η αίτηση, έτσι ώστε αφ΄ ενός και η ανάγκη για συνεισφορά να ικανοποιείται και αφ΄ ετέρου να αποκλείεται ο κίνδυνος φυλάκισης του Καθ΄ ου η αίτηση. Ενόψει όλων των πιο πάνω η μονομερής αίτησης απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα, θεωρώ ορθό και δίκαιο να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της εναρκτήριας αίτησης. (Υπ.) ......... Μ. Τσαγγαρίδης, Δ. /ααγ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.