Έλενας Σολωμού Πυριλλή ν. Βασίλη Κυριάκου Οικονομίδη, Αρ. Αίτησης: 6/2017, 12/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLAR:2018:3 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Δικαιοδοσία Χρήσης Οικογενειακής Στέγης Ενώπιον: Σ. Νεοφύτου, Δ. Αρ. Αίτησης: 6/2017 Μεταξύ: Έλενας Σολωμού Πυριλλή Αιτήτρια -και- Βασίλη Κυριάκου Οικονομίδη Καθ' ου η Αίτηση Ημερομηνία: 12 Ιανουαρίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κα E. Ζoυβάνη για Νικόλας Γ. Νικολάου Για τον Καθ' ου η Αίτηση: κ. Τσαλακού για Τζένιφερ Σαββοπούλου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αιτήτρια, με εναρκτήρια αίτηση της που καταχώρισε στις 06/11/2017, ζητά από το Δικαστήριο τις πιο κάτω θεραπείες: Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να παραχωρείται στην αιτήτρια η αποκλειστική χρήση της συζυγικής κατοικίας που βρίσκεται στο Παραλίμνι της επαρχίας Αμμοχώστου επί της οδού Αγίου Νεκταρίου 38, Τ.Κ. 5286 η οποία χρησιμοποιείται ως συζυγικός οίκος από τους διάδικους. Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στον καθ' ου η αίτηση να εισέρχεται, παραμένει, παρευρίσκεται και/η με οποιονδήποτε άλλο τρόπο να χρησιμοποιεί και/ή επεμβαίνει στην κατοικία επί της οδού Αγίου Νεκταρίου 38, στο Παραλίμνι της επαρχίας Αμμοχώστου χωρίς την άδεια της αιτήτριας. Γ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στον καθ' ου η αίτηση να εισέρχεται, στην συζυγική κατοικία που ευρίσκεται επί της οδού Αγίου Νεκταρίου 38 στο Παραλίμνι επαρχίας Αμμοχώστου, μετά την πάροδο 48 ωρών από την επίδοση του αιτούμενου διατάγματος. Δ. Περαιτέρω και/ή άλλη θεραπεία. Στα πλαίσια της πιο πάνω αίτησης η αιτήτρια με μονομερή αίτηση της, ζήτησε την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με το ίδιο περιεχόμενο. Το Δικαστήριο επιλαμβανόμενο της μονομερούς αιτήσεως δεν εξέδωσε οποιοδήποτε Διάταγμα μονομερώς και διέταξε την επίδοση της στον καθ' ου η αίτηση, ο οποίος στις 20/11/2017 καταχώρησε ένσταση. Από τις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων προκύπτουν ως παραδεκτά τα πιο κάτω γεγονότα: Οι διάδικοι τέλεσαν θρησκευτικό γάμο στις 22/02/1998 και από τον γάμο τους απέκτησαν τέσσερα παιδιά, τον Κυριάκο 16 ετών σήμερα, τα δίδυμα Σολωμό και Μαρία 10 ετών σήμερα και τον Χρίστο 8 ετών σήμερα. Από το 2011 εγκαταστάθηκαν σε ιδιόκτητη κατοικία στο Παραλίμνι η οποία αποτελεί μέχρι σήμερα την συζυγική τους οικία. Η αιτήτρια στην ένορκη δήλωση της ημερομηνία 06/11/2017, που συνοδεύει την αίτηση της, αναφέρει τα ακόλουθα σχετικά με την παρούσα διαδικασία: Τα προβλήματα στην σχέση των διαδίκων υπήρχαν από όταν ήταν αρραβωνιασμένοι, καθ' ότι ο καθ' ου η αίτηση δυσκολευόταν να ενταχθεί στην οικογένεια της και προσπαθούσε να την απομακρύνει από τους γονείς της, δημιουργώντας εντάσεις καυγάδες και προστριβές για ασήμαντες αφορμές που αφορούσαν άτομα τις οικογένειας της. Μετά τον γάμο τους ο καθ' ου η αίτηση άρχισε να αδιαφορεί για τα έξοδα της οικογένειας τους και αρνείτο να συνδράμει στην οικονομική κάλυψη των αναγκών της, με αποτέλεσμα να απομονωθεί από τα ίδια του τα παιδιά. Η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι τον τελευταίο ενάμιση χρόνο ο καθ' ου η αίτηση άρχισε να γίνεται επιθετικός και βίαιος απέναντι στην ίδια και τα παιδιά τους, ιδιαιτέρα αφότου αντιλήφθηκε ότι προωθούνται δικαστικές διαδικασίες εναντίον του. Η αιτήτρια χαρακτηρίζει την κατάσταση ως αφόρητη και επικίνδυνη. Συγκεκριμένα, χωρίς λόγο και αιτία γινόταν οξύθυμος, απότομος και εριστικός προς τα ανήλικα τέκνα τους με αποτέλεσμα την ψυχική και σωματική απομάκρυνση της αιτήτριας από αυτόν και την απομόνωση της μέσα στο ίδιο της το σπίτι. Λόγω αυτής της κατάστασης η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι με δική της πρωτοβουλία, από τα μέσα Απριλίου 2017, βρίσκονται σε διάσταση από κλίνης, διάσταση η οποία είναι οριστική και αμετάκλητη. Η αιτήτρια έχει ζητήσει επανειλημμένα από τον καθ' ου η αίτηση να αποχωρήσει από την οικία ούτως ώστε να επέλθει η ηρεμία, πλην όμως ο ίδιος αρνείται αδικαιολόγητα να το πράξει. Από εκείνο το χρονικό διάστημα ο καθ' ου η αίτηση στη προσπάθεια του να μεταπείσει την αιτήτρια άρχισε να καταβάλλει κάποια μικρά χρηματικά ποσά για την κάλυψη κάποιων αναγκών των ανηλίκων και γενικότερα της οικογένειας. Από τα μέσα Οκτωβρίου όμως του 2017 ο καθ' ου η αίτηση σταμάτησε να προσφέρει οτιδήποτε και συνεχίζει να παραμένει εντός του συζυγικού οίκου, επιβαρύνοντας την αιτήτρια οικονομικά. Ισχυρίζεται δε η αιτήτρια ότι προκλητικά τις τελευταίες ημέρες ο καθ' ου η αίτηση μεταβαίνει στην υπεραγορά και αγοράζει προϊόντα για τις προσωπικές του ανάγκες, αγνοώντας επιδεικτικά την αιτήτρια και τα παιδιά τους. Η αιτήτρια απέστειλε γνωστοποίηση δια διπλοσυστημένης επιστολής στην Ιερά Μητρόπολη Κωνσταντίας Αμμοχώστου ημερομηνίας 25/10/
- Η αιτήτρια διατείνεται ότι έχει αναλάβει πλήρως την φροντίδα των ανηλίκων και την οικονομική κάλυψη των αναγκών τους. Λόγω δε της συμπεριφοράς του καθ' ου η αίτηση, τα ανήλικα έχουν συνδεθεί πολύ με την αιτήτρια και διάκεινται θετικά στο να εγκαταλείψει ο καθ' ου η αίτηση το συζυγικό οίκο, αφού οι σχέσεις πλέον μεταξύ τους χαρακτηρίζονται ως πολύ δύσκολες. Σε σχέση με την συζυγική οικία η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι ο τρόπος που είναι διαμορφωμένη είναι τέτοιος που δεν ενδείκνυται ο διαχωρισμός της και δεν είναι εφικτό να παραχωρηθεί έστω και τμήμα της στον καθ' ου η αίτηση, καθ' ότι κάτι τέτοιο θα εμπόδιζε την εξυπηρέτηση των αναγκών της αιτήτριας και των ανηλίκων ως επίσης και λόγω του ότι η αιτήτρια δεν νιώθει ασφαλής να διαμένει στον ίδιο χώρο με τον καθ' ου η αίτηση. Η παραμονή του καθ' ου η αίτηση στην συζυγική οικία, ιδιαιτέρα μετά την όξυνση που επήλθε στις μεταξύ τους σχέσεις, η οποία κατέστησε τον καθ' ου η αίτηση νευρικό, απότομο και βίαιο δεν θα ήταν σε καμία περίπτωση προς όφελος των ανηλίκων. Η αιτήτρια ισχυρίζεται η συμπεριφορά του καθ' ου η αίτηση το τελευταίο διάστημα κατέστη προβληματική απέναντι στα παιδιά τους και ουκ λίγες φορές υπό καθεστώς εκνευρισμού και φόρτισης πέταξε αντικείμενα και έσπρωξε έπιπλα μέσα στο σπίτι προς την κατεύθυνση κάποιου από τα ανήλικα και ιδιαίτερα του μεγαλύτερου υιού τους. Σε σχέση με τα εισοδήματα της αναφέρει ότι εργοδοτείται στην επιχείρηση της οικογένειας της και λαμβάνει μηνιαίως περίπου το καθαρό ποσό των €1500, μόνο όμως για οκτώ μήνες. Τους υπόλοιπους μήνες που η εταιρεία δεν ασκεί εργασίες, λαμβάνει ανεργιακό επίδομα ύψους €3.716 τον χρόνο ως φαίνεται από το τεκμήριο αρ. 5 που επισυνάπτει στην ένορκο δήλωση της. Λαμβάνει ακόμα κάποια κέρδη ετησίως, ως μέρισμα, από την οικογενειακή επιχείρηση, τα οποία όμως δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλα, χωρίς να αναφέρει συγκεκριμένα ποσά. Επιπλέον, είναι επιφορτισμένη με δάνειο ύψους €100.000 το οποίο έγινε από την εταιρεία της οικογένειας της για την ανέγερση του συζυγικού οίκου. Οι ανάγκες της οικογένειας είναι τόσο μεγάλες που για να ανταπεξέλθει δέχεται οικονομική βοήθεια από την οικογένεια της. Σε σχέση με την οικονομική κατάσταση του καθ' ου η αίτηση αναφέρει ότι οι καθαρές μηνιαίες απολαβές μέχρι το τέλος του 2015 ανέρχονταν σε €3.
