Ι.Γ. (Ι.G.) ν. Γ.Α.Τ., Αρ. Αίτησης: 15/18, 23/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODPAF:2018:6 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Δικαιοδοσία Γονικής Μέριμνας Ενώπιον: Ρ. Προκοπίου, Δ. Αρ. Αίτησης: 15/18 Μεταξύ: Ι.Γ. (Ι.G.) Αιτήτριας και Γ.Α.Τ. Καθ' ου η Αίτηση Αίτηση παρακοής ημερομηνίας 16.2.18 Ημερομηνία: 23 Νοεμβρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κα Δ. Ανδρέου Χ" Σάββα Για τον Καθ' ου η Αίτηση: κα Ε. Πατσαλίδη για Ανδρέας Δημητριάδης & Σία ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Στα πλαίσια μονομερούς αίτησης που καταχωρήθηκε από μέρους της Αιτήτριας, εκδόθηκαν στις 30.1.2018 προσωρινά διατάγματα απαγόρευσης της εξόδου από την Κύπρο του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων καθώς και «προσωρινό διάταγμα με το οποίο καθορίζεται ως τόπος διαμονής του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων Α.Τ. ο εκάστοτε τόπος διαμονής της Αιτήτριας στην Πάφο», το οποίο αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας απόφασης. Αν και ο Καθ' ου η αίτηση εμφανίστηκε στη διαδικασία με δικηγόρο, εντούτοις παρέλειψε να καταχωρήσει ένσταση στη μονομερή αίτηση και το Δικαστήριο, με απόφασή του ημερομηνίας 3.7.2018, οριστικοποίησε τα πιο πάνω προσωρινά διατάγματα. Στις 16.2.2018 η Αιτήτρια καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία αιτείται: «Την σύλληψη, φυλάκιση, επιβολή προστίμου ή κατασχέσεως της περιουσίας του καθ' ου η αίτηση Γ.Α.Τ., λόγω παράλειψης του να συμμορφωθεί προς το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 30.01.2018, στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση». Η αίτηση εδράζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και στη Δ.42Α των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Αιτήτριας. Στην υποστηρικτική της αίτησης ένορκη δήλωση, η Αιτήτρια αναφέρει ότι το διάταγμα επιδόθηκε προσωπικά στον Καθ' ου η αίτηση, δεόντως οπισθογραφημένο, κατά ή περί την 1.2.2018, καθώς και ότι ο τελευταίος επανειλημμένα και ηθελημένα παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του. Ειδικότερα, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι ο Καθ' ου αίτηση εξακολουθεί να φιλοξενεί τον ανήλικο στην κατοικία του και αρνείται να έρθει σε οποιαδήποτε επικοινωνία μαζί της και να της αποκαλύψει τον τόπο διαμονής του. Είναι η θέση της ότι ο Καθ' ου η αίτηση κρύβεται και συνεχίζει να μη συμμορφώνεται προς το διάταγμα και με τις πράξεις ή παραλείψεις του παρεμποδίζει ηθελημένα την εφαρμογή του. Ο Καθ' ου η αίτηση εμφανίστηκε στη διαδικασία και καταχώρησε ένσταση με υποστηρικτική ένορκη δήλωσή του, προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους για απόρριψη της αίτησης (παρατίθενται αυτούσιοι): «
- Οι ισχυριζόμενες παραβιάσεις του διατάγματος ημερομηνίας 30/01/18 τίθενται και βασίζονται σε ψευδείς ισχυρισμούς, απόκρυψη στοιχείων και της αλήθειας και σε αλλοιωμένα πραγματικά γεγονότα.
- Δεν υπήρξε από πλευράς του Καθ' ου η Αίτηση πρόθεση καταστρατήγησης του Διατάγματος ημερομηνίας 30/01/
- Δεν υφίστανται τα συστατικά στοιχεία του ισχυριζόμενου αδικήματος παρακοής.
- Ο ανήλικος υιός των διαδίκων βρίσκεται σε ώριμη ηλικία και είναι επιθυμία του ιδίου να μην διαμένει με την Αιτήτρια όπως ρυθμίζεται στο Διάταγμα ημερομηνίας 30/01/
- Το Διάταγμα ημερομηνίας 30/01/18 είναι αναγνωριστικό και όχι επιβλητό.
- Η Αιτήτρια εμποδίζεται δια διαγωγής και/ή συμπεριφορές από το να προβάλλει τους διαμειβόμενους ισχυρισμούς που αναφέρει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση της.
- Η Αιτήτρια δεν υποστηρίζει με οποιοδήποτε τρόπο τους ισχυρισμούς της και δεν έχει αποδείξει τα όσα καταλογίζει στον Καθ' ου η Αίτηση. Τα όσα αναφέρει για το Καθ' ου η Αίτηση γνωρίζει ότι είναι αναλήθειες και προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο προβάλλοντας τους ισχυρισμούς 6-9 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση της ημερομηνίας 16/02/18 εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση κατά τρόπο εκδικητικό και καταχρηστικό.
- Οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας για παράβαση του διατάγματος από τον Καθ' ου η Αίτηση είναι αόριστοι καθ' όσον δεν εξειδικεύουν την ένοχη συμπεριφορά του Καθ' ου η Αίτηση που κατ' ισχυρισμό συνιστά παράβαση του ιδίου και ηθελημένη και εσκεμμένη ανυπακοή του Καθ' ου η Αίτηση αναφορικά με το Διάταγμα ημερομηνίας 30/01/18 ώστε να αρμόζει στον Καθ' ου η Αίτηση να τιμωρηθεί.
- Η Αίτηση της Αιτήτριας είναι εκβιαστική και εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση και γίνεται στην προσπάθεια της να εξαναγκάσει το ανήλικο τέκνο των διαδίκων να επιστρέψει στον τόπο διαμονής της μητέρας του παρά τη θέληση του.» Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, ο Καθ' ου η αίτηση παραδέχεται την έκδοση και επίδοση του οπισθογραφημένου διατάγματος αλλά αρνείται ότι υπήρξε από μέρους του καταστρατήγησή του. Συγκεκριμένα, αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι μετά την επίδοση του διατάγματος εξήγησε και προέτρεψε τον ανήλικο να μείνει με την Αιτήτρια, αυτός όμως αρνείται κατηγορηματικά να επιστρέψει στο σπίτι της ή να έχει οποιαδήποτε επαφή με αυτήν. Επίσης, ο Καθ' ου η αίτηση αναφέρθηκε στις ενέργειες στις οποίες προέβηκε ο ίδιος για να μεταπεισθεί ο ανήλικος, οι οποίες όμως δεν είχαν αποτέλεσμα. Η ακροαματική διαδικασία ολοκληρώθηκε με την κατάθεση των γραπτών αγορεύσεων των συνηγόρων. Διεξήλθα της προσκομισθείσας μαρτυρίας καθώς και της επιχειρηματολογίας που αμφότερες οι πλευρές ανέπτυξαν μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας. Προχωρώ να εξετάσω πρώτα τον πέμπτο λόγο ένστασης και τον ισχυρισμό του Καθ' ου η αίτηση ότι το επίδικο διάταγμα δεν είναι επιβλητό, που άπτεται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί της παρούσας αίτησης. Δικαιοδοτικό άρθρο για την παρακοή διαταγμάτων αποτελεί το άρθρο 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 1960 (Ν.14/60), το οποίο αναφέρει τα εξής: «Τηρoυμέvoυ oιoυδήπoτε διαδικαστικoύ καvovισμoύ έκαστov δικαστήριov θα έχη εξoυσία vα εξαvαγκάζη εις υπακoήv πρoς oιovδήπoτε διάταγμα εκδoθέv υπ' αυτoυ, διατάττov ή απαγoρεύov τηv εκτέλεσιv oιασδήπoτε πράξεως, διά πρoστίμoυ ή φυλακίσεως ή μεσεγγυήσεως πραγμάτωv. Και τo δικαστήριov δύvαται επιπρoσθέτως vα επιδικάση εις τo πρόσωπov πρoς τo συμφέρov τoυ oπoίoυ εξεδόθη τo διάταγμα τoιoύτov πoσόv υπό μoρφήv απoζημιώσεως, ως τo δικαστήριov δύvαται vα θεωρήση πρέπov. Νοείται ότι έκαστο δικαστήριο θα έχει εξουσία τιμωρίας για παρακοή ή και εξαναγκασμού σε υπακοή σ' οποιοδήποτε διάταγμά του στις περι πτώσεις που αφορούν διάδικο σε δικαστική διαδικασία αλλά και στις περι πτώσεις που αφορούν οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, νοουμένου ότι αυτό έλαβε γνώση του διατάγματος και εν γνώσει του και ηθελημένα παροτρύνει ή συνεργεί στη μη υπακοή διατάγματος.» Η ιδιόμορφη φύση της διαδικασίας για καταφρόνηση έχει επεξηγηθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ 309 με το πιο κάτω απόσπασμα: «Παρά τον αστικό χαρακτήρα της διαδικασίας για καταφρόνηση και τον μανδύα της πολιτικής δικαιοδοσίας που την περιβάλλει το αίτημα για καταδίκη για ανυπακοή διατάγματος του δικαστηρίου αποβλέπει στην τιμωρία του παραβάτη. Κατά συνέπεια η αίτηση για καταδίκη προσλαμβάνει το χαρακτήρα κατηγορίας η απόδειξη της οποίας υπόκειται στους κανόνες που διέπουν την απόδειξη ποινικού αδικήματος, δηλαδή απόδειξη της κατηγορίας γενικά και των συστατικών της στοιχείων ειδικά, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.» Η άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου σε υποθέσεις τέτοιας φύσεως ρυθμίζεται από τη Δ.42Α των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Η συγκεκριμένη διάταξη αναφέρει τις δικονομικές προϋποθέσεις που απαιτούνται για την ενεργοποίηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 42 του Ν.14/60 (βλ. Krashias Shoe Factory Ltd. Also Trading as "K" Shoes v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassier KG
(1989)1E A.A.Δ.750, σελ.760). Από το λεκτικό της Δ.42Α προκύπτει πως για την επιτυχή έκβαση αίτησης παρακοής, ως η υπό εξέταση, πρέπει να πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
- Ύπαρξη σαφούς διατάγματος,
- Ύπαρξη αναγκαίας οπισθογράφησης,
- Προσωπική επίδοση του διατάγματος,
- Προσωπική επίδοση της αίτησης παρακοής. Στην απόφαση Safarino v. Sun Shoes
(1984)1 C.L.R. 738 λέχθηκαν τα ακόλουθα (σε μετάφραση): «Ένα διάταγμα Δικαστηρίου ισοδυναμεί με διαταγή του ίδιου του Νόμου και είναι ακόμα περισσότερο ακριβές γιατί προσδιορίζει τι πρέπει ή τι δεν πρέπει να γίνει. Κατά κανόνα, η ανυπακοή προς τέτοιο Διάταγμα, υπονομεύει την αποτελεσματικότητα της δικαστικής διαδικασίας και αποτελεί μια περιφρόνηση με ευρύτερες κοινωνικές συνέπειες. Η υπακοή σε Διατάγματα Δικαστηρίου αποτελεί ένα από τα θεμέλια της πολιτισμένης ζωής.» Στην υπόθεση Krashias (ανωτέρω) ο Πικής, Δ. (ως ήταν τότε) ανέφερε τα ακόλουθα (σελ.761): «Η φύση της διαδικασίας και οι κυρώσεις που μπορεί να προκύψουν, επιβάλλουν, όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί, τη σχολαστική τήρηση των δικονομικών κανόνων που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας που παρέχει το άρθρο 42.» Άκρως διαφωτιστική, αναφορικά με τη διαδικασία της αστικής παρακοής και των προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούνται για την επιτυχή έκβαση τέτοιας αίτησης, είναι η απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Μιχαηλίδης ν. Poliakova (Αρ.1)
(2011)1 Α.Α.Δ. 356 (βλ. σελ.334-366). Επίσης. σχετικές είναι και οι πρόσφατες αποφάσεις Youkos Finance BV κ.α. ν. Halebay Holdings Ltd
(2013)1 A.A.Δ. 569, Νικόλας Γεωργίου Ιακώβου ν. Αντζέλικας Γεωργίου, Έφεση Αρ. 4/14, 2.6.2017 και Μαρία Ξιναρή, το γένος Μαυρονικόλα ν. Δέσποινας Ξάνθου, Έφεση Αρ.22/12, 30.10.17. Σχετικά με τη φύση των διαταγμάτων που δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο αστικής καταφρόνησης του Δικαστηρίου είναι τα όσα λέχθηκαν από το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο στην απόφαση Πετράκης v. Petraki
(2002)1 Α.Α.Δ 911: «Το άρθρο 42 του Ν. 14/60 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τη χορήγηση της επίδικης θεραπείας. (Βλέπε: K. Wunderlich v. Ε. Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 366 και Οικονομίδου ν. Ph. Economides Estates Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1145). Από το κείμενο του άρθρου 42 του Ν. 14/60, όπως και η νομολογία το έχει ερμηνεύσει, προκύπτει ότι για να είναι επιβλητό (enforceable) ένα διάταγμα του Δικαστηρίου πρέπει να είναι είτε αναγκαστικό (coercive order) είτε διατακτικό (mandatory) είτε απαγορευτικό (prohibitory). Αναγνωριστικά διατάγματα δικαιώματος, τα οποία εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 41 του Ν. 14/60, δεν είναι επιβλητά δυνάμει του άρθρου 42. Στο σύγγραμμα των Borvie and Lowe's Law of Contempt, 2η έκδοση, σελ. 418, αναφέρονται τα εξής:- "Not every order that the courts make is enforceable......it was established that declaratory order was not a coercive order and that a refusal to comply with it did not amount to contempt. If therefore a litigant or even the court is in doubt as to whether a declaration will be observed they would be better advised to seek an injunction." (Βλέπε επίσης: Π. Κυριάκου ν. Υπουργού Εσωτερικών
(1986)3 Α.Α.Δ. 300 και Webster v. Southwark London B. Council [1983] 2 W.L.R. 217 όπου στις σελίδες 222-3 αναφέρεται:- "....Where a court makes only a declaratory order, it is not contempt for the party affected by the order to refuse to abide by it. ....but mere refusal of one party to an action to abide by a declaratory order it not, as I understand it, contempt of court." Στην απόφαση του Αγγλικού Εφετείου D. v. D. [1991] F.C.R. 323 που αφορούσε παρόμοια υπόθεση με την παρούσα έφεση έχουν λεχθεί τα εξής στη σελίδα 329:- "What is fundamental in each case is that an order can only be enforced by committal if it is an order requiring a person to do an act or to abstain from doing an act. Thus an order which makes a declaration of rights cannot be enforced by committal against a person who chooses to ignore it.... So it was held by court in Re P (Minors) [1990] F.C.R. 909 that it is not appropriate to include the penal notice in the common form order in matrimonial proceedings giving interim care and control or custody of children to one parent with reasonable access to the other, and with the usual directions that the children are not to be removed from the jurisdiction of the court and their names are not to be changed. The reason why this penal notice is inappropriate is that the order is not an injunction susceptible of enforcement by committal. ................................................................................................................. There has been no order of the court requiring the husband to do any act or abstain from doing any act in relation to that, or any other period of access." Και στη σελίδα 330 καταλήγει:- "The fundamental point is that the penal notice was inappropriate because the order of May 24 was not an order capable of founding a commital for breach."» Εξετάζοντας την παρούσα αίτηση στη βάση των πιο πάνω αρχών, καταλήγω ότι δεν μπορεί να επιτύχει και εξηγώ: Το διάταγμα που κατηγορείται ο Καθ' ου η Αίτηση ότι παρήκουσε, και για το οποίο ζητείται η τιμωρία του λόγω μη συμμόρφωσης, δεν είναι ούτε αναγκαστικό (coercive), ούτε διατακτικό (mandatory) ούτε απαγορευτικό (prohibitory), αλλά είναι αναγνωριστικό, αφού με αυτό καθορίζεται ο τόπος διαμονής του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων. Δεν καθορίζεται πουθενά στο διάταγμα ποιες ακριβώς ήταν οι ενέργειες ή οι παραλείψεις στις οποίες θα έπρεπε να προβεί ή από τις οποίες θα έπρεπε να απόσχει ο Καθ' ου η αίτηση. Συνεπώς, το διάταγμα ημερομηνίας 30.1.18 δεν είναι επιβλητό (enforceable) δυνάμει του άρθρου 42 του Νόμου 14/60, ώστε να δύναται να αποτελέσει αντικείμενο αίτησης για αστική καταφρόνηση του Δικαστηρίου. Η πιο πάνω διαπίστωση είναι καταλυτική για το αποτέλεσμα της υπό κρίση αίτησης. Συνεπεία τούτου, η εξέταση οποιωνδήποτε άλλων λόγων ένστασης παρέλκει. Συνακόλουθα, η αίτηση παρακοής ημερομηνίας 16.2.18 απορρίπτεται. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα της αίτησης, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Καθ' ου η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας, ως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά το πέρας της εναρκτήριας αίτησης, οπόταν και θα είναι καταβλητέα. (Υπ) ................ Ρ. Προκοπίου, Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Family/Interim (Αναφορά: Γονική Μέριμνα- Αίτηση Παρακοής) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο