Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως (ως Κεντρικής Αρχής με βάση το Νόμο (Ν. 11 (ΙΙΙ)/94), ύστερα από εξουσιοδότηση του Α.Σ. ν. Ρ. Γ., Αρ. Αίτησης: 2/18, 15/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Δικαιοδοσία Θεμάτων Οικογενειακών Σχέσεων Ενώπιον: Μ. Χ. Κάιζερ, Δ. Αρ. Αίτησης: 2/18 Αναφορικά με τη Σύμβαση για τις Αστικές Πτυχές της Διεθνούς Απαγωγής Παιδιών (Κυρωτικού) Νόμου του 1994 (Ν. 11 (ΙΙΙ)/94) και τον Κανονισμό 2201/2003 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης Μεταξύ: Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως (ως Κεντρικής Αρχής με βάση το Νόμο (Ν. 11 (ΙΙΙ)/94), ύστερα από εξουσιοδότηση του Α.Σ., από το Ηνωμένο Βασίλειο Αιτητή και Ρ. Γ. Καθ΄ης η αίτηση ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 15 Απριλίου, 2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: κα Θ. Κουμή για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Για τον Καθ΄ου η αίτηση: κος Λ. Βραχίμης για Ελένη Βραχίμη και Σια Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης που ενεργεί ως η Κεντρική Αρχή στην Κυπριακή Δημοκρατία, με βάση τη Σύμβαση της Χάγης που κυρώθηκε στην Κύπρο με τον περί της Συμβάσεως για τις Αστικές Πτυχές της Διεθνούς Απαγωγής Παιδιών (Κυρωτικός) Νόμος του 1994, Ν. 11 (ΙΙΙ)/94 (εφεξής η Σύμβαση) και τον Κανονισμό 2201/2003 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, (εφεξής ο Κανονισμός) κατόπιν εξουσιοδότησης του Α.Σ. κάτοικου Αγγλίας, με την οποία ζητείται διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την επιστροφή της ανήλικης A.Δ., θυγατέρας της Καθ'ης η αίτηση και του Α.Σ. (εφεξής ο πατέρας) στον τόπο συνήθους διαμονής της, δηλαδή στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ένορκη δήλωση προς υποστήριξη του αιτήματος κατατέθηκε από την Τροοδία Διονυσίου, διοικητική λειτουργό της Υπηρεσίας Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού, τοποθετημένης στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης. Η Καθ' ης η Αίτηση ενέστη στην Αίτηση, καταχωρώντας ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται ή ένσταση εκτίθενται στις επισυνημμένες ένορκες δηλώσεις της Καθ΄ ης η Αίτηση και του Ν.Γ., πατέρα της Καθ'ης η αίτηση. Στις 29.05.2018 εκδόθηκε από το Δικαστήριο προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορευόταν στην Καθ΄ης η αίτηση, να μεταφέρει την ανήλικη Α. εκτός Κύπρου και με το οποίο διατασσόταν όπως παραδώσει το διαβατήριο της ανήλικης στην Πρωτοκολλητή του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Το προσωρινό διάταγμα κατέστη εκ συμφώνου απόλυτο στις 26.06.
- Στην ένορκη δήλωση της Καθ'ης η αίτηση, καταγράφεται και περιγράφεται η κοινή της ζωή με τον πατέρα. Αναφέρει ότι από την αρχή της σχέσης τους, ο τελευταίος ήταν βίαιος, την κτυπούσε με διάφορους τρόπους, χαστουκίζοντας την στο πρόσωπο ή κτυπώντας την σε όλο της το σώμα. Δεν ήταν λίγες οι φορές που ο πατέρας τηλεφωνούσε στους γονείς της, λέγοντας τους να πάνε την πάρουν, γιατί θα τη σκοτώσει. Ο πατέρας τον Αύγουστο του 2014 εγκαταστάθηκε στην Αγγλία, ενώ η Καθ'ης η αίτηση παρέμεινε στην Κύπρο μέχρι στις 17 Ιουλίου 2015, ημερομηνία κατά την οποία μετέβη στην Αγγλία, εφόσον ο πατέρας την ήθελε κοντά του. Στις 7 Ιανουαρίου 2017 γεννήθηκε η θυγατέρα τους στην Αγγλία. Στην Αγγλία διέμεναν σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα στο Nuneaton, Warwickshire. Η Καθ'ης η αίτηση έμενε στο σπίτι και φρόντιζε το βρέφος, ο δε πατέρας εργαζόταν ως οδηγός σε μπετονιέρες. Η βίαιη συμπεριφορά του πατέρα συνεχίστηκε και στην Αγγλία. Όπως αναφέρει η Καθ'ης η αίτηση, την κτυπούσε δυο με τρεις φορές τη βδομάδα, ενώ πολύ συχνά την έδιωχνε από το σπίτι με το μωρό. Το γεγονός ότι ήταν θύμα της βίαιης συμπεριφοράς του πατέρα, ήταν γνωστό στους γείτονες, οι οποίοι άκουγαν τις φωνές και συχνά του φώναζαν να σταματήσει, αλλιώς θα καλούσαν την αστυνομία. Όπως υποστηρίζει η Καθ'ης η αίτηση, τότε το ανήλικο ήταν πολύ μικρό αλλά άκουγε τους καβγάδες και τις φωνές καθώς και τις δικές της φωνές και κλάματα όταν την κτυπούσε. Η ανήλικη μεγάλωνε σε αυτό το νοσηρό περιβάλλον της αλόγιστης, αδιάκριτης και αναίτιας συστηματικής βίας εις βάρος της, όπως αναφέρει. Ήταν καθ'εξιν βίαιος. Υπήρχαν περιπτώσεις που εντελώς αναίτια ερχόταν και την κτυπούσε στο πρόσωπο ή οπουδήποτε στο σώμα. Η εξήγηση που της έδινε ήταν ότι για κάποιο λόγο θόλωνε και ήθελε κάπου να ξεσπάσει. Όταν η ίδια διαμαρτυρόταν για τη συμπεριφορά του, ο πατέρας, της έλεγε να πάρει την ανήλικη και να φύγει, γνωρίζοντας ότι αυτό σήμαινε την επιστροφή της στην Κύπρο. Μη δυνάμενη άλλο να αντέξει την ως άνω αναφερθείσα συμπεριφορά, στις 16 Νοεμβρίου 2017 μετέβη στην αστυνομία και κατήγγειλε ότι ο πατέρας την κτυπά και τη διώχνει συστηματικά από το σπίτι. Στην αστυνομία όπως αναφέρει, της έκλεισαν ραντεβού στις 23 Νοεμβρίου 2017, προκειμένου να παρίσταται διερμηνέας, αφού η Καθ'ης η αίτηση δεν ομιλεί την αγγλική γλώσσα. Στις 23 Νοεμβρίου 2017 όντως έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία. Στην κατάθεση της ανέφερε ότι την κτυπούσε και την απειλούσε συστηματικά. Ανέφερε επίσης ότι όταν ήταν στην Κύπρο την είχε απειλήσει ότι θα την σκοτώσει με το κυνηγητικό του όπλο και ότι στο διαμέρισμα στην Αγγλία ο πατέρας έχει όπλα. Στην Αστυνομία δήλωσε ότι θα έφευγε από το σπίτι, αλλά ζήτησε να μην τον συλλάβουν. Εγκαταστάθηκε προσωρινά στο σπίτι μιας πολύ καλής φίλης της μητέρας της στο Λονδίνο, η οποία γνώριζε τα όσα βίωνε η Καθ'ης η αίτηση. Η εγκατάσταση της Καθ'ης η αίτηση με την ανήλικη ήταν προσωρινή, η ίδια δεν γνώριζε τη γλώσσα, γεγονός που έκανε αδύνατη την εργοδότηση της κάπου. Πέραν αυτού δεν θα μπορούσε να εργαστεί καθότι ήταν η μόνη υπεύθυνη για την ανήλικη και δεν είχε κάποιο να την προσέχει, καθόσον χρόνο θα ήταν στην εργασία της. Δεν είχε επίσης κάπου να μείνει, ούτε κάποιο εισόδημα. Όλοι αυτοί οι παράγοντες, την οδήγησαν να έρθει στην Κύπρο και να εγκατασταθεί στο σπίτι του πατέρα της. Σύμφωνα με την Καθ'ης η αίτηση, ενδεχόμενη επιστροφή στην Αγγλία θα ήταν αφόρητη για την ίδια και την ανήλικη. Στην περίπτωση που θα επιστρέψει στο σπίτι που διαμένει ο πατέρας, θα συνεχίσει να είναι θύμα της αλόγιστης βίας του πατέρα, με την ανήλικη να είναι θεατής. Δεν έχει άλλο χώρο να διαμείνει, ούτε εισοδήματα για να συντηρηθεί ή να ενοικιάσει σπίτι. Τονίζει ότι δεν γνωρίζει την αγγλική γλώσσα, γεγονός που αποκλείει την εργοδότηση της. Ούτως η άλλως δεν έχει που να αφήσει την ανήλικη. Όταν αποτάθηκε στην Αστυνομία δεν τη βοήθησαν ουσιαστικά, προκειμένου να φύγει από το σπίτι και να εγκατασταθεί κάπου όπου θα ήταν ασφαλής. Η διαμονή της σε φιλικό σπίτι ήταν προσωρινή κάτι που γνώριζε η αστυνομία, όπως γνώριζε επίσης ότι δεν γνώριζε αγγλικά, παρόλα αυτά δεν της παρείχαν καμία βοήθεια. Ο πατέρας της Καθ'ης η αίτηση, στην ένορκη του δήλωση, αναφέρεται στον εκρηκτικό χαρακτήρα του Αιτητή και στη βίαιη συμπεριφορά του εις βάρος της Καθ'ης η αίτηση. Επισημαίνω ότι η ηλικία της ανήλικης, η οποία είναι μόλις δυο ετών, δεν επέτρεψε στο δικαστήριο να έχει ακρόαση μαζί της, γεγονός με το οποίο συμφώνησαν και οι δυο πλευρές, προβαίνοντας σε σχετική δήλωση στο Δικαστήριο. Η ακρόαση, διεξήχθη με τις αγορεύσεις των δικηγόρων των διαδίκων, χωρίς να υπάρξει αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Επισημαίνω εξαρχής ότι δεν αμφισβητήθηκε από την Καθ'ης η αίτηση η συνήθης διαμονή της ανήλικης, αλλά ούτε και το γεγονός ότι η μετακίνηση του παιδιού στη Κύπρο, έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του πατέρα. Η ένσταση από πλευράς Καθ'ης η αίτηση επικεντρώνεται και περιορίζεται στην υπεράσπιση του άρθρου 13 β της σύμβασης. ΟΙ ΣΚΟΠΟΙ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ Σύμφωνα με το ΄Αρθρο 1 της Σύμβασης: «Οι σκοποί της παρούσας Σύμβασης είναι: α. να διασφαλίσει την άμεση επιστροφή των παιδιών που παράνομα μετακινήθηκαν ή κατακρατήθηκαν σε οποιοδήποτε από τα Συμβαλλόμενα Κράτη· και β. να εξασφαλίσει ότι τα δικαιώματα φύλαξης και επικοινωνίας βάσει της νομοθεσίας ενός Συμβαλλόμενου Κράτους γίνονται σεβαστά, κατά τρόπο αποτελεσματικό, στα άλλα Συμβαλλόμενα Κράτη.» Απόφαση δυνάμει της Σύμβασης που αφορά την επιστροφή του παιδιού δεν εκλαμβάνεται ως απόφαση επί της ουσίας σε θέματα φύλαξης του παιδιού (άρθρο 19). Αυτό είναι θέμα που αποφασίζεται από το Δικαστήριο της χώρας της συνήθους διαμονής του ανηλίκου (C v. B (Abduction: Grave Risk) [2005] EWHC 2988 (Fam)). Η ΕΞΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 13 β ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ-ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΕΙΣ Υπάρχουν υπερασπίσεις στη γενική αρχή της Σύμβασης και του άρθρου 12, ότι ένα παιδί πρέπει να επιστρέφεται στη χώρα της συνήθους διαμονής του. Στις υποθέσεις απαγωγής μεταξύ κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως η παρούσα, αυτές οι υπερασπίσεις της Σύμβασης, πρέπει να εξετάζονται και υπό το φως του Κανονισμού 2201/
- Σύμφωνα με το άρθρο 13 της Σύμβασης: «Ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του προηγούμενου ΄Αρθρου, η δικαστική ή διοικητική αρχή του Κράτους από το οποίο προέρχεται η αίτηση δεν δεσμεύεται να διατάξει την επιστροφή του παιδιού αν το φυσικό πρόσωπο, ίδρυμα ή άλλη οργάνωση που αντιτίθεται στην επιστροφή του αποδείξει ότι- α. ......... β. υπάρχει σοβαρός κίνδυνος ότι η επιστροφή του ή της θα εξέθετε το παιδί σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία ή, διαφορετικά, θα έθετε το παιδί σε αφόρητη κατάσταση. Η Καθ'ης η αίτηση, προβάλλει ως μοναδικό λόγο ένστασης, ότι τυχόν επιστροφή της ανήλικης στην Αγγλία θα θέσει το παιδί σε αφόρητη κατάσταση και θα εκθέσει σε σοβαρό κίνδυνο τόσο τη ψυχική όσο και τη σωματική της υγεία. Σύμφωνα με το άρθρο 13(β), το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια, να μη διατάξει την επιστροφή παιδιού, αν αποδειχθεί ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος δοκιμασίας ή αφόρητης κατάστασης στην οποία θα περιέλθει η ανήλικη. Το βάρος απόδειξης αυτής της υπεράσπισης είναι ψηλό (M v. T (Abduction [2009], 1 FLR 1309). Ο κίνδυνος στο παιδί θα πρέπει να είναι μεγαλύτερος από το συνήθη κίνδυνο ή μεγαλύτερος απ΄ αυτόν που αναμένεται όταν ένα παιδί αναγκάζεται να εγκαταλείψει τον ένα γονέα και να πάει στον άλλο. (C v. B [2005] EWHC 2988). Το γεγονός ότι θα δημιουργηθεί σ΄ ένα παιδί άγχος δεν είναι αρκετό από μόνο του να αποτελέσει σοβαρό κίνδυνο (De L v. H [2010] I FLR 1229). Στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Σάββα ν. Υπουργού Δικαιοσ. και Δημ. Τάξης (6 Σεπτεμβρίου, 2002) 1 ΑΑΔ 1228 αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά με το άρθρο 13(β) (σελ. 1236): «Σε υποθέσεις (όπως η παρούσα), όπου η υπεράσπιση βασίζεται στο άρθρο 13(β) της Σύμβασης, το θέμα της ευημερίας των παιδιών είναι μεν σημαντικό, όμως δεν είναι το κυρίαρχο. Σ΄ αυτές τις περιπτώσεις το Δικαστήριο οφείλει να σταθμίσει το βάρος του κινδύνου της ψυχολογικής ζημιάς που θα φέρει η επιστροφή έναντι των ψυχολογικών συνεπειών που θα έχει η άρνηση της επιστροφής. Το Δικαστήριο, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια πρέπει να δίδει βαρύτητα (due weight) στο σημαντικό πρωταρχικό σκοπό της Σύμβασης που είναι η διασφάλιση της άμεσης επιστροφής των απαχθέντων παιδιών. Βλέπε Ν ν. Ν
(1995)1 FLR 107. Στην εν λόγω υπόθεση Ν ν. Ν (ανωτέρω) παρά το γεγονός ότι υπήρχαν υπόνοιες σεξουαλικής κακοποίησης του ενός παιδιού από τον πατέρα (left behind parent) διατάχθηκε η επιστροφή των παιδιών.» Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Νικολάου ν. Υπουργού Δικαιοσύνης 30 Δεκεμβρίου, 2008
(2008)1 Α.Α.Δ. 1311 τονίστηκαν τα ακόλουθα (σελ. 1333): «Οι αγγλικές αυθεντίες δείχνουν πως για να επιτύχει η πρώτη υπεράσπιση του ΄Αρθρου 13(β) της Σύμβασης θα πρέπει να υπάρχει σαφής και καθοριστική μαρτυρία του σοβαρού κινδύνου βλάβης ή της άλλως πως αφόρητης κατάστασης στην οποία θα περιέλθει ο ανήλικος. Ο κίνδυνος αυτός πρέπει να κριθεί ως ουσιαστικός και όχι ως μηδαμινός και επίσης πρέπει να θεωρηθεί ως κίνδυνος πιο ουσιαστικός απ΄ αυτόν που είναι εγγενής στις περιπτώσεις της αναπόφευκτης αβεβαιότητας και του άγχους που συνοδεύουν μια μη καλοδεχούμενη επιστροφή στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων της χώρας της συνήθους διαμονής.» Στην υπόθεση B v. B [1993] 1 FLR 238 το Δικαστήριο τόνισε τον πολύ ψηλό βαθμό αφόρητης κατάστασης που πρέπει να αποδεικνύεται, για να επιτύχει η υπεράσπιση του άρθρου 13(β) της Σύμβασης. Η διατύπωση του άρθρου 13 παράγραφος 1 στοιχείο (β) καθιστά σαφές ότι το ζήτημα αν θα επιστρέψει το παιδί, εξαρτάται από το αν αυτό θα υποβληθεί σε σοβαρό κίνδυνο. Η πρόκληση βλάβης σε ένα γονέα, είτε αυτή είναι σωματική είτε ψυχολογική, θα μπορούσε, σε ορισμένες περιπτώσεις, να δημιουργήσει σοβαρό κίνδυνο για το παιδί. Η εξαίρεση του άρθρου 13 παράγραφος 1 στοιχείο (β) δεν απαιτεί, για παράδειγμα, ότι το παιδί είναι το άμεσο ή κύριο θύμα σωματικής βλάβης εάν υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις ότι το παιδί θα εκτίθετο σε σοβαρό κίνδυνο, εξαιτίας του κινδύνου βλάβης έναντι του κατακρατούντος γονέα στην περίπτωση επιστροφής. Ο σοβαρός κίνδυνος αναφέρεται στον σοβαρό κίνδυνο σωματικής ή ψυχολογικής βλάβης που θα επέφερε η επιστροφή του παιδιού και θα οδηγούσε σε ανυπόφορη κατάσταση. Η λέξη "σοβαρός" όμως χαρακτηρίζει τον κίνδυνο και όχι την ίδια τη βλάβη. Υποδεικνύει ότι ο κίνδυνος πρέπει να είναι πραγματικός και να φτάνει σε τέτοιο βαθμό σοβαρότητας ώστε να χαρακτηρίζεται ως "σοβαρός". [1] Όσο για το επίπεδο της βλάβης, πρέπει να οδηγεί σε μια "ανυπόφορη κατάσταση"[2], δηλαδή μια κατάσταση στην οποία δεν πρέπει να αναμένεται να αντέξει ένα παιδί. Το σχετικό επίπεδο κινδύνου που είναι απαραίτητο για τη δημιουργία σοβαρού κινδύνου, μπορεί ωστόσο να ποικίλλει ανάλογα με τη φύση και τη σοβαρότητα της δυνητικής βλάβης του παιδιού. [3] Από τη διατύπωση του άρθρου 13, παράγραφος 1, στοιχείο β, προκύπτει επίσης ότι η εξαίρεση είναι «προσανατολισμένη προς το μέλλον», καθόσον εστιάζεται στις περιστάσεις του παιδιού κατά την επιστροφή και στο κατά πόσον οι περιστάσεις αυτές θα εκθέσουν το παιδί σε σοβαρό κίνδυνο. Συνεπώς, ενώ η εξέταση της έκτακτης ανάγκης για σοβαρό κίνδυνο απαιτεί εξέταση των πληροφοριών / αποδεικτικών στοιχείων που επικαλείται το πρόσωπο, το ίδρυμα ή άλλος φορέας που αντιτίθεται στην επιστροφή του παιδιού (στις πλείστες περιπτώσεις, ο γονέας που αντιτίθεται στην επιστροφή), δεν πρέπει να περιορίζεται σε ανάλυση των περιστάσεων που υπήρχαν πριν ή κατά τη στιγμή της παράνομης απομάκρυνσης ή διατήρησης. Αντίθετα, απαιτεί μια ματιά στο μέλλον, δηλαδή υπό τις περιστάσεις ποιά θα ήταν η θέση του παιδιού, εάν το παιδί έπρεπε να επιστραφεί αμέσως. Στη συνέχεια, η εξέταση θα πρέπει να περιλαμβάνει, όταν κρίνεται αναγκαίο και σκόπιμο, εξέταση της ύπαρξης κατάλληλων και αποτελεσματικών μέτρων προστασίας στο κράτος συνήθους διαμονής. Επισημαίνεται ότι η άμεση επιστροφή του παιδιού δεν είναι πάντοτε προς το συμφέρον του. Οι εξαιρέσεις αυτές δικαιολογούνται, κατά τη διαδικασία της εξειδίκευσης, της κατά τα λοιπά, αόριστης έννοιας του συμφέροντος του παιδιού, η οποία οφείλει να ανταποκρίνεται στο πρόσωπο και τα δεδομένα του κάθε συγκεκριμένου παιδιού. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να «κλείνει τα μάτια» μπροστά στις πρακτικές συνέπειες της επιστροφής. Αυτό καθαυτό το γεγονός της παράνομης μετακίνησης ή κατακράτησης, δεν πρέπει να συνεπάγεται την αυτόματη επιστροφή του παιδιού, εάν δεν εξετασθούν, οι επιμέρους παράμετροι της προστασίας και ασφάλειας του παιδιού, μετά την επιστροφή του. Όλοι οι νόμοι οι οποίοι έχουν ως αποδέκτες τα παιδιά πρέπει και οφείλουν να προστατεύουν πρωτίστως τα δικαιώματά τους και να προωθούν τα συμφέροντά τους. Το καλύτερο συμφέρον του παιδιού, ως όρος, σε γενικές γραμμές σημαίνει ότι σε οποιαδήποτε απόφαση για τα παιδιά ή ενέργεια ή πράξη που τα αφορά θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη εκείνη η απόφαση ή ενέργεια ή πράξη που είναι η καταλληλότερη για την φροντίδα του, στη βάση διαφόρων παραγόντων που αφορούν, μεταξύ άλλων, την υγεία, την ευημερία και την ασφάλειά του. Όπως αναφέρεται στην πρώτη παράγραφο του Προοιμίου της Σύμβασης της Χάγης, το συμφέρον του παιδιού είναι πρωταρχικής σημασίας για κάθε ζήτημα σχετικό με την επιμέλειά του. Η εξειδίκευση δε της αόριστης νομικής έννοιας του συμφέροντος του παιδιού πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τη γενική κατευθυντήρια γραμμή του Προοιμίου της Σύμβασης, που απαιτεί την άμεση επαναφορά του στην κατάσταση πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του, ως προστασία του συμφέροντός του. Η Σύμβαση επιδιώκει, όπως αναφέρθηκε, να διασφαλίσει την άμεση επιστροφή του παιδιού στον τόπο συνήθους διαμονής του. Σκοπός της, είναι η αποκατάσταση της προτέρας της απαγωγής καταστάσεως το συντομότερο δυνατόν, ώστε να ελαχιστοποιηθούν οι επιβλαβείς συνέπειες της παράνομης μετακίνησης ή κατακράτησης. Η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 13 β αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο στα ζητήματα επιστροφής του παιδιού και το κύριο επιχείρημα και ένσταση του απαγωγέα στη «μάχη» του εναντίον της επιστροφής αυτής και του γονέα που μένει πίσω. Το δικαστήριο δε δεσμεύεται να διατάξει την επιστροφή, εφόσον διαπιστωθεί ότι υφίσταται «σοβαρός κίνδυνος η επιστροφή του παιδιού να το εκθέσει σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο να το περιαγάγει σε μία αφόρητη κατάσταση». Βάσει, λοιπόν, της διάταξης αυτής, λαμβάνει χώρα μία στάθμιση μεταξύ των αντικειμενικών δεδομένων, τα οποία θεμελιώνουν το δικαίωμα επιστροφής του παιδιού και της δοκιμασίας ή αφορήτου καταστάσεως, στην οποία ενδέχεται να εκτεθεί το παιδί, μέσω της επιστροφής αυτής, έννοιες οι οποίες ερμηνεύονται με τον ευρύτερο δυνατό τρόπο. Στην έννοια του σοβαρού κινδύνου εμπίπτουν κίνδυνοι για το παιδί, οι οποίοι είναι ορατοί και όχι απλώς πιθανολογούμενοι, ενώ πρέπει να χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερη σοβαρότητα. Η θέση της συνηγόρου του Αιτητή ότι υπεράσπιση του άρθρου 13 β, βρίσκει έρεισμα μόνο στις περιπτώσεις που υπάρχει βία κατά του ίδιου του παιδιού, δεν μπορεί να ευσταθήσει. Ο σοβαρός κίνδυνος, ενδέχεται να απορρέει όχι μόνο από κακοποίηση ανηλίκου, αλλά και από ενδοοικογενειακή βία στρεφόμενη κατά του κατακρατούντος γονέα, η οποία επηρεάζει εμμέσως το παιδί . Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι κατηγορίες για ενδοοικογενειακή βία στη διαδικασία επιστροφής κατά τη Σύμβαση της Χάγης είναι ένα πολύ λεπτό ζήτημα το οποίο δεν επιδέχεται γενικεύσεις, ιδίως αν ληφθούν υπόψη και οι λοιπές πτυχές των υποθέσεων στις οποίες προβάλλονται ισχυρισμοί περί ενδοοικογενειακής βίας. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Περί Βίας στην οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμο του 2000. (119(I)/2000) η έννοια της βίας καθορίζεται ως εξής: 3.—
(1)Βία, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, σημαίνει οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του.
(2)Ανεξάρτητα από την ερμηνεία του όρου "βία" με βάση το εδάφιο
(1)στην πιο πάνω έννοια εμπίπτουν και τα αδικήματα που αναφέρονται στα άρθρα 4
(2)και 5 του παρόντος Νόμου ως επίσης και το αδίκημα που αναφέρεται στο άρθρο 147 του Ποινικού Κώδικα.
(3)Πράξη ή συμπεριφορά η οποία συνιστά βία, με βάση τα εδάφια
(1)και
(2)του άρθρου αυτού, ή αδίκημα, με βάση τα άρθρα 174, 175 και 177 του Ποινικού Κώδικα όταν διαπράττεται στην παρουσία ανήλικου μέλους της οικογένειας, θεωρείται βία η οποία ασκείται εναντίον του εν λόγω ανηλίκου εφόσον δύναται να προκαλέσει σ' αυτό ψυχική βλάβη. Η εν λόγω πράξη ή συμπεριφορά συνιστά αδίκημα τιμωρούμενο με βάση το εδάφιο
(4)του άρθρου αυτού.
(4)Οποιοσδήποτε ασκεί βία με βάση το εδάφιο
(1)διαπράττει αδίκημα δυνάμει του Νόμου αυτού, που τιμωρείται, εκτός από την περίπτωση της κοινής επίθεσης που τιμωρείται με δύο χρόνια φυλάκιση και στην περίπτωση που σε άλλο ή στον παρόντα Νόμο προβλέπεται αυστηρότερη ποινή, με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι τρεις χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο ποινές. Είναι χαρακτηριστικό ότι από το 2000 περίπου, έχει υπάρξει θεμελιώδης και δραματική αλλαγή στη μεταχείριση των δικαστηρίων των Η.Π.Α. σε υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας, όσον αφορά στην υπεράσπιση του άρθρου 13 (β) της Σύμβασης. Υπήρξε μια ριζική μετατόπιση στη γνώμη των μελετητών και των δικαστηρίων να επιτρέψουν την εν λόγω υπεράσπιση στις υποθέσεις της Σύμβασης της Χάγης. Αυτό αποδεικνύεται από πολλές περιπτώσεις, ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Walsh v. Walsh, 221 F.3d 204, 219-20 (1st Cir. 2000) όπου το εφετείο ανέτρεψε απόφαση, διαπιστώνοντας ότι υπήρχε «σοβαρός κίνδυνος βλάβης» στα παιδιά επειδή ο πατέρας ασκούσε ψυχολογική βία και είχε ξυλοκοπήσει σοβαρά τη μητέρα των παιδιών. Αναφέρθηκε ότι '' children are at an increased risk of physical and psychological injury themselves when they are in contact with a spousal abuser'' Στην απόφαση Baran v. Beaty, 526 F.3d 1340, 1345-46 (11th Cir.2008) το Εφετείο των Ηνωμένων Πολιτειών, διαπίστωσε σοβαρό κίνδυνο, καθότι πατέρας κακοποιούσε λεκτικά και σωματικά τη μητέρα στην παρουσία του παιδιού, απειλούσε να βλάψει το παιδί, αλλά δεν κακοποίησε σωματικά το παιδί. [4] Στην απόφαση Sabogal v. Velarde, 106 F. Supp. 3d 689, 704 (D. Md. 2015) το Επαρχιακό Δικαστήριο στο Maryland των Ηνωμένων Πολιτειών, διαπίστωσε ότι δεν υπήρξε σωματική κακοποίηση της μητέρας ή των παιδιών, αλλά υπήρξε «σοβαρός κίνδυνος βλάβης» στα παιδιά επειδή ο πατέρας κακοποίησε λεκτικά τη μητέρα μπροστά στα παιδιά, τα ανάγκασε να κακοποιήσουν λεκτικά τη μητέρα, απείλησε να σκοτώσει τη μητέρα και έκανε κατάχρηση ναρκωτικών ουσιών και αλκοόλ. Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω η μαρτυρία της Καθ'ης η αίτηση παρέμεινε αναντίλεκτη. Στην απόφαση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 1013 υποδείχθηκε ότι ισχυρισμοί επί ενόρκων δηλώσεων που δεν αντεξετάσθηκαν επί του περιεχομένου τους παραμένουν ακλόνητοι και ως εκ τούτου δεν μπορεί παρά να γίνουν αποδεκτοί. Στην ένορκη δήλωση της Καθ'ης η αίτηση και του πατέρα της, καταγράφεται λεπτομερώς, όλο το ιστορικό βίας που υφίστατο η Καθ'ης η αίτηση από το σύζυγο της από την αρχή της κοινής τους ζωής, βία η οποία συνεχίστηκε και μετά τη γέννηση της θυγατέρα τους, όπου ο πατέρας, συνέχιζε να κτυπά την Καθ'ης η αίτηση, στην παρουσία της ανήλικης. Η συμπεριφορά του πατέρα ήταν εξαιρετικά βάναυση. Από τη μαρτυρία της μητέρας προκύπτει αναντίλεκτα ότι ο πατέρας τόσο πριν την εγκατάσταση του ζευγαριού στην Αγγλία, όσο και μετά ήταν συστηματικά βίαιος προς την ίδια. Όπως αναφέρει η Καθ'ης η αίτηση, ο πατέρας την κτυπούσε δυο με τρεις φορές την εβδομάδα. Χρησιμοποιούσε την Καθ'ης η αίτηση σαν σάκο του μποξ, κτυπώντας την απλά και μόνο για να ξεσπάσει και να εκτονωθεί. Τα κτυπήματα αυτά γίνονταν τόσο στο πρόσωπο της Καθ'ης η αίτηση, όσο και σε οποιοδήποτε μέρος του σώματος. Όταν η τελευταία διαμαρτυρόταν, ο πατέρας απλά της έλεγε να φύγει με το παιδί. Πολλές φορές αναγκάζονταν να επέμβουν οι γείτονές και να απειλήσουν τον πατέρα ότι θα φέρει την αστυνομία για να σταματήσει να την κτυπά. Τα επεισόδια αυτά γίνονταν όταν το παιδί ήταν σπίτι, κάτι που ήταν αναπόφευκτο αφού η ανήλικη πριν φύγει η Καθ'ης η αίτηση από την Αγγλία, ήταν ακόμα μόλις 10 μηνών και ήταν κάτω από τη συνεχή φροντίδα της μητέρας. Έτσι το παιδί ήταν μάρτυρας της βίαιης αυτής συμπεριφοράς και άκουγε τις φωνές και τα κλάματα της όταν την κτυπούσε βάναυσα και αναίτια ο πατέρας. Η Καθ'ης η αίτηση περιγράφει το περιβάλλον στο οποίο ζούσε η ίδια και η ανήλικη, ως νοσηρό, λόγω της αλόγιστης, αδιάκριτης και αναίτιας συστηματικής βίας εις βάρος της. Η ανήλικη τώρα είναι πιο μεγάλη και μπορεί να αντιληφθεί πιο έντονα τις συνέπειες της βίας. Έτσι ο κίνδυνος πρόκλησης ψυχικής βλάβης στο παιδί από την παρακολούθηση μιας τέτοιας βίαιης συμπεριφοράς είναι ιδιαίτερα αυξημένος. Σε κάθε περίπτωση ένα τέτοιο περιβάλλον δεν είναι υγιές για ένα παιδί και εγκυμονεί σοβαρότατους κινδύνους για την ψυχική του υγεία. Όπως προκύπτει από την αναντίλεκτη μαρτυρία της Καθ'ης η αίτηση, η ανήλικη από τη γέννηση της είναι πλήρως εξαρτώμενη από αυτήν, ο πατέρας ουδέποτε φρόντισε το βρέφος, ουδέποτε έδειξε ενδιαφέρον και ούτε είναι σε θέση να το κάνει. Από τη γέννηση του φροντίζεται αποκλειστικά από τη μητέρα του. Με βάση την ένορκη δήλωση της Καθ'ης η αίτηση, προκύπτει ότι πράγματι η ίδια έμενε σπίτι και είχε την πλήρη και ολοκληρωτική φροντίδα της ανήλικης, χωρίς συμμετοχή του πατέρα, ο οποίος εργάζεται ως οδηγός σε μπετονιέρες. Όπως αναφέρει η Καθ'ης η αίτηση, φεύγοντας από το σπίτι δεν είχε καμιά στήριξη ή βοήθεια από τις Αγγλικές Αρχές. Η αστυνομία τη ρώτησε μόνο αν είχε κάπου να φιλοξενηθεί με ασφάλεια. Όταν αποτάθηκε στην αστυνομία, δεν έκαναν τίποτε για να τη βοηθήσουν ουσιαστικά, προκειμένου να φύγει από το σπίτι και να εγκατασταθεί με το παιδί κάπου όπου θα ήταν ασφαλής η ίδια και το παιδί. Με δική της πρωτοβουλία πήγε προσωρινά, στο μόνο σπίτι που θα την δεχόταν, όπου εξαρχής γνώριζε ότι η διαμονή της θα ήταν σύντομη. Καμία άλλη βοήθεια δεν δόθηκε στη μητέρα είτε από τη αστυνομία είτε από οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία στην Αγγλία. Η Καθ'ης η αίτηση είναι άτομο χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, δεν γνωρίζει Αγγλικά και άρα δεν μπορεί η ίδια να συνεννοηθεί με οποιαδήποτε αρχή ή υπηρεσία, αν δεν της δοθεί η υπηρεσία διερμηνέα. Ενώ η αστυνομία γνώριζε ότι η μητέρα δεν ήξερε Αγγλικά δεν της έδωσαν οποιαδήποτε συμβουλή, ως προς το τι μπορούσε να κάνει για να προστατευτεί και να συντηρηθεί μετά που θα έφευγε από το σπίτι. Θεώρησαν ότι η υποχρέωση τους είχε τελειώσει, από τη στιγμή που φεύγοντας από το σπίτι εγκαταστάθηκε στο σπίτι της οικογενειακής φίλης. Το γεγονός ότι δεν ομιλεί την αγγλική γλώσσα είναι αποτρεπτικό στο να εξεύρει εργασία. Περαιτέρω με δεδομένο ότι έχει τη φροντίδα ενός μωρού δυο ετών δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να εργαστεί. Χωρίς εργασία δεν μπορεί να έχει εισόδημα για να εξασφαλίσει στέγη για την ίδια και την ανήλικη ή τα στοιχειώδη για τη διατροφή και συντήρηση τους. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ´ης η αίτηση, παρέπεμψε το δικαστήριο στις διαδοχικές αποφάσεις του Supreme Court του Ηνωμένου Βασιλείου, στις οποίες προσέδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα. Την In re E (Children) (Abduction: Custody Appeal) [2011] UKSC 27, [2012] 1 A.C. 144 και την In re S (A Child) (Abduction: Rights of Custody) [2012] UKSC 10, [2012] 2 A.C. 257. Οι αρχές που διέπουν την εφαρμογή του άρθρου 13(β) της Σύμβασης αναλύθηκαν στην In re E (Children) (Abduction: Custody Appeal) [2011] UKSC 27, [2012] 1 A.C. 144[5] του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου, ως εξής: "First, it is clear that the burden of proof lies with the "person, institution or other body" which opposes the child's return. It is for them to produce evidence to substantiate one of the exceptions. There is nothing to indicate that the standard of proof is other than the ordinary balance of probabilities. But in evaluating the evidence the court will of course be mindful of the limitations involved in the summary nature of the Hague Convention process. It will rarely be appropriate to hear oral evidence of the allegations made under article 13(
- b)and so neither those allegations nor their rebuttal are usually tested in cross-examination. Second, the risk to the child must be "grave". It is not enough, as it is in other contexts such as asylum, that the risk be "real". It must have reached such a level of seriousness as to be characterised as "grave". Although "grave" characterises the risk rather than the harm, there is in ordinary language a link between the two. Thus a relatively low risk of death or really serious injury might properly be qualified as "grave" while a higher level of risk might be required for other less serious forms of harm. Third, the words "physical or psychological harm" are not qualified. However, they do gain colour from the alternative "or otherwise " placed "in an intolerable situation" (emphasis supplied). As was said in In re D [2007] 1 AC 619, para 52, "'Intolerable' is a strong word, but when applied to a child must mean 'a situation which this particular child in these particular circumstances should not be expected to tolerate'". Those words were carefully considered and can be applied just as sensibly to physical or psychological harm as to any other situation. Every child has to put up with a certain amount of rough and tumble, discomfort and distress. It is part of growing up. But there are some things which it is not reasonable to expect a child to tolerate. Among these, of course, are physical or psychological abuse or neglect of the child herself. Among these also, we now understand, can be exposure to the harmful effects of seeing and hearing the physical or psychological abuse of her own parent. Mr Turner accepts that, if there is such a risk, the source of it is irrelevant: e g, where a mother's subjective perception of events leads to a mental illness which could have intolerable consequences for the child. Fourth, article 13(
- b)is looking to the future: the situation as it would be if the child were to be returned forthwith to her home country. As has often been pointed out, this is not necessarily the same as being returned to the person, institution or other body who has requested her return, although of course it may be so if that person has the right so to demand. More importantly, the situation which the child will face on return depends crucially on the protective measures which can be put in place to secure that the child will not be called upon to face an intolerable situation when she gets home. Mr Turner accepts that if the risk is serious enough to fall within article 13(
- b)the court is not only concerned with the child's immediate future, because the need for effective protection may persist." Από την πιο πάνω απόφαση προκύπτουν οι εξής αρχές ως προς την εφαρμογή του άρθρου 13(β): · Το βάρος της απόδειξης το έχει ο καθ' ού η αίτηση να αποδείξει ότι στοιχειοθετείται η υπεράσπιση του άρθρου 13(β). Η απόδειξη όμως γίνεται στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων λαμβάνοντας υπόψη και τη συνοπτική φύση της διαδικασίας, όπου κατά κανόνα δεν δίνεται προφορική μαρτυρία ή αντεξέταση των μαρτύρων. · Ο κίνδυνος στο παιδί θα πρέπει να είναι σοβαρός. Η λέξη "σοβαρός" όμως αναφέρεται στον κίνδυνο και όχι στην ίδια τη βλάβη. Έτσι ένας μικρός κίνδυνος θανάτου ή σημαντικής βλάβης θα θεωρηθεί σοβαρός ενώ αν η πιθανή βλάβη είναι λιγότερο σημαντική, τότε ενδεχόμενα να απαιτηθεί μεγαλύτερος κίνδυνος. · Ο κίνδυνος δεν περιορίζεται μόνο σε θέματα φυσικής ή ψυχικής βλάβης, αλλά επεκτείνεται και σε κάθε άλλη αφόρητη κατάσταση. · Η έννοια της αφόρητης κατάστασης ορίζεται σαν μια τέτοια κατάσταση την οποία το συγκεκριμένο παιδί, κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες δεν θα πρέπει να αναμένεται να μπορεί να ανεχτεί. Αυτό αναφέρεται τόσο σε πιθανή φυσική ή ψυχική ζημιά, όπως και σε κάθε άλλη κατάσταση. · Είναι λογικό ένα παιδί να αντιμετωπίσει κάποιο βαθμό δυσκολίας, όμως υπάρχουν πράγματα που δεν είναι αναμενόμενο ένα παιδί να ανεχτεί. Αυτά περιλαμβάνουν και την έκθεση στις βλαβερές συνέπειες του να βλέπει και να ακούει τη φυσική ή ψυχική κακοποίηση του ίδιου του γονιού του. · Το άρθρο 13(β) αναφέρεται στο μέλλον, όχι στο παρελθόν. Στην κατάσταση δηλαδή που θα αντιμετωπίσει το παιδί αν επιστρέψει αμέσως στη χώρα προέλευσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι το παιδί θα πρέπει να επιστρέψει στο πρόσωπο που ζητά την επιστροφή του. Μπορεί δηλαδή το παιδί να επιστρέψει στο χώρα προέλευσης συνοδευόμενο, από τον άλλο γονέα και να παραμείνει κάτω από τη φροντίδα του άλλου αυτού γονέα. · Η κατάσταση που θα αντιμετωπίσει το παιδί εξαρτάται από τα προστατευτικά μέτρα που μπορούν να τεθούν για να εξασφαλιστεί ότι το παιδί, δεν θα τεθεί κάτω από αφόρητη κατάσταση αν επιστρέψει. Το ζήτημα αυτό δεν αφορά μόνο το άμεσο μέλλον, αλλά η δυνατότητα χορήγησης τέτοιων αποτελεσματικών μέτρων πρέπει να είναι συνεχής και να έχει διάρκεια στο χρόνο. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση In re S (A Child) (Abduction: Rights of Custody) [2012] UKSC 10, [2012] 2 A.C. 257. σε σχέση με το άρθρο 13(β) της Σύμβασης ανέφερε τα εξής: "Technically the establishment by a respondent of the grave risk identified in article 13(
- b)confers upon the court only a discretion not to order the child's return. In reality, however, it is impossible to conceive of circumstances in which, once such a risk is found to exist, it would be a legitimate exercise of the discretion nevertheless to order the child's return: see In re D (A Child) (Abduction: Rights of Custody) [2007] 1 AC 619 , para 55 (Baroness Hale of Richmond)." Με βάση τη Re S, παρά το ότι το άρθρο 13 προβλέπει ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να μη διατάξει επιστροφή, αν στοιχειοθετηθεί οποιαδήποτε από τις υπερασπίσεις που θέτει το άρθρο, εντούτοις στην περίπτωση που στοιχειοθετηθεί σοβαρός κίνδυνος με βάση το άρθρο 13(β) είναι αδύνατον να θεωρηθεί ότι υπάρχουν περιπτώσεις που το δικαστήριο θα διατάξει την επιστροφή παρόλο τον κίνδυνο που ενέχει αυτή η απόφαση. Η παρούσα περίπτωση όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, αφορά μια μητέρα με ελάχιστους δεσμούς με την Αγγλία. Είναι κυπριακής καταγωγής, μεγάλωσε στην Κύπρο όπου κατοικεί η υπόλοιπη οικογένεια της. Η ανήλικη επί της ουσίας κανένα ιδιαίτερο δεσμό δεν έχει με την Αγγλία αφού έφυγε από τη χώρα σε ηλικία μόλις 10 μηνών. Η Καθ'ης η αίτηση, ήταν θύμα της συστηματικής και αλόγιστης βίας του πατέρα. Όπως αναφέρει στην αίτηση της ο πατέρας συστηματικά της έλεγε να φύγει από το σπίτι με το παιδί, όταν διαμαρτυρόταν για τη βάναυση συμπεριφορά του. Περαιτέρω ο πατέρας δεν έχει κάποιο πραγματικό ενδιαφέρον για το παιδί. Επισημαίνεται ότι ακόμα και αν υπάρχουν ανησυχίες για την ασφάλεια του παιδιού, το άρθρο 11
(4)του Κανονισμού προνοεί την επιστροφή παιδιού, «εάν διαπιστώνεται ότι έχουν προβλεφθεί τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία του παιδιού μετά την επιστροφή του». Αυτή η πρόνοια, ουσιαστικά περιορίζει την υπεράσπιση του ΄Αρθρου 13(β) της Σύμβασης (F v. M (Abduction: Grave Risk of Harm) [2008] 2 FLR 1263). Συνεπώς ο Κανονισμός 2201/2003 με μια σειρά ρυθμίσεων (άρθρο 11) επιχειρεί να περιορίσει τις περιπτώσεις αρνήσεως επιστροφής του παιδιού. Ειδικότερα κατά το άρθρο 11 παρ. 4 το δικαστήριο δεν μπορεί να αρνηθεί την επιστροφή του παιδιού δυνάμει του άρθρου 13 στοιχ. β' της Σύμβασης της Χάγης, εάν διαπιστώνεται ότι έχουν προβλεφθεί τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία του παιδιού μετά την επιστροφή του. Στο θέμα αυτό η ρύθμιση του Κανονισμού είναι πιο περιοριστική από τη Σύμβαση της Χάγης, με την έννοια ότι αποκλείεται η άρνηση επιστροφής του παιδιού, όταν διαπιστώνεται ότι έχουν προβλεφθεί τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία του παιδιού μετά την επιστροφή του. Τα μέτρα αυτά θα μπορούσαν να περιγραφούν ως παροχή υπόσχεσης ή σε ορισμένες περιπτώσεις υποχρέωση του ενός μέρους (του αιτούντος την επιστροφή) να άρει οποιαδήποτε εμπόδια υπάρχουν προκειμένου να επιστρέψει το παιδί που μετακινήθηκε ή κατακρατήθηκε παράνομα. Όταν τα εμπόδια είναι επουσιώδη τότε η λήψη μέτρων εκ μέρους του αιτούντος λειτουργεί υπέρ του με την έννοια ότι είναι μια «πράξη καλής θέλησης» ώστε να επιστρέψει το παιδί. Τέτοια μέτρα μπορούν να ληφθούν με την υποστήριξη αρμόδιου Δικαστηρίου του τόπου της προηγούμενης συνήθους διαμονής ή με την δέσμευση εκ μέρους του αιτούντος. Ωστόσο, το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να κρίνει εάν τα μέτρα αυτά είναι τα κατάλληλα για να αποτρέψουν τη δημιουργία μιας κατάστασης αντίθετης προς το συμφέρον του παιδιού. Η παρούσα υπόθεση δεν συνοδεύεται από τις συνηθισμένες εισηγήσεις ή δεσμεύσεις από πλευράς του Αιτητή, ως προς τις συνθήκες διαμονής και διαβίωσης του παιδιού και του γονέα στην περίπτωση επιστροφής τους, ώστε να μπορεί να εξασφαλιστεί ότι σε περίπτωση επιστροφής του παιδιού, η κατάσταση στην οποία θα περιέλθει δεν θα είναι αφόρητη. Καμιά δέσμευση δεν υπάρχει από μέρους του πατέρα ότι ο ίδιος θα παραχωρήσει στη μητέρα την αποκλειστική χρήση του οικογενειακού σπιτιού, δέσμευση ότι θα αναλάβει τη συντήρηση της μητέρας και του παιδιού και δέσμευση ότι δεν θα κτυπήσει, απειλήσει ή εκφοβίσει τη μητέρα ενόσω είναι στην Αγγλία. Το μοναδικό δεδομένο που υπάρχει είναι ότι αν επιστρέψει στην Αγγλία η μητέρα, τότε ο μόνος τόπος που ενδεχόμενα να υπάρχει στη διάθεση της να εγκατασταθεί, είναι η συζυγική κατοικία. Ούτε και αυτό είναι βέβαιο, αφού ο πατέρας δεν αναφέρει ότι αποδέχεται την επανεγκατάσταση της μητέρας στο σπίτι αυτό. Ακόμα όμως και αν της το επιτρέψει, η κατάσταση στο σπίτι αυτό είναι καταφανώς αφόρητη και τέτοια που κανένας δεν μπορεί να αναμένει ότι η μητέρα θα πρέπει να επιστρέψει σε αυτή ή να εκθέσει την ανήλικη στους κινδύνους που συνεπάγεται μια τέτοια επιστροφή για την ψυχική της υγεία. Προς διαπίστωση της συνδρομής του συμφέροντος του τέκνου, εξετάζονται πάντα τα επωφελή και πρόσφορα για τον ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις. Ουσιώδους σημασίας είναι και η ύπαρξη ιδιαίτερου δεσμού του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του, όπου στην υπό εξέταση υπόθεση με βάση την αναντίλεκτη μαρτυρία της Καθ'ης η αίτηση, σταθερό και μόνο σημείο αναφοράς για την ανήλικη είναι η μητέρας της. Στην παρούσα υπόθεση υπάρχουν πολύ σοβαροί λόγοι για τη μη επιστροφή. Ο μόνος τόπος όπου μπορεί η μητέρα να επιστρέψει είναι στο σπίτι του πατέρα (στο υποθετικό σενάριο που ο πατέρας τη δεχτεί), όπου θα συνεχίσει να είναι θύμα συνεχούς αλόγιστης βίας στην παρουσία του παιδιού. Περαιτέρω η μητέρα δεν έχει την επιλογή να εγκατασταθεί έστω και προσωρινά κάπου αλλού, αφού δεν υπάρχει για αυτή διαθέσιμη στέγη ή εισόδημα για να μπορέσει να συντηρηθεί η ίδια και το παιδί. Όταν έφυγε η μητέρα από την Αγγλία το παιδί ήταν 10 μηνών. Σήμερα είναι 2 ετών. Υπάρχει σοβαρότατο ενδεχόμενο να συνεχίσει ο πατέρας την ίδια βάναυση συμπεριφορά προς τη μητέρα. Δεν υπάρχει άλλωστε οποιαδήποτε ένδειξη ότι ο πατέρας θα αλλάξει συμπεριφορά. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση In re E,το ότι το παιδί θα είναι μάρτυρας αυτής της βίαιης συμπεριφοράς του πατέρα προς τη μητέρα ικανοποιεί το κριτήριο του άρθρου 13(β). Έτσι τυχόν επιστροφή της μητέρας και του παιδιού στο σπίτι του πατέρα, ενέχει το σοβαρότατο κίνδυνο το παιδί να τεθεί σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία ή, διαφορετικά, να τεθεί το παιδί σε αφόρητη κατάσταση. Δεν υπάρχει καμιά ένδειξη ή δεν είναι λογικό να αναμένεται ότι οι αρχές μπορούν να λάβουν μέτρα για να εμποδίσουν τη συνέχιση της βάναυσης συμπεριφοράς του πατέρα αν η μητέρα επιστρέψει στο σπίτι. Από την αναντίλεκτη μαρτυρία της μητέρας προκύπτει ότι όταν κατάγγειλε την υπόθεση στην αστυνομία, το μόνο που ρωτήθηκε είναι αν έχει κάπου να μείνει προσωρινά με το παιδί. Καμιά άλλη βοήθεια δεν της δόθηκε. Η μητέρα όμως δεν έχει κάπου αλλού να μείνει πλέον. Η διαμονή στην οικογενειακή φίλη στο Λονδίνο ήταν εντελώς προσωρινή. Η μητέρα αν επιστρέψει στην Αγγλία δεν θα έχει κάπου να κοιμηθεί το βράδυ με το παιδί ούτε και τη δυνατότητα να αγοράσει φαγητό για την ίδια και το παιδί. Από πλευράς του Αιτητή, καμιά διαβεβαίωση δεν έχει δοθεί που να μπορέσει να ''εξουδετερώσει ''αυτό τον κίνδυνο. Συνεπώς η επιστροφή του παιδιού στην Αγγλία θα θέσει ξεκάθαρα το παιδί σε αφόρητη κατάσταση. Το ερώτημα που τίθεται στην παρούσα υπόθεση είναι κατά πόσο τα γεγονότα είναι τέτοια που να ικανοποιούν το ψηλό επίπεδο απόδειξης της ύπαρξης σοβαρού κινδύνου πρόκλησης βλάβης στην ανήλικη μέσα στην έννοια του άρθρου 13 (β) της Σύμβασης. Υπό το φως των όσων έχουν ενδελεχώς αναφερθεί ανωτέρω, καταλήγω ότι υπάρχει ενώπιον μου σαφής και καθοριστική μαρτυρία του σοβαρού κινδύνου βλάβης ή άλλως πως αφόρητης κατάστασης στην οποία θα περιέλθει η ανήλικη αν επιστρέψει στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η Καθ'ης η αίτηση πέτυχε να αποδείξει την υπεράσπιση του ΄Αρθρου 13(β) της Σύμβασης, δηλαδή τον ψηλό βαθμό απόδειξης της ύπαρξης σοβαρού κινδύνου. Τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Καθ'ης η αίτηση. (Υπ.) ........ Μ.Χ.Κάιζερ Δ. [1] Re E. (Children) (Abduction: Custody Appeal) [2011] UKSC 27, [2012] 1 A.C. 144, 10 June 2011, Supreme Court of England and Wales (the UK) [INCADAT Reference: HC/E/UKe 1068], at para. 33. See also the Explanatory Report (op. cit. note 11), para. 29. The term "grave risk" reflects the intention of the drafters that this exception should be applied, in line with the general approach to the exceptions under the Convention, restrictively. During the drafting process, a narrower wording of Art. 13
(1)(b) was agreed than what was initially suggested. The initial term used in the exception was "substantial risk" which was replaced with "grave risk", as the word "grave" was considered a more intensive qualifier. [2] Βλέπε: Thomson v. Thomson, [1994] 3 SCR 551, 20 October 1994, Supreme Court of Canada (Canada) [INCADAT Reference: HC/E/CA 11] at page 596; Re E. (Children) (Abduction: Custody Appeal) (op. cit. note 49), at para. 34; Gsponer v. Johnson, 23 December 1988, Full Court of the Family Court of Australia at Melbourne (Australia) [INCADAT Reference: HC/E/AU 255], at page
- In S. v. S. [1998] 2 HKC 316, 4 March 1998, High Court of the Hong Kong Special Administrative Region (China) [INCADAT Reference: HC/E/CNh 234], the Court underlined that the risk of physical harm must be weighty and of substantial or severe, and not trivial, harm; see also EW v. LP, HCMP1605/2011, 31 January 2013, High Court of the Hong Kong Special Administrative Region (China) [INCADAT Reference: HC/E/CNh 1408], in which the court held at paragraph 111 that "'intolerable' is a strong word but when applied to a child means a situation which this particular child in these particular circumstances should not be expected to tolerate." [3] Re E. (Children) (Abduction: Custody Appeal) (op. cit. note 49), at para. 33, where the court noted that: "Although "grave" characterises the risk rather than the harm, there is in ordinary language a link between the two. Thus a relatively low risk of death or really serious injury might properly be qualified as "grave" while a higher level of risk might be required for other less serious forms of harm." [4] Finding that there can be a "grave risk of harm" to the child amid an absence of evidence showing the father abused the child since there was evidence of the father abusing alcohol, having a violent temper, and abusing the mother in the child's presence. [5] In E (Children) (Abduction: Custody Appeal), Re [2011] UKSC 27; [2012] 1 A.C. 144 (SC) the Court found that where the fears were genuinely held (albeit not objectively established) and were of such an intensity as to impact significantly on functioning (and parenting) then they had a genuine role in creating "risk" for the children the subject of the proceedings. This decision has been the subject of some commentary to the effect that it dilutes the aims of the Convention or raises the bar against the making of return orders. The Court of Appeal reiterated that it had not changed the test or raised the bar to return in its decision in Re S (A Child) [2012] UKSC
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο