← Κύπρος

Γιώργος Πασκουή ν. Έλενα Ανδρέου, Αρ. Αίτησης: 54/2015, 23/1/2018

Γιώργος Πασκουή ν. Έλενα Ανδρέου, Αρ. Αίτησης: 54/2015, 23/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLAR:2018:5 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΟΣ Δικαιοδοσία Γονικής Μέριμνας Ενώπιον: Σ. Νεοφύτου, Δ. Αρ. Αίτησης: 54/2015 Μεταξύ: Γιώργος Πασκουή Αιτητής και Έλενα Ανδρέου Καθ' ης η αίτηση Μονομερής αίτηση ημερομηνίας 02/08/2017 Ημερομηνία: 23 Ιανουαρίου 2018 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κος Ν. Νικολάου Για την Καθ' ης η Αίτηση: κος Ρ. Σχίζας για Ρένος Λ. Σχίζας και Συνεργάτες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Αιτητής, με την εναρκτήρια αίτηση του ζητά όπως τροποποιηθεί και/η ακυρωθεί το Διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην αίτηση με αριθμό 108/07, με το οποίο ανατέθηκε στην καθ' ης η αίτηση η φύλαξη και επιμέλεια του ανήλικου τέκνου των διαδίκων Ανδρέα Πασκουή, ηλικίας σήμερα 13 ετών και με το οποίο ορίστηκε ως τόπος διαμονής του, ο εκάστοτε τόπος διαμονής της Καθ' ης η αίτηση και να ανατεθεί σε αυτόν, αποκλειστικά η άσκηση της γονικής μέριμνας του ανηλίκου. Μετά την συμπλήρωση των δικογράφων και την ολοκλήρωση της κοινωνικής έρευνας από την λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας, η οποία ετοιμάστηκε μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου, ο Αιτητής καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση με την οποία αιτείται: «Α. Όπως το Σεβαστό Δικαστήριο επιτρέψει στον αιτητή να επισκεφθεί με το ανήλικο τέκνο του Ανδρέα Πασκουή κλινική ψυχολόγο για την διεξαγωγή συνεδριάσεων και την ετοιμασία έκθεσης που θα χρησιμοποιηθεί στην ακροαματική διαδικασία στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση. Β. Όπως το Σεβαστό Δικαστήριο επιτρέψει στον αιτητή να επισκεφθεί με το ανήλικο τέκνο του Ανδρέα Πασκουή κλινική ψυχολόγο για τον ανωτέρω σκοπό χωρίς την συγκατάθεση της καθ' ης η αίτηση. Γ. Όπως το Σεβαστό Δικαστήριο επιτρέψει στον αιτητή να επισκεφθεί με το ανήλικο τέκνο του Ανδρέα Πασκουή κλινική ψυχολόγο για τον ανωτέρω σκοπό χωρίς την φυσική παρουσία της καθ' ης η αίτηση στην διεξαγωγή των συνεδριάσεων. » Σύμφωνα με τον Αιτητή, αυτό που τον οδήγησε να προχωρήσει με την καταχώρηση της εναρκτήριας αίτησης είναι η ακαταλληλότητα της Καθ' ης η αίτηση να φροντίζει και να επιμελείται το ανήλικο, λόγω του ότι είναι χρήστης απαγορευμένων παραισθησιογόνων ουσιών, και συχνά παρουσιάζει περιστατικά με συμπτώματα κρίσης στην παρουσία του ανηλίκου και ενόσω έχει αυτό υπό την φύλαξη της. Αναφέρεται συγκεκριμένα σε περιστατικό όπου, η Καθ' ης η αίτηση μετά από μια κρίση έχασε τις αισθήσεις της παρουσία του ανηλίκου. Επίσης, σύμφωνα με τον Αιτητή, η Καθ' ης η αίτηση παρουσιάζει προβληματική συμπεριφορά λόγω του εθισμού της με αποτέλεσμα το ανήλικο να μην τυγχάνει σωστής φροντίδας. Ο Αιτητής εκφράζει τον φόβο ότι το ανήλικο, λόγω της κατάστασης αυτής βρίσκεται υπό ψυχολογική πίεση, με αρνητικό αντίκτυπο στην καθημερινότητα του. Προς απόδειξη των ισχυρισμών του, ο Αιτητής πέραν από την παρούσα αίτηση, έχει καταχωρήσει και αίτηση με την οποία ζητά όπως η Καθ' ης η αίτηση υποβληθεί σε αιματολογικές και τοξικολογικές εξετάσεις. Ο λόγος δε που προωθεί την υπό εξέταση αίτηση, παρ' όλο που έχει ήδη ετοιμαστεί η κοινωνική έρευνα από την αρμόδια λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας, είναι σύμφωνα με τα λεγόμενα του για να τεκμηριώσει καλύτερα το αίτημα του εναντίον της Καθ' ης η αίτηση και να καταδείξει προς το Δικαστήριο τι θα ήταν καλύτερο για το ανήλικο. Είναι πεπεισμένος ότι η ετοιμασία έκθεσης από ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα θα ρίξει φως στην υπόθεση και θα βοηθήσει το Δικαστήριο στην λήψη της τελικής του απόφασης σε σχέση με την ανάθεση της γονικής μέριμνας του ανηλίκου, καθότι η έκθεση αυτή θα εμπεριέχει την γνώμη του ανηλίκου πάνω σε διάφορα γεγονότα. Αν το αίτημα του εγκριθεί, τότε το Δικαστήριο θα έχει στην διάθεση του και μια δεύτερη ανεξάρτητη εμπεριστατωμένη έκθεση κλινικής ψυχολόγου. Η Καθ' ης η αίτηση, καταχώρησε ένσταση προβάλλοντας έξι λόγους ένστασης τους οποίους δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω στην παρούσα. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της, η Καθ' ης η αίτηση απορρίπτει τον ισχυρισμό του Αιτητή περί χρήσης από πλευράς της απαγορευμένων ουσιών και χαρακτηρίζει αυτόν ως «κατασκευασμένο εκ του πονηρού». Σε σχέση με το περιστατικό όπου έχασε τις αισθήσεις της, αναφέρει ότι αυτό ήταν ένα επεισόδιο επιληπτικής κρίσης κάτι το οποίο επιβεβαιώνεται και από τις ιατρικές και αιματολογικές εξετάσεις, αλλά και από την μαρτυρία της κοινωνικής λειτουργού. Σύμφωνα με τα ιατρικά πιστοποιητικά, στα οποία η Καθ' ης η αίτηση αναφέρεται και στην ένορκο δήλωση αποκάλυψης εγγράφων ημερομηνίας 15/12/2016, ισχυρίζεται ότι τα επεισόδια κρίσης που παρουσίασε ήταν κρίσεις επιληψίας, έλαβε την πρέπουσα φαρμακευτική αγωγή με την οποία κατάφερε να ρυθμίσει το πιο πάνω πρόβλημα και τα τελευταία 2 χρόνια δεν έχει παρουσιάσει ξανά οποιαδήποτε τέτοιο περιστατικό. Αρνείται το αίτημα του Αιτητή για εξέταση του ανηλίκου από κλινική ψυχολόγο, χαρακτηρίζοντας το ως άσχετο με την πραγματική βάση της εναρκτήριας αίτησης αφού οιονδήποτε τυχόν εύρημα της ψυχολόγου σε σχέση με την συμπεριφορά του ανηλίκου, ουδεμία σχέση έχει με τον ισχυρισμό του αιτητή για χρήση παράνομων ουσιών εκ μέρους της. Ο μόνος λόγος που ο Αιτητής καταχώρησε την παρούσα αίτηση είναι για να καθυστερήσει την διαδικασία. Σύμφωνα πάντα με την Καθ' ης η αίτηση ο ανήλικος υιός των διαδίκων, ουδέν πρόβλημα αντιμετωπίζει που να χρήζει ψυχολογικής υποστήριξης και/η διερεύνησης, αλλά το μόνο που τον απασχολεί είναι η επιμονή του Αιτητή να αναλάβει αυτός την φύλαξη και επιμέλεια του αποκλειστικά, κάτι που του δημιουργεί άγχος και που αν τελικά πραγματοποιηθεί, θα διαταράξει την ισορροπία του με απρόβλεπτες δυσμενείς συνέπειες. Παρ' όλο που ο Αιτητής αναγνώρισε την επιθυμία του ανηλίκου όπως διακοπούν οι δικαστικές διαδικασίες και παρ' όλο που υποσχέθηκε στον ανήλικο ότι αυτό θα κάνει, μέχρι σήμερα αρνείται, κάτι που στεναχώρησε τον ανήλικο εκφράζοντας την στεναχώρια του και στην κοινωνική λειτουργό. Το ανήλικο επίσης δήλωσε στους διάδικους ότι θέλει να επισκέπτεται τον πατέρα του όποτε επιθυμεί, ανεξαρτήτως των προνοιών του Διατάγματος επικοινωνίας, κάτι που η Καθ' ης η αίτηση έχει αποδεχθεί. Σήμερα ο ανήλικος ρυθμίζει μόνος του την επικοινωνία του με τον Αιτητή, επικοινωνία που εν τέλει είναι πιο συχνή από απ' ότι προβλέπεται στο υφιστάμενο Διάταγμα. Οι διάδικοι διαμένουν σε κοντινή απόσταση και ο ανήλικος μεταβαίνει στον αιτητή με το ποδήλατο του. Η Καθ' ης η αίτηση πιστεύει ότι εάν ο ανήλικος τεθεί σε ψυχολογική εξέταση, λόγω και της ευαισθησίας του, θα υποστεί ανεπανόρθωτα ψυχολογικά προβλήματα με απρόβλεπτες συνέπειες, καθότι αυτό που περιμένει με αγωνία είναι να σταματήσουν οι γονείς του να βρίσκονται σε αντιπαράθεση. Αντί αυτού, θα βρεθεί αντιμέτωπος με μια ψυχολογική εξέταση και αριθμό συνεντεύξεων, ακριβώς για τον λόγο αυτό, δηλαδή για τις διαφορές των διαδίκων. Η Καθ' ης η αίτηση επίσης ισχυρίζεται ότι η αίτηση του Αιτητή, είναι νομικά αλλά και πραγματικά αβάσιμη και ότι η έκθεση της λειτουργού του γραφείου ευημερίας δεν αφήνει να νοηθεί ότι ο ανήλικος χρήζει τέτοιας εξέτασης. Αντίθετα, αυτό που αναφέρει είναι ότι το ανήλικο είναι ένα πλήρως ισορροπημένο άτομο, ώριμο για την ηλικία του με ελεύθερη έκφραση και πολύ καλή ψυχοσυναισθηματική ισορροπία. Η ακρόαση της αίτησης προχώρησε με τις γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων της κάθε πλευράς. Μελέτησα την εξεταζόμενη αίτηση και την ένσταση, το περιεχόμενο των αντίστοιχων ενόρκων δηλώσεων και όσα υποστήριξαν με τις αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών. Το άρθρο 5

(1)(α) του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 (Ν216/90), (στο εξής «ο Νόμος»), ορίζει: «5
(1)(α) Η μέριμνα για το ανήλικο τέκνο («γονική μέριμνα») είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων οι οποίοι το ασκούν από κοινού.» Το άρθρο 7 του Νόμου ορίζει: «
  1. Αν οι γονείς διαφωνούν κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας και το συμφέρον του τέκνου επιβάλλει να ληφθεί απόφαση, αποφασίζει το Δικαστήριο, έπειτα από αίτηση οποιουδήποτε από τους γονείς.» Στην υπό εξέταση αίτηση, είναι φανερό πως οι γονείς διαφωνούν για το αν το παιδί τους πρέπει να εξεταστεί από κλινική ψυχολόγο. Ο Αιτητής ζητεί την εξέταση του ανηλίκου με σκοπό την ετοιμασία έκθεσης, επικαλούμενος ότι το ανήλικο με αυτόν τον τρόπο θα προσεγγιστεί με διαφορετικό τρόπο απ' ότι προσεγγίστηκε από την αρμόδια λειτουργό και ότι από αυτή την διαδικασία θα εξαχθεί με επιστημονικό τρόπο η πραγματική βούληση του ανηλίκου και θα μπορέσει έτσι να τεκμηριώσει καλύτερα το αίτημα του εναντίον της Καθ' ης η αίτηση, καταδεικνύοντας στο Δικαστήριο την αλήθεια, την πραγματικότητα και το συμφέρον του ανηλίκου. Επικαλείται προς τούτο αόριστα την μεσολάβηση γεγονότων που έλαβαν χώρα πρόσφατα, χωρίς να αναφέρεται συγκεκριμένα σε αυτά και με ποιον τρόπο έχουν επηρεάσει το ανήλικο σε τόσο βαθμό που να απαιτείται η εξέταση του από κλινική ψυχολόγο. Δεν αναφέρει ποια είναι τα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει ο ανήλικος, ή αν παρουσιάζει τέτοια συμπεριφορά που να χρήζει εξέτασης από κλινική ψυχολόγο και περαιτέρω διερεύνηση. Αρκείται μόνο στα να επικαλείται την μεσολάβηση γεγονότων σε σχέση με το πρόσωπο της Καθ' ης η αίτηση. Η έκθεση της κοινωνικής λειτουργού φέρει ημερομηνία 13.03.2017 ενώ η αίτηση έχει καταχωρηθεί στις 02.08.
  2. Αλήθεια ποια είναι αυτά τα γεγονότα που συνέβησαν μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα που να έχουν μεταβάλει σε τόσο σημαντικό βαθμό την όλη κατάσταση που φαίνεται να επικρατεί τα τελευταία δύο με δυόμιση χρόνια, που να επιτάσσουν την λήψη ενός τόσο δραστικού μέτρου. Πέραν τούτου, στην έκθεση που έχει ετοιμάσει η αρμόδια λειτουργός του γραφείου ευημερίας δεν υπάρχει καμία απολύτως αναφορά που να παραπέμπει στο συμπέρασμα ότι ο ανήλικος παρουσιάζει τέτοια συμπεριφορά που να χρήζει ψυχολογικής εξέτασης, ούτε υπάρχουν αναφορές που να δείχνουν ότι η ψυχολογική εξέταση του ανηλίκου είναι επιτακτική για οιονδήποτε λόγο. Μέσα από την έκθεση δεν δίδεται η εικόνα ενός παιδιού το οποίο αδυνατεί να εκφράσει την γνώμη του ελεύθερα και ότι μόνο δια μέσου της εξέτασης από κλινική ψυχολόγο αυτό θα είναι εφικτό με αποτελεσματικό τρόπο. Αντίθετα, αυτό που αφήνεται να νοηθεί είναι ότι η παρούσα υπόθεση αφορά την διαμάχη των γονέων για την διεκδίκηση της γονικής μέριμνας ενός παιδιού, ώριμου για την ηλικία του, με ελεύθερη έκφραση, συναισθηματικά αλλά και ψυχικά ισορροπημένο με ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη και ισορροπία, με όλα τα στοιχεία που συνθέτουν μια υγιή και προσωπικότητα για την ηλικία του. Ένα παιδί, το οποίο εκφράζεται με αισθήματα αγάπης και για τους δύο του γονείς. Φαίνεται επίσης ότι η γνώμη αλλά και η θέση του ανηλίκου ως προς την δικαστική διαμάχη των γονέων του είναι ξεκάθαρη. Τα γεγονότα πάνω στα οποία ο Αιτητής στηρίζει την αίτηση του για τροποποίηση του υφιστάμενου Διατάγματος αφορούν αποκλειστικά την Καθ' ης η αίτηση και πουθενά δεν στοχοποιούν την όποια συμπεριφορά ή έστω δείγματα συμπεριφοράς του ανηλίκου που να αιτιολογούν και να στηρίζουν το αίτημα του για την υποβολή του ανηλίκου στην διαδικασία ψυχολογικής εξέτασης και συνεντεύξεων. Όλα τα πιο πάνω τα αναφέρω, χωρίς να παραγνωρίζω ότι αυτή δεν είναι η ώρα για αξιολόγηση της όποιας έρευνας και/η έκθεσης έχει ετοιμαστεί και ότι η βαρύτητα που είναι δυνατόν να δοθεί στην υπάρχουσα κοινωνική έκθεση για σκοπούς τελικής απόφασης του Δικαστηρίου, είναι θέμα που αφορά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Έτσι αν ο Αιτητής θεωρεί ότι η εν λόγω έκθεση πάσχει με κάποιο τρόπο ή είναι λανθασμένη και συνακόλουθα δεν δύναται να αποτελέσει μια ασφαλή αλλά και ορθή βάση για την εξαγωγή των όποιων συμπερασμάτων, είναι ένα θέμα το οποίο μπορεί να προβάλει κατά την εκδίκαση την εναρκτήριας αίτησης με την εξέταση της ουσίας, προβάλλοντας και τους λόγους αμφισβήτησης της. Επιπλέον, με βάση όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου, ο Αιτητής δεν έχει καταφέρει να αποδείξει την αναγκαιότητα έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων, καθότι εκτός του ότι δεν τεκμηριώνει και δεν δικαιολογεί επαρκώς το αίτημα του, δεν δίδει καμία εξήγηση γιατί η έκθεση που θα παρουσιάσει από μια κλινική ψυχολόγο θα προσφέρει ένα ασφαλέστερο συμπέρασμα σε σχέση με την θέση του ανηλίκου, αφού αυτό που επιζητά ουσιαστικά είναι η ελεύθερη έκφραση του ανηλίκου. Ο Αιτητής στηρίζει την υπό κρίση αίτηση του στο αρ.111 του Συντάγματος, στον Περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμο 216/90 και συγκεκριμένα στα άρθρα 2,5,6,7,8,9,14,15 και 42 όπως τροποποιήθηκε, στον Περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμο 23/1990 άρθρα 2,3,11,12,14(β), 15, 16,17,18,19 έως 28 όπως τροποποιήθηκε, στον Περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Διαδικαστικό Κανονισμό του 1990 Κανονισμοί 1 έως 12, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960 όπως τροποποιήθηκε άρθρα 2, 29, 32, 42 και 43, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48, Θ.1,2,8, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο κεφ. 6, άρθρο 9 ως επίσης στο κοινοδίκαιο και στη συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Παρ' όλα αυτά, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή, στην αγόρευση του αναγνωρίζει ότι νομοθετικά δεν υπάρχει ρητή πρόνοια για διενέργεια συνεδριάσεων ενός ανηλίκου με κλινική ψυχολόγο για την ετοιμασία σχετικής έκθεσης, πλην όμως εισηγείται ότι το άρθρο 18
(1)του Περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου μπορεί να αποτελέσει την νομοθετική βάση για την προώθηση του συγκεκριμένου αιτήματος. Το άρθρο αυτό αναφέρεται στις συνέπειες κακής άσκησης της γονικής μέριμνας, αφαίρεσης της γονικής μέριμνας και ανάθεση της σε επίτροπο. Συγκεκριμένα λέει ότι: « Αν ο πατέρας ή η μητέρα παραβαίνουν τα καθήκοντα που τους επιβάλλει το λειτούργημα τους για την επιμέλεια του προσώπου του τέκνου ή τη διοίκηση της περιουσίας του, ή αν ασκούν το λειτούργημα αυτό καταχρηστικά ή δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν σ' αυτό, το Δικαστήριο, εφόσον το ζητήσει ο άλλος γονέας ή ο Διευθυντής, μπορεί να διατάξει οποιοδήποτε πρόσφορο μέτρο. » Η άσκηση της γονικής μέριμνας θεωρείται κακή όταν τα πρόσωπα που την ασκούν α) είτε παραβαίνουν τα καθήκοντα που τους επιβάλλει το λειτούργημα τους, β) είτε ασκούν το λειτούργημα τους καταχρηστικά είτε γ) αδυνατούν να ανταποκριθούν σε αυτό. (Διευθυντής Τμήματος Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας v. Φ. Ντούμα κ.α
(2001)1 ΑΑΔΔ 1911). Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει οποιοδήποτε εύρημα περί κακής άσκησης της γονικής μέριμνας από πλευράς της Καθ' ης η αίτηση, ή καταχρηστικής άσκησης αυτής. Αποτελούν απλοί ισχυρισμοί του Αιτητή, ότι η Καθ' ης η αίτηση είναι χρήστης απαγορευμένων ουσιών, ισχυρισμοί οι οποίοι θα εξεταστούν στα πλαίσια εξέτασης της εναρκτήριας αίτησης. Επιπλέον ο συνήγορος του αιτητή υποστηρίζει ότι το άρθρο 6
(3)του ίδιου Νόμου παρέχει το υπόβαθρο στον αιτητή για την προώθηση της αίτησης του, θέση με την οποία διαφωνώ. Το άρθρο αυτό αναφέρεται στο καθήκον αποκλειστικά του Δικαστηρίου να ζητεί και να συνεκτιμά την γνώμη του ανηλίκου πριν την λήψη οποιασδήποτε απόφασης σχετικά με την γονική μέριμνα εφόσον αυτή αφορά τα συμφέροντα του, και όχι οποιουδήποτε τρίτου ατόμου. Συγκεκριμένα, το άρθρο 6
(3)αναφέρει ότι: « Ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου και στο βαθμό που μπορεί να αντιληφθεί, πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του πριν από κάθε απόφαση σχετικά με τη γονική μέριμνα, εφόσον η απόφαση αφορά τα συμφέροντα του. » Στην Στυλιανού v. Στυλιανού
(1993)1 ΑΑΔ 130 ειπώθηκαν τα εξής: «Η λήψη της γνώμης του παιδιού, εφόσον η ωριμότητα του καθιστά δυνατή τη διαμόρφωση γνώμης, για την ανάθεση της επιμέλειας και μέριμνας του είναι υποχρεωτική, όπως προβλέπει το Άρθρο 6
(3)του Ν. 216/90 και ενέχει βαρύνουσα σημασία ως αποκαλυπτική της δικής του βούλησης για την ευτυχία και πρόοδο του. Όπως εξηγείται στην Gillick (ανωτέρω), όσο μεγαλώνει το παιδί και ανεξαρτητοποιείται ανάλογα μεγαλύτερη και βαρύνουσα καθίσταται και η γνώμη του για την επιμέλεια του ατόμου του.» Στην Ιωαννίδης v. Ιωαννίδη
(2002)1 ΑΑΔ 1446, αναφέρθηκαν τα εξής: «Η διακρίβωση του βαθμού ωριμότητας ενός ανηλίκου προκειμένου να κριθεί κατά πόσο η γνώμη του μπορεί να ληφθεί υπόψη για να συνεκτιμηθεί μαζί με άλλα στοιχεία μαρτυρίας συνήθως γίνεται μέσω συνομιλίας του Δικαστή με τον ανήλικο που έχει ακριβώς αυτό το στόχο. Δεν υπάρχουν θεσμοθετημένοι κανόνες οι οποίοι διέπουν τη διεξαγωγή της συνομιλίας. Αυτή γίνεται με βάση τη λογική και με σαφή επίγνωση του αντικειμένου. Το τρυφερής ηλικίας παιδί διακατεχόμενο από ποικίλα και εν πολλοίς συγκρουόμενα συναισθήματα διαδραματίζει το δικό του ρόλο. Αυτός ο παράγοντας δεν πρέπει ποτέ να παραγνωρίζεται. Έτσι, η συνομιλία πρέπει να διεξάγεται μέσα σε ήρεμο κλίμα υπό συνθήκες άνεσης, ασφάλειας και εμπιστοσύνης του παιδιού για τα δρώμενα χωρίς εξωγενείς επιδράσεις και προσπάθεια επηρεασμού του ανηλίκου. Είναι αυτονόητο ότι η συνομιλία με το παιδί θα σταματήσει, σε περίπτωση που ο Δικαστής θα κρίνει ότι το παιδί είναι εντελώς ανώριμο και συνεπώς η γνώμη του ούτως ή άλλως δεν θα έχει οποιαδήποτε βαρύτητα ή αξία σε ό,τι αφορά την επίλυση των επίδικων θεμάτων. Όμως, σε περίπτωση που θα κριθεί ότι χαρακτηρίζει το παιδί κάποια ωριμότητα, η συνομιλία συνεχίζεται προς αναζήτηση της γνώμης του είτε με ερωτήσεις υποβαλλόμενες ευθέως είτε καταβάλλοντας προσπάθεια ανίχνευσης της γνώμης μέσω της συνομιλίας. Εναπόκειται στο Δικαστήριο να αξιολογήσει στο τέλος τη γνώμη του ανηλίκου και να αποφασίσει κατά πόσο θα της προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα ή αξία και ανάλογα με την περίπτωση να εντάξει το αποτέλεσμα αυτής της διεργασίας στο υπόλοιπο υλικό προς συνεκτίμηση. » Από το πιο πάνω απόσπασμα φαίνεται ξεκάθαρα ποιος είναι ο τρόπος λήψης της γνώμης του ανηλίκου σε θέματα που αφορούν την γονική μέριμνα. Η εισαγωγή στην διαδικασία της γνώμης του ανηλίκου μέσω έκθεσης συντεταγμένης από κλινική ψυχολόγο δεν είναι ο ενδεδειγμένος και ως εκ τούτου ο ισχυρισμός του ευπαίδευτου συνηγόρου του Αιτητή, ότι το πιο πάνω άρθρο είναι δυνατόν να αποτελέσει την νομική βάση για την έγκριση του αιτήματος του κρίνεται ανεδαφικός. Εάν κριθεί ότι το ανήλικο είναι αρκετά ώριμο ώστε να εκφράσει την άποψη του για το θέμα της γονικής μέριμνας εφόσον η απόφαση αφορά τα συμφέροντα του, το Δικαστήριο οφείλει να το καλέσει να προσέλθει ενώπιον του για συνέντευξη και όχι ενώπιον κάποιου τρίτου ατόμου ή κλινικής ψυχολόγου. Πριν αφήσω την απόφαση μου, θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι σύμφωνα με το αρ. 6
(2)α του Ν. 216/1990 «στο συμφέρον του τέκνου πρέπει να αποβλέπει και η απόφαση του Δικαστηρίου όταν, κατά τις διατάξεις του νόμου, το Δικαστήριο αποφασίζει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή με τον τρόπο της άσκησης της.» Στο συμφέρον του ανηλίκου πρέπει να αποβλέπουν και οι αποφάσεις των γονέων που είναι σχετικές με την άσκηση της γονικής μέριμνας. Ως συμφέρον του παιδιού εννοείται το σωματικό, το υλικό, το πνευματικό, το ψυχικό, το ηθικό και γενικότερα το κάθε είδος συμφέρον. (Διευθυντής Τμήματος Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας v. Φ. Ντούμα κ.α
(2001)1 ΑΑΔΔ 1911). Το συμφέρον του ανηλίκου αποτελεί μια έννοια γενική και είναι καθήκον του εκάστοτε δικαστή να το εξειδικεύσει και να το προστατεύσει. Δεν έχω πεισθεί ότι η υποβολή του ανηλίκου σε ψυχολογική εξέταση και σε αριθμό συνεντεύξεων στην παρούσα φάση, όπου το παιδί έχει αποδεχθεί τον χωρισμό των γονέων του και μάλιστα έχει βρει έναν τρόπο να ρυθμίζει από μόνο του την επικοινωνία με τον πατέρα του θα ήταν προς το συμφέρον του, απλά και μόνο για να ετοιμαστεί μια έκθεση που θα αναφέρει την ελεύθερη βούληση του, κάτι που εν πάση περιπτώσει αναφέρεται με σαφήνεια στην έκθεση της λειτουργού, χωρίς να αφήνονται σκιές περί επηρεασμού του από τον άλλο γονέα. Ούτε αφήνεται να νοηθεί με οιονδήποτε τρόπο αλλά ούτε γίνεται εισήγηση ότι το παιδί αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα που να χρήζει παρακολούθησης από κλινική ψυχολόγο. Οι γονείς πρέπει να αντιληφθούν ότι τα παιδιά δεν είναι τρόπαια και δεν κερδίζονται με δικαστικές διαμάχες. Εξάλλου έχει επαναληφθεί πολλές φορές ότι η δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου ως προς την άσκηση της γονικής μέριμνας έχει εξεταστικό χαρακτήρα. Παρόλο που η διαδικασία μπορεί να εγερθεί από τον ένα σύζυγο και να στρέφεται εναντίον του άλλου, η δικαιοδοσία για τη γονική μέριμνα δεν έχει το στοιχείο της αντιπαράθεσης μεταξύ των γονέων. Αντίθετα, έχει ως άξονα το κοινό καθήκον των γονέων για την φροντίδα των παιδιών τους και συνισταμένη την ευημερία των τέκνων. (βλ. Στυλιανού ανωτέρω). Ομοίως, η διαμόρφωση κρίσης πάνω σε θέματα γονικής μέριμνας δεν είναι εγχείρημα που στοχεύει στην απόδοση ευθυνών, ή στην επιβολή κύρωσης για μεμπτή συμπεριφορά. Γνώμονας είναι το συμφέρον του ανηλίκου. (Α. Ιακωβίδης v. Κ. Ιακωβίδου
(2000)1 ΑΑΔ 1108) Με βάση όλα τα ανωτέρω, η αίτηση του Αιτητή απορρίπτεται ως νομικά και πραγματικά αβάσιμη. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η αίτηση και εναντίον του Αιτητή, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι όμως καταβλητέα μετά το πέρας της εναρκτήριας αιτήσεως. Υπ.)......... Σ. Νεοφύτου, Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.