← Κύπρος

ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ν. ΜΙΧΑΕΛΛΑ ΝΑΝΑΟΥ, Αρ. Αίτησης: 43/16, 28/3/2018

ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ν. ΜΙΧΑΕΛΛΑ ΝΑΝΑΟΥ, Αρ. Αίτησης: 43/16, 28/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLAR:2018:11 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Δικαιοδοσία Διατροφής ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Τσαγγαρίδης, Π. Αρ. Αίτησης: 43/16 Μεταξύ: ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Αιτητής και ΜΙΧΑΕΛΛΑ ΝΑΝΑΟΥ Καθ΄ής η αίτηση ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 28 Μαρτίου, 2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: κ. Α. Κεφάλας Για την Καθ΄ης η αίτηση: Ν. Νικολάου Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Αιτητής, στις 16.3.16, καταχώρησε την παρούσα εναρκτήρια αίτηση με την οποία αιτείται: «Α. Διάταγμα που να τροποποιεί/ακυρώνει το διάταγμα διατροφής ημερ. 20.10.14 στην αίτηση με αρ. 147/14 του ίδιου πιο πάνω δικαστηρίου που διέτασσε τον αιτητή να καταβάλλει στην Καθ΄ης η αίτηση το ποσό των €230 μηνιαίως ως διατροφή της ανήλικης θυγατέρας των Φρόσως Στυλιανού. Β. Διαζευκτικά διάταγμα που να διατάσσει τον αιτητή όπως καταβάλλει στην Καθ΄ης η αίτηση το ποσό των €75 μηνιαίως ως συνεισφορά για τη διατροφή της ανήλικης Φρόσως Στυλιανού και/ή οποιοδήποτε άλλο ποσό ήθελε θεωρηθεί δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Γ. Διάταγμα που να ακυρώνει και/ή περιορίζει το δικαίωμα γι αυτόματη αύξηση της διατροφής κατά 10% κάθε δύο χρόνια και που αφορά το διάταγμα ημερ. 20.10.14 στην αίτηση με αρ. 147/14 του ίδιου πιο πάνω δικαστηρίου και/ή της παρούσας διαδικασίας.» Η δικογραφία της παρούσας υπόθεσης συμπληρώθηκε με την καταχώρηση, στις 6.5.16, ΄Εκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης από την Καθ΄ης η αίτηση και την καταχώρηση, στις 20.5.16, Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση από τον Αιτητή. Η εναρκτήρια αίτηση, εκδικάσθηκε ως «ταχείας εκδίκασης υπόθεση» δυνάμει της «νέας» διαταγής 30, ήτοι με την εκατέρωθεν καταχώρηση μαρτυρίας υπό την μορφή ενόρκων δηλώσεων. Δεν υπήρξε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση του Αιτητή, η οποία προωθήθηκε ενόρκως από τον ίδιο, οι διάδικοι, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης τους, απέκτησαν την Φρόσω, η οποία γεννήθηκε την 5.6.

  1. Η ανήλικη διαμένει με τη μητέρα της σε κατοικία που τους παραχώρησε η οικογένεια του στα Κελλιά Λάρνακας. Με διάταγμα διατροφής, ημερ. 20.10.14, διατάχθηκε να καταβάλλει το ποσό των €230 μηνιαίως για τη διατροφή του παιδιού τους. Το διάταγμα εκδόθηκε στην απουσία του, αφού παραπλανήθηκε από την Καθ΄ης η αίτηση ότι την υπόθεση θα την απέσυρε, καθότι είχαν ήδη, μεταξύ τους, διευθετήσει για την καταβολή της διατροφής του παιδιού τους. Ανεξάρτητα από αυτό, η Καθ΄ης η αίτηση είχε παραπλανήσει το Δικαστήριο με υπερτιμημένα έξοδα διατροφής, ψυχαγωγίας και εκπαίδευσης. Φροντιστήρια δεν υπήρξαν ποτέ. Η Καθ΄ης η αίτηση εργάζεται ως υπάλληλος και έχει τη δυνατότητα να καταβάλλει τη διατροφή της ανήλικης. ΄Εχει εισοδήματα περίπου €1.000 μηνιαίως. Η Καθ΄ης η αίτηση λαμβάνει €300 από το Κράτος ως επίδομα μονογονιού, ως και άλλο ποσό για την ανήλικη. Ο ίδιος είναι άνεργος και λήπτης δημοσίου βοηθήματος ύψους €480 μηνιαίως. ΄Εχει εγκριθεί από το Δικαστήριο νομικής αρωγής. Είναι άτομο εξαρτημένων, επικίνδυνων και άλλων ουσιών, εθισμένος στην αλκοόλη και ανίκανος προς εργασία. Το ποσό που λαμβάνει ως δημόσιο βοήθημα μετά βίας καλύπτει τις βιοτικές του ανάγκες. Οι αληθείς και απαραίτητες ανάγκες της ανήλικης ανέρχονται στα €230 μηνιαίως, ήτοι σχολικά έξοδα, εκπαίδευση και μετακινήσεις €30, εξωσχολικές και κοινωνικές δραστηριότητες €50, διατροφή, διαμονή, ένδυση €
  2. Οι συνθήκες, από την έκδοση του διατάγματος, έχουν διαφοροποιηθεί, αφού η ανήλικη δεν έχει τις οικονομικές ανάγκες που παραπλανητικά έθεσε η Καθ΄ης η αίτηση στο Δικαστήριο, ο ίδιος δε, δεν έχει τα μέσα και τη δυνατότητα να καταβάλλει €230 μηνιαίως αφού είναι άνεργος και λήπτης δημοσίου βοηθήματος. Η τυχόν αύξηση κάθε δύο χρόνια όπως προβλέπει ο νόμος πρέπει να ακυρωθεί και/ή περιορισθεί δραστικά. Η Καθ΄ης η αίτηση δεν χρησιμοποιεί το ποσό της διατροφής για τις ανάγκες της ανήλικης, αλλά για τις δικές της ανάγκες, αφού το ποσό της διατροφής που καταβάλλεται είναι υπερβολικό και/ή οι ανάγκες της ανήλικης καλύπτονται από τα επιδόματα που η Καθ΄ης η αίτηση λαμβάνει από το κράτος. Με την ακύρωση και/ή τροποποίηση του διατάγματος δεν θα επηρεαστεί η ανατροφή και η διατροφή της ανήλικης, αφού αυτά καλύπτονται από τα επιδόματα που η Καθ΄ης η αίτηση λαμβάνει από το κράτος γι΄ αυτό το σκοπό Σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση της Καθ΄ης η αίτηση, η οποία προωθήθηκε ενόρκως από την ίδια, το επίδικο διάταγμα, (Τεκμ. 1), δεν τηρείται από τον Αιτητή για καθαρά εκδικητικούς λόγους, με αποτέλεσμα η ίδια να προβαίνει σε διάφορα χρονικά διαστήματα στην καταχώρηση σχετικών ενταλμάτων είσπραξης των οφειλόμενων διατροφών, αποτέλεσμα των οποίων είναι να της καταβάλλονται σε διάφορα χρονικά διαστήματα, διάφορα ποσά από τον Αιτητή έναντι των οφειλόμενων του διατροφών, (Τεκμ. 2). Για το εν λόγω θέμα αποτάθηκε, μέσω του δικηγόρου της, στον αρμόδιο αστυνομικό σταθμό για να προωθούνται κανονικά τα εν λόγω εντάλματα, (Τεκμ. 3). Το οφειλόμενο διάταγμα διατροφής εκδόθηκε στην απουσία του Αιτητή, διότι ο ίδιος αδιαφόρησε να υπερασπιστεί το εαυτό του είτε προσωπικά είτε διά δικηγόρου. Ουδεμία παραπλάνηση έτυχε ο Αιτητής από τη ίδια. Αναληθής δε είναι ο ισχυρισμός του, ότι η μη εμφάνιση του οφείλετο στο γεγονός ότι η ίδια επρόκειτο να αποσύρει την αίτηση και χαρακτήρισε περαιτέρω ως αναληθή τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι υπήρχε ως προς το θέμα της διατροφής μεταξύ τους διευθέτηση, κάτι το οποίο δεν μπορούσε να συμβεί ενόψει του γεγονότος ότι οι σχέσεις τους ήταν πολύ άσχημες και δεν μιλούσαν μεταξύ τους. Ο Αιτητής ουδέποτε διευθέτησε με οποιοδήποτε τρόπο τη συνεισφορά του και ειδικότερα, από το χρόνο της διάστασής τους, ουδέποτε ενδιαφέρθηκε να το πράξει. Ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι η ίδια διαμένει μαζί με την ανήλικη θυγατέρα τους σε σπίτι που της παραχώρησε ο ίδιος με την οικογένειά του είναι ψευδής, καθότι το σπίτι στο οποίο η ίδια διαμένει είναι τουρκοκυπριακή κατοικία, η οποία τυγχάνει διαχείρισης από το Κοινοτικό Συμβούλιο Κελλιών και παραχωρήθηκε στην ίδια και το παιδί για να διαμένουν καθότι δεν είχαν πού να διαμείνουν, (Τεκμ. 4). Η παραχώρηση της οικίας αυτής έγινε στην ίδια κατόπιν αιτήματος και στη βάση των προσωπικών οικονομικών της δεδομένων. Περαιτέρω, η Καθ΄ης η αίτηση στη μαρτυρία της, χαρακτήρισε ως αβάσιμο και ψευδή τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι η ίδια εργάζεται ως ξενοδοχοϋπάλληλος, με εισόδημα πέραν των €1.000 μηνιαίως. Από τα τέλη του 2013, μέχρι και σήμερα, είναι άνεργη και ουδέποτε απασχολήθηκε σε οποιαδήποτε εργασία. Για το λόγο αυτό ήταν λήπτρια δημοσίου βοηθήματος από της Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας μέχρι περίπου τον Οκτώβριο του
  3. Από τον Νοέμβριο του 2015 και εντεύθεν λαμβάνει το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα (ΕΕΕ) από την Υπηρεσία Διαχείρισης Επιδομάτων Προνοίας των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας. Προς τούτο είχε αποταθεί η ίδια προς τις αρμόδιες υπηρεσίες (Τεκμ. 5). Το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, (ΕΕΕ), που της καταβάλλεται από τον Νοέμβριο του 2015, ανέρχεται στο ποσό των €270.
  4. Ουδέποτε παραιτήθηκε των προσπαθειών της για εξεύρεση εργασίας, πλην όμως χωρίς αποτέλεσμα. Από το 2013 και μεταγενέστερα είναι εγγεγραμμένη στο τοπικό Γραφείο Εργασίας για ανεύρεση εργασίας (Τεκμ. 6). Ουδέποτε έλαβε από τις υπηρεσίες του κράτους χρηματικό ποσό €300 ως επίδομα μονογονιού, ως ο Αιτητής ισχυρίζεται. Το χρηματικό ποσό που της καταβάλλεται από της Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας ως επίδομα μονογονιού ανέρχεται στο ποσό των €180 μηνιαίως και όχι στο ποσό των €300 μηνιαίως. Το χρηματικό ποσό των €180 ουσιαστικά αφαιρείται από το χρηματικό ποσό των €678 για το οποίο αρχικά εγκρίθηκε να λαμβάνει από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας όταν ακόμα της καταβαλλόταν το δημόσιο βοήθημα. Επίσης, της αποκόπτεται από το επίδομα τέκνου το χρηματικό ποσό των €230 μηνιαίως, που οφείλει να της καταβάλλει ο Αιτητής κάθε μήνα για τη διατροφή του παιδιού τους σύμφωνα με το επίδικο διάταγμα. Της αποκόπτεται επίσης και μία μηνιαία κράτηση για υπερπληρωμή. Μέχρι και τον Οκτώβριο του 2015 που λάμβανε δημόσιο επίδομα λάμβανε από τις κρατικές υπηρεσίες επίδομα ύψους €158.42 μόνο, (Τεκμ. 7). Από τον Νοέμβριο του 2015 και εντεύθεν που εγκρίθηκε να λαμβάνει το ΕΕΕ, της καταβάλλεται το ποσό των €270.
  5. Οι πιο πάνω αφαιρέσεις εξακολουθούν να ισχύουν και τώρα για την καταβολή προς την ίδια του ΕΕΕ. Ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι λάμβανε επιπλέον χρηματικό ποσό για την ανήλικη, είναι παντελώς ανυπόστατος, καθότι το ποσό αυτό ύψους €230 μηνιαίως, οι κρατικές υπηρεσίες το αφαίρεσαν από το συγκεκριμένο ποσό που είχε αρχικά εγκριθεί να λαμβάνει. Επαναλαμβάνει η Καθ΄ης η αίτηση ότι τη συνεισφορά του Αιτητή δεν τη λαμβάνει σύμφωνα με το διάταγμα, γι΄ αυτό και προβαίνει σε καταχώρηση εντάλματος είσπραξης της οφειλόμενης διατροφής εναντίον του. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της Καθ΄ης η αίτηση, ο Αιτητής προσπαθεί επιμελώς να παραπλανήσει το Δικαστήριο καθότι είναι ένα άτομο απόλυτα υγιές και ικανό για εργασία και όντως εργάζεται και απασχολείται επαγγελματικά ως επιχειρηματίας, διατηρώντας καφετέρια στο χωριό Λειβάδια της επαρχίας Λάρνακας. Το γεγονός αυτό φρόντισε να το αποκρύψει, αφού η επιχείρηση είναι εγγεγραμμένη σε άλλα φυσικά πρόσωπα της οικογένειας του και με αυτό τον τρόπο παραπλανεί και τις κρατικές υπηρεσίες λαμβάνοντας μηνιαίως δημόσιο βοήθημα ύψους €
  6. Ο Αιτητής, σύμφωνα με την Καθ΄ης η αίτηση, δεν είναι άτομο εξαρτημένο από επικίνδυνες ή άλλες ουσίες, πολύ περισσότερο εξαρτημένος από το αλκοόλ. Καθόλο το χρονικό διάστημα που ήταν μαζί, αλλά και μετά τη διάσταση στην έγγαμη τους σχέση, ουδέποτε αντιλήφθηκε να είναι ο Αιτητής άτομο εξαρτημένο από εξαρτησιογόνες ουσίες. Στη συνέχεια της μαρτυρίας της, η Καθ΄ης η αίτηση απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι τα πραγματικά έξοδα της ανήλικης ανέρχονται στο ποσό των €230 μηνιαίως. Σύμφωνα με την ίδια, τα πραγματικά έξοδα της ανήλικης ανέρχονται τουλάχιστο στο χρηματικό ποσό των €800 μηνιαίως, για να συμπληρώσει ότι ο Αιτητής δεν είναι σε θέση να παραθέτει θέσεις και ισχυρισμούς ως προς της ακριβείς ανάγκες της ανήλικης, καθότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει ποιες είναι αυτές. Από το έτος 2006 που επήλθε η διάσταση τους, μέχρι και σήμερα, ο Αιτητής αποστασιοποιήθηκε από την ανατροφή του παιδιού τους. Περαιτέρω, ούτε και το δικαίωμά του για επικοινωνία με την ανήλικη το άσκησε στο ελάχιστο, ούτως ώστε να γνωρίζει έστω και τις στοιχειώδεις βασικές ανάγκες του παιδιού. Η ανήλικη, είναι σήμερα 17 ετών και είναι, κατά τον ισχυρισμό της, λογικό και αναμενόμενο, από το χρόνο έκδοσης του υφιστάμενου διατάγματος διατροφής, η ανήλικη η οποία είναι κατά τρία χρόνια μεγαλύτερη, οι ανάγκες και τα καθημερινά της έξοδα να έχουν αυξηθεί. Συγκεκριμένα, η ανήλικη χρειάζεται τα πιο κάτω χρηματικά ποσά για την κάλυψη των αναγκών της: (α) Διατροφή €150 (β) ΄Ενδυση-Υπόδηση €150 (γ) Αναλογία Ρεύματος-Νερού-Τηλεφώνου €200 (δ) Ιατροφαρμακευτική περίθαλψη € 50 (ε) Μεταφορικά €100 (στ) Ψυχαγωγία και περιποίηση €150 Κατά την 20.10.14, που εκδόθηκε το υφιστάμενο διάταγμα διατροφής, τα έξοδα του παιδιού τους είχαν ενδεικτικά ως κατωτέρω: (α) Διατροφή €100 (β) ΄Ενδυση-Υπόδηση €100 (γ) Αναλογία Ρεύματος-Νερού-Τηλεφώνου €100 (δ) Ιατροφαρμακευτική περίθαλψη € 50 (ε) Μεταφορικά € 50 (στ) Ψυχαγωγία και περιποίηση €100 Η Καθ΄ης η αίτηση, προς απόδειξη των αυξημένων αναγκών του παιδιού των διαδίκων, επισυνάπτει, στη μαρτυρία της, δέσμη σχετικών εγγράφων ως τεκμήρια 8, 9, 10, 11 και
  7. Στη βάση των πιο πάνω, είναι η θέση της Καθ΄ης η αίτηση ότι δικαιολογείται η τροποποίηση του υφιστάμενου διατάγματος διατροφής με αύξηση της συνεισφοράς του Αιτητή από τα € 230 σε € 400 μηνιαίως, ποσό το οποίο ο Αιτητής είναι σε θέση να καταβάλλει. Η ακρόαση της εναρκτήριας αίτησης έγινε με την παράθεση της μαρτυρίας των διαδίκων υπό την μορφή ενόρκων δηλώσεων. Δεν υπήρξε αντεξέταση των διαδίκων. Οι διάδικοι κατάθεσαν τις τελικές αγορεύσεις τους γραπτώς. Οι προβαλλόμενες εκατέρωθεν εισηγήσεις θα απαντηθούν κατωτέρω. Το άρθρο 38

(1)του Ν. 216/90, το οποίο συνιστά το νομικό πλαίσιο που διέπει το ενώπιον μου επίδικο θέμα, έχει απασχολήσει τη νομολογία του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου. Ως προς το νομικό πλαίσιο αυτό, θα αναφερθώ στην τελευταία απόφαση του Δ.Ο.Δ. όπου ερμηνεύτηκε το άρθρο 38
(1). Συγκεκριμένα, στην απόφαση Άντρη Αντρέου και Ιωάννη Τσίρου, ΄Εφεση αρ 16/2013, 21.12.16, αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Το νομικό πλαίσιο που ρυθμίζει το επίδικο ενώπιον του πρωτοδίκου Δικαστηρίου ζήτημα προβλέπεται από το άρθρο 38 του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου αρ. 216/90 το οποίο προβλέπει: «Αν αφότου εκδόθηκε η απόφαση που προσδιορίζει τη διατροφή μεταβλήθηκαν οι όροι της, το Δικαστήριο μπορεί να τροποποιήσει την απόφαση του ή να διατάξει τον τερματισμό της διατροφής.» Το άρθρο 38 ακολουθεί το άρθρο 33 του ιδίου Νόμου, το οποίο καθορίζει ότι οι γονείς έχουν υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, καθώς επίσης και το άρθρο 37 που προνοεί ότι η διατροφή προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου και περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση και ευημερία του και, ανάλογα με την περίπτωση, και έξοδα για την εκπαίδευση του. Το άρθρο 38, το οποίο είναι προσδιοριστικό της δυνατότητας τροποποίησης υφιστάμενου διατάγματος διατροφής, ερμηνεύθηκε σε αριθμό υποθέσεων όπως τις Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1993)1 ΑΑΔ 195, Αριστείδου ν. Χρυσάνθου
(1994)1 ΑΑΔ 711, Δημητρίου ν. Περδίου
(2005)1 ΑΑΔ 1418 και άλλες. Η νομολογία έχει καθορίσει ότι μόνο γεγονότα τα οποία ανακύπτουν μετά την έκδοση του αρχικού διατάγματος είναι δυνατό να ληφθούν υπόψη προς αναθεώρηση του υφιστάμενου διατάγματος. Είναι η μεταβολή των όρων που καθιστά την αρχική απόφαση μεταρρυθμιστέα. Αυτό σημαίνει ότι οιοσδήποτε των διαδίκων που υπόκειται στο αρχικό διάταγμα διατροφής, μπορεί να υποβάλει αίτηση για τροποποίηση είτε προς τα άνω, είτε προς τα κάτω, ή, ακόμη και να επιδιώξει εξ ολοκλήρου τερματισμό της διατροφής, (δέστε σχετικά και τα όσα αναφέρονται στα συγγράμματα του Ε. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη: Οικογενειακό Δίκαιο, Τόμος ΙΙα, σελ. 144-145, Γιώργου Κουμάντου: Οικογενειακό Δίκαιο, Τόμος ΙΙ, σελ. 123-125 και Βασίλη Βαθρακοκοίλη: Το Νέο Οικογενειακό Δίκαιο, Γ΄ ΄Εκδοση, σελ. 515-518, που ερμηνεύουν το αντίστοιχο άρθρο 1494 του Αστικού Κώδικα). Ο Αιτητής έχει βέβαια το βάρος απόδειξης ότι οι όροι του υφιστάμενου διατάγματος διατροφής έχουν μεταβληθεί ούτως ώστε να είναι αναγκαία η τροποποίηση του.» Προβάλλεται ο ισχυρισμός από τον Αιτητή ότι το αρχικό διάταγμα διατροφής εκδόθηκε στην απουσία του και ότι η Καθ΄ης η αίτηση παραπλάνησε το Δικαστήριο με υπερτιμημένα έξοδα διατροφής, ψυχαγωγίας και εκπαίδευσης π.χ. φροντιστήρια δεν υπήρχαν ποτέ. Η πιο πάνω θέση του Αιτητή έχει αμφισβητηθεί από την Καθ΄ης η αίτηση τόσο με την ΄Εκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης όσο και με τη μαρτυρία της. Παρά την πιο πάνω αμφισβήτηση της θέσης του Αιτητή, αυτός δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου για να αποσείσει το σχετικό βάρος απόδειξης του ισχυρισμού του. Θα μπορούσε π.χ. να προσκομίσει ενώπιον του Δικαστηρίου τόσο την αρχική εναρκτήρια αίτηση στην οποία εκδόθηκε το υπό κρίση διάταγμα διατροφής, όπως και την ίδια την απόφαση του Δικαστηρίου η οποία εκδόθηκε στην απουσία του. Τίποτε από τα πιο πάνω δεν παρουσιάσθηκε, ως μαρτυρία, ενώπιον του Δικαστηρίου. Ενόψει της διαπίστωσης αυτής, ο εν λόγω ισχυρισμός του Αιτητή παρέμεινε αναπόδεικτος. Ως προς τον ισχυρισμό ότι το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε στην απουσία του, ο εν λόγω ισχυρισμός είναι άνευ οποιασδήποτε νομικής σημασίας. Ο Αιτητής ηδύνατο και τότε, να ασκήσει το δικονομικό μέτρο του παραμερισμού του διατάγματος, (set asite), όπως προβλέπεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Δεν το έπραξε. Το θέμα αυτό, θα έπρεπε να είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τότε που εκδόθηκε το διάταγμα και όχι στο στάδιο αυτό που εξετάζεται τροποποίηση υφιστάμενου διατάγματος διατροφής. Τούτο, διότι σύμφωνα με τη νομολογία μόνο γεγονότα τα οποία ανακύπτουν μετά την έκδοση του αρχικού διατάγματος είναι δυνατό να ληφθούν υπόψη προς αναθεώρηση του υφιστάμενου διατάγματος, (βλ. απόφαση Δ.Ο.Δ. στην Αντρέου, ανωτέρω). Ασφαλώς, η έκδοση του επίδικου διατάγματος στην απουσία του Αιτητή, δεν είναι εκ των πραγμάτων γεγονός μεταγενέστερο της έκδοσης του αρχικού διατάγματος, αλλά προγενέστερο. Προτού προχωρήσω στην εξέταση των άλλων λόγων που προβάλλει ο Αιτητής προς ικανοποίηση του αιτήματός του, κρίνω κατάλληλο το σημείο αυτό να ανοίξω μια παρένθεση για να σημειώσω το εξής. Ο Αιτητής, με βάση τις πρόνοιες της νέας Διαταγής 30, προέβηκε, στις 8.12.16, σε ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων, στην οποία ενόρκως αναφέρει τα πιο κάτω: «
  1. Τα ακόλουθα έγγραφα προτίθεμαι να παρουσιάσω στο Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης. Α. ΄Εγγραφο δικαιούχου οικίας που διαμένει η Καθ΄ης η αίτηση στα Κελλιά Λάρνακας. Β. ΄Εκθεση ψυχιάτρου. Γ. ΄Εγγραφα Νομικής Αρωγής. Δ. ΄Εγγραφα Δημοσίου Βοηθήματος.» Σημειωτέον, ότι στην ένορκη γραπτή μαρτυρία του Αιτητή, κανένα από τα πιο πάνω έγγραφα δεν έχει επισυναφθεί ως τεκμήριο και ουδεμία προς τούτο μαρτυρία παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο, παρά την πιο πάνω εκδηλωθείσα, από τις 8.12.16, πρόθεση του Αιτητή. Με βάση τα πιο πάνω, θα προχωρήσω κατωτέρω να εξετάσω, τους σχετικούς ισχυρισμούς τους οποίους προβάλλει ο Αιτητής. Συγκεκριμένα, ο Αιτητής στη μαρτυρία του ισχυρίζεται ότι «είναι άτομο εξαρτημένος επικινδύνων και άλλων ουσιών, εθισμένος στην αλκοόλη και ανίκανος προς εργασία». Την πιο πάνω θέση του Αιτητή αντικρούει η Καθ΄ης η αίτηση με τη μαρτυρία της, ισχυριζόμενη ότι καθόλο το χρονικό διάστημα που ήταν μαζί, αλλά και μετά τη διάσταση τους, ουδέποτε αντιλήφθηκε κάτι τέτοιο. Ο πιο πάνω ισχυρισμός του Αιτητή παρέμεινε αναπόδεικτος. Ουδεμία έκθεση ψυχιάτρου τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ως ήταν η πρόθεση του, όπως αυτή εκφράστηκε στην ένορκη του δήλωση αποκάλυψης εγγράφων, ημερομηνίας 8.12.
  2. Ισχυρίζεται περαιτέρω ο Αιτητής, ότι ο ίδιος και η οικογένειά του συνεισφέρει επιπρόσθετα στην Καθ΄ης η αίτηση, με την παροχή στέγης λόγω του ότι η κατοικία στην οποία διαμένει ανήκει στη μητέρα του, επικαλούμενος προς τούτο τον λογαριασμό ηλεκτρικού ρεύματος που είναι στο όνομα της μητέρας του. Αντίθετη προς τούτο είναι η θέση της Καθ΄ης η αίτηση, η οποία ισχυρίζεται ότι το σπίτι παραχωρήθηκε στην ίδια για να διαμένει η ίδια με το παιδί, καθότι αυτό είναι τουρκοκυπριακή κατοικία η οποία τυγχάνει διαχείρισης από το Κοινοτικό Συμβούλιο Κελλιών. Η προσφερθείσα, για το θέμα, μαρτυρία, δεν οδηγεί σε ασφαλές συμπέρασμα. Τούτο διότι, το Τεκμήριο 4, το οποίο είναι πιστοποίηση ημερ. 11.4.16 η οποία εκδόθηκε από τον Πρόεδρο του Κοινοτικού Συμβουλίου Κελλιών, απλά αναφέρει ότι η Καθ΄ης η αίτηση είναι μόνιμος κάτοικος Κελλιών και ζει σε τουρκοκυπριακή κατοικία με την ανήλικη κόρη της. Η πιο πάνω μαρτυρία ουδεμία αναφορά κάνει για το πρόσωπο το οποίο είναι ο δικαιούχος της τουρκοκυπριακής κατοικίας, δηλαδή σε ποιον παραχωρήθηκε η εν λόγω κατοικία. Είναι αληθές ότι οι λογαριασμοί, Τεκμ. 8 στην ένορκη δήλωση της Καθ΄ης η αίτηση, αναγράφουν ως όνομα πελάτη τη Φρόσω Στυλιανού. Είναι όμως εξ΄ ίσου αληθές ότι οι κοινοτικοί φόροι, όπως και οι λογαριασμοί υδατοπρομήθειας, αναφέρονται στην Αιτήτρια. Σε κάθε περίπτωση όμως, όποια και αν είναι η αληθής θέση, δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, αν το πιο πάνω γεγονός υφίστατο κατά τον χρόνο έκδοσης του αρχικού διατάγματος ή αν επεσυνέβη μετά την έκδοση του αρχικού διατάγματος. Δεν υπάρχει διασύνδεση του γεγονότος αυτού με το αίτημα για τροποποίηση του αρχικού διατάγματος, αφού παραμένει άγνωστος ο χρόνος που επήλθε το γεγονός της διαμονής της Καθ΄ης η αίτηση σε τουρκοκυπριακή οικία ή ακόμη και ο χρόνος παραχώρησης της εν λόγω κατοικίας και σε ποιο πρόσωπο ως δικαιούχος. Θα προχωρήσω κατωτέρω να εξετάσω ένα θέμα το οποίο είναι κοινό και επηρεάζει τόσο την εναρκτήρια αίτηση, όσο και την ανταπαίτηση. Πρόκειται για τα εισοδήματα των υπόχρεων προς συνεισφορά διαδίκων. Για να ενεργοποιηθούν οι πρόνοιες του άρθρου 38 θα πρέπει μετά την έκδοση του αρχικού διατάγματος διατροφής να επέλθει μεταβολή στους όρους διατροφής, δηλαδή στα εισοδήματα των διαδίκων ή στις ανάγκες του παιδιού είτε και στα δύο. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου, οι γονείς έχουν και οι δύο την υποχρέωση όπως προβούν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη των εισοδημάτων τους. Σχετικά παραπέμπω παραπέμπω στην υπόθεση Δημητρίου v. Περδίου,
(2005)1 (Β) ΑΑΔ 1418 όπου λέχθηκαν τα πιο κάτω: "Όπως έχει η σχετική νομοθετική διάταξη (βλ. άρθρο 33
(1)του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990, Ν.216/90)η υποχρέωση για διατροφή των ανηλίκων τέκνων μίας οικογένειας ανήκει και στους δύο γονείς, ανάλογα με την οικονομική κατάσταση του καθενός. Έχουν και οι δύο υποχρέωση όπως προβαίνουν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη των πραγματικών τους εισοδημάτων και όχι μόνο των εξόδων τους. Στην υπόθεση Ette v. Ette
(1965)1 All E.R. 341, 346 έχει λεχθεί ότι όταν ο Καθ΄ ού η αίτηση δεν προβαίνει ο ίδιος σε ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη σχετικά με την οικονομική του κατάσταση, τότε το Δικαστήριο μπορεί, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του επαγγέλματος του και το τι κερδίζουν άλλοι στο ίδιο το επάγγελμα, να υπολογίσει ότι ο Καθ΄ ού η αίτηση έχει ψηλότερα, απ΄ ότι ισχυρίζεται, εισοδήματα. Η αρχή αυτή συνάδει και με τον κανόνα ότι εκεί που κάποιος έχει την αποκλειστική γνώση γεγονότων, οφείλει να τα αποδείξει (βλ. Tarapoulouzis v. District Officer
(1962)C.L.R. 91 και Μαρκουλίδης v. Μαρκουλίδης κ.α.
(1998)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1386, 1390). Επομένως σε υποθέσεις διατροφής των ανηλίκων τέκνων μιας οικογένειας, η οικονομική δυνατότητα του καθενός από τους γονείς δεν είναι θέμα που θα πρέπει να αποδεικνύεται από τον Αιτητή ή την Αιτήτρια, ανάλογα με την περίπτωση, αλλά θέμα αληθινής αποκάλυψης από τους ίδιους τους γονείς, των αντιστοίχων εισοδημάτων τους. Το δε δικαστήριο, προβαίνει σε πλήρη έρευνα αυτών των στοιχείων. Περαιτέρω αναφέρουμε ότι από σχετική νομολογία φαίνεται ότι το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη όχι μόνο τα πραγματικά εισοδήματα αλλά και την ικανότητα του Καθ΄ ού η αίτηση να κερδίζει (his potential earning capacity). (Βλ. Klucinsky v. Klucinsky
(1953)1 All E.R. 683 και McEwan v. McEwan
(1972)2 All E.R. 708)". Ο Αιτητής διατείνεται ότι το μοναδικό του εισόδημα, είναι €480 μηνιαίως, το οποίο λαμβάνει ως λήπτης ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος. Αντίθετα, η Καθ΄ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής εργάζεται και ασχολείται επαγγελματικά ως επιχειρηματίας διατηρώντας καφετέρια στο χωριό Λειβάδια της επαρχίας Λάρνακας. Η εν λόγω καφετέρια είναι εγγεγραμμένη σε φυσικά πρόσωπα της οικογένειας του και με τον τρόπο αυτό παραπλανεί τις κρατικές υπηρεσίες λαμβάνοντας προς τούτο το ποσό των €480 μηνιαίως ως ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα. Όπως προελέχθηκε η ακρόαση της παρούσας υπόθεσης έγινε χωρίς την αντεξέταση των διαδίκων. Ασύνδετη παρέμεινε, όπως λέχθηκε ήδη σε άλλο σημείο της απόφασης, η διασύνδεση της μείωσης της εισοδηματικής κατάστασης του Αιτητή με την ισχυριζόμενη κατάσταση της υγείας του ως λήπτης εξαρτησιογόνων ουσιών και αλκοόλης, εφόσον ουδεμία μαρτυρία προσέφερε στο Δικαστήριο για τον ισχυρισμό αυτό, παρά την αμφισβήτηση του από την Καθ΄ης η αίτηση. Από την άλλη πλευρά, η Καθ΄ης η αίτηση μετά την αναλυτική παράθεση της εισοδηματικής εικόνας στην οποία προβαίνει με τη μαρτυρία της, η οποία σημειωτέον παρέμεινε αναντίλεκτη, διατείνεται ότι η εισοδηματική της εικόνα σήμερα είναι η πιο κάτω: i. Από τα τέλη του 2013 μέχρι και σήμερα είναι άνεργη (βλ. Τεκμ. 6). ii. Ότι από το Νοέμβριο του 2015 το ποσό που της καταβάλλεται ως ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα είναι €270.42 για τους λόγους που η ίδια αναλυτικά εξηγεί στη μαρτυρία της και συγκεκριμένα στο Τεκμ. 7, όπου σημειώνεται ότι το ποσό των €230 μηνιαίως που συνιστά τη συνεισφορά του Αιτητή της αποκόπτεται από το συνολικό ποσό των €180 μηνιαίως που συνιστά το εισόδημα μονογονιού. Σημειώνεται ότι το Τεκμ. 7 συνιστά έγγραφο των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας για το μήνα Σεπτέμβριο του
  1. Δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου άλλη τέτοια μαρτυρία για μεταγενέστερες χρονικές περιόδους. iii. Ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι η Καθ΄ης η αίτηση εργάζεται ως υπάλληλος σε ξενοδοχείο με μισθό €1.000 μηνιαίως, ισχυρισμό τον οποίο η Καθ΄ης η αίτηση απορρίπτει, παρέμεινε μετέωρος, αφού δεν υπήρξε οποιαδήποτε αντεξέταση της Καθ΄ης η αίτηση, ούτε τέθηκε οποιαδήποτε άλλη συναφής μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Στη βάση όλων των πιο πάνω, και με βάση όσα επιπρόσθετα θα λεχθούν κατωτέρω η εναρκτήρια αίτηση και η ανταπαίτηση είναι καταδικασμένες σε αποτυχία. Όπως, προελέχθηκε, η παρούσα υπόθεση αφορά τροποποίηση υφιστάμενου διατάγματος διατροφής. Το διάταγμα εκδόθηκε στις 20.10.14 στην αίτηση αρ. 17/14 και καθόριζε τη συνεισφορά του Αιτητή στη διατροφή του παιδιού των διαδίκων. Το διάταγμα αυτό, ως είναι παραδεκτό, εκδόθηκε στην απουσία του Αιτητή. Τούτο, στη δικαστική διαδικασία, σημαίνει ότι εκδόθηκε κατόπιν απόδειξης της αίτησης. Δηλαδή, προσφέρθηκε μαρτυρία από την Αιτήτρια, τόσο ως προς τα έξοδα που απαιτούνται για την κάλυψη των αναγκών της ανήλικης, όσο και ως προς τις εισοδηματικές δυνάμεις των υπόχρεων γονέων-διαδίκων. Το Δικαστήριο, αξιολόγησε τη μαρτυρία αυτή και προέβηκε σε ευρήματα τόσο ως προς τις επιμέρους ανάγκες της διατροφής και το συνολικό ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των αναγκών αυτών, αλλά και ως προς τα εισοδήματα των γονέων και στη βάση αυτή καθόρισε τη συνεισφορά των γονέων και εξέδωσε το διάταγμα για συνεισφορά του Αιτητή στο ποσό των €230 μηνιαίως. Συνεπώς, οι όροι της διατροφής, δηλαδή εισοδήματα των γονέων και έξοδα της ανήλικης, καθορίστηκαν με την απόφαση του Δικαστηρίου και μάλιστα με τη μορφή του δεδικασμένου. Για τα πιο πάνω δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, είτε από τον Αιτητή είτε από την Καθ΄ης η αίτηση. Σημειωτέον, ότι είναι αυτοί οι άγνωστοι για το Δικαστήριο όροι της διατροφής για τους οποίους οι διάδικοι ισχυρίζονται, ο καθένας μέσα στα πλαίσια του αιτήματός του, ότι μεταβλήθηκαν. Ούτως εχόντων των πραγμάτων δεν είναι λογικό να προωθείται από τους διαδίκους ενώπιον του Δικαστηρίου μεταβολή των συνθηκών, όταν οι συνθήκες αυτές δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ήταν πολύ απλό για τους διαδίκους, να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου, πιστό αντίγραφο της απόφασης του Δικαστηρίου που εκδόθηκε στην αίτηση αρ. 147/
  2. Είναι από αυτή τη βάση που ο κάθε διάδικος έπρεπε να κτίσει την υπόθεση του και να την παρουσιάσει στο Δικαστήριο, ενόψει του γεγονότος ότι δεν επρόκειτο για ΕΚ ΣΥΜΦΩΝΟΥ ΔΙΑΤΑΓΜΑ αλλά για διάταγμα το οποίο εκδόθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου και συνακόλουθα ως προελέχθηκε, με παραγωγή δεδικασμένου. Παρά τα πιο πάνω λεχθέντα, θα ήθελα, για σκοπούς πληρότητας της παρούσας απόφασης, να σχολιάσω και τα πιο κάτω. Ισχυρίζεται η Καθ΄ης η αίτηση στη μαρτυρία της και συγκεκριμένα στην παράγραφο 9 της ένορκης μαρτυρίας της, ότι τα σημερινά έξοδα της ανήλικης ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €800 μηνιαίως. Στην παράγραφο 10 της ένορκης μαρτυρίας της ισχυρίζεται ότι τα έξοδα της ανήλικης την 20.10.14 ήταν €500 μηνιαίως. Ως προς αυτό θα ήθελα να παρατηρήσω ότι η μαρτυρία αυτή της παραγράφου 10 είναι εκτός του δικογράφου της και σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου θα πρέπει να αγνοηθεί από το Δικαστήριο (βλ. Γ. Παπαγεωργίου ν. Λ. Κλάππα
(1991)1 ΑΑΔ 24, Γ. Παφίτη κ.ά. ν. Π. Κουκουρή κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ, 1154, Ε. Βραχίμη ν. Π. Κουλουμπρή
(1992)1 ΑΑΔ 836). Εν πάση περιπτώσει, παρά την πιο πάνω διαπίστωση, δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου ότι τα ισχυριζόμενα στην παράγραφο 10, τότε έξοδα διατροφής της ανήλικης για τα οποία απαιτείτο το συνολικό ποσό των €500 μηνιαίως, είναι αυτά τα οποία διαπίστωσε στην απόφασή του το Δικαστήριο με παραγωγή μάλιστα δεδικασμένου. Συνεχίζω τον σχολιασμό του πιο πάνω θέματος σημειώνοντας το πιο κάτω το οποίο σχετίζεται με την εισοδηματική ικανότητα της Καθ΄ης η αίτηση. Ισχυρίζεται, ως προελέχθη, η Καθ΄ης η αίτηση στην παράγραφο 9 της ένορκης της μαρτυρίας, ότι τα σημερινά έξοδα της ανήλικης είναι €800 μηνιαίως και αιτείται όπως αυξηθεί η συνεισφορά του Αιτητή στο ποσό των €400 μηνιαίως. Δηλαδή, η Καθ΄ης η αίτηση επιφυλάσσει για την ίδια συνεισφορά €400 μηνιαίως. Τούτο, βρίσκεται σε αντίθεση με τη μαρτυρία της, εφ΄ όσον σύμφωνα με τη μαρτυρία της το μόνο εισόδημά της λόγω της ανεργίας της, είναι ως ισχυρίσθηκε στη μαρτυρία της το ποσό των €270,42 μηνιαίως. Λογικά, η θέση της θα έπρεπε να είναι για μηδενική συνεισφορά της, εφόσον το πιο πάνω εισόδημα της δεν αρκεί για την κάλυψη των στοιχειωδών προσωπικών της αναγκών. Για να έχουν ίση συνεισφορά οι διάδικοι στην κάλυψη των €800 μηνιαίως για τις ανάγκες της ανήλικης, θα πρέπει λογικά να έχουν τα ίδια εισοδήματα, κάτι που δεν προκύπτει από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, εκτός αν βεβαίως οι διάδικοι έχουν και δεύτερη αδήλωτη εργασία, όπως καταμαρτυρεί ο ένας διάδικος για τον άλλο διάδικο. Στη βάση όλων των πιο πάνω διαπιστωθέντων, η εναρκτήρια αίτηση και η ανταπαίτηση απορρίπτονται. Ως προς τα έξοδα, κρίνω ορθό, όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδά της. (Υπ.) ......... Μ. Τσαγγαρίδης; Π. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.