ΕΛΕΝΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. ΚΩΣΤΑΣ ΞΙΟΥΡΟΣ, Αρ. Αίτησης: 7/09, 9/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLAR:2018:2 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Τσαγγαρίδη, Π. Αρ. Αίτησης: 7/09 Μεταξύ: ΕΛΕΝΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Αιτήτρια και ΚΩΣΤΑΣ ΞΙΟΥΡΟΣ Καθ΄ού η αίτηση Αίτηση Υπό του Καθ΄ου η αίτηση -Αιτητή ημερ. 2.8.17 για καταχώρηση συμπληρωματικής ΄Ενορκης Δήλωσης ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 9 Ιανουαρίου, 2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Καθ΄ου η αίτηση- Αιτητή: κ. Ν. Νικολάου Για Αιτήτρια- Καθ΄ης η αίτηση: κ. Αχ. Αιμιλιανίδης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Το Δικαστήριο, στις 9.11.15, εξέδωσε διάταγμα με το οποίο διατάσσετο ο Αιτητής (στο εξής Καθ΄ου η αίτηση) όπως εντός ενός μηνός από 9.11.2015, μεταβιβάσει το 1/3 επί του μεριδίου του επί της οικίας που βρίσκεται επί της Λεωφόρου Μερσηνίας 12, Οικία 6, Αγία Νάπα η οποία είναι οικοδομημένη επί του Τεμαχίου 362, Φ/Σχ. 41/14 Ε1, τοποθεσία Μερσίνια, Δήμος Αγίας Νάπας, επαρχία Αμμοχώστου. Με βάση το πιο πάνω διάταγμα, η Αιτήτρια, στις 24.3.16 καταχώρησε αίτηση παρακοής κατά του Καθ΄ου η αίτηση. Ο Καθ΄ου η αίτηση, στις 23.6.16, καταχώρησε ένσταση κατά της αίτησης παρακοής. Τόσο η αίτηση παρακοής όσο και η ένσταση συνοδεύονται, αντίστοιχα, από τις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων. Η Αιτήτρια, στις 4.10.16, καταχώρησε αίτηση με την οποία αιτείτο την άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Στο αίτημα αυτό ο Καθ΄ου η αίτηση καταχώρησε την 1.12.16 ένσταση. Το Δικαστήριο, με ενδιάμεση απόφασή του ημερομηνίας 23.3.17, επέτρεψε την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και συγκεκριμένα του μάρτυρα της αιτήτριας Κυριάκου Αβραάμ. Η ένορκη δήλωση του Κυριάκου Αβραάμ καταχωρήθηκε στις 29.3.
- Την ίδια ημερομηνία, δηλαδή στις 4.10.16, η Αιτήτρια καταχώρησε και άλλη αίτηση με αίτημα την τροποποίηση της εναρκτήριας αίτησης. Την 1.12.16 ο Καθ΄ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση. Το Δικαστήριο, με ενδιάμεση απόφασή του ημερομηνίας 13.3.17, επέτρεψε την τροποποίηση. Η τροποποιημένη αίτηση παρακοής καταχωρήθηκε στις 17.5.
- Όπως αναφέρθηκε στην πιο πάνω παράθεση του ιστορικού της υπόθεσης, η συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Κυριάκου Αβραάμ καταχωρήθηκε στις 29.3.
- Ο Καθ΄ου η αίτηση, χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου, καταχώρησε, στις 22.6.17, συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Την παράτυπη αυτή καταχώρηση, επιζητεί ουσιαστικά να θεραπεύσει ο Καθ΄ου η αίτηση με την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης με την οποία αιτείται: «Διαταγή και/ή Οδηγία του σεβαστού Δικαστηρίου η οποία να επιτρέπει στον Καθ΄ου η αίτηση/Αιτητή την καταχώρηση συμπληρωματικής απαντητικής ένορκης δήλωσης του στην ένσταση του που καταχωρήθηκε κατά την 23.6.16 στην Αίτηση διά κλήσεως της Αιτήτριας ημερομηνίας 4.10.16 για καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων τόσο της ίδιας της Αιτήτριας όσο και του Κυριάκου Αβραάμ.» Η Αιτήτρια, στις 30.10.17, καταχώρησε ένσταση. Οι λόγοι της ένστασης είναι: «
- Η υπό κρίση αίτηση είναι νομικά αβάσιμη και/ή απαράδεκτη.
- Η υπό κρίση αίτηση είναι καταχρηστική και γίνεται με σκοπό την κωλυσιεργία της εκκρεμούσης διαδικασίας.
- Δεν καταδεικνύεται καλός λόγος έτσι ώστε να εγκριθεί η υπό κρίση αίτηση.
- Τα όσα ο Καθ΄ου η αίτηση/Αιτητής επιδιώκει να προσθέσει μέσω της καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δεν προσθέτουν τίποτα και/ή τίποτα ουσιαστικό και/ή σε τίποτα δεν διαφοροποιούν την υφιστάμενη εκδοχή τους αναφορικά με τα γεγονότα για την έγκριση του αιτήματος τους τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης, θέση η οποία ένσταση περιπτώσει έχει ήδη τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, και η τύχη της οποίας βρίσκεται πλέον στην κρίση του Δικαστηρίου, περιλαμβάνουν δε νομικούς ισχυρισμούς αντί γεγονότα.
- Ο Αιτητής/Καθ΄ου η αίτηση είχε γνώση των γεγονότων που προσπαθεί να προσαγάγει μέσω της συμπληρωματικής ΄Ενορκης Δήλωσης, χωρίς να αιτιολογεί για ποιο λόγο δεν συμπεριέλαβε τα εν λόγω γεγονότα στην αρχική του ένορκο δήλωση.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος για παροχή άδειας του Δικαστηρίου στον Καθ΄ου η αίτηση/Αιτητή για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και/ή τα γεγονότα τα οποία αποκαλύπτει η Ενόρκως Δηλούσα και/ή τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα δεν δικαιολογούν τις αιτούμενες θεραπείες.
- Με τη σκοπούμενη Συμπληρωματική ΄Ενορκη Δήλωση επιχειρείται να προστεθεί επιχειρηματολογία η οποία μπορεί να τεθεί κατά το στάδιο των αγορεύσεων και όχι στα πλαίσια μίας συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και/ή μεγάλο μέρος των όσων επιθυμεί να εισάγει ο Καθ΄ου η αίτηση/Αιτητής αποτελούν επιχειρηματολογία και σχολιασμό μαρτυρίας και/ή μερικά από τα ζητήματα που ζητείται άδεια για καταχώρηση Συμπληρωματικής ΄Ενορκης Δήλωσης είναι νομικά και αποτελούν θέμα αγόρευσης.
- Οι αιτούμενες θεραπείες συνιστούν κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of process) και σκοπό έχουν την πρόκληση καθυστέρησης στη διαδικασία.» Στην αίτηση του Καθ΄ου η αίτηση επισυνάπτεται η προτεινόμενη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση. Η ακρόαση της ενδιάμεσης αίτησης διεξήχθηκε με τις γραπτές αγορεύσεις των διαδίκων. Σύμφωνα με τη Δ.48 θ.4
(2), η οποία αποτελεί τη νομική βάση της αίτησης, η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις, τηρουμένης πάντοτε της δυνατότητας αντεξέτασης όπως προνοείται από τη Δ.39. Με τον Θεσμό αυτό, αποκλείεται πλέον, σε αμφισβητούμενα γεγονότα, η προσαγωγή πρόσθετης προφορικής μαρτυρίας. Στις περιπτώσεις λοιπόν που ισχυρισμοί του Αιτητή, αναγκαστικά αμφισβητούνται, ο Αιτητής αναγκαστικά, θα πρέπει, προκειμένου να καταφέρει να αποσείσει το σχετικό αποδεικτικό βάρος, να προσκομίσει μαρτυρία. Τούτο μπορεί να γίνει κατορθωτό με την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, οι οποίες θα πρέπει να έχουν σκοπό, την αντίκρουση ισχυρισμών της άλλης πλευράς, οι οποίοι ισχυρισμοί αν δεν απαντηθούν και παραμείνουν αναντίλεκτοι, θα έχουν ως αποτέλεσμα την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. Επί του προκειμένου, σχετική παραπομπή γίνεται στο πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση ROMIR MONITORING - ΚΑΙ - MB ROMIR HOLDINGS LTD
(2008)1 Α.Α.Δ. 106: "Οι εφεσίβλητοι δεν ζήτησαν δυνάμει της Δ.48, θ 4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας άδεια, είτε για να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση, είτε για να αντεξετάσουν το πρόσωπο που ορκίστηκε την ένορκη δήλωση, επί της οποίας επισυναπτόταν ως τεκμήριο το σχετικό Πιστοποιητικό του Υπουργείου Εξωτερικών. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των γεγονότων, που αναφέρονται στην αίτηση και στην ένορκη δήλωση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατά την άποψή μας λανθασμένα θεώρησε ότι το Πιστοποιητικό κατοπτρίζει μόνο τη γνώμη του συντάκτη του ή έστω τη γνώμη του συγκεκριμένου Υπουργείου, αναφορικά με την ισχύ της εν λόγω Συνθήκης. Το σχετικό πιστοποιητικό, ως μέρος των γεγονότων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη ή μαχητό τεκμήριο για το περιεχόμενό του και δεν ήταν απλώς θέμα γνώμης του αρμοδίου Λειτουργού. Εφόσον το περιεχόμενο του δεν αμφισβητήθηκε, το Δικαστήριο όφειλε να το είχε δεχθεί για σκοπούς της αίτησης για ασφάλεια εξόδων. Πλην της υπόθεσης Studland, ανωτέρω, η οποία όπως έχουμε επισημαίνει διαφοροποιείται από την παρούσα, το Ανώτατο Δικαστήριο, σε πολλές άλλες υποθέσεις, θεώρησε ότι η Συνθήκη συνεχίζει να ισχύει. Αναφερόμαστε στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας (Αρ. 3)
(1995)1 Α.Α.Δ. 362, Vladimir Petrov
(1996)1 Α.Α.Δ. 535 και Ivanov Igor Borisovich
(2000)1 Α.Α.Δ. 1899». Ως προς την νομική πτυχή του υπό κρίση θέματος, σχετική παραπομπή γίνεται και στην απόφαση A. Messios & Sons Ltd, v. Α. Λεωνίδα
(2010)1 Α.Α.Δ. σελ. 195 όπου αναφέρονται τα πιο κάτω: " Μελετήσαμε με προσοχή τα ενώπιον μας στοιχεία υπό το φως των εισηγήσεων των δύο πλευρών. Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκείμενη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων -αιτητών. Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες- αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που προέβαλε ο εφεσίβλητος-καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων». Στην υπόθεση Βερεγγάρια Παπακόκκινου κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (Αρ. 1)
(2012)1 (Α) ΑΑΔ 643, τονίστηκε η αρχή ότι εκεί όπου αυτό επιδιώκεται είναι η επανάληψη των ισχυρισμών που τέθηκαν στην αρχική ΄ενορκη δήλωση ή προσθήκη επιχειρηματολογίας, δεν δικαιολογείται η παροχή άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Σχετική με το υπό κρίση θέμα είναι και η πρόσφατη απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην υπόθεση Μαρίας Κόκκινου και Κυριάκου Κόκκινου, ΄Εφ. αρ. 29/14, ημερ. 3.11.16, όπου αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Το ζήτημα της παραχώρησης ή μη άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ανάγεται, ασφαλώς, στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάσαντος Δικαστηρίου η οποία ασκείται σε συνάρτηση με τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του ως επίδικα. Η δυνατότητα άσκησης της εξουσίας αυτής υπέρ του αιτήματος, όπου ο επιδιωκόμενος σκοπός της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς, απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο πρόσφατα στην υπόθεση Χαράλαμπου Ανδρέα Κουππά ν. Πουλλας Τσαδιώτης Λιμιτεδ κ.ά, Π.Ε. 312/2010, ημερομηνίας 17.7.2014 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Σ΄ ότι δε αφορά τη δυνατότητα που παρέχεται από τη Δ.48 Θ.4
(2)για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου» και δεν βλέπουμε πώς η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει «καλό λόγο».» Δεν υπάρχει, βέβαια, άκαμπτος κανόνας. Σε διαδικασίες, όμως, για προσωρινά διατάγματα, σπάνια είναι που θα προκύψει ανάγκη η οποία να εκφράζεται σε καλό λόγο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος. Και αυτό γιατί στις διαδικασίες αυτές το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται ουσιαστικά σε εξέταση της συνδρομής των νομοθετικών προϋποθέσεων για την έκδοση του διατάγματος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και σε εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων.» Μετά την παράθεση των νομολογιακών αρχών που διέπουν κατωτέρω το υπό κρίση θέμα, θα προχωρήσω κατωτέρω στην εξέταση της παρούσας αίτησης. Τονίζεται, ευθύς εξ΄ αρχής ότι η μόνη συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε είναι αυτή του Κυριάκου Αβραάμ. Η Αιτήτρια δεν καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Μια απλή σύγκριση του περιεχομένου των παραγράφων 1 εώς 14 της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης με τις παραγράφους 1 έως 10 αποκαλύπτει ότι οι παράγραφοι 1-14 της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποτελούν ουσιαστική επανάληψη των ισχυρισμών αλλά και της νομικής επιχειρηματολογίας που περιέχονται στις παραγράφους 1 έως 10 της αρχικής ένορκης δήλωσης του Καθ΄ου η αίτηση ημερομηνίας 23.6.
- Ως προς τις παραγράφους 15-17 της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, οι παράγραφοι αυτές αποτελούν ουσιαστικά επανάληψη των ισχυρισμών και της θέσης που προβάλλει στις παραγράφους 10 και 11 της αρχικής ένορκης του δήλωσης. Σημειωτέον ότι οι εν λόγω παράγραφοι 15-17, πέραν του ότι αποτελούν επανάληψη ισχυρισμών, περιέχουν και επιχειρηματολογία, όπως για παράδειγμα η μη επισύναψη επιστολών από τον Αβραάμ στην ένορκη του δήλωση, ως ο σχετικός του ισχυρισμός, ότι ο μάρτυρας αυτός δεν επισύναψε στην ένορκη του δήλωση τίτλους ιδιοκτησίας που αν όντως το έπραξε θα επισύναπτε τους σχετικούς τίτλους. Η παράγραφος 18 αποτελεί επανάληψη της αρχικής του ένορκης δήλωσης όπως ο ίδιος εξάλλου το παραδέχεται στην εν λόγω παράγραφο 18, η οποία ως επί το πλείστον αναλύεται σε νομική επιχειρηματολογία σχετικά με την επίδοση του επίδικου διατάγματος. Νομική επιχειρηματολογία συνιστά και η παράγραφος 19 της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Με βάση όλες τις πιο πάνω διαπιστώσεις η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας-Καθ΄ης η αίτηση και εναντίον του Καθ΄ου η αίτηση-Αιτητή, καταβλητέα όμως μετά το πέρας της αίτησης παρακοής ημερ. 24.3.
- (Υπ.) .......... Μ. Τσαγγαρίδης, Π. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΓΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο