← Κύπρος

Γιώργος Πασκουή ν. Έλενα Ανδρέου, Αρ. Αίτησης: 54/2015, 23/1/2018

Γιώργος Πασκουή ν. Έλενα Ανδρέου, Αρ. Αίτησης: 54/2015, 23/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLAR:2018:6 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΟΣ Δικαιοδοσία Γονικής Μέριμνας Ενώπιον: Σ. Νεοφύτου, Δ. Αρ. Αίτησης: 54/2015 Μεταξύ: Γιώργος Πασκουή Αιτητής και Έλενα Ανδρέου Καθ' ης η αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 29/06/2017 Ημερομηνία: 23 Ιανουαρίου 2018 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κος Ν. Νικολάου Για την Καθ' ης η Αίτηση: κος Ρ. Σχίζας για Ρένος Λ. Σχίζας και Συνεργάτες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Αιτητής, με την εναρκτήρια αίτηση του, ζητά όπως τροποποιηθεί και/η ακυρωθεί το Διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην αίτηση με αριθμό 108/07, σύμφωνα με το οποίο ανατέθηκε στην Καθ' ης η αίτηση η φύλαξη και επιμέλεια του ανήλικου τέκνου των διαδίκων Ανδρέα Πασκουή, ηλικίας σήμερα 13 ετών, και ορίστηκε ως τόπος διαμονής του ο εκάστοτε τόπος διαμονής της Καθ' ης η αίτηση. Ο Αιτητής ζητά όπως ανατεθεί σε αυτόν η αποκλειστική άσκηση της γονικής μέριμνας του ανηλίκου. Μετά την συμπλήρωση των δικογράφων, την ολοκλήρωση της κοινωνικής έρευνας και την καταχώρηση της σχετικής έκθεσης που ετοιμάστηκε από την αρμόδια λειτουργό, μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου, ο Αιτητής καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση με την οποία αιτείται: «Α. Οδηγίες και/η Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου για την διεξαγωγή αιματολογικών και τοξικολογικών εξετάσεων για να διαπιστωθεί κατά πόσο η καθ' ης η αίτηση είναι χρήστης απαγορευμένων ουσιών και όπως αυτές διενεργηθούν εντός δύο εβδομάδων από την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος ή οποιασδήποτε άλλης προθεσμίας που το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθό και δίκαιο. Β. Οδηγίες και/η Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου για την λήψη δείγματος αίματος και/η άλλου γενετικού υλικού από την καθ' ης η αίτηση εντός δύο εβδομάδων από την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος ή οποιασδήποτε άλλης προθεσμίας που το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθό και δίκαιο. Γ. Απόφαση και/η διαταγή του σεβαστού Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία το σεβαστό Δικαστήριο αναβάλει την εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτησης γονικής μέριμνας μέχρι την διενέργεια και πλήρη διεκπεραίωση των αιματολογικών και τοξικολογικών εξετάσεων από την καθ' ης η αίτηση. » Από την ένορκη δήλωση του Αιτητή που συνοδεύει την αίτηση του, προκύπτει ότι ζητά την τροποποίηση του υφιστάμενου Διατάγματος γονικής μέριμνας ισχυριζόμενος ότι η Καθ' ης η αίτηση είναι ακατάλληλη να φροντίζει και να επιμελείται το ανήλικο τέκνο τους, λόγω του ότι είναι χρήστης απαγορευμένων παραισθησιογόνων ουσιών. Ως αποτέλεσμα αυτού, τακτικά παρουσιάζει συμπτώματα κρίσης ενώ το ανήλικο βρίσκεται υπό την φύλαξη και επιμέλεια της. Ισχυρίζεται δε ότι η Καθ' ης η αίτηση παρουσιάζει προβληματική συμπεριφορά λόγω του εθισμού της και ότι το ανήλικο βιώνει έντονα την κατάσταση αυτή, η οποία του προκαλεί αφόρητη ψυχολογική πίεση και έχει αρνητικό αντίκτυπο στην ποιότητα διαβίωσης του. Πιστεύει ότι η διεξαγωγή αιματολογικών και τοξικολογικών εξετάσεων από την Καθ' ης η αίτηση είναι άκρως απαραίτητη, καθ' ότι με αυτόν τον τρόπο θα καταδειχθεί ότι είναι χρήστης απαγορευμένων ουσιών, κάτι που επηρεάζει την ποιότητα της ανατροφής του ανηλίκου αλλά και ότι η Καθ' ης η αίτηση είναι ακατάλληλη να έχει την επιμέλεια, φύλαξη και φροντίδα του ανηλίκου. Το αποτέλεσμα που θα εξαχθεί από τις εξετάσεις που ζητά να διενεργηθούν στην Καθ' ης η αίτηση θα είναι καθοριστικής σημασίας για την εξέλιξη της εναρκτήριας αίτησης. Υποστηρίζει δε ότι λόγω της εξάρτησης της αυτής, συναναστρέφεται με άτομα που αντιμετωπίζουν το ίδιο πρόβλημα με αυτήν και τα οποία δέχεται να φιλοξενεί στην οικία της. Η Καθ' ης η αίτηση, καταχώρησε ένσταση προβάλλοντας εννέα λόγους προς απόρριψη της αίτησης, τους οποίους δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιους. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της, η Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής από το 2015 που καταχώρησε την εναρκτήρια αίτηση δεν προέβη σε αίτημα ως η υπό εξέταση αίτηση, ακριβώς επειδή το επίδικο θέμα ήταν και παραμένει ο "κατασκευασμένος εκ του πονηρού" ισχυρισμός του ότι είναι χρήστης απαγορευμένων ουσιών και ότι λόγω αυτού έχασε τις αισθήσεις της. Αυτό όμως, σύμφωνα με τα λεγόμενα της, στην πραγματικότητα ήταν ένα επεισόδιο επιληπτικής κρίσης, κάτι το οποίο επιβεβαιώνεται από τις ιατρικές και αιματολογικές εξετάσεις της, αλλά και από την μαρτυρία της κοινωνικής λειτουργού που επιλήφθηκε του θέματος άμεσα, αφού μετέβηκε αμέσως στο Νοσοκομείο και μίλησε με τους ιατρούς αλλά και με την ίδια. Η ίδια λέει, έχει προβεί σε αποκάλυψη όλων των στοιχείων και τεκμηρίων που έχει στην κατοχή της ενώ ο Αιτητής αρκείται σε γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς χωρίς να παρουσιάζει κάποιο αποδεικτικό στοιχείο. Ο Αιτητής έλαβε γνώση μέσω της ένορκης δήλωσης της για αποκάλυψη εγγράφων των αποτελεσμάτων των αιματολογικών και βιοχημικών εξετάσεων της, οι οποίες έγιναν από κυβερνητικούς ιατρούς και από τότε σε κανένα διάβημα δεν προέβη μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας. Λόγω της κλειστής κοινωνίας μέσα στην οποία ζουν και οι δύο τους, είναι σε θέση να γνωρίζει ότι ο Αιτητής διατείνεται ότι θα συνεχίσει να καθυστερεί την δικαστική διαδικασία υποβάλλοντας τέτοιου είδους αιτήσεις, μέχρι την ενηλικίωση του ανηλίκου ή μέχρι να γίνει πλύση εγκεφάλου σε αυτό και να αποφασίσει να μείνει με τον καθ' ου η αίτηση, παρ' όλο που ο ίδιος υποσχέθηκε στο ανήλικο ότι θα διακόψει την δικαστική διαδικασία, αφού αυτό είναι κάτι που ενοχλεί το ανήλικο. Σύμφωνα με νομική συμβουλή που λαμβάνει η Καθ' ης η αίτηση αλλά και ως πιστεύει η ίδια, η υπό εξέταση αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη καθότι, αυτό που ουσιαστικά επιζητείται είναι να υποβληθεί σε αιματολογικές και τοξικολογικές εξετάσεις για χρήση απαγορευμένων ουσιών προ της καταχωρήσεως της παρούσης, δηλαδή προ της 23/07/2015. Περαιτέρω, πιστεύει ότι ο Αιτητής ζητά να επαναληφθούν οι αιματολογικές εξετάσεις αφού βρίσκεται σε αδιέξοδο, λόγω του ότι τα ευρήματα τους δεν τον ικανοποιούν. Όταν δε ο Αιτητής έλαβε γνώση της έκθεσης της κοινωνικής λειτουργού και όταν αντιλήφθηκε ότι υπάρχει εισήγηση το ανήλικο να παραμείνει υπό την δική της φροντίδα, προχώρησε με την καταχώρηση τριών αιτήσεων, μια εκ των οποίων είναι η υπό εξέταση, κάτι που αποτελεί σαφή κατάχρηση των θεσμών. Τυχόν έγκριση του αιτήματος του Αιτητή, θα καθυστερήσει την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης. Η ακρόαση της αίτησης προχώρησε με τις γραπτές αγορεύσεις των δικηγορών της κάθε πλευράς. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω λεπτομερώς την επιχειρηματολογία της κάθε πλευράς, πλην όπου κρίνω ότι αυτό είναι αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Ο αιτητής στηρίζει την αίτηση του στο άρθρο 111 του Συντάγματος όπως τροποποιήθηκε, στον Περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμο του 1990 Ν. 216/90άρθρα 2, 5, 6, 7, 8, 9, 14, 15 και 42 όπως τροποποιήθηκε, στον Περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Διαδικαστικό Κανονισμό του 1990 Κανονισμοί 1, 2, 3, 4, 5 έως 8, 9, 10, 11 και 12, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο Ν. 14/60όπως τροποποιήθηκε άρθρα 2, 29, 32, 42 και 43, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, Θ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9 Δ.39 Θ. 1-21, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 3, 4, 5, 6 και 9 ως επίσης στον Κοινοδίκαιο και στην συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Τυχόν έγκριση του αιτήματος του Αιτητή, συνεπάγεται την επιβολή σε πρόσωπο, στην παρούσα περίπτωση της Καθ' ης η αίτηση, να υποστεί την διενέργεια αιματολογικών και τοξικολογικών εξετάσεων, διαδικασία που ενέχει το στοιχείο της επέμβασης σε πρόσωπο. Το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή και η προστασία του από κάθε επέμβαση κατοχυρώνεται από το Άρθρο 15 του Συντάγματος αλλά και από το Άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, (ΕΣΔΑ). Η μόνη περίπτωση όπου παρέχεται στο Δικαστήριο η εξουσία να δίδει οδηγίες για την διενέργεια αιματολογικών ή γενετικών εξετάσεων είναι αυτή που παρέχεται μέσα από το Άρθρο 24Α του περί Τέκνων (Συγγένεια και Νομική Υπόσταση) Νόμου, Ν.187/91και αφορά μόνο σε υποθέσεις όπου επιζητείται η διακρίβωση της βιολογικής καταγωγής ενός τέκνου. Ακόμη όμως και σε αυτή την περίπτωση, το Δικαστήριο κέκτηται εξουσίας να εκδίδει μόνο οδηγίες και όχι Διαταγή. Επιπλέον, απαιτείται η συγκατάθεση του προσώπου από το οποίο θα ληφθεί το αίμα, ή το γενετικό υλικό, κάτι που ασφαλώς συνάδει και με την προστασία των συνταγματικά καταχωρημένων δικαιωμάτων ενός ατόμου. Ο εξαναγκασμός ενός συζύγου σε υποβολή του σε αιματολογικές ή γενετικές εξετάσεις συνιστά ανεπίτρεπτη επέμβαση στο δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής του ατόμου. Στις περιπτώσεις που το δικαστήριο εκδίδει οδηγίες για την διενέργεια αιματολογικών εξετάσεων, αν κάποιο πρόσωπο αρνείται ή παραλείπει να προβεί σε αυτές, τότε το Δικαστήριο δύναται να εξάγει οποιοδήποτε συμπέρασμα από την άρνηση ή παράλειψη αυτή, το οποίο φαίνεται στο δικαστήριο να είναι εύλογο υπό τις περιστάσεις, αλλά σε καμία περίπτωση η άρνηση ή η παράλειψη του, δεν λογίζεται ότι έχουν αποδειχθεί δίχως άλλο οι ισχυρισμοί του αντιδίκου του. Στο Άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, ορίζεται ότι κάθε άνθρωπος δικαιούται σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, της κατοικίας και της αλληλογραφίας του. Παράλληλα ορίζεται ότι δεν επιτρέπεται η επέμβαση δημόσιας αρχής στην άσκηση του δικαιώματος αυτού, εκτός αν η επέμβαση αυτή προβλέπεται από το νόμο και αποτελεί μέτρο το οποίο σε δημοκρατική κοινωνία είναι αναγκαίο για την Εθνική και Δημόσια ασφάλεια, την οικονομική ευημερία της χώρας, την προάσπιση της τάξεως και την πρόληψη ποινικών παραβάσεων, την προστασία της υγείας ή της ηθικής ή την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθερίων των άλλων. Μια από τις εκφάνσεις της ιδιωτικής ζωής συνδέεται με την προστασία δεδομένων προσωπικού χαραχτήρα, ειδικότερη περίπτωση της οποίας αποτελεί η διαφύλαξη του ιατρικού απορρήτου. Κάθε εσωτερική νομοθεσία πρέπει να προβλέπει τις κατάλληλες εγγυήσεις για να εμποδίζει κάθε αποκάλυψη, κοινοποίηση ή μετάδοση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σχετικό με την υγεία, που δεν θα ήταν σύμφωνη με το Άρθρο 8 της ΕΣΔΑ. Με βάση όλα τα ανωτέρω γίνεται ξεκάθαρο ότι η επεξεργασία αυτών των δεδομένων είναι δυνατό να γίνει μόνο σύμφωνα με το Νόμο, για καθορισμένους σκοπούς αλλά και με την συγκατάθεση του ατόμου που αφορούν κάθε φορά. Έχω μελετήσει τις διατάξεις και τις πρόνοιες επί τις οποίες ο Αιτητής βασίζει το αίτημα του, πλην όμως δεν έχω εντοπίσει κάποια πρόνοια που να παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να χορηγήσει τις αιτούμενες θεραπείες, κάτι που αναπόφευκτα οδηγεί και στην απόρριψη της αίτησης, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι το αίτημα αυτό αφορά στο γενικότερο ζήτημα του συμφέροντος του ανηλίκου που αποτελεί την ουσία της εναρκτήριας αίτησης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή, παρόλο που στις γραπτές αγορεύσεις του αναγνωρίζει και αποδέχεται το γεγονός ότι νομοθετικά δεν παρέχεται ρητά στο Δικαστήριο η εξουσία να εκδώσει ένα τέτοιο Διάταγμα ως αυτό που αιτείται, εντούτοις εισηγείται ότι ένα τέτοιο Διάταγμα δεν αποτελεί παραβίαση συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων, αλλά θα δώσει στον Αιτητή την δυνατότητα να παρουσιάσει επιστημονική μαρτυρία προς απόδειξη των ισχυρισμών του. Προς τούτο δε, παραπέμπει το Δικαστήριο στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα για την καταχώρηση εντάλματος φύσεως Certiorari υπ' αρ. 189/2004

(2005)1 ΑΑΑΔ, 417, ημερομηνίας 30 Μαρτίου 2005. Η απόφαση αυτή όμως αφορά ποινική διαδικασία και την λήψη δείγματος από ύποπτο παρά την θέληση του, στις περιπτώσεις όπου αυτό δικαιολογείται από το συμφέρον για την καταπολέμηση του εγκλήματος, νοουμένου ότι ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις της αρχής της αναλογικότητας. Σύμφωνα πάντα με τον ευπαίδευτο συνήγορο του Αιτητή, εάν η Καθ' ης η αίτηση διαταχθεί σε διενέργεια αιματολογικών και τοξικολογικών εξετάσεων, παρά την θέληση της, αυτό θα συνιστά «άσκηση λογικής βίας» η οποία θα δικαιολογείται από το καλώς νοούμενο συμφέρον του ανηλίκου, δεδομένου ότι οι προϋποθέσεις που επιβάλει η αρχή της αναλογικότητας πληρούνται, θέση η οποία δεν με βρίσκει σύμφωνη για τους λόγους που έχω επεξηγήσει ανωτέρω. Επιπρόσθετα, εάν η καθ' ης η αίτηση διατάσσετο να προβεί σε αιματολογικές εξετάσεις παρά την θέληση της και χωρίς την συγκατάθεση της, κάτι που επαναλαμβάνω το παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να διατάξει, η μαρτυρία που τυχόν θα συλλέγετο από μια τέτοια διαδικασία, θα αποτελούσε μαρτυρία που συλλέγεται κατ' αντίθεση προς τα ανθρώπινα δικαιώματα και κατ' επέκταση απαράδεκτη μαρτυρία. Οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση του θέματος αυτού θα παραβίαζε τον ιστό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Από την άλλη, έχει ήδη ετοιμαστεί η έκθεση από την αρμόδια λειτουργό του γραφείου ευημερίας, η οποία έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο και είναι εις γνώσιν των διαδίκων. Τα περιστατικά τα οποία ο Αιτητής ισχυρίζεται, έλαβαν χώρα προ της καταχωρήσεως της εναρκτήριας αίτησης δηλαδή πριν από τις 23/07/2015 και αποτελούν τους βασικούς ισχυρισμούς του, επί των οποίων εδράζεται το αίτημα του για τροποποίηση του υφιστάμενου Διατάγματος Γονικής Μέριμνας. Εντούτοις, ο Αιτητής ανέμενε την πάροδο δύο και πλέον ετών για να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση, χωρίς να δικαιολογεί την καθυστέρηση αυτή. Επιπλέον, στην έκθεση που έχει ετοιμαστεί από την αρμόδια λειτουργό δεν γίνεται καμία εισήγηση ότι υπάρχει έστω η παραμικρή υποψία ότι η Καθ' ης η αίτηση είναι χρήστης απαγορευμένων ουσιών. Αντίθετα, αυτό που εξάγεται είναι ότι οι καταγγελίες του Αιτητή σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα έρχονται σε αντίθεση με τις γραπτές ιατρικές βεβαιώσεις των κυβερνητικών ιατρών, σύμφωνα με τις οποίες η Καθ' ης η αίτηση παρουσίασε μεμονωμένα επιληπτικά περιστατικά τα οποία όμως έχουν ρυθμιστεί με την λήψη φαρμακευτικής αγωγής και την συνεργασία της με τους θεράποντες ιατρούς. Από τον Σεπτέμβριο δε του 2015, δεν φαίνεται να έχει παρουσιάσει ξανά τέτοια περιστατικά. Ο Αιτητής δεν αναφέρεται σε κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό που έλαβε χώρα πρόσφατα για να αιτιολογήσει την πεποίθηση του, ότι η Καθ' ης η αίτηση είναι χρήστης τέτοιων ουσιών, παρ' όλο που η υπό εξέταση αίτηση καταχωρίστηκε μόλις στις 29/06/2017, δύο και περισσότερα χρόνια μετά την καταχώρηση της εναρκτήριας αίτησης του. Με βάση τα ανωτέρω, τίθεται και το εύλογο ερώτημα κατά πόσον τυχών διενέργεια αιματολογικών και τοξικολογικών εξετάσεων από μέρους της Καθ' ης η αίτηση στο παρών στάδιο, θα ήταν ιατρικώς δυνατόν να καταδείξουν την χρήση των ουσιών αυτών σε τόσο απομακρυσμένα χρονικό σημείο. Σαφώς η βαρύτητα που το Δικαστήριο θα δώσει στην εν λόγω έκθεση για σκοπούς τελικής απόφασης είναι κάτι που άπτεται της ουσίας της υπόθεσης και η όποια αξιολόγηση της θα γίνει σε εκείνο το στάδιο. Ομοίως, εάν κάποιος από τους διαδίκους θεωρεί ότι η έκθεση δεν δύναται να αποτελέσει μια ασφαλή βάση για την εξαγωγή των όποιων συμπερασμάτων, αποτελεί και αυτό θέμα επί του οποίου το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης και δη της εναρκτήριας αίτησης, για σκοπούς αμφισβήτησης της. Με βάση όλα όσα έχω αναφέρει και συνοψίζοντας καταλήγω κατ' αρχήν στο ότι δεν παρέχεται η εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει τα αιτούμενα Διατάγματα, όμως και αν ακόμη παρείχετο τέτοια εξουσία, δεν έχει καταδειχθεί η αναγκαιότητα έκδοσης των, ιδιαίτερα λόγω της καθυστέρησης στην καταχώρηση της παρούσας, ως έχει ανωτέρω εξηγηθεί. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται ως νομικά και πραγματικά αβάσιμη. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η αίτηση και εναντίον του Αιτητή, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι όμως καταβλητέα μετά το πέρας της εναρκτήριας αίτησης. Υπ.)......... Σ. Νεοφύτου, Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.