L.M.S. ν. A.J.P., Αρ. Αίτησης: 252 / 2012, 28/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLEM:2018:17 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΓΟΝΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ Ενώπιον: Ρ. Προκοπίου, Δ. Οικ. Δ. Αρ. Αίτησης: 252 / 2012 Μεταξύ: L.M.S. Αιτήτριας και A.J.P. Καθ' ου η Αίτηση Τροποποιηθείσα δυνάμει διαταγμάτων ημερ.4.6.2015 και 20.9.2016 Αίτηση ημερομηνίας 1.2.2018 για προσκόμιση Αντικρουστικής - Απαντητικής Μαρτυρίας Ημερομηνία: 28 Ιουνίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: ΗΛΙΑΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ (για ν' ακούσει απόφαση κα Η. Πέτρου) Για τον Καθ' ου η Αίτηση: ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΡΙΔΗΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. (για ν' ακούσει απόφαση κα Ε. Αποστολίδου με κ. Σπ. Βασιλείου) Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης για τον Καθ' ου η αίτηση και αφού δόθηκε η μαρτυρία της Λειτουργού των Κοινωνικών Υπηρεσιών που διερεύνησε την υπόθεση και αντεξετάστηκε εκτενώς από αμφότερους τους συνηγόρους, η Αιτήτρια κατεχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητεί όπως της επιτραπεί να παρουσιάσει αντικρουστική - απαντητική μαρτυρία αναφορικά με τον ισχυρισμό που προβλήθηκε από τον Καθ' ου η αίτηση, κατά την κυρίως εξέταση του, σχετικά με την εργασία της XXXXX Worsey, η οποία κατέθεσε στην ακροαματική διαδικασία ως μάρτυρας της Αιτήτριας. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας και εδράζεται, μεταξύ άλλων, στη Διαταγή 33 Κανονισμός 7 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών που διέπει το ζήτημα της απαντητικής μαρτυρίας. Προς υποστήριξη του αιτήματος της, η ομνύουσα αναφέρει ότι πρέπει να απαντηθεί ο ισχυρισμός του Καθ' ου η αίτηση ότι η XXXXX Worsey δεν εργάζεται πλέον στην εταιρεία FedEx UK, ο οποίος «καταδεικνύει ότι από τον Απρίλιο του 2017 [η συγκεκριμένη μάρτυρας] δεν εργάζεται πλέον στην εν λόγω εταιρεία και δεν έχει οποιοδήποτε εισόδημα», για να καταφανεί το ανυπόστατό του. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως της Αιτήτριας, η τελευταία επιδιώκει να αντικρούσει τον εν λόγω ισχυρισμό του Καθ' ου η αίτηση με την κατάθεση επιστολής ημερομηνίας 5.9.17 των λογιστών της XXXXX Worsey προς τους δικηγόρους της Αιτήτριας, στην οποία περιγράφεται η σημερινή της επαγγελματική κατάσταση (Τεκμήριο Α). Κατά την Αιτήτρια, η κατάθεση του συγκεκριμένου εγγράφου είναι ουσιώδης για τη ορθή και δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης, την αξιοπιστία των δυο μαρτύρων και την επίλυση των επιδίκων θεμάτων. Στην αντίπερα όχθη, ο Καθ' ου η αίτηση κατεχώρησε ένσταση προβάλλοντας 11 λόγους υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι η μαρτυρία που επιχειρείται να παρουσιαστεί είναι άσχετη με τα επίδικα θέματα και/ή δεν είναι ουσιώδους σημασίας για την έκβαση της υπόθεσης της Αιτήτριας αλλά και ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα παραβλάψει τα συμφέροντα του αφού έχει ήδη προσκομίσει τη μαρτυρία του. Οι δύο πλευρές υποστήριξαν τις θέσεις τους με τις ικανές αγορεύσεις τους και ότι έχει καταγραφεί λήφθηκε δεόντως υπόψη. Προτού παρατεθεί η νομική πτυχή που διέπει το υπό κρίση αίτημα, σημειώνεται ότι η παρούσα υπόθεση αφορά εκατέρωθεν αξιώσεις των διαδίκων για ρύθμιση πτυχών της γονικής μέριμνας του ανηλίκου τέκνου τους, Θ.Π. Το ζήτημα που εγείρεται ρυθμίζεται από τον Κανονισμό 7 (
- ii)(β) της Διαταγής 33 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών αλλά και τη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, η πιο πάνω δικονομική διάταξη προνοεί τα εξής: «7. The proceedings at the trial shall be as follows: (The party on whom the burden of proof lies is called in this Rule "the first party", and the other party is called "the second party".) (
- i)........... (
- ii)In other cases- (
- a)............ (
- b)The first party may not adduce evidence in reply except by leave of the Court. If he desires to adduce such evidence, he must ask for leave immediately after the second party's evidence is concluded. If such leave is granted, the second party's summing up shall be postponed until after the evidence in reply is heard.» H Δ.33 Κ.7(ii)(β) ερμηνεύθηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Αττεσλή ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2013)1 ΑΑΔ 2222 όπου σχετικά λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στα πλαίσια της διαδικασίας που διέπει, τόσο ποινικές όσο και πολιτικές υποθέσεις, ο κάθε διάδικος βαρύνεται με την υποχρέωση να παρουσιάσει, ολοκληρωμένα, την υπόθεσή του. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να προβλέψει ποια είναι τα επίδικα θέματα και ανάλογα να προετοιμάσει τη μαρτυρία που είναι αναγκαία για να καλύψει τα θέματα που θα εγερθούν. Σε αρκετές περιπτώσεις, όπως εντοπίζεται και στο Σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης (Μία πρακτική προσέγγιση)», Τάκη Ηλιάδη, σελ. 238-240, παρατηρείται το φαινόμενο η ακροαματική διαδικασία να ξεφεύγει από τα όρια που είχαν προβλεφθεί από τους αντιδίκους, με αποτέλεσμα να καταλαμβάνονται τελευταίοι ή ένας από τους αντιδίκους αυτούς εξ απροόπτου. Σε κάποιες υποθέσεις και στα πλαίσια της ακροαματικής τους διαδικασίας, δεν είναι πάντοτε δυνατόν να προβλεφθεί το κάθε στοιχείο μαρτυρίας, ακριβώς διότι, σε αρκετές περιπτώσεις, η ίδια η φύση των διαδικαστικών διαδικασιών ακολουθεί πορεία που είναι δυνατόν να οδηγήσει σε ανατροπές και εκπλήξεις, με αποτέλεσμα, προκειμένου να διαφυλαχθεί το συμφέρον της δικαιοσύνης, το Δικαστήριο να δίνει άδεια για παρουσίαση μαρτυρίας εκ μέρους του διαδίκου, ο οποίος βρέθηκε προ εκπλήξεως. Υπό το πρίσμα αυτό, και προκειμένου να αποτραπεί μια πιθανή αδικία, τα Δικαστήρια έχουν την ευχέρεια να αποδέχονται μαρτυρία σε αντίκρουση μαρτυρίας που έχει ήδη δοθεί. Επισκόπηση της σχετικής νομολογίας καταδεικνύει ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου διέπεται από τις ακόλουθες αρχές: Η απαντητική μαρτυρία πρέπει, κατά γενικό κανόνα, να περιορίζεται αυστηρά στο να αντικρούει την υπόθεση της αντίδικης πλευράς και δεν πρέπει απλώς να επιβεβαιώνει την υπόθεση του διαδίκου που την παρουσιάζει. Με την άδεια του Δικαστηρίου μπορεί να δοθεί αντικρουστική μαρτυρία από Ενάγοντα σε απάντηση της μαρτυρίας Εναγόμενου προς υποστήριξη επίδικου θέματος, η απόδειξη του οποίου βάρυνε τον ίδιο. Η διακριτική ευχέρεια μπορεί ακόμη να ασκηθεί υπέρ του Ενάγοντα, όπου η φύση της υπεράσπισης έχει αποκαλυφθεί κατά την αντεξέταση των δικών του μαρτύρων. Γενικά, αντικρουστική μαρτυρία είναι επιτρεπτή προκειμένου να αποτραπεί μια πιθανή αδικία, όπου ο διάδικος που την προσφέρει έχει παραπλανηθεί ή έχει καταληφθεί εξ απροόπτου (Tsiartas a.ο. v. Taliotis
(1989)1 C.L.R. 216, 228-229).» Επί του ιδίου θέματος, στο Σύγγραμμα των κ.κ. Τ. Ηλιάδη & Ν. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Β' Έκδοση, σελ.751, αναφέρονται τα εξής: «Δεν θα επιτραπεί αντικρουστική μαρτυρία απλώς για να πληγεί η αξιοπιστία διαδίκου και των μαρτύρων του, πόσω δε μάλλον όταν το θέμα δεν είναι επίδικο (Ματθαίου ν Νικολάου και Άλλου (Αρ 2)
(1999)1 Γ ΑΑΔ 2080)». Στην υπόθεση Ματθαίου (ανωτέρω), η οποία υιοθέτησε τις αρχές που διέπουν το υπό κρίση ζήτημα ως αυτές αναλύθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Tsiartas a.ο. v. Taliotis
(1989)1 C.L.R. 216, λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Η προσκόμιση απαντητικής μαρτυρίας (evidence in reply) διέπεται από την Δ.33 θ.7 (ii) (β) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Στην Tsiartas and Another v. Taliotis
(1989)1 C.L.R. 216, μετά από εκτεταμένη επισκόπηση και ανάλυση της σχετικής νομολογίας, έχει υιοθετηθεί η πιο κάτω σύνοψη των σχετικών αρχών από τον Phipson on Evidence, 13η έκδοση, παραγ. 33-92: "33-92 Evidence in reply, whether oral or by affidavit, must as a general rule, be strictly confined to rebutting the defendant's case, and must not merely confirm that of the plaintiff. ............................................................................................................... With the judge's leave, rebutting evidence may be called by the plaintiff in answer to evidence of the defendant in support of an issue, the proof of which lay upon him. The discretion may still be exercised in the plaintiff's favour where the nature of the defence became apparent during cross-examination of his own witnesses. The judge, however, has a discretion to admit further evidence either for his own satisfaction or where the interests of justice require it, and confirmatory evidence in rebuttal will generally be allowed when the party tendering it has been misled or taken by surprise." Σε μετάφραση: "33-93 Απαντητική μαρτυρία, είτε αυτή είναι προφορική ή με ένορκη δήλωση, πρέπει κατά γενικό κανόνα να περιορίζεται αυστηρά στο να αντικρούει την υπόθεση το εναγομένου και δεν πρέπει απλώς να επιβεβαιώνει την υπόθεση του ενάγοντα ............................................................................................................ Με την άδεια του δικαστηρίου μπορεί να δοθεί αντικρουστική μαρτυρία από τον ενάγοντα σε απάντηση της μαρτυρίας του εναγομένου προς υποστήριξη επίδικου θέματος η απόδειξη του οποίου εβάρυνε τον ίδιο. Η διακριτική ευχέρεια μπορεί ακόμη να ασκηθεί υπέρ του ενάγοντα όπου η φύση της υπεράσπισης έχει αποκαλυφθεί κατά την αντεξέταση των δικών του μαρτύρων. Ο Δικαστής έχει διακριτική ευχέρεια να δεχθεί περαιτέρω μαρτυρία είτε για την δική του ικανοποίηση ή όπου αυτό απαιτείται από το συμφέρον της δικαιοσύνης και επιβεβαιωτική αντικρουστική μαρτυρία γενικώς θα γίνεται επιτρεπτή όπου ο διάδικος που την προσφέρει έχει παραπλανηθεί ή έχει καταληφθεί εξ απροόπτου." Έχουμε εξετάσει το σχετικό λόγο της έφεσης σε συνάρτηση με τις πιο πάνω αρχές και τα γεγονότα τα οποία περιβάλλουν το υπό εξέταση θέμα. Έχουμε λάβει ιδιαίτερα υπόψη ότι η επίδικη μαρτυρία δεν συνδέεται με τα επίδικα θέματα της αγωγής. Έχουμε την άποψη πως το πρωτόδικο δικαστήριο έχει ασκήσει ορθά τη σχετική διακριτική του ευχέρεια και δεν δικαιολογείται οποιαδήποτε επέμβαση μας. Η παρούσα περίπτωση δεν εμπίπτει εντός της κατηγορίας των περιπτώσεων στις οποίες είναι δυνατή η προσκόμιση αντικρουστικής μαρτυρίας. Δεν είναι εφικτή η προσαγωγή μαρτυρίας απλώς και μόνο για να πληγεί η αξιοπιστία του εναγομένου και των μαρτύρων του σε σχέση μάλιστα με θέμα το οποίο δεν αποτελεί επίδικο θέμα ή μέρος της υπεράσπισης των εναγομένων. Ακολουθεί πως ο σχετικός λόγος της έφεσης δεν μπορεί να πετύχει.». Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι η αποδοχή ή μη αντικρουστικής μαρτυρίας είναι θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται δικαστικά και πάντα με γνώμονα το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι ο διάδικος που επιχειρεί να παρουσιάσει απαντητική μαρτυρία έχει παραπλανηθεί ή αιφνιδιαστεί από τη μαρτυρία του αντιδίκου σε ένα θέμα που είναι επίδικο και που ο ίδιος έχει το βάρος να αποδείξει και όχι απλά να επιβεβαιώνει την υπόθεση της πλευράς που τη ζητά. Τέτοιο αίτημα πρέπει να υποβάλλεται αμέσως μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της άλλης πλευράς. Στην παρούσα περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου δε δύναται να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος της Αιτήτριας για τους λόγους που εξηγώ. Η επίδικη μαρτυρία δεν συνδέεται με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης που, όπως προελέχθη, αφορά εκατέρωθεν αξιώσεις για ρύθμιση της γονικής μέριμνας του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων και στα πλαίσια της θα αξιολογηθεί ο γονικός ρόλος των διαδίκων με γνώμονα το καλώς νοούμενο συμφέρον του ανήλικου XXXXX. Από τα ενώπιον μου τεθέντα στοιχεία δεν έχει παρουσιαστεί οτιδήποτε που να καταδεικνύει την αναγκαιότητα της προσκόμισης τέτοιας μαρτυρίας. Συνεπώς, καταλήγω ότι η μαρτυρία που επιχειρείται να παρουσιαστεί δεν έχει καταλυτική σημασία για την ουσιαστική έκβαση της υπόθεσης. Αντίθετα, κρίνεται υπό τις περιστάσεις, ότι ενδεχόμενη έγκριση του αιτήματος θα εκτροχίαζε τη διαδικασία ενώ δε συμβάλει με οποιοδήποτε τρόπο στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Περαιτέρω, η Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει ότι πρόκειται για μαρτυρία που σκοπό έχει την αντίκρουση ισχυρισμών που την εξέλαβαν εξ' απροόπτου, αλλά αντίθετα φαίνεται να αποσκοπεί στην επιβεβαίωση της θέσης της πλευράς της. Επίσης, από το περιεχόμενο της υποστηρικτικής ένορκης δήλωσης, προκύπτει ότι αυτό που επιζητείται είναι να πληγεί η αξιοπιστία του Καθ' ου η αίτηση κατά παράβαση των ανωτέρω αρχών (βλ. Ματθαίου - ανωτέρω). Δεν παραγνωρίζεται όμως ούτε το στάδιο στο οποίο υποβλήθηκε το υπό κρίση αίτημα, ήτοι τρεις και πλέον μήνες μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του Καθ' ου η αίτηση και το κλείσιμο της υπόθεσης του και αφότου κατέθεσε εκτενώς η Λειτουργός του Γραφείου Ευημερίας που κλήθηκε από το Δικαστήριο, σε αντίθεση με τα όσα η Δ.33 Κ.7 (ii) (β) προστάζει. Πρόσθετα των πιο πάνω, η αίτηση δε δύναται να επιτύχει και για τον εξής λόγο: Από το περιεχόμενο της αίτησης και της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας προκύπτει ότι η μαρτυρία που επιχειρείται να παρουσιαστεί είναι ουσιαστικά η επιστολή ημερομηνίας 5.9.17 των λογιστών της XXXXX Worsey προς τους δικηγόρους της Αιτήτριας (Τεκμήριο Α). Στο αίτημα όμως δε συγκεκριμενοποιείται ποιο πρόσωπο θα κατέθετε το εν λόγω έγγραφο ενώπιον του Δικαστηρίου στην περίπτωση που αυτό ήθελε εγκριθεί. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει απορρίπτω το αίτημα. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης, τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Καθ' ου η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της εναρκτήριας αίτησης και εγκριθούν από το Δικαστήριο, οπόταν θα είναι και καταβλητέα. (Υπ) ................ Ρ. Προκοπίου, Δ. Οικ. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο