← Κύπρος

M. ν. Λ., Αρ. Αίτησης: 292/19, 7/11/2019

M. ν. Λ., Αρ. Αίτησης: 292/19, 7/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLEM:2019:11 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΓΟΝΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Γ. Αντωνιάδη, Δ. Αρ. Αίτησης: 292/19 Μεταξύ: XXXXXXX M. Αιτητή ΚΑΙ XXXXX Λ. Καθ' ης η αίτηση Ημερομηνία: 7 Νοεμβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κα Α. Αγαθοκλέους Για την Καθ' ης η αίτηση: κα Ε. Αντωνιάδου Αίτηση ημερομηνίας 7.10.2019 για άδεια καταχώρησης Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης ΑΠΟΦΑΣΗ (Ex-Tempore) Ο Αιτητής έχει καταχωρήσει αίτηση δια κλήσεως ημερ. 7.10.2019 με την οποία ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να του παραχωρηθεί η άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που να συμπληρώνει την ένορκη δήλωση του ημερ. 23.7.2019, η οποία καταχωρήθηκε μαζί με τη μονομερή αίτηση ημερ. 23.7.2019 για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος επικοινωνίας με το ανήλικο τέκνο του xxxxx Μ., ως επίσης και διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται η έξοδος του ανήλικου από την Κύπρο και/ή να συνοδεύεται το ανήλικο τέκνο από τη μητέρα του ή από τρίτον πρόσωπο και/ή αντιπρόσωπο αυτής. Η μονομερής αίτηση που κατέστη δια κλήσεως έχει επιδοθεί στην άλλη πλευρά, η οποία καταχώρησε ένσταση και για τους δικούς της λόγους που θα αναφερθώ κατωτέρω, δεν επιθυμεί την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Ο Αιτητής στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του αναφέρει ότι στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση που επιδιώκει να καταθέσει θα αναφερθεί σε νέες πληροφορίες και γεγονότα που επεσυνέβησαν μετά τις 23.7.2019 που καταχώρησε τη μονομερή αίτηση. Αναφέρεται σε έγγραφα που δεν είχε στην κατοχή του και δεν είχε την ευκαιρία να τα καταθέσει στο Δικαστήριο για να αποδείξει τη θέση του αναφορικά με το θέμα της τοποθέτησης του ονόματος του ανήλικου στον κατάλογο των προσώπων που απαγορεύεται η έξοδος από την Κύπρο. Περαιτέρω, αναφέρει ότι είναι πολύ σημαντικό να αφεθεί να καταχωρήσει τους συμπληρωματικούς ισχυρισμούς του και έγγραφα για να βοηθήσει το Δικαστήριο να εκδώσει την απόφαση του αναφορικά με τη μονομερή αίτηση ημερ. 23.7.

  1. Αντίθετη ήταν η άποψη της δικηγόρου της Καθ' ης η αίτηση και καταχώρησε την ένσταση της ημερ. 22.10.
  2. Στους λόγους ένστασης η Καθ' ης η αίτηση αναφέρει ότι η αίτηση είναι αντικανονική και δεν υποστηρίζεται σωστά. Επίσης ότι δεν έχει καταχωρηθεί μέσα στα πλαίσια των αρχών της Νομοθεσίας και της Δικονομίας. Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να αναφέρω ότι ο Αιτητής έχει καταχωρήσει στην ένορκη δήλωση του την συμπληρωματική ένορκη δήλωση και τα έγγραφα που θέλει να καταθέσει στο Δικαστήριο και η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση έχει ενώπιον της τους ισχυρισμούς του, τους οποίους αντικρούει και ενίσταται στην καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Το Δικαστήριο θα ασχοληθεί εάν υπάρχει καλός λόγος και/ή εάν είναι σωστοί ή όχι οι ισχυρισμοί για τους οποίους ο Αιτητής επιθυμεί την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, με την έννοια ότι πρέπει να εξετάσει εάν ο Αιτητής είχε την ευκαιρία κατά την καταχώρηση της αίτησης το καλοκαίρι να έχει όλους τους ισχυρισμούς που ήθελε ενώπιον του για να μπορεί να βοηθήσει και πληροφορήσει το Δικαστήριο. Σημαντικό είναι ότι δεν έχει εκδοθεί προσωρινό διάταγμα. Εάν είχε εκδοθεί προσωρινό διάταγμα η θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι ο Αιτητής είχε την ευκαιρία να έρθει στο Δικαστήριο και να αναπτύξει τις θέσεις του με την μονομερή αίτηση και την ένορκη δήλωση του που την υποστήριζε και πέτυχε στο προσωρινό διάταγμα, ότι θα ήταν κατάχρηση του δικαστικού χρόνου να επιτραπεί στον Αιτητή να συμπληρώσει την ένορκη δήλωση του αφού έχει ακούσει και τους ισχυρισμούς της άλλης πλευράς που αντικρούουν τη συνέχιση ισχύοντος του προσωρινού διατάγματος. Στην παρούσα περίπτωση δεν έχει εκδοθεί προσωρινό διάταγμα. Tο Δικαστήριο παρέλαβε τις γραπτές αγορεύσεις σε προηγούμενο στάδιο και αφού τις μελέτησε εκδίδει σε μεταγενέστερο στάδιο την ίδια ημέρα την ex-tempore απόφαση του. Η Δ.48 Θ.4

(2), η οποία αποτελεί τη νομική βάση της αίτησης, προνοεί ότι η ακρόαση αίτησης γίνεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προβλέπεται από την Δ.39. Με το Θεσμό αυτό, αποκλείεται πλέον, σε αμφισβητού-μενα γεγονότα η προσαγωγή πρόσθετης προφορικής μαρτυρίας, εκτός βέβαια, από την δυνατότητα αντεξέτασης, των ενόρκως δηλούντων, κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου,. Η διάταξη αυτή, δίνει διακριτική εξουσία στο Δικαστήριο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, υπό την προϋπόθεση της απόδειξης καλού λόγου. Το ζήτημα που τίθεται προς εξέταση είναι κατά πόσο, στη βάση των γεγονότων που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, αποκαλύπτεται καλός λόγος, τέτοιος που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Κρίνεται, ότι δεν χρειάζεται να γίνει, για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης, απαρίθμηση λόγων που θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως συνιστώντων καλό λόγο. Όπως επεξηγείται στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ (Αρ. 4)
(1997)1 Α.Α.Δ. 979, με αναφορά στην Δ.59 Θ.1 και 6 των Αγγλικών Θεσμών, για να δοθεί από το Δικαστήριο άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα πρέπει να αναφέρεται ή και να σχετίζεται σε νέα γεγονότα που προκύπτουν από το περιεχόμενο ενόρκων δηλώσεων των αντιδίκων. Το Δικαστήριο έχει μελετήσει όλα όσα τέθηκαν ενώπιον του τόσο με την αίτηση με την οποία επιζητείται η άδεια, όσο και την ένσταση, καθώς και τα όσα ανέφεραν οι δύο πλευρές στις αγορεύσεις τους. Ας σημειωθεί ότι στην αίτηση του Αιτητή, έχει επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση του Αιτητή που τη συνοδεύει, η προτιθέμενη προς καταχώρηση συμπληρωματική ένορκη δήλωση του. Το Δικαστήριο, από την μελέτη όλων των πιο πάνω, διαπιστώνει ότι δεν πρόκειται ούτε και αφορά ανεπίτρεπτη μαρτυρία, ούτε επανάληψη αρχικών ισχυρισμών του Αιτητή. Ότι επιζητεί ο Αιτητής είναι να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου αφ΄ ενός γεγονότα τα οποία προέκυψαν χρονολογικά μετά την καταχώρηση της μονομερούς αίτησης και αρχικής ένορκης δήλωσης που την συνοδεύει και αφ΄ ετέρου πρόκειται και για γεγονότα τα οποία σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που προέβαλε η Καθ΄ ης η αίτηση στην αρχική της ένορκη δήλωση. Περαιτέρω, κρίνω ότι η χορήγηση άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δίνει την δυνατότητα στο Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων (βλ. A. Messios & Sons Ltd κ.α. v. Λεωνίδα
(2010)1 Α.Α.Δ. 195). Όπως έχω ήδη αναφέρει, το βάρος απόδειξης για να ικανοποιήσει το Δικαστήριο για χορήγηση της αιτούμενης θεραπείας το φέρει ο Αιτητής. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν υπεισέρχεται στην ουσία της αίτησης και των εκατέρωθεν προβαλλομένων ισχυρισμών. Ότι επιδιώκει ουσιαστικά ο Αιτητής είναι να παρουσιάσει μία πλήρη εικόνα ως ο φερών και το σχετικό βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του, που συνθέτουν το αίτημα του για χορήγηση προσωρινού διατάγματος επικοινωνίας και τοποθέτησης του ονόματος του ανήλικου τέκνου στον κατάλογο των προσώπων που απαγορεύεται η έξοδος από την Κύπρο. Υπάρχει σωρεία νομολογίας την οποία έχουν αναφέρει και οι δυο δικηγόροι στις αγορεύσεις τους και την οποία θα αναφέρω επιγραμματικά. «Καλός λόγος αποδεικνύεται όταν τα γεγονότα που προσπαθεί ο διάδικος να εισάξει με συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν ήταν σε γνώση του εξ' υπαρχής και παρέλειψε ηθελημένα ή όχι να τα αποκαλύψει ή να τα σχολιάσει ή να τα αντικρούσει με την ανάλογη και ικανή μαρτυρία. Είναι κανόνας δικαίου ότι δεν επιτρέπεται η επανόρθωση παράλειψης, «πρωθύστερα», έτσι ώστε να μεταβληθεί η να αλλοιωθεί η εικόνα που δόθηκε πρωταρχικά στο Δικαστήριο, (αίτηση 8/2014, Ξένια Μιχαήλ ν Αντρέα Γεωργιου) κ.τ.λ. Αναφέρεται περαιτέρω αρκετή νομολογία που όπως θα αναφέρω αναφέρουν και οι δυο δικηγόροι των διαδίκων ως επίσης και αποσπάσματα από αποφάσεις της τότε Προέδρου Έφης Παπαδοπούλου στην ενδιάμεση απόφαση της στην αγωγή αρ. 2596/2002 ημερομηνίας 5/11/2002: «εκείνο που θα πρέπει να εξετάζεται είναι τι ακριβώς με την αιτούμενη καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης επιδιώκεται. Εάν επιδιώκεται τροποποίηση ή αλλοίωση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αίτηση ή συμπλήρωση ηθελημένου κενού, τότε σίγουρα αυτό δεν πρέπει να επιτραπεί, όπως δεν πρέπει όταν ήταν σε γνώση του αιτητή και απεκρύβησαν. Εάν όμως είναι σε απάντηση ισχυρισμών τους οποίους ο απητής δεν μπορούσε να προβλέψει και οι οποίοι χρήζουν απάντησης που δεν μπορεί να δοθεί με προφορική μαρτυρία τότε σίγουρα ο καλός λόγος ο οποίος προβλέπεται στην Δ.48
(4)
(2)υπάρχει». Εν πάση δεν περιπτώσει τα όσα επικαλείται η αιτήτρια στην ένορκη δήλωση της η αιτήτρια αφορούν γεγονότα τα οποία υπεισέρχονται στην ουσία της εναρκτήριας αίτησης και ως εκ τούτου δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης στα πλαίσια εκδίκασης του προσωρινού διατάγματος. Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης, (βλ. Jonitexo Ltd. V. Adidas
(1984)1 CLR 263, Γρηγορίου κ.α ν Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 AAD 248 και Επίσημος Παραλήπτης κ.α . Nocantony Trading Co. Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 1653). To Δικαστήριο δεν απαιτείται αλλά ούτε και πρέπει, να εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με συγκρουόμενα γεγονότα, κάτι που θαέχει το καθήκον να πράξει στο τελικό στάδιο της υπόθεσης, (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd, Πολιτκή Έφεση 145/2011, 13.6.2013), Στην υπόθεση Γεωργία Μαρνέρου ν Φαίδωνα Ιωάννου Αρ αίτησης: 312/2015 συνάγεται το συμπέρασμα ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για το αν θα επιτραπεί η όχι η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης πρέπει να ασκείται εντός αυτών των παραμέτρων. Το κατά πόσον θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μια αίτηση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. [Βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ. ά. για έκδοση ενταλμάτων Φύσεως Certiorari, Prohibition και Mandamus
(2008)1 A.A.Δ. 510]. Το Δικαστήριο για να εξασκήσει την ευχέρεια που του δίνει η εν λόγω δικονομική διάταξη και να παρέχει άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα πρέπει προηγουμένως να εξετάσει κατά πόσον τηρείται η προϋπόθεση που θέτει η εν λόγω διάταξη. Αυτή της ύπαρξης «καλού λόγου». Για να επιτρέψει το Δικαστήριο την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα πρέπει ο Αιτητής να καταδείξει θετικά την ύπαρξη «καλού λόγου» για τον οποίο θα πρέπει να του επιτραπεί η εν λόγω καταχώρηση. Παρόλο που η έννοια της φράσης «καλού λόγου» δεν καθορίζεται στην εν λόγω δικονομική διάταξη, αυτή θα πρέπει να ερμηνεύεται σε συνάρτηση με το γενικότερο δικαίωμα κάθε διαδίκου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, όλο το, κατά την άποψή του, αναγκαίο υλικό πριν την ακρόαση της αίτησης με δεδομένη τη σχετικότητα των ισχυρισμών αυτών που θέλει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποτελεί ένα διάβημα στο οποίο προβαίνουν οι διάδικοι για υποστήριξη των θέσεων και απόδειξη των ισχυρισμών τους όταν εναποτίθεται σε αυτούς το βάρος απόδειξης. Στην απόφαση Κώστα v. Κώστα
(2003)1 Α.Α.Δ. 269, το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας απόφαση πρωτόδικου Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε ενδιάμεση αίτηση σημείωσε: "συμπληρωματική ένορκη δήλωση για να τους αντικρούσει και να θέσει τη δική του εκδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου". Κατά τη γνώμη μου «καλός λόγος» για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποδεικνύεται αν με την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα τα οποία είναι ορθό και δίκαιο να τεθούν ενώπιον του για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και που ο Αιτητής δεν γνώριζε εξ υπαρχής ή γεγονότα που παρουσιάστηκαν μετά την Ένορκο Δήλωσή του. Στην κρινόμενη περίπτωση, ο Αιτητής έχει το βάρος απόδειξης των προϋποθέσεων για έκδοση συντηρητικού διατάγματος (δηλαδή των προϋποθέσεων που τίθενται στο Άρθρο 32 του Ν. 14/60 και των άρθρων 4 και 5 του Κεφ. 6) και τα θέματα που επιζητεί να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα πρέπει να εξεταστούν με αναφορά τη σχετικότητά τους με την αίτηση του για έκδοση ενδιάμεσου συντηρητικού διατάγματος. Να σημειώσω ότι στη διαδικασία μας αυτή ισχύει απόλυτα ο κανόνας καθολικής εφαρμογής ότι δεν επιτρέπεται η επανόρθωση παράλειψης «πρωθύστερα» έτσι ώστε να μεταβληθεί ή να αλλοιωθεί η εικόνα που δόθηκε πρωταρχικά στο Δικαστήριο. 1: Stavros Georgiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. Του Πλοίου LIPA
(2000)1 (Γ) ΑΑΔ
  1. 2: Ιnterpartemental Concern "URALMETROM" - v - Besuno Ltd, Πολιτική Έφεση 11524 ημερομηνίας 24/02/
  2. Σημειώνω ότι κατά την εκδίκαση αιτήσεων για ενδιάμεσα διατάγματα το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάζει το ενώπιόν του μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των προϋποθέσεων του Άρθρου 32 του Ν. 14/60 και των Άρθρων 4 και 5 του Κεφ. 5 και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Θα πρέπει να αποφύγει (α) να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης και (β) να αποφασίσει με βάση τη μαρτυρία που έχει ενώπιόν του αμφισβητούμενα θέματα πάνω στα οποία θα κριθεί τελικά η ουσία της υπόθεσης. Σύμφωνα με τον από 23.12.99 ισχύοντα νέο Κανονισμό 4 της Διαταγής 48 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών: "
(1)Αν πρόσωπο προς το οποίο επιδίδεται αίτηση προτίθεται να ενστεί, τουλάχιστον δύο ημέρες πριν από την ημερομηνία κατά την οποία ορίζεται η αίτηση για πρώτη εμφάνιση θα καταχωρεί ειδοποίηση αυτής της πρόθεσης του σύμφωνα με τον Τύπο 47 και θα αφήνει αντίγραφο της για τον Αιτητή στη διεύθυνση επίδοσης τους. Η ειδοποίηση αυτή θα αναφέρεται στο συγκεκριμένο άρθρο του Νόμου ή στους συγκεκριμένους Διαδικαστικούς Κανονισμούς επί των οποίων βασίζεται η ένσταση και θα εξειδικεύει τους συγκεκριμένους λόγους της ένστασης. Οποιαδήποτε γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση τα οποία δεν είναι εμφανή από το φάκελο της διαδικασίας θα αναφέρονται σε μια ή περισσότερες ένορκες δηλώσεις οι οποίες θα συνοδεύουν την ειδοποίηση. Αντίγραφα αυτών των ενόρκων δηλώσεων θα αφήνονται στον Αιτητή μαζί με την ειδοποίηση.
(2)Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39." Mε τον πιο πάνω νέο Κανονισμό 4 της Διαταγής 48 ο νομοθέτης ήθελε να διευκολύνει τη διαδικασία και να ανατρέψει τη νομική θέση που ίσχυε προηγουμένως, όπως έχει νομολογηθεί και στις υποθέσεις Stylianou v. Stylianou
(1988)1 A.A.Δ. 520, Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλος
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 και Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas
(1989)1 Α.Α.Δ.
  1. Αναφέρεται στην πιο πάνω υπόθεση Louis Vuitton, πως η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά από τα γεγονότα που τεκμηριώνουν το αίτημα και κατά συνέπεια πρέπει να υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Διαταγής 48 αναφορικά με το θέμα αυτό, πράγμα που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν είναι επιτρεπτή είτε η προσαγωγή πρόσθετης μαρτυρίας ή απαντητικής μαρτυρίας από μέρους του Αιτητή, με τη μορφή επιπρόσθετων ενόρκων δηλώσεων. Εφόσον αμφισβητούνται τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την αίτηση, επιβάλλεται η απόδειξή τους από το διάδικο ο οποίος φέρει το βάρος της απόδειξης, όπως ορίζεται στη Διαταγή 48, Θ.
  2. Το αποδεικτικό μέσο, όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση που δεν γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, είναι η προφορική μαρτυρία, όπως αποφασίστηκε και στην Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas (ανωτέρω). Η μαρτυρία η οποία προσάγεται πρέπει να είναι αποδεχτή βάσει του δικαίου της απόδειξης. Δεν περιορίζονται όπως οι μάρτυρες, οι οποίοι μπορεί να κληθούν για να αποδείξουν τα αμφισβητούμενα γεγονότα σ΄ εκείνο ή εκείνους που κατέθεσαν ένορκη δήλωση. Ο νέος όμως Κανονισμός 4
(2)της Διαταγής 48 παρέχει διακριτική εξουσία στο Δικαστήριο, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, αλλά μόνο για «καλό λόγο» και η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται μόνο στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39. "... το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μια αίτηση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει σαφώς στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου." Τα πιο πάνω αναφέρθησαν από τον Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Μιχαλάκη Φωτίου στην αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ. ά. για έκδοση ενταλμάτων φύσεως Certiorari Prohibition και Mandamus
(2008)1 A.A.Δ. 510. Ο Κανονισμός 4
(2)της Διαταγής 48 αναφέρεται σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση και όχι σε απαντητική ένορκη δήλωση. Οι έννοιες των λέξεων «συμπληρωματική» και «απαντητική» διαφέρουν. Όπως αναφέρει και ο τότε Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, κ. Ναθαναήλ, σε ενδιάμεση απόφασή του ημερομηνίας 11.2.2000, στην αγωγή με αρ. 4846/97, Ε. Δ. Λάρνακας (Federal Bank of the Middle East v. Hadkinson and Others): "Σίγουρα η έννοια της απαντητικής και συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης διαφέρουν και παρόλο που η λέξη "supplementary" δεν απαντάται ούτε ερμηνεύεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας ή στον Περί Ερμηνείας Νόμο, Κεφ. 1, η λέξη δεν είναι τεχνικός όρος και θα πρέπει να της αποδοθεί η κοινή ερμηνεία της λέξης που, σύμφωνα με το Επίτομο Νέο Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας του Σπύρου Τσιούνη, σημαίνει «όποιος έχει σχέση με συμπλήρωμα ή χρησιμεύει για συμπλήρωμα», η δε λέξη «συμπλήρωμα» ερμηνεύεται ως «ό,τι προστίθεται σε κάτι για να συμπληρωθεί». Η έννοια, από την άλλη, των λέξεων «απαντητική» και «απάντηση», σημαίνει ότι προβάλλονται αντεπιχειρήματα σε μια θέση που καταγράφηκε προηγούμενα από την άλλη πλευρά." Στη βάση όλων των ενώπιον του Δικαστηρίου τεθέντων στοιχείων, όπως αυτά έχουν αναλυθεί και αξιολογηθεί ανωτέρω, κρίνω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, αποκλίνει υπέρ του αιτήματος του Αιτητή. Ως εκ τούτο το αίτημα εγκρίνεται. Συνακόλουθα δίδεται άδεια στον Αιτητή να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση της ένορκης δήλωσης του ημερ. 23.7.2019 εντός 10 ημερών από σήμερα. Απαντητική ένορκη δήλωση από μέρους της Καθ' ης η αίτηση στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Αιτητή να καταχωρηθεί εντός ετέρων 10 ημερών από την ημέρα της κοινοποίησης της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από το δικηγόρο του Αιτητή στο δικηγόρο της Καθ' ης η αίτηση. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και σε βάρος της Καθ' ης η αίτηση, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, καταβλητέα όμως μετά το πέρας της εκδίκασης της εναρκτήριας αίτησης. Η εναρκτήρια αίτηση και η μονομερής αίτηση ορίζονται για οδηγίες στις 9/12/2019. Τα έξοδα της εναρκτήριας αίτησης στην πορεία. (Υπ.) ................ Γ. Γ. Αντωνιάδη, Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Family / Interim Αναφορά: Άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης /Σ.Χ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.