- Από τα μέσα του 2016, ο καθ' ου η αίτηση εργοδοτήθηκε στην εταιρεία της οικογένειας της με απολαβές ύψους €4.000 μηνιαίως. Λόγω των προβλημάτων που αντιμετώπιζαν στον γάμο τους, ο καθ' ου η αίτηση επέλεξε να αποχωρήσει από την οικογενειακή της επιχείρηση και να δημιουργήσει δική του, η οποία του αποφέρει μηνιαίως το καθαρό ποσό των €4.000 περίπου. Λαμβάνει επιπλέον το ποσό των €500 ως ενοίκιο από οικία την οποία απέκτησαν από κοινού. Σύμφωνα με την αιτήτρια, τα τελευταία χρόνια ο καθ' ου η αίτηση αγόρασε χωράφι στο Παραλίμνι επί του οποίου έχει ανεγείρει μικρή κατοικία, στην οποία θα μπορούσε άνετα να διαμένει. Για την ίδια δε, θα ήταν πολύ δύσκολο να μετακινηθεί από τον συζυγικό οίκο, καθότι εκτός από την οικονομική δυσκολία που έχει προς τούτο, δεν έχει κάπου αλλού να μεταφερθεί με τα ανήλικα, πλην της κατοικίας που αναφέρθηκε πιο πάνω η οποία όμως ενοικιάζεται με πρωτοβουλία του καθ' ου η αίτηση και χωρίς η ίδια να λαμβάνει κάποιο ποσό από την ενοικίαση της. Ισχυρίζεται ότι πρέπει να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και να απομακρυνθεί άμεσα ο καθ' ου η αίτηση από την συζυγική οικία, καθότι παρουσιάζει βίαια και επιθετικά ξεσπάσματα, προκαλεί αναστάτωση στα παιδιά και ειρωνεύεται συνεχώς την ίδια με αποτέλεσμα να μην νιώθουν άνετα με την παρουσία του μέσα στο σπίτι. Αποκορύφωμα της όλης κατάστασης, ήταν το τελευταίο επεισόδιο όπου σύμφωνα με την αιτήτρια ο καθ' ου η αίτηση έσπρωξε έπιπλο προς την κατεύθυνση της με αποτέλεσμα να την ρίξει κάτω. Οι λόγοι ένστασης που προβάλει ο καθ' ου η αίτηση είναι οι εξής: Α) Η αίτηση είναι νομικά και/η ουσιαστικά αβάσιμη και/η παράτυπη και/η αντικανονική. Β) Δεν συντρέχουν οι εκ του Νόμου προϋποθέσεις και/η νομολογιακές προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος, καθ' ότι με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν φαίνεται πουθενά η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση και/η ούτε η αιτήτρια θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Γ) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική και αποτελείται από ανακρίβειες και/η ψευδείς και/η ανυπόστατους ισχυρισμούς και/η γενικόλογους ισχυρισμούς και/η αοριστολογίες. Δ) Η αιτήτρια δεν δικαιούται στην έκδοση του διατάγματος καθότι αντίκειται προς το συμφέρον των τέκνων. Ε) Η αιτήτρια με σκοπό την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος προέβη σε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων για την υπόθεση και/η δεν προέβη σε ειλικρινή αποκάλυψη κάθε ουσιώδους γεγονότος. Στ) Η αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια (clean hands). Z) Δεν έχει καταδειχθεί και/η παρουσιαστεί η ύπαρξη του κατεπείγοντος για την έκδοση του Διατάγματος. Η) Δεν είναι ορθό και/η δίκαιο και/η προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και των ανηλίκων τέκνων η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Θ) Η αίτηση δεν στηρίζεται από την δέουσα μαρτυρία. Ο καθ' ου η αίτηση στην ένορκη δήλωση του, απορρίπτει κατηγορηματικά σχεδόν όλους τους ισχυρισμούς της αιτήτριας και παρουσιάζει μια εντελώς διαφορετική εκδοχή. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι ουδέποτε είχαν ουσιαστικά προβλήματα με την αιτήτρια πέραν κάποιων μικρών διαφωνιών όπως όλα τα ζευγάρια, ουδέποτε προσπάθησε να την αποξενώσει από την οικογένεια της και ουδέποτε δημιουργήθηκαν εντάσεις στον συζυγικό οίκο με αφορμή άτομα του οικογενειακού περιβάλλοντος της αιτήτριας, αντίθετα η αιτήτρια είναι αυτή που προσπαθούσε να αποξενώσει τον καθ' ου η αίτηση και τα ανήλικα από την οικογένεια του με κάθε τρόπο. Είναι η θέση του ότι οι σχέσεις του με την οικογένεια της αιτήτριας είναι άψογες και ότι αν όντως υπήρχε κάποιο πρόβλημα μεταξύ τους, δεν θα δούλευε για αυτούς και δεν θα είχε καθημερινή επικοινωνία μαζί τους. Διερωτάται δε, γιατί εφόσον η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι τα προβλήματα στις σχέσεις τους υπήρχαν από τα πρώτα χρόνια περίμενε τόσο καιρό να προβεί σε αυτές τις ενέργειες, εννοώντας προφανώς την έναρξη της παρούσας διαδικασίας. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ποτέ δεν ήταν αδιάφορος σε σχέση με τις ανάγκες της οικογένειας του και ακόμα και σήμερα που είναι άνεργος προσπαθεί με κάθε τρόπο να συνεισφέρει για την κάλυψη των αναγκών τους και ότι μέχρι το 2016 κάλυπτε τα έξοδα που αφορούσαν το σχολείο των ανηλίκων, τα φροντιστήρια, λογαριασμούς, ασφάλειες και συντήρηση αυτοκινήτων, ενώ σήμερα καλύπτει όλα τα πιο πάνω πλην του σχολείου του Κυριάκου. Απορρίπτει ως ψευδείς και ανυπόστατους τους ισχυρισμούς της αιτήτριας ότι επιδεικνύει επιθετική και βίαιη συμπεριφορά προς τα ανήλικα τέκνα τους και ισχυρίζεται ότι δεν αντιλήφθηκε ότι προωθούνται εναντίον του δικαστικά μέτρα καθότι δεν συμβαίνουν όλα όσα αναφέρει η αιτήτρια για να υποψιαστεί κάτι ο ίδιος. Για την σχέση του με τον υιό του Κυριάκο αναφέρει ότι λόγω της ηλικίας που βρίσκεται ο ανήλικος, έχει καθημερινές προστριβές με τον ίδιο αλλά και την αιτήτρια. Αγνοεί λέει το γεγονός ότι η αιτήτρια απέστειλε γνωστοποίηση λύσης του γάμου τους στον αρμόδιο Επίσκοπο και απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι βρίσκονται σε διάσταση από κλίνης, αφού ουδέποτε διέμεινε σε άλλο μέρος εντός της συζυγικής οικίας. Απορρίπτει τους ισχυρισμούς της αιτήτριας ότι επιφορτίζεται η ίδια αποκλειστικά την φροντίδα των ανηλίκων και ισχυρίζεται ότι αυτό είναι κάτι που έχουν αναλάβει από κοινού και αρνείται ότι η αιτήτρια βρίσκεται σε πλεονεκτικότερη θέση από αυτόν να παρέχει στα ανήλικα την φροντίδα που χρειάζονται καθημερινά. Προς υποστήριξη των ισχυρισμών του αναφέρει ότι το καλοκαίρι, όπου ο ίδιος εργαζόταν τα βράδια στο εστιατόριο του, η αιτήτρια μετέβαινε στην μπυραρία που διατηρεί η οικογένεια της έχοντας μαζί της τα ανήλικα εκθέτοντας τα σε κίνδυνο, αφήνοντας τα χωρίς επίβλεψη στο ξύλινο σπιτάκι πάνω από την μπυραρία με όλους τους κινδύνους που αυτό συνεπάγεται. Ο ίδιος έχει πολύ καλή σχέση με τα ανήλικα, είναι παρών στην καθημερινότητα τους, ενώ η αιτήτρια προσπαθεί με κάθε τρόπο να τον αποξενώσει από αυτά. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς της αιτήτριας ότι η παραμονή του καθ' ου η αίτηση στην συζυγική οικία δεν θα είναι προς όφελος των ανηλίκων, ιδιαίτερα λόγω της συμπεριφοράς του το τελευταίο διάστημα, ισχυρίζεται ότι δεν συντρέχει κανένας απολύτως λόγος να αποχωρήσει. Χαρακτηρίζει δε τους ισχυρισμούς της αιτήτριας ότι νιώθει ανασφάλεια όταν ο ίδιος βρίσκεται στο σπίτι, ότι είναι απότομος και νευρικός ως ψευδείς και προϊόν δεύτερης σκέψης που μόνο σκοπό έχουν την απομάκρυνση του από την οικία. Απορρίπτει επίσης τα όσα η αιτήτρια αναφέρει σε σχέση με την αποχώρηση του από την οικογενειακή της επιχείρηση δίνοντας την δική του εκδοχή ισχυριζόμενος ότι οι απολαβές του ανέρχοντο στο ποσό των €3.000 μηνιαίως, μόνο για έξι μήνες και όχι ολόχρονα. Σε σχέση με την ενοικίαση της οικίας αναφέρει ότι ήταν κοινή η απόφαση να ενοικιαστεί και ότι λαμβάνουν το ποσό των €400 μηνιαίως και όχι το ποσό των €500, ποσό το οποίο ξοδεύουν αποκλειστικά για τις ανάγκες της οικογένειας αλλά και για την συντήρηση της συγκεκριμένης οικίας. Αρνείται επίσης ότι στο ακίνητο που διαθέτει στο Παραλίμνι υπάρχει μικρή κατοικία στην οποία θα μπορούσε άνετα να διαμείνει και ισχυρίζεται ότι επί του ακινήτου βρίσκεται μικρή αποθήκη χωρίς παροχή ρεύματος και νερού κάτι που την καθιστά μη κατοικήσιμη, ενώ δεν υπάρχει δρόμος καθιστώντας την μετάβαση σε αυτό επικίνδυνη, ιδιαίτερα τον χειμώνα. Αρνείται ότι η συμπεριφορά του έναντι της αιτήτριας και των ανηλίκων είναι τέτοια που να καθιστά επιτακτική την απομάκρυνση του και ότι παρουσιάζει οξύθυμα και επιθετικά ξεσπάσματα. Σε σχέση δε με το πρόσφατο περιστατικό που επικαλείται η αιτήτρια, αναφέρει ότι αυτή έσπρωξε έπιπλο βίαια προς το μέρος του την ώρα που καθόταν σε μια πολυθρόνα. Σύμφωνα με τον καθ΄ ου η αίτηση, τα όσα η αιτήτρια ισχυρίζεται αποτελούν την ύστατη προσπάθεια της να πετύχει την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων καθότι δεν αποδεικνύει με κανένα τρόπο τους ισχυρισμούς της, αλλά αρκείται σε αοριστολογίες και ψεύδη. Η ακρόαση ολοκληρώθηκε με τις γραπτές αγορεύσεις των δικηγόρων της κάθε πλευράς. Έχω μελετήσει την παρούσα αίτηση, την ένσταση και το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων τόσο της αιτήτριας όσο και του καθ' ου η αίτηση καθώς και τα όσα οι δικηγόροι των διαδίκων υποστήριξαν με τις αγορεύσεις τους. Αναφορικά με τον λόγο ένστασης ότι η ένορκη δήλωση της αιτήτριας περιέχει ανακρίβειες, ψευδείς και/η ανυπόστατους ισχυρισμούς και/η γενικόλογους ισχυρισμούς και/η αοριστολογίες, τονίζω ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία, ούτε καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο εκείνων που κρίνονται αναγκαία για την εξακρίβωση στοιχείων που θεωρούνται απαραίτητα για την θεμελίωση των προϋποθέσεων που τάσσει η Νομολογία, (Κυρίλλου v. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ 1528). Τα θέματα πάνω στα οποία είναι φανερό ότι διαφωνούν οι διάδικοι δεν θα αποφασιστούν τελεσίδικα στο στάδιο αυτό, αλλά στο στάδιο εκδίκασης της εναρκτήριας αίτησης, όπου το Δικαστήριο θα αξιολογήσει την μαρτυρία που θα τεθεί ενώπιον του και θα καταλήξει στα συμπεράσματα του. Χαρακτηριστικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Milton Investments Company Ltd v. Dryden Group Ltd, ECLI:CY:AD:2014:A220, Πολ. Έφ. Αρ. 424/11, ημερ. 27/03/2014 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνουμε ότι το πρώτο παράπονο δεν ευσταθεί και σε ότι αφορά το δεύτερο, συμφωνούμε με τους εφεσείοντες ότι κατά πάγια Νομολογία (Jonitexo (ανωτέρω) και Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α
(1995)1 ΑΑΔ 248) το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό Διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Πρόκειται, να τονίσουμε, για αρχή που πρέπει να τηρείται με ευλάβεια και κατά το ενδιάμεσο αυτό στάδιο, το Δικαστήριο όχι μόνο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει στα προαναφερθέντα συμπεράσματα, αλλά και να μην αφήνει να αιωρείται η σκιά ότι έχει αποφασίσει την ουσία της υπόθεσης ή κάποια ουσιώδη πτυχή της.» Ως εκ των ανωτέρω ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης απορρίπτεται. Προβάλλεται από τον καθ' ου η αίτηση ότι η αιτήτρια με σκοπό την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος προέβη σε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων για την υπόθεση και/η δεν προέβη σε ειλικρινή αποκάλυψη κάθε ουσιώδους γεγονότος, ότι δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια (clean hands) και ότι δεν έχει καταδειχθεί και/η παρουσιαστεί η ύπαρξη του κατεπείγοντος για την έκδοση του Διατάγματος, λόγοι οι οποίοι απορρίπτονται για τους λόγους που επεξηγώ κατωτέρω. Είναι νομολογιακά καθιερωμένη αρχή ότι ο αιτητής, ο οποίος επιδιώκει μονομερώς ένα προσωρινό διάταγμα, πρέπει να προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Πρέπει δηλαδή να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων που τυχών να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου, ως προς την έκδοση ή όχι ενός προσωρινού διατάγματος. Η σημασία της αποκάλυψης έχει αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων. Το επιστέγασμα της απουσίας αποκάλυψης είναι η κατάργηση του διατάγματος. Το Δικαστήριο αν θεωρήσει ότι η μη αποκάλυψη ήταν ουσιώδης μπορεί να ακυρώσει το προσωρινό διάταγμα που το ίδιο εξέδωσε αρνούμενο ν´ ακούσει περαιτέρω τον αιτητή. Για να ακυρώσει, όμως, το διάταγμα θα πρέπει τα γεγονότα που δεν αποκαλύφθηκαν να ήταν ουσιώδη. Επίσης, θα πρέπει να βρίσκονταν εντός της γνώσης του αιτητή. Βλ. Στυλιανού v. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 583, Γρηγορίου κ. ά. v. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Demstar Ltd. v. Zim Israel Navigation Co. Ltd.
(1996)1 (A) Α.Α.Δ. 597, Μ. & Ch. Mitsingas Tr. Ltd. κ. ά. ν. Timberland Co.
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791, Resola (Cyprus) Ltd. v. Χρίστου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 598, Σεβαστού ν. Σεβαστού,
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1980]. Επιπλέον, για να δικαιολογείται η έκδοση ενός διατάγματος μονομερώς, κατά παρέκκλιση του θεμελιώδους κανόνα της δικαιοσύνης που απαιτεί ακρόαση των δύο μερών πριν την άσκηση δικαστικής εξουσίας, θα πρέπει να συντρέχει και το στοιχείο του κατεπείγοντος. Το στοιχείο του κατεπείγοντος έχει ουσιαστική σημασία εκεί όπου η έκδοση του προσωρινού διατάγματος επιδιώκεται στη βάση μονομερούς αίτησης, όπως προβλέπεται από το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 και όπως έχει ερμηνευτεί στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 598]. Οι δύο πιο πάνω αρχές εφαρμόζονται αυστηρά στις περιπτώσεις όπου εκδίδεται ένα Διάταγμα μονομερώς. Στην υπό εξέταση υπόθεση δόθηκαν από το Δικαστήριο οδηγίες όπως η αίτηση επιδοθεί στον καθ' ου η αίτηση και ως εκ τούτου έχει μετατραπεί σε αίτηση δια κλήσεως, (Κώστας Σμυρνιός,
(2000)1 ΑΑΔ 43, Μαρκιτανή v. Μαρκιτανή
(2000)1 ΑΑΔ) με αποτέλεσμα οι δύο πιο πάνω αρχές να μην τυγχάνουν εφαρμογής. Ο καθ' ου η αίτηση προβάλλει επίσης ως λόγο ένστασης το ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του αρ. 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, που θα επέτρεπαν την έκδοση προσωρινού Διατάγματος και κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στην διαδικασία για έκδοση ενός προσωρινού Διατάγματος, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον συντρέχουν οι 3 προϋποθέσεις του άρθρου. 32 του Ν. 14/60, όπως αυτές έχουν αποκρυσταλλωθεί σε σωρεία Αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι οποίες είναι: Α. Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση Β. Ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία στην αγωγή και Γ. Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα. (Βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Τσιολάκκη και άλλη ν. Στυλιανίδη
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 782, Πουργουρίδη κ.α .Μέζου,
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 253, M & Ch Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. ν. Timberland Co.
(1997)1 (Γ) 1 Α.Α.Δ. 1791). Το Δικαστήριο πρέπει επιπρόσθετα στο τελικό στάδιο, να σταθμίσει κατά πόσον είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα. (Ιπποδρομιακή Αρχή v. Χ΄΄ Βασίλη
(1989)1 ΑΑΔ 152). Επίσης, ως ανωτέρω έχει αναφερθεί, το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν μπορεί να εξετάσει οποιαδήποτε ευρήματα (Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 ΑΑΔ 363). Οι αντικρουόμενοι ισχυρισμοί θα εξετασθούν στην ακρόαση της κυρίως αίτησης. Το πραγματικό υπόβαθρο μιας αίτησης θα πρέπει να διακριβώνεται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, τηρουμένης ασφαλώς της δυνατότητας αντεξέτασης ως αυτή προνοείται στην Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ
(2006)1 ΑΑΔ 1013 λέχθηκε ότι ισχυρισμοί επί ενόρκων δηλώσεων οι οποίοι δεν αντεξετάστηκαν επί του περιεχομένου τους, παραμένουν ακλόνητοι και ως εκ τούτου δεν μπορεί παρά να γίνουν αποδεκτοί. Το βάρος απόδειξης ανήκει στον αιτητή να ικανοποιήσει τις πιο πάνω αναφερόμενες προϋποθέσεις (Μαίρη Σεβαστού v. Εμανουήλ Σεβαστού
(2002)1 Γ Α.Α.Δ. 1980) Τα αμφισβητούμενα γεγονότα σε αιτήσεις επιβάλλεται να αποδεικνύονται από τον διάδικο που τα επικαλείται (Thinking Steel International Bv. V. Caramondani Bros Public Co Ltd, Πολ. Εφ. 361/08, ημ. 29.6.12). Στην υπόθεση Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1Α Α.Α.Δ. 253, έχει αναφερθεί ότι η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία και πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα. Τέτοια μαρτυρία είναι αυτή που εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων. Ομοίως στην Thinking Steel International BV v. Garamondani Bros Public Co. Ltd, (πιο πάνω), έχει αναφερθεί πως στην περίπτωση αιτήσεων βασιζόμενων σε ένορκες δηλώσεις τα αμφισβητούμενα γεγονότα επιβάλλεται να αποδεικνύονται από το διάδικο που τα επικαλείται, στο βαθμό και στην έκταση που το βάρος απόδειξης επιβάλλει. Σε σχέση με την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση έχει εξηγηθεί ότι δεν απαιτείται τίποτα περισσότερο από του να καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση ενώ η δεύτερη προϋπόθεση σύμφωνα με την Odysseos ανωτέρω περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά κάτι λιγότερο από το "ισοζύγιο των πιθανοτήτων " που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές διαφορές. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, η οποία σχετίζεται με την επάρκειας της θεραπείας υπό το φως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης, έχει λεχθεί ότι "η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου σε θεραπεία". (βλέπε Timberland ανωτέρω).Ομοίως στην Κυρίσαββα v. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. έχει λεχθεί: "όμως η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπ' όψη " Έχοντας υπόψη όλες τις πιο πάνω αρχές προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο είναι δικαιολογημένη η έκδοση προσωρινού Διατάγματος σε συνάρτηση με το αρ. 17
(1)του Περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου του 1990 (Ν.23/90) το οποίο ορίζει ότι: "17.
(1)Σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης ή σε περίπτωση που δίνεται γνωστοποίηση στον Επίσκοπο σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Απόπειρας Συνδιαλλαγής και Πνευματικής Λύσης του Γάμου Νόμου ή σε περίπτωση που καταχωρείται αγωγή διαζυγίου, το Οικογενειακό Δικαστήριο μπορεί, ύστερα από αίτηση ενός από τους συζύγους, εφόσον το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας και ενόψει των ειδικών συνθηκών του καθενός από τους συζύγους και του συμφέροντος των παιδιών, να παραχωρήσει στον ένα σύζυγο την αποκλειστική χρήση ολόκληρου ή τμήματος του ακινήτου που χρησιμεύει ως κύρια διαμονή των ιδίων (οικογενειακή στέγη), ανεξάρτητα από το ποιος από αυτούς είναι κύριος ή έχει απέναντι στον κύριο το δικαίωμα της χρήσης του. Η απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου υπόκειται σε αναθεώρηση όταν το επιβάλλουν οι περιστάσεις.» Στην υπόθεση Κατσουρίδης v. Κατσουρίδη
(1997)1 (Α) ΑΑΔ 515 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «οι φράσεις «εφόσον το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας» και «ενόψει των ειδικών συνθηκών του καθενός από τους συζύγους και του συμφέροντος των παιδιών» δεν είναι τυχαία λεκτική ωραιοποίηση του Νόμου. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις του, ο δικαστής παρεμβαίνει αποφασιστικά, και μάλιστα πριν από την λύση της έγγαμης σχέσης, στην οικογενειακή μονάδα που κατά κανόνα, και γενική αντίληψη, αποτελεί το πιο ισχυρό νήμα στον κοινωνικό ιστό, μιας και αποτελείται από τα πιο αγαπημένα πρόσωπα μεταξύ τους. Το μέτρο τούτο χαρακτηρίζεται ως «δρακόντειο». Ας μην παρεξηγείται όμως η παρομοίωση που παρουσιάζει το δικαστή να εφαρμόζει αυστηρά και σκληρά μέτρα όπως ο γνωστός νομοθέτης στην αρχαία Αθήνα, Δράκων. Η παρέμβαση του Δικαστή, σύμφωνα με τις υπό συζήτηση διατάξεις του άρθρου στην οικογένεια δεν έχει, για οποιοδήποτε μέλος της τιμωριτικό χαρακτήρα. Σκοπεί μόνο στην διόρθωση ή τον περιορισμό της παραπέρα επιδείνωσης της οικογενειακής σχέσης, με σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις στα μέλη της. » Επίσης στην Βουνού v. Βουνού
(1995)1ΑΑΔ 168 έχει λεχθεί ότι: « Ό,τι ο νομοθέτης επεδίωξε με τις διατάξεις του Άρθρου 17, ήταν ο περιορισμός στο βαθμό του εφικτού των δυσμενών επιπτώσεων για την οικογένεια από τη διακοπή της συμβίωσης. » Ως έχει ήδη αναφερθεί ανωτέρω, η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι από το Πάσχα του 2017 βρίσκονται σε διάσταση από κλίνης και μάλιστα στις 25/10/2017 απέστειλε γνωστοποίηση με διπλοσυστημένη επιστολή προς την Ιερά Μητρόπολη Κωνσταντίας Αμμοχώστου, γνωστοποιώντας την πρόθεση της για λύση του γάμου της με τον καθ' ου η αίτηση. Φαίνεται ότι εδώ πληρείται χωρίς αμφιβολία η δεύτερη προϋπόθεση που θέτει ο νόμος για την ενεργοποίηση της διάταξης του άρθρου 17 του Ν.23/90 και συνεπώς κρίνω ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την ακρόαση της εναρκτήριας αίτησης. Για τους λόγους που επεξηγώ πιο κάτω κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση δεν συντρέχουν οι άλλες δύο προϋποθέσεις που θέτει το αρ. 32 του Ν. 14/60. Αυτό που η αιτήτρια ουσιαστικά επιδιώκει είναι την απομάκρυνση του καθ' ου η αίτηση από τον συζυγικό οίκο, μέτρο το οποίο έχει χαρακτηριστεί από την νομολογία ως δρακόντειο αλλά και δραστικό, στοιχειοθετώντας την απαίτηση της χαρακτηρίζοντας τον καθ' ου η αίτηση ως ένα άτομο αδιάφορο, επιθετικό και οξύθυμο ιδιαίτερα το τελευταίο διάστημα. Ζητά μέσω του Δικαστηρίου την προστασία της σωματικής και ψυχικής της ακεραιότητας, αλλά και των ανήλικων τέκνων της και διατείνεται ότι η οριστική ρήξη στις σχέσεις και συνακόλουθα η διάσταση από κλίνης επήλθε με δική της πρωτοβουλία και εξαιτίας της συμπεριφοράς του καθ' ου η αίτηση. Ισχυρίζεται δε ότι ο μόνος λόγος που ο καθ' ου η αίτηση δεν αποχωρεί από την συζυγική οικία είναι για να την εκδικηθεί αλλά και για να την επιβαρύνει οικονομικά. Παρουσιάζει τον καθ' ου η αίτηση ως αντιδραστικό με ξεσπάσματα θυμού και επιθετικότητας, ως επικίνδυνο αλλά και αντιδραστικό με τα ανήλικα, τα οποία φροντίζει αποκλειστικά η ίδια με αποτέλεσμα αυτά να έχουν αποξενωθεί από τον καθ' ου η αίτηση. Από την άλλη ο καθ' ου η αίτηση παρουσιάζει μια εντελώς διαφορετική εικόνα της μεταξύ τους σχέσης, αρνούμενος ακόμα και τον ισχυρισμό της περί διάστασης από κλίνης, ισχυριζόμενος ότι η οικογένεια τους αντιμετωπίζει τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν όλες οι οικογένειες και που αντιμετώπιζαν πάντα. Χαρακτηρίζει τους ισχυρισμούς της καθ' ης η αίτηση ως γενικούς, αόριστους, ατεκμηρίωτους και προϊόν δεύτερης σκέψης με σκοπό τον αποκλεισμό του από τον συζυγικό οίκο. Η αιτήτρια προσδιορίζει χρονικά την έναρξη των προβλημάτων στην σχέση των διαδίκων από τον αρραβώνα τους. Προβαίνει σε ισχυρισμούς περί επιθετικότητας του καθ' ου η αίτηση αλλά και επίδειξης του οξύθυμου χαρακτήρα του χωρίς να αναφέρεται σε συγκεκριμένα περιστατικά που να είναι καθοριστικά προς απόδειξη των ισχυρισμών της. Ακόμη και ο ισχυρισμός της περί διάσταση από κλίνης, αποτελεί έναν γενικό και αόριστο ισχυρισμό. Δεν κατατοπίζει το Δικαστήριο η αιτήτρια ως προς το τι είναι αυτό που συνέβη εκείνη την ημέρα ή τις προηγούμενες ημέρες, πέραν των όσων αόριστα αναφέρει, αφού σύμφωνα με τα λεγόμενα της η κατάσταση αυτή ξεκίνησε από τον αρραβώνα τους και συνεχίζεται μέχρι σήμερα, με κάποιες μικρές διαφοροποιήσεις, που να την οδήγησε στο να πάρει την πρωτοβουλία να κοιμάται σε ξεχωριστό δωμάτιο με τον καθ' ου η αίτηση, ισχυρισμό που ο ίδιος απορρίπτει. Το μόνο συγκεκριμένο περιστατικό που αναφέρει η αιτήτρια είναι αυτό το οποίο έλαβε χώρα πρόσφατα, όπου σύμφωνα με τα λεγόμενα της, ο καθ' ου η αίτηση έσπρωξε ένα έπιπλο προς το μέρος της με αποτέλεσμα η ίδια να πέσει στο έδαφος. Και πάλιν η αιτήτρια αρκείται στο να αναφέρει γενικούς ισχυρισμούς χωρίς να προσδιορίζει χρονικά το περιστατικό αυτά αλλά και χωρίς να αναφέρει έστω τι ήταν αυτό που εκνεύρισε τον καθ' ου η αίτηση και τον έκανε να αντιδράσει με αυτόν τρόπο. Από την άλλη ο καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι τα πράγματα έγιναν πολύ διαφορετικά και ότι η αιτήτρια ήταν αυτή που έσπρωξε το έπιπλό προς το μέρος του. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω όλες τις εκατέρωθεν αντικρουόμενες θέσεις των διαδίκων οι οποίες έχουν με λεπτομέρεια αναφερθεί ανωτέρω. Το πιο σημαντικό είναι ότι ο καθ' ου η αίτηση αρνείται κατηγορηματικά όλα όσα η αιτήτρια του καταλογίζει και θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου προς υποστήριξη του αιτήματος της. Σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας που έχω ενώπιον μου δεν παραγνωρίζω ότι στο παρών στάδιο η αιτήτρια επιδιώκει την έκδοση προσωρινού Διατάγματος και ότι η βασική αρχή της νομολογίας είναι ότι δεν είναι ώρα για λεπτομερή αξιολόγηση της μαρτυρίας αυτής και εξαγωγή οιονδήποτε ευρημάτων. Αυτό είναι κάτι που θα γίνει κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. (Jonitexo Ltd v. Adida
(1984)1ΑΑΔ 263). Συνεπώς σε όποια αξιολόγηση της μαρτυρίας και αν έχω προβεί το έχω κάνει μόνο για να διαπιστώσω εάν συντρέχουν οι 3 προϋποθέσεις που θέτει το αρ. 32 του Ν. 14/60 σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Τούτων λεχθέντων, διαπιστώνω ότι η αιτήτρια απέτυχε να ανταποκριθεί στο βάρος απόδειξης των αμφισβητούμενων γεγονότων ως έχουν καταγραφεί πιο πάνω. Η παράλειψη αυτή της αιτήτριας είναι καθοριστική για την τύχη της αίτησης της. Στην Μαίρη Νίκου Σεβαστού v. Εμμανουήλ Νίκου Σεβαστού
(2002)1Γ ΑΑΔ, 1980 σελ. 1987 αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Το Δικαστήριο δεν μπορούσε να αγνοήσει τον αντινομικό χαρακτήρα της μαρτυρίας της εφεσείουσας. Θα θυμίσω εδώ ότι με την ένορκη δήλωση του, ο εφεσίβλητος αρνήθηκε τους βασικούς ισχυρισμούς της, θέτοντας μια άλλη εκδοχή. Όμως τα θέματα, οι ασάφειες και οι αντιφάσεις παρέμειναν αδιευκρίνιστες αφού η εφεσείουσα, που είχε το βάρος της απόδειξης, με την έννοια που εξηγεί ο δικαστής, δεν έκαμε χρήση του δικαιώματος αντεξέτασης που της παρείχε η Δ.48 θ.4». Από τα στοιχεία που έχω ενώπιον μου προκύπτει ότι η αιτήτρια θεωρεί ότι από το Πάσχα του 2017 υπάρχει διάσταση από κλίνης στις σχέσεις της με τον καθ' ου η αίτηση, θέση την οποία ο καθ' ου η αίτηση απορρίπτει. Ακόμη και εάν θεωρήσω ως δεδομένο ότι ο ισχυρισμός της αυτός είναι αληθής, εξακολουθεί να με προβληματίζει και η υπαιτιότητα των διαδίκων. Στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Κατσουρίδη (ανωτέρω) λέχθηκαν τα πιο κάτω σχετικά: «΄Εχουμε την άποψη πως αιτητής ο οποίος αποτείνεται στο Οικογενειακό Δικαστήριο για τη λύση του γάμου του, ή για να θέσει σε λειτουργία τις διατάξεις του άρθρου που εξετάζουμε, πρέπει να αποδείξει πως ο καθ'ου η αίτηση είναι υπαίτιος της συμπεριφοράς στην οποία στηρίζει το αίτημα του, ή για τη διακοπή της συμβίωσης. Στη διασάλευση των συζυγικών σχέσεων δυνατό να είναι ο ένας των μερών αποκλειστικά υπεύθυνος, ή και οι δύο. Εκείνος ο οποίος ζητά θεραπεία πρέπει να αποδείξει την υπαιτιότητα του άλλου. Αυτό, που ως εκ της φύσεως των υποθέσεων δεν μπορεί να κρίνει το Οικογενειακό Δικαστήριο, και δεν έχει τέτοια υποχρέωση, είναι το βαθμό υπαιτιότητας του καθενός.» Με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας, στα πλαίσια εξέτασης της έκδοσης ενός προσωρινού διατάγματος όπως έχω ήδη αναφέρει και χωρίς να προβαίνω σε λεπτομερή αξιολόγηση της μαρτυρίας προς εξαγωγή οιονδήποτε ευρημάτων, έχω καταλήξει στο ότι η αιτήτρια θα έπρεπε να ήταν πιο σαφής αλλά και πιο συγκεκριμένη στα όσα ισχυρίζεται και στα όσα καταλογίζει στον καθ' ου η αίτηση, ιδιαίτερα δε ως προς το πρόσφατο περιστατικό βίας εναντίον της. Η αιτήτρια επίσης παρέλειψε να απαντήσει στους ισχυρισμούς του καθ' ου η αίτηση σε σχέση με το πιο πάνω περιστατικό ή έστω να διαφωτίσει το δικαστήριο για το ποια συγκεκριμένα είναι η συμπεριφορά του καθ' ου η αίτηση που προκαλεί αναστάτωση και ανασφάλεια σε αυτή και στα τέκνα τους δίδοντας την δική της εκδοχή, ζητώντας άδεια να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Χρ. Κώστα ν. Ε. Κώστα
(2003)1 ΑΑΔ 269, 272-273, λέχθηκαν τα πιο κάτω σχετικά για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης: «..Τούτο ο Εφεσείων απέτυχε εντελώς να κάνει εφ' όσον ούτε αντεξέτασε την Εφεσίβλητη για να υποσκάψει ενδεχομένως τους δικούς της ισχυρισμούς ούτε επεδίωξε να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση για να τους αντικρούσει και να θέσει τη δική του εκδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου.» Η μαρτυρία της αιτήτριας παρουσιάζει κενά και δεν υποδεικνύει την υπαιτιότητα του καθ' ου η αίτηση για τη διασάλευση της συζυγικής σχέσης τους, όπως υποδείχθηκε στην Κατσουρίδης (ανωτέρω). Λαμβάνοντας υπόψη όλα όσα ανέφερα πιο πάνω, κρίνω ότι η αιτήτρια στο στάδιο αυτό της ενδιάμεσης διαδικασίας, απέτυχε να στοιχειοθετήσει την ορατή πιθανότητα επιτυχίας κατά την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης και ότι χωρίς την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων θα ήταν αδύνατον να απονεμηθεί δικαιοσύνη στην ίδια μεταγενέστερα. Σαφώς, όλα τα εγειρόμενα θέματα στην εναρκτήρια αίτηση παραμένουν ζωντανά και θα αποφασιστούν όταν εξεταστεί η ουσία της υπόθεσης.(Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka D.D.
(1999)1 (A) AAΔ.225) Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση ημερομηνίας 06/011/2017 απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του καθ' ου η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας και θα είναι καταβλητέα μετά το πέρας της εναρκτήριας αίτησης. . (Υπ.)........ Σ. Νεοφύτου, Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο