ΙΜ ν. ΚΜ, Αρ. Αίτησης: 147/18, 8/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLAR:2019:1 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Τσαγγαρίδη, Π. Αρ. Αίτησης: 147/18 Μεταξύ: ΙΜ Αιτητής και ΚΜ Καθ΄ού η αίτηση Μονομερής Αίτηση Ημερ. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 8 Ιανουαρίου, 2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: κ. Σ. Σάββα Για τον Καθ΄ου η αίτηση: κα Μ. Ευθυμίου για Δράκος & Ευθυμίου Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Αιτητής, μέσα στα πλαίσια καταχώρησης εναρκτήριας αίτησης διατροφής ενηλίκου, καταχώρησε στις 13.8.18 και μονομερή αίτηση, λόγω της φοιτητικής του ιδιότητας, με την οποία αξιώνει την προσωρινή επιδίκαση από το Δικαστήριο, του ποσού των €500 μηνιαίως, ως η προσωρινή συνεισφορά του Καθ΄ου η αίτηση, στη διατροφή και συντήρηση του. Το Δικαστήριο, στις 16.8.18, εξέδωσε προσωρινό διάταγμα, με το οποίο καθόριζε, προσωρινά, τη συνεισφορά του Καθ΄ου η αίτηση στο ποσό των €270 μηνιαίως. Ο Καθ΄ου η αίτηση, στις 7.9.18, καταχώρησε ένσταση. Οι λόγοι της ένστασης είναι: «A. Ο Αιτητής έχει ικανότητα να εργάζεται για να εξασφαλίσει τα απαραίτητα για τη διατροφή και την εκπαίδευσή του. Β. Ο Αιτητής έχει εισοδήματα ικανοποιητικά για την κάλυψη των αναγκών του. Γ. Ο Καθ΄ου η αίτηση δεν έχει την οικονομική δύναμη για να συντηρεί τον Αιτητή. Δ. Ο Αιτητής δεν ήρθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια καθώς αποκρύπτει ουσιώδη γεγονότα.» Τόσο η αίτηση όσο και η ένσταση, υποστηρίζονται από τις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων. Περαιτέρω, κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, καταχωρήθηκαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις . Ο Καθ΄ου η αίτηση στις 19.9.18, ο Αιτητής στις 2.10.18 και ακολούθως ο Καθ΄ου η αίτηση στις 5.11.18. Είναι γεγονός ότι η συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Καθ΄ου η αίτηση ημερ. 5.11.18 επιτράπηκε από το Δικαστήριο με αποκλειστικό σκοπό, ως ήτο το σχετικό αίτημα, να παρουσιάσει ο Καθ΄ου η αίτηση στο Δικαστήριο καταστάσεις τραπεζικών λογαριασμών που να δείχνουν ότι ο Αιτητής και η μητέρα του, έχουν, επ΄ ονόματι τους, κατατεθειμένα χρηματικά ποσά. Η εν λόγω ένορκη δήλωση καταχωρήθηκε, όπως το περιεχόμενο της ίδιας αποκαλύπτει, εκτός του σκοπού για τον οποίο ζητήθηκε και λήφθηκε η σχετική άδεια από το Δικαστήριο. Δεν κρίνεται αναγκαία, για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης, η λεπτομερής παράθεση των εκατέρωθεν ισχυρισμών που περιέχονται στην ένορκη μαρτυρία των διαδίκων. Αναφορά θα γίνεται σε όσα γεγονότα κρίνεται αναγκαία η παράθεση τους, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι το Δικαστήριο δεν λαμβάνει πλήρως υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας. Η ακρόαση της παρούσας αίτησης έγινε με τις γραπτές αγορεύσεις των δικηγόρων των διαδίκων. Το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική εξουσία, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που θέτει το εν λόγω άρθρο να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που το Δικαστήριο θα έκρινε δίκαιο και πρόσφορο. Οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν κατά το άρθρο 32 είναι οι πιο κάτω: α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία στην αγωγή, και γ) Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη, σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του διατάγματος (βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estates and other
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 253). Το Δικαστήριο πρέπει επίσης στο τελικό στάδιο να σταθμίσει το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο το αιτούμενο διάταγμα (Ιπποδρομιακή Αρχή ν. Χατζηβασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. 152). Πρόσθετα, στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία, με μόνο σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα και δεν αποφασίζει πάνω στα διαφιλονικούμενα θέματα επί των οποίων θα κριθεί η κυρίως αίτηση (Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263). Επίσης υπάρχει υποχρέωση του Αιτητή όταν αιτείται την έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα. (Στυλιανού ν. Στυλιανού
(1992)1 ΑΑΔ 583, Σάββα ν. Τηλεμάχου
(2001)1 ΑΑΔ 2081). Επίσης, οι οποιεσδήποτε διαπιστώσεις στις οποίες προβαίνει το Δικαστήριο, γίνονται για τους σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος. Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικασθεί η ουσία της (Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograska Banka D.D.
(1999)1 (A) Α.Α.Δ. 225, 236). Οι προϋποθέσεις που απαιτεί το άρθρο 32 του Ν. 14/60 και οι οποίες αναφέρθηκαν ανωτέρω, κρίνονται με βάση τα γεγονότα που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και με βάση τις διατάξεις του Νόμου που διέπει το υπό κρίση θέμα, οι οποίες στην εξεταζόμενη περίπτωση είναι τo άρθρο 33
(2)του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990, Ν. 216/90. Συγκεκριμένα το άρθρο 33
(2)ορίζει ότι: «Με απόφαση και σχετική ρύθμιση από το Δικαστήριο, η υποχρέωση των γονέων δυνάμει του εδαφίου
(1)είναι δυνατό να συνεχίσει και μετά την ενηλικίωση του τέκνου, στις περιπτώσεις όπου ειδικές περιστάσεις επιβάλλουν τούτο, όπως σε περίπτωση ανικανότητας ή αναπηρίας του τέκνου ή υπηρεσίας θητείας του στην Εθνική Φρουρά ή φοίτησης του σε εκπαιδευτικό ίδρυμα ή επαγγελματική σχολή.» Σύμφωνα με την νομολογία του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου, η έκδοση δικαστικής απόφασης βάσει του άρθρου 33
(2)(ανωτέρω) αποτελεί προϋπόθεση για την συνέχιση της υποχρέωσης. Βλ. Τσιτσινίδη ν. Τσιτσινίδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 385, Βουνού ν. Βουνού
(1998)1 Α.Α.Δ. 400, Χρίστου ν. Χρίστου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1891, Κυπριανίδης ν. Κυπριανίδη
(2010)1 Α.Α.Δ.
- Προτού προχωρήσω στην εξέταση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/60, κρίνω αναγκαία την πιο κάτω παράθεση γεγονότων. Ο Αιτητής γεννήθηκε στις 19.8.
- Οι γονείς του κατά τη διάρκεια του γάμου τους απέκτησαν ακόμα δύο παιδιά τον Α και τον Μ. Λόγω της διάστασης των γονέων του, ο Καθ΄ου η αίτηση, δυνάμει σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου, συνεισέφερε στη διατροφή των παιδιών του, με τελική κατάληξη τη συνεισφορά των €1.000, για τα τρία του παιδιά, από 1.1.2010 και εντεύθεν. Ο Αιτητής ενηλικιώθηκε στις 19.8.
