ΑΝΔΡΟΥΛΛΑΣ ΠΑΠΑΚΥΡΙΑΚΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ν. ΑΝΤΩΝΗ ΑΝΤΩΝΙΟΥ, Αρ. Αίτησης: 72/2016, 11/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Τσαγγαρίδη, Δ. Αρ. Αίτησης: 72/2016 Μεταξύ: ΑΝΔΡΟΥΛΛΑΣ ΠΑΠΑΚΥΡΙΑΚΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ, Αιτήτριας και ΑΝΤΩΝΗ ΑΝΤΩΝΙΟΥ, Καθ΄ ου η Αίτηση ----------------------------------- Αίτηση ημερ. 13/10/2016 για λήψη άδειας από το Δικαστήριο για καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης ---------------------------------- Ημερομηνία: 11 Ιανουαρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κα Κ. Γεωργιάδου. Για τον Καθ΄ ου η αίτηση: κα Μ. Χαραλαμπίδου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Αιτήτρια, στις 20/7/2016, καταχώρησε εναρκτήρια αίτηση με την οποία ουσιαστικά αιτείται από το Δικαστήριο την παραχώρηση στην ίδια της αποκλειστικής χρήσης του συζυγικού οίκου των διαδίκων, ο οποίος ευρίσκεται στο χωριό Εργάτες της Επαρχίας Λευκωσίας. Την ίδια ημέρα, η Αιτήτρια καταχώρησε και μονομερή αίτηση με το ίδιο αντικείμενο. Το Δικαστήριο, στις 22/7/2016, επιλαμβανόμενο της πιο πάνω μονομερούς αίτησης, εξέδωσε προσωρινό διάταγμα με το οποίο παραχωρείτο προσωρινά στην Αιτήτρια η χρήση του συζυγικού οίκου των διαδίκων. Παράλληλα, εξέδωσε και προσωρινό διάταγμα με το οποίο καλούσε τον Καθ΄ ου η αίτηση, όπως εντός 72 ωρών από την ώρα της επίδοσης του διατάγματος, εγκαταλείψει τον ως άνω συζυγικό οίκο. Ο Καθ΄ ου η αίτηση εμφανίστηκε στη διαδικασία και στις 6/10/2016 καταχώρησε ένσταση. Προσπάθειες, οι οποίες καταβλήθηκαν εν τω μεταξύ από τους δικηγόρους των διαδίκων, για φιλική ρύθμιση της διαφοράς, δεν τελεσφόρησαν. Μετά την πιο πάνω εξέλιξη, η Αιτήτρια, στις 13/10/2016, καταχώρησε μονομερή αίτηση, αντικείμενο της παρούσας ενδιάμεσης απόφασης, με την οποία αιτείται από το Δικαστήριο τα ακόλουθα: «Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραχωρείται άδεια και/ή να επιτρέπεται στην Αιτήτρια να καταχωρήσει συμπληρωματική και/ή απαντητική ένορκη δήλωση, προκειμένου να απαντήσει στους ισχυρισμούς του Καθ΄ ου η αίτηση που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του ημερ. 6/10/2016». Το Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της μονομερούς αίτησης, διέταξε την επίδοση της στον Καθ΄ ου η αίτηση για να ακουστεί. Ο Καθ΄ ου η αίτηση, στις 23/11/2016, καταχώρησε ένσταση. Οι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
- Δεν αποκαλύπτεται καλός λόγος ως προβλέπεται στην Δ.48 θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, για να επιτραπεί και/ή δοθεί άδεια από το Σεβαστό Δικαστήριο στην αιτήτρια να καταχωρηθεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση από την αιτήτρια σε σχέση με την αίτηση που καταχώρησε στις 20.7.16 και/ή δεν συντρέχουν οι νομικές και/ή πραγματικές προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και/ή η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε καταχρηστικά και/ή η αιτήτρια δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, αφού η αιτήτρια επιδιώκει να εισάγει μαρτυρία η οποία δεν έχει σχέση με ισχυρισμούς που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του καθ΄ ου η αίτηση και/ή είναι άσχετοι με την υπό κρίση αίτηση δυνάμει της οποίας εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα ημερ. 22.7.16 αποκλειστικής χρήσης του συζυγικού οίκου.
- Ο καθ΄ ου η αίτηση με την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης που καταχώρησε απαντά στους ισχυρισμούς της αιτήτριας που περιέχονται στην ένορκη της δήλωση που επισυνάπτεται στην αίτηση ημερ. 13.10.16 και/ή η αιτήτρια επιδιώκει με συμπληρωματική ένορκη δήλωση να δώσει απάντηση στους ισχυρισμούς του καθ΄ ου η αίτηση και να δώσει στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση την μορφή Απάντησης στην Υπεράσπιση και/ή επιδιώκει την καταχώρηση απαντητικής ένορκης δήλωσης.
- Ο καθ΄ ου η αίτηση στην ένορκη του δήλωση δεν αναφέρεται σε οποιοδήποτε γεγονός που προέκυψε μετά την καταχώρηση της αίτησης της αιτήτριας και/ή σε γεγονότα που προέκυψαν μετά την ένορκη δήλωση της αιτήτριας ημερ. 13.10.
- Το Σεβαστό Δικαστήριο στα πλαίσια της αίτησης για προσωρινό διάταγμα δεν θα υπεισέλθει στο θέμα της αξιολόγησης της μαρτυρίας των διαδίκων και/ή η διαδικασία για έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν θα πρέπει να μετατραπεί σε δίκη επί της ουσίας κάτι που η αιτήτρια επιδιώκει να πράξει.
- Στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας που επισυνάπτεται στην υπό κρίση αίτηση δεν προβάλλονται ισχυρισμοί που να δικαιολογούν το αίτημα της για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και/ή επιδιώκεται η πρόσθεση γεγονότων που ήταν στη σφαίρα της γνώσης της αιτήτριας.
- Η υπό κρίση αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και ως τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί». Η αίτηση, για καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Αιτήτριας, στην οποία επισυνάπτεται και η προτιθέμενη προς καταχώρηση συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Με την ένορκη της δήλωση, η Αιτήτρια ζητά την άδεια όπως απαντήσει στις παρ. 5, 6, 9, 10, 11, 12, 18, 21 και 24 της ένορκης δήλωσης του Καθ΄ ου η αίτηση, η οποία συνοδεύει την ένστασή του. Οι προβαλλόμενοι ως λόγοι, οι οποίοι δικαιολογούν την έγκριση της αιτούμενης θεραπείας, είναι τα όσα αναφέρει στην παρ. 6 της ένορκης της δήλωσης. Παρατίθεται κατωτέρω αυτούσιο το σχετικό κείμενο: «
- Σύμφωνα με τις συμβουλές των δικηγόρων μου, 6.
- Επιβάλλεται να καταχωρήσω συμπληρωματική ένορκη δήλωση έτσι ώστε να αντικρούσω τους ψευδείς ισχυρισμούς του Καθ΄ ου η αίτηση και να παρουσιάσω στο Δικαστήριο πραγματική εικόνα των επίδικων περιστατικών. 6.
- Με την καταχώρηση της αιτούμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δεν επιδιώκεται η τροποποίηση ή αλλοίωση των γεγονότων που το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του κατά την έκδοση του διατάγματος. Αντιθέτως, σκοπός μου είναι να απαντήσω σε ισχυρισμούς του Καθ΄ ου η αίτηση τους οποίους δεν μπορούσα να προβλέψω και οι οποίοι παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την αίτηση. 6.
- Λόγω του ότι είμαι η Αιτήτρια στην επίδικη αίτηση, το βάρος απόδειξης είναι πάνω μου. Σε περίπτωση που αμελήσω ή παραλείψω να απαντήσω στους ισχυρισμούς του Καθ΄ ου η αίτηση αυτό δυνατόν να εκληφθεί από το Δικαστήριο σαν παραδοχή των ισχυρισμών του». Ο Καθ΄ ου η αίτηση, στην ένορκη του δήλωση, ισχυρίζεται ότι δεν αποκαλύπτεται καλός λόγος για να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ότι η Αιτήτρια στην ουσία επιδιώκει να εισάξει μαρτυρία η οποία δεν έχει σχέση με ισχυρισμούς που αναφέρονται με την ένορκη δήλωση ή είναι άσχετοι με την έκδοση του ενδιάμεσου διατάγματος, ότι στην ένορκη της δήλωση δεν αναφέρεται σε οποιοδήποτε γεγονός ή γεγονότα που προέκυψαν μετά την καταχώρηση της αίτησης ή της ένορκης δήλωσης της ημερ. 20/7/2016 και ό,τι επιδιώκει η Αιτήτρια με την συμπληρωματική ένορκη της δήλωση είναι να μετατραπεί η παρούσα διαδικασία που αφορά προσωρινό διάταγμα σε δίκη επί της ουσίας της διαφοράς. Η ακρόαση της ενδιάμεσης αίτησης οδηγήθηκε σε ακρόαση, η οποία διεξήχθηκε με τις γραπτές αγορεύσεις των δικηγόρων των διαδίκων. Η Δ.48 Θ.4
(2), η οποία αποτελεί τη νομική βάση της αίτησης, προνοεί ότι η ακρόαση της αίτησης γίνεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προβλέπεται από τη Δ. 39. Με τον Θεσμό αυτό, αποκλείεται πλέον, σε αμφισβητούμενα γεγονότα η προσαγωγή πρόσθετης προφορικής μαρτυρίας, εκτός βέβαια, από τη δυνατότητα αντεξέτασης, κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, των ενόρκως δηλούντων. Η διάταξη αυτή, δίνει διακριτική εξουσία στο Δικαστήριο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, υπό την προϋπόθεση της απόδειξης καλού λόγου. Το ζήτημα που τίθεται προς εξέταση είναι κατά πόσο, στη βάση των γεγονότων που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, αποκαλύπτεται καλός λόγος, τέτοιος που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Στην προκείμενη περίπτωση η Αιτήτρια έχει εξασφαλίσει προσωρινό διάταγμα μονομερώς. Επομένως, τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση η αρχή που καθιερώθηκε στην υπόθεση Stavros Georgiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. Του πλοίου Lipa
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1076: «Το κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμα όλων των περιπτώσεων είναι η εξασφάλιση προσωρινής προστασίας μονομερώς. Ο κανόνας, καθολικής εφαρμογής είναι ότι δεν επιτρέπεται η επανόρθωση παράλειψης πρωθύστερα έτσι ώστε να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί η εικόνα που δόθηκε πρωταρχικά στο δικαστήριο». Το ζήτημα, παραχώρησης ή μη άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, απασχόλησε πρόσφατα το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο. Συγκεκριμένα γίνεται αναφορά στο πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση στην Έφεση αρ. 29/2014, Μαρίας Κόκκινου v. Κυριάκου Κόκκινου, ημερ. 3/11/2016: «Το ζήτημα της παραχώρησης ή μη άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ανάγεται, ασφαλώς, στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάσαντος Δικαστηρίου η οποία ασκείται σε συνάρτηση με τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του ως επίδικα. Η δυνατότητα άσκησης της εξουσίας αυτής υπέρ του ατιήματος, όπου ο επιδιωκόμενος σκοπός της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς, απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο πρόσφατα στην υπόθεση Χαράλαμπου Ανδρέα Κουππά v. Πουλλας Τσαδιώτης Λιμιτεδ κ.ά., Π.Ε. 312/2010, ημερομηνίας 17.7.2014 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: 'Σ΄ ότι δε αφορά τη δυνατότητα που παρέχεται από τη Δ.48 θ.4
(2)για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου» και δεν βλέπουμε πώς η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει «καλό λόγο».' Δεν υπάρχει, βέβαια, άκαμπτος κανόνας. Σε διαδικασίες, όμως, για προσωρινά διατάγματα, σπάνια είναι που θα προκύψει ανάγκη η οποία να εκφράζεται σε καλό λόγο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος. Και αυτό γιατί στις διαδικασίες αυτές το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται ουσιαστικά σε εξέταση της συνδρομής των νομοθετικών προϋποθέσεων για την έκδοση του διατάγματος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και σε εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων. Στην προκείμενη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά υπογράμμισε ότι η αίτηση του εφεσίβλητου για προσωρινό διάταγμα θα κρινόταν επί των γεγονότων που αναφέρονται στην αρχική ένορκη δήλωση του, εγκρίνοντας όμως το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης λησμόνησε αυτά που υπογράμμισε και, ουσιαστικά, κατέστησε την απάντηση των ισχυρισμών της εφεσείουσας αυτοσκοπό.' Θα προχωρήσω κατωτέρω να εξετάσω το αίτημα για παραχώρηση άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Το Δικαστήριο μελέτησε όλα όσα τέθηκαν ενώπιον του τόσο με την αίτηση με την οποία επιζητείται η άδεια, όσο και με την ένσταση, καθώς και τα όσα ανέφεραν οι διάδικοι στις αγορεύσεις τους. Η Αιτήτρια, στις παρ. 5.1 έως 5.8 της ένορκης δήλωσης της, ανέφερε τα συγκεκριμένα θέματα για τα οποία ζητά την άδεια του Δικαστηρίου προκειμένου να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Μία απλή ανάγνωση της ένορκης της δήλωσης, η οποία συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, αποκαλύπτει ότι δεν αναφέρεται σε νέα γεγονότα τα οποία προέκυψαν μετά την καταχώρηση της μονομερούς αίτησης, στη βάση της οποίας η Αιτήτρια πέτυχε μονομερώς την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Πρόκειται για γεγονότα τα οποία ανάγονται σε χρόνο πριν την καταχώρηση της μονομερούς αιτήσεως και τα οποία ήσαν γνωστά στην Αιτήτρια. Περαιτέρω το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να επισημάνει και τα πιο κάτω: Η παρούσα διαφορά των διαδίκων εντάσσεται στο πλαίσιο της διεκδίκησης της χρήσης του συζυγικού οίκου των διαδίκων, το οποίο ρυθμίζεται από το άρθρο 17
(1)του Ν. 23/1990. Το εν λόγω άρθρο αποσυνδέει το δικαίωμα αυτό από την κυριότητα του συζυγικού οίκου. Τούτο προκύπτει από το λεκτικό του εν λόγου άρθρου με το οποίο αποφασίζεται από το Δικαστήριο η παραχώρηση της συζυγικής οικίας ανεξάρτητα από το ποιος από αυτούς είναι κύριος ή έχει απέναντι στον κύριο το δικαίωμα της χρήσης του. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, ισχυρισμοί οι οποίοι άπτονται της συνεισφοράς του καθενός από τους διαδίκους στην απόκτηση του συζυγικού οίκου ή θέματα τα οποία ανάγονται σε μεταβίβαση μετοχών δηλαδή θέματα τα οποία εντάσσονται στο πλαίσιο των περιουσιακών διαφορών συζύγων, είναι άσχετα με τα κριτήρια παραχώρησης τα οποία θέτει το άρθρο 17
(1)του Ν. 23/1990. Ως προς δε τα θέματα τα οποία ανάγονται στον κλονισμό του γάμου των διαδίκων και στη διάστασή τους, η Αιτήτρια έθεσε ευθύς εξ αρχής τη δική της εκδοχή και μπορούσε, στον τότε χρόνο, να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου πλήρως τα γεγονότα αυτά, μιας και τα γεγονότα αυτά ήταν γνωστά στην ίδια. Περαιτέρω, θέματα όπως η συνεισφορά των γονέων στη διατροφή και εκπαίδευση των παιδιών τους, είναι άσχετα θέματα και ως τέτοια εκφεύγουν των κριτηρίων του άρθρου 17
(1)του Ν. 23/
- Η διατροφή των ανήλικων παιδιών συνιστά νομική υποχρέωση των γονέων, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 33 του Ν. 216/
- Τέλος, παρατηρώ ότι το θέμα της δυνατότητας ή μη διαχωρισμού της συζυγικής στέγης των διαδίκων, θέμα το οποίο έχει τη δική του σημασία για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, θα έπρεπε η Αιτήτρια, ευθύς εξ αρχής, να το θέσει υπόψη του Δικαστηρίου συμπεριλαμβάνοντας το στην αρχική ένορκη της δήλωση, στη βάση της οποίας εξασφάλισε μονομερώς προσωρινό διάταγμα αποκλειστικής χρήσης του συζυγικού οίκου των διαδίκων. Χορήγηση άδειας στην Αιτήτρια, για το συγκεκριμένο πιο πάνω θέμα, θα συνιστά, σύμφωνα με τη νομολογία που παρατέθηκε, ανεπίτρεπτη ενέργεια για το Δικαστήριο, εφόσον κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε μεταβολή της εικόνας που δόθηκε πρωταρχικά στο Δικαστήριο, το οποίο, ενεργώντας αποκλειστικά στη βάση αυτής της εικόνας, χορήγησε το προσωρινό διάταγμα στην Αιτήτρια. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, δεν έχει θεμελιωθεί από την Αιτήτρια καλός λόγος, δηλαδή τέτοια ανάγκη που να δικαιολογεί την ικανοποίηση του αιτήματος της Αιτήτριας. Σύμφωνα με την απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην υπόθεση Κόκκινου (ανωτέρω): «'Καλός λόγος' προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Εν προκειμένω, δεν είχε καταδειχθεί τέτοια ανάγκη». Ενόψει όλων των πιο πάνω, η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται εις βάρος της Αιτήτριας και υπέρ του Καθ΄ ου η αίτηση, τα οποία όμως να καταβληθούν στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) .............. Μ. Τσαγγαρίδης, Δ. /ααγ