- Μετά την ενηλικίωση του, ο Καθ΄ου η αίτηση σταμάτησε να του καταβάλλει οποιοδήποτε ποσό ως διατροφή του, με εξαίρεση κάποιες περιοδικές καταβολές ποσών που του έδινε ως χαρτζιλίκι. Λόγω της εν το μεταξύ ενηλικίωσης και του δεύτερου παιδιού της οικογένειας, ο Καθ΄ου η αίτηση σήμερα καταβάλλει ως διατροφή μηνιαίως το ποσό των €333 για το μικρότερο αδερφό του, ο οποίος εξακολουθεί να είναι ανήλικος. Μετά την πιο πάνω παράθεση, προχωρώ στην εξέταση των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/
- Η εν λόγω εξέταση θα γίνει λαμβανομένου βεβαίως υπόψη και του ουσιαστικού δικαίου το οποίο διέπει την αξίωση του Αιτητή, το οποίο, ως προελέχθη, είναι το άρθρο 33
(2)του Ν. 216/
- Η υποχρέωση των γονέων να συνεισφέρουν στη διατροφή των παιδιών τους από κοινού, ανάλογα με τις δυνάμεις τους, όπως έχει νομοθετηθεί στο δίκαιο μας και συγκεκριμένα στο Νόμο 216/90, τερματίζεται με την ενηλικίωση του παιδιού. Σύμφωνα δε με την παρατεθείσα νομολογία, για να συνεχίσει αυτή η υποχρέωση χρειάζεται δικαστική απόφαση. Η φοίτηση του παιδιού σε εκπαιδευτικό ίδρυμα είναι μία από τις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να διατάξει τη συνέχιση της υποχρέωσης συνεισφοράς των γονέων. ΄Ετσι, με βάση αυτή την προσέγγιση, η φοίτηση του Αιτητή σε εκπαιδευτικό ίδρυμα στο Βόλο είναι αρκετή στο παρόν στάδιο, όπου δεν αξιολογείται μαρτυρία, για να ικανοποιηθεί η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση στην ακρόαση της εναρκτήριας αίτησης. Ο Αιτητής είναι δευτεροετής φοιτητής στον κλάδο ηλεκτρολογικής μηχανικής στο Βόλο, λόγω του ότι ήταν δική του επιθυμία και επιθυμία των γονιών του να σπουδάσει. Τον πρώτο χρόνο τα έξοδα των σπουδών του τα κάλυψε η μητέρα του. Ο Καθ΄ου η αίτηση επικαλείται ότι ουδέποτε του δόθηκε οτιδήποτε που να αποδεικνύει ότι ο Αιτητής σπουδάζει στο Βόλο στο τμήμα Ηλεκτρολογικής Μηχανικής. Προβάλλει επίσης τον ισχυρισμό ότι δεν ήταν δική του επιθυμία να σπουδάσει ο γιος του, γιατί ήταν από ανέκαθεν πολύ αδύνατος μαθητής, με αποτέλεσμα να μένει μαθήματα κάθε χρόνο στην Τεχνική Σχολή που φοιτούσε. Στο στάδιο αυτό, που δεν αξιολογούνται οι μαρτυρίες, με βάση τα ενώπιον μου στοιχεία, θεωρώ ότι εφόσον ο Αιτητής έχει πετύχει την εισαγωγή του στο εν λόγω εκπαιδευτικό ίδρυμα της Ελλάδας, κατόπιν παγκυπρίων εξετάσεων εισδοχής σε εκπαιδευτικά ιδρύματα, έχει τη δυνατότητα σπουδής σε ένα τέτοιο εκπαιδευτικό ίδρυμα και ότι η επιλογή του μπορεί να χαρακτηριστεί ως λογική. Ενώ ο πατέρας διατυπώνει την πιο πάνω παρατεθείσα θέση, εν τούτοις στην παράγραφο 11 της ένορκης του δήλωσης ημερ. 7.9.18, παραδέχεται ότι ήρθε σε επικοινωνία με τον Αιτητή και ότι του ζήτησε ο Αιτητής να συνεισφέρει οικονομικά και ότι ο ίδιος είπε στον Αιτητή ότι θα του δίνει όσα πιο πολλά μπορεί κάθε μήνα με βάση τις δυνάμεις του. Παρατίθεται η παράγραφος 11 κατωτέρω αυτούσια. «
- Από την παράγραφο 14 της Ενόρκου Δηλώσεως του Αιτητή παραδέχομαι ότι ήρθα σε επικοινωνία με τον Αιτητή που μου ζήτησε να συνεισφέρω οικονομικά όμως αρνούμαι τα όσα αναφέρει περί άρνησης μου. Του εξήγησα εκτενώς τη δύσκολη οικονομική κατάσταση που βρίσκομαι λόγω δανείων και διατροφής του ανήλικου αδερφού του, καθώς επίσης και τον ενημέρωσα πλήρως για την κατάσταση της υγείας μου, ότι δηλαδή χρειάστηκε για 3 μήνες να λείπω από την εργασία μου για να κάνω μια σοβαρής μορφής επέμβαση στον σπόνδυλο μου. Λόγω της απουσίας μου, έπαιρνα πολύ μειωμένο μισθό για αυτό το διάστημα, κάτι που με έφερε ακόμα σε πιο δύσκολη οικονομική θέση. Παρόλα αυτά, εγώ του είπα ότι θα του δίνω όσα πιο πολλά μπορώ κάθε μήνα με βάση των δυνάμεων μου.» Ο Καθ΄ου η αίτηση εκφράζει ένα παράπονο, ότι δεν έτυχε ενημέρωσης για τις σπουδές του Αιτητή αν και επανειλημμένα ζήτησε και μέσω των δικηγόρων του μία σχετική βεβαίωση από το εν λόγω εκπαιδευτικό ίδρυμα ότι όντως ο Αιτητής είναι δευτεροετής φοιτητής. Φαίνεται εκ των πραγμάτων ότι ο Αιτητής σε σχέση με το πρώτο έτος λογικά έκανε χρήση και της δεύτερης εξεταστικής περιόδου, όπως γνωρίζουν όσοι είναι απόφοιτοι ελληνικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και ως εκ τούτου θεωρώ στο παρόν στάδιο βάσιμη τη θέση του Αιτητή ότι δεν ήταν σε θέση να προσκομίσει τέτοια βεβαίωση. Το ότι, κατά την κρίση μου, ένας φοιτητής έκανε χρήση και της δεύτερης εξεταστικής περιόδου όπως του παρέχεται το δικαίωμα στην Ελλάδα, αυτό δεν σημαίνει και ούτε μπορεί να ερμηνευθεί στο παρόν στάδιο ως απόδειξη αποτυχίας του. Το θέμα αυτό βεβαίως είναι θέμα το οποίο θα απασχολήσει διεξοδικά το Δικαστήριο με την προσκόμιση της ανάλογης μαρτυρίας στο στάδιο της εξέτασης της ουσίας της υπόθεσης, δηλαδή της εναρκτήριας αίτησης. Σύμφωνα με τη νομολογία σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο το Δικαστήριο όχι μόνο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αλλά και να μην αφήνει να αιωρείται η σκιά ότι έχει αποφασίσει την ουσία της υπόθεσης ή ουσιώδη πτυχή της. Παραπέμπω στο πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση MILTON INVESTEMENTS COMPANY LTD v. DRYDEN GROUP LTD, Πολ. Έφ. αρ. 424/11, ημερ. 27.3.14, όπου λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνουμε ότι το πρώτο παράπονο δεν ευσταθεί και σ΄ ότι αφορά το δεύτερο, συμφωνούμε με τους εφεσείοντες ότι κατά πάγια νομολογία (Jonitexo (ανωτέρω) και Γρηγόριου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248) το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης καθ΄ ότι αυτό γίνεται κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης. Πρόκειται, να τονίσουμε, για αρχή που πρέπει να τηρείται με ευλάβεια και κατά το ενδιάμεσο αυτό στάδιο, το Δικαστήριο όχι μόνο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει στα προαναφερθέντα συμπεράσματα, αλλά και να μην αφήνει να αιωρείται η σκιά ότι έχει αποφασίσει την ουσία της υπόθεσης ή κάποια ουσιώδη πτυχή της». Στη βάση των πιο πάνω, θεωρώ ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 πληρούνται. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, ότι δηλαδή θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, θεωρώ ότι η φύση της παρούσας υπόθεσης διατροφής, την διαφοροποιεί από τις άλλες υποθέσεις στις οποίες αυτό που αναζητείται είναι η επάρκεια των αποζημιώσεων κατά την έκδοση απόφασης στα πλαίσια αγωγής. Όπως χαρακτηριστικά ειπώθηκε στην απόφαση M & Ch Mitsingas Trading Ltd v. The Timberland Co
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791: «Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία.» Είναι, κατά την κρίση μου, αναντίλεκτο ότι η καθημερινή επιβίωση ενός φοιτητή ιδιαίτερα στο εξωτερικό αλλά και η δυνατότητα έναρξης ή συνέχισης της φοίτησης του στο εξωτερικό είναι άρρητα συνυφασμένες και εξαρτώμενες από τη συνεισφορά των γονέων του. Προς την κατεύθυνση αυτή κρίνω ότι κινείται και η δήλωση του Καθ΄ου η αίτηση περί ετοιμότητάς του να συνεισφέρει στον Αιτητή, η οποία συμπυκνώνεται στην πιο κάτω φράση από την παράγραφο 11 της ένορκης του δήλωσης που έχει ήδη παρατεθεί «..Εγώ του είπα ότι θα του δίνω όσα πιο πολλά μπορώ κάθε μήνα με βάση των δυνάμεων μου». Ως εκ τούτου, κρίνω ότι στην παρούσα αίτηση συντρέχει και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60. Υπάρχει όμως μία άλλη πτυχή την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει εφόσον με την καταχώρηση ένστασης έχουν τεθεί ενώπιον του το σύνολο των εκατέρωθεν ισχυρισμών των διαδίκων. Η κοινή υποχρέωση συνεισφοράς των γονέων στη διατροφή των παιδιών τους, είτε αυτά είναι ανήλικα είτε ενήλικα, εξειδικεύεται από τις πρόνοιες του άρθρου 37
(1)του Ν. 216/90 το οποίο έχει ως ακολούθως: «Η διατροφή προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του και τις οικονομικές δυνατότητες που υπάρχουν για διατροφή προσώπου.» Με βάση τα ενώπιον μου στοιχεία θεωρώ ότι ο Αιτητής δεν παρουσίασε την ακριβή εικόνα, όταν το Δικαστήριο εξέταζε τη μονομερή αίτηση, των εισοδηματικών δυνατοτήτων της μητέρας του, η οποία είναι εξίσου υπόχρεη προς συνεισφορά. Τούτο προκύπτει αβίαστα από τα πιο κάτω. Διατείνεται ο Αιτητής ότι η μητέρα του είναι τραπεζική υπάλληλος με μηνιαίο εισόδημα €1.500 το μήνα, από το οποίο συντηρείται τόσο η ίδια όσο και τα τρία παιδιά της. Αντίθετα, ο Καθ΄ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η μητέρα του Αιτητή και πρώην σύζυγός του «βρίσκεται σε άριστη οικονομική κατάσταση για να καλύπτει τα έξοδα του Αιτητή αλλά και του αδερφού του Αιτητή σε αντίθεση με εμένα που είμαι σε άσχημη οικονομική κατάσταση. Ως πρώην σύζυγος της, είμαι σε θέση να γνωρίζω πως έχει αρκετή περιουσία, καταθέσεις στην τράπεζα και κανένα δάνειο ή άλλο οικονομικό βάρος». (Βλ. παρ. 5 ΄Ενορκης Δήλωσης Καθ΄ου η αίτηση ημερ. 7.9.18). Στη βάση των πιο πάνω, θεωρώ ότι ο Αιτητής δεν παράθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τις πραγματικές οικονομικές δυνατότητες της μητέρας του η οποία είναι εξίσου ως προελέχθηκε, υπόχρεη προς συνεισφορά. Ο Αιτητής είναι δευτεροετής φοιτητής, κατά τη θέση του, σε εκπαιδευτικό ίδρυμα της Ελλάδας. Τα μηνιαία έξοδα του, τα οποία κάλυψε στο πρώτο έτος σπουδών αποκλειστικά η μητέρα του, ως ο ίδιος ισχυρίζεται στην παράγραφο 12 της ένορκης του δήλωσης, είναι €1.120 μηνιαίως. Περαιτέρω, η μητέρα του, πάλι ως ο ίδιος ισχυρίζεται, καλύπτει τα έξοδα διατροφής και του άλλου ενήλικα σήμερα αδερφού του, συνεισφέρει δε και στη διατροφή του ανήλικου αδερφού του, καλύπτει δε και τα έξοδα αυτοσυντήρησης της. Εκ των πραγμάτων η βασική θέση του Αιτητή ότι η δυνατότητα της μητέρας του είναι μόνο ο μισθός της, δηλαδή €1,500 μηνιαίως, αντικρούεται από τις ίδιες τις συνθήκες της ζωής της μητέρας του Αιτητή και της εν γένει οικογένειας, όπως αυτές της έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνω αναγκαία την αναπροσαρμογή του προσωρινού διατάγματος από €270 σε €200 μηνιαίως, ποσό το οποίο θεωρώ ως δίκαιο και λογικό για να συνεχίσει η ισχύς του διατάγματος. Ενόψει όλων των πιο πάνω, το προσωρινό διάταγμα τροποποιείται με τον επανακαθορισμό της συνεισφοράς του Καθ΄ου η αίτηση στο ποσό των €200 μηνιαίως από 16.8.2018. Το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 16.8.2018, ως έχει τροποποιηθεί, καθίσταται απόλυτο. Νοείται ότι οποιοδήποτε επιπλέον ποσό έχει καταβληθεί λόγω της πιο πάνω τροποποίησης, ο Καθ΄ου η αίτηση δύναται να το συνυπολογίσει έναντι παρελθουσών ή μελλοντικών του υποχρεώσεων. Πριν αφήσω την απόφασή μου, θα ήθελα να τονίσω τα πιο κάτω. Όπως διαφαίνεται από τη μαρτυρία των διαδίκων, η παρούσα υπόθεση είναι μία από τις πολλές, δυστυχώς, υποθέσεις που οδηγούνται ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου ως συνέπεια της κατάρρευσης του γάμου των γονιών. Είναι το αποτέλεσμα, όπου τα παιδιά κατά το χρόνο της ανηλικότητάς τους οι γονείς ή ένας εκ των γονέων διαμορφώνει με την κατάρρευση του γάμου τέτοια κατάσταση πραγμάτων, όπου τα παιδιά εξαναγκάζονται, λόγω της αδυναμίας συνεννόησης των γονέων ή για άλλους λόγους, να επιλέξουν ουσιαστικά «στρατόπεδο». Ως Οικογενειακός Δικαστής, κρίνω ότι τα θέματα αυτά δεν διέπονται μόνο από την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία, αλλά προκειμένου περί οικογενειακών σχέσεων και από την ηθική των πραγμάτων. Όπως ο Αιτητής ζητά την απλόχερη οικονομική στήριξη του πατέρα του για τις σπουδές του που επιβάλλεται και από την ηθική των πραγμάτων, ως ενήλικας πλέον, με τον ίδιο απλόχερο συναισθηματικά τρόπο πρέπει να πλησιάσει και να αποκαταστήσει τις σχέσεις του με τον πατέρα του. Η ίδια βεβαίως ηθική υποχρέωση και τρόπος ενέργειας βαρύνει και τον πατέρα. Οι σχέσεις μεταξύ γονέων και παιδιών δεν είναι σχέση οικονομικής συναλλαγής ή υποχρέωσης, αλλά πρωτίστως δεσμός αίματος. Θα έλεγα ακατάλυτος. Η αντιπαράθεση σε τέτοιου είδους περιπτώσεις δεν λύνει προβλήματα, αντίθετα, τα επιδεινώνει και διαιωνίζει τα αδιέξοδα τα οποία στο άμεσο μέλλον ενέχουν το σοβαρό ενδεχόμενο να έχουν καταλυτικές συνέπειες και για τους γονείς και για τα παιδιά. Σε αυτή την προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων του Αιτητή και του Καθ΄ου η αίτηση, βαρύνουσα σημασία έχει και η στάση που θα τηρήσει η μητέρα για το όλο θέμα, η οποία ασφαλώς έχει και λόγο και ρόλο και υποχρέωση να εκπληρώσει. Εάν στο τέλος της ημέρας θα υπάρξει οποιαδήποτε ουσιαστική ωφέλεια για τους διαδίκους από την υπόθεση που κρίνεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι η ευκαιρία και η δυνατότητα που τους παρέχεται για πλήρη αποκατάσταση των σχέσεων τους και του τρωθέντος οικογενειακού δεσμού.. Ως προς τα έξοδα θεωρώ ως ορθό και δίκαιο, στη βάση όλων των πιο πάνω που έχω αναφέρει, όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδα της. (Υπ.) ............ Μ. Τσαγγαρίδης, Π. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο