Χ. Κ. ν. Π. Β., Αρ. Αίτησης: 133/19, 30/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLAR:2019:24 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Τσαγγαρίδη, Π. Αρ. Αίτησης: 133/19 Μεταξύ: Χ. Κ. Αιτήτρια και Π. Β. Καθ΄ού η αίτηση Μονομερής Αίτηση Ημερ. 10.7 .2019 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30 Οκτωβρίου, 2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: κ. Ν. Νικολάου Για τον Καθ΄ου η αίτηση: κ. Παναγίδης με κα Παναγίδου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Μέσα στα πλαίσια καταχώρησης εναρκτήριας αίτησης δικαιοδοσίας διατροφής ανηλίκων, η Αιτήτρια, την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 10.7.19, καταχώρησε και την παρούσα μονομερή αίτηση, με την οποία αιτείται τον προσωρινό καθορισμό της συνεισφοράς του Καθ΄ου η αίτηση στο ποσό των €800 μηνιαίως για διατροφή και συντήρηση των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων Α-Β και Χ-Π. Το Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της πιο πάνω μονομερούς αιτήσεως, εξέδωσε, στις 11.7.19, προσωρινό διάταγμα, με το οποίο καθόρισε προσωρινά τη συνεισφορά του Καθ΄ου η αίτηση στη διατροφή των παιδιών του, στο ποσό των €300 μηνιαίως. Ο Καθ΄ου η αίτηση, στις 29.7.19 καταχώρησε ένσταση. Οι λόγοι της ένστασης είναι: «(α) Δεν πληρούνται και/ή συντρέχουν και/ή ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται από τη Νομολογία και την κείμενη Νομοθεσία για έκδοση και εν προκειμένω την οριστικοποίηση του αιτούμενου Διατάγματος. (β) Η Αιτήτρια δεν προβαίνει σε πλήρη, ειλικρινή και δίκαιη αποκάλυψη όλων των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση και/ή η Αιτήτρια δεν προσέρχεται ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια. (γ) Δεν είναι δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις να γίνει απόλυτο το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα. (δ) Δεν υφίσταται κανένα κατεπείγον, ούτως ώστε η Αιτήτρια να δικαιούται εξαρχής την έκδοση του διατάγματος και πλέον την οριστικοποίησή του. (ε) Η Αιτήτρια δεν έχει καλή υπόθεση αλλά ούτε και πιθανότητα επιτυχίας, ενόψει των γεγονότων τα οποία απέκρυψε από το Δικαστήριο. (στ). Η όποια τυχόν ζημία της Αιτήτριας δεν είναι σε καμία περίπτωση ανεπανόρθωτη, είναι σαφώς αποτιμητή σε χρήμα, γεγονός το οποίο συνιστά επαρκή θεραπεία. (ζ) Δικαιοσύνη μπορεί να απονεμηθεί σε μεταγενέστερο στάδιο και/ή η Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει ότι θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.» Τόσο η αίτηση όσο και η ένσταση υποστηρίζονται, αντίστοιχα, από τις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων. Προτού προχωρήσω κατωτέρω, στη παράθεση των θέσεων των διαδίκων, κρίνω αναγκαίο να αναφέρω ότι το Δικαστήριο, δεν θα ασχοληθεί με τους λόγους κατάρρευσης του γάμου των διαδίκων και την εντεύθεν υπαιτιότητα των γονέων-διαδίκων, αφού το θέμα αυτό είναι άσχετο και ασύνδετο με την κοινή υποχρέωση των γονέων να διατρέφουν τα παιδιά τους, σύμφωνα με τις δυνάμεις τους και τις ανάγκες των δικαιούχων παιδιών, ως ορίζουν οι πρόνοιες των άρθρων 33 και 37 του Ν. 216/
- Αποτελεί κοινή θέση των διαδίκων, ότι οι διάδικοι είναι Έλληνες πολίτες και ότι τέλεσαν γάμο στις 23.9.
- Από το γάμο τους απέκτησαν δύο παιδιά την Α-Β που γεννήθηκε στις 8.11.08 και τον Χ-Π που γεννήθηκε στις 14.4.
- Περαιτέρω, η Αιτήτρια στην ένορκη της δήλωση, ισχυρίζεται ότι οι διάδικοι βρίσκονται σε διάσταση από τις αρχές του Απρίλη του 2019, τη δε 1.7.19 ο Καθ΄ου η αίτηση αποχώρησε από το συζυγικό οίκο. Η ίδια μαζί με τα παιδιά εξακολουθεί να διαμένει στο συζυγικό οίκο, αντί ενοικίου €600 μηνιαίως, (Τεκμήριο Α). Η ίδια εργάζεται σε κατάστημα με μισθό €1.000 μηνιαίως. Ο Καθ΄ου η αίτηση εργάζεται ως οδηγός με μισθό €1.400 μηνιαίως, πλέον 13ον μισθό. Τα μηνιαία έξοδα διατροφής και συντήρησης της Α-Β έχουν ως ακολούθως: «
- Τρόφιμα (συμπ. Φούρνους, φρουταρίες, κρεοπωλείο, ιχθυοπωλείο €250
- ΄Ενδυση & Υπόδηση (συμπ. Ένδυσης και υπόδησης μπαλέτου) € 50
- Ρεύμα-Νερό € 60
- Διαδίκτυο € 15
- Ιατρική Περίθαλψη € 40
- Μεταφορικά έξοδα €100
- Μηνιαίο Χαρτζιλίκι/σχολείο/ Ψυχαγωγία € 60
- Γενέθλια/Γενέθλια Φίλων/Δώρα € 50
- Γραφική ύλη/Σχολικά είδη € 15
- Καθαρισμός/Φροντίδα δοντιών-Υγιεινή (σαμπουάν, μαλακτικό, φροντίδα σώματος) € 15
- Ενοίκιο (αναλογία) €200
- Αγγλικά € 70
- Χορός € 50 €995 Τα μηνιαία έξοδα διατροφής και συντήρησης του Χ-Π έχουν ως ακολούθως:
- Τρόφιμα (συμπ. Φούρνους, φρουταρίες, κρεοπωλείο, ιχθυοπωλείο €230
- ΄Ενδυση & Υπόδηση (συμπ. Ένδυσης και υπόδησης μπαλέτου) € 60
- Ρεύμα-Νερό € 50
- Ιατρική Περίθαλψη € 50
- Μεταφορικά έξοδα € 80
- Ψυχαγωγία € 60
- Γενέθλια/Γενέθλια Φίλων/Δώρα € 20
- Καθαρισμός/Φροντίδα δοντιών-Υγιεινή (σαμπουάν, μαλακτικό, φροντίδα σώματος) € 10
- Ενοίκιο (αναλογία) €200
- Νηπιαγωγείο € 40
- Ποδόσφαιρο € 40 €810» Ο Καθ΄ου η αίτηση, στην ένορκη του δήλωση, παραδέχεται τις δυνάμεις των διαδίκων, όπως τις ισχυρίζεται η Αιτήτρια. Ισχυρίζεται, ότι η διάσταση στις σχέσεις τους, επήλθε στις 8.6.19, ημερομηνία κατά την οποία αποχώρησε από το συζυγικό οίκο. Η θέση του Καθ΄ου η αίτηση, ως ένσταση του, στην υπό κρίση αίτηση, αποτυπώνεται στις παραγράφους 14 έως 18, τις οποίες κρίνω αναγκαία, για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, την αυτούσια παράθεσή τους. «14.Ως με ενημερώνουν οι δικηγόροι μου, το προσωρινό διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί, καθότι η αιτήτρια δεν αποκάλυψε πλήρως όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό κρίση αίτηση, πράγμα το οποίο είχε υποχρέωση να πράξει και δεν έπραξε.
- Συγκεκριμένα, κατά την 23.6.2019, η Αιτήτρια, ως είχαμε προγραμματισμένο από χρόνο προγενέστερο της διάστασης μας, μετέβη αεροπορικώς στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στη Σαλαμίνα μαζί με τα ανήλικα τέκνα μας ούτως ώστε τα τελευταία να επισκεφτούν τους γονείς μας και να παραμείνουν μαζί τους για σκοπούς αναψυχής και καλοκαιρινών διακοπών για περίοδο ενός
(1)μηνός περίπου. Η αιτήτρια, μετά από λίγες ημέρες, επέστρεψε στην Κύπρο.
- Περί την 13.7.19, ο ανήλικος υιός μας ΧΠ με πληροφόρησε ότι ζήτησε από την Αιτήτρια να επιστρέψει στην Κύπρο αφού είχε βαρεθεί και δεν ήθελε πλέον να μένει με τους παππούδες και τις γιαγιάδες του, αλλά η Αιτήτρια του αρνήθηκε και του ανέφερε ότι δεν ήξερε πότε θα τον έφερνε πίσω με την δήθεν δικαιολογία ότι δεν είναι σε οικονομική θέση να φροντίζει για τη διαμονή, συντήρηση, σίτιση και ασφάλειας τους λόγω του ότι δεν είχε ούτε τα χρήματα αλλά ούτε επαρκές χρόνο. Το γεγονός αυτός η Αιτήτρια τεχνηέντως απέκρυψε από το Δικαστήριο και δεν το αποκάλυψε, ενώ είχε τέτοια υποχρέωση. Σημειώνω ότι τα ανήλικα βρίσκονται μέχρι σήμερα στην Ελλάδα, γεγονός το οποίο επίσης η Αιτήτρια επίσης παρέλειψε να αποκαλύψει στο Δικαστήριο. 17 Περαιτέρω, ως ανωτέρω αναφέρω, τα ανήλικα τέκνα μας σήμερα βρίσκονται στην Ελλάδα και τις περισσότερες ημέρες διαμένουν μαζί με τη μητέρα μου στην οποία αποστέλλω χρήματα προσωπικά ενώ η Αιτήτρια αρνείται να συγκατατεθεί στην επιστροφή τους, γεγονός το οποίο επίσης επί σκοπού και συνειδητά δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο, καθότι αν το αποκάλυπτε, εκ των πραγμάτων θα διαφαινόταν το αβάσιμο της αίτησής της, εφόσον τα ανήλικα τέκνα μας δεν διαμένουν μαζί της και κατ΄ επέκταση δεν είναι υπεύθυνη για τη διατροφή τους.
- Επιπρόσθετα και εξ΄ όσων λαμβάνω νομική συμβουλή, δεν ικανοποιείται ούτε η προϋπόθεση ύπαρξης κατεπείγοντος, η οποία είναι απαραίτητη για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και ως εκ τούτου, είναι η θέση μου ότι η Αιτήτρια εξαπάτησε το Δικαστήριο. Η θέση μου αυτή έγκειται στο γεγονός ότι τα ανήλικα τέκνα μας δε διαμένουν με την Αιτήτρια, καθότι αυτά βρίσκονται ακόμα στην Ελλάδα και στο γεγονός ότι η τελευταία δεν συγκατατίθεται στην επιστροφή τους στην Κύπρο. Η συμπεριφορά αυτή της Αιτήτριας δεικνύει ξεκάθαρα ότι κανένα κατεπείγον δεν υφίσταται και εξουδετερώνει όλους τους ισχυρισμούς της περί του αντιθέτου.» Η ακρόαση της ενδιάμεσης αίτησης, διεξήχθηκε με τις γραπτές αγορεύσεις των δικηγόρων των διαδίκων. Αποτελεί βασική θέση του Καθ΄ου η αίτηση ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο καταχώρησης της μονομερούς αίτησης και εξασφάλισης του προσωρινού διατάγματος από την Αιτήτρια, τα παιδιά των διαδίκων βρίσκονταν στην Ελλάδα. Ειδικότερα, η Αιτήτρια αποτάθηκε στο Δικαστήριο την 10.7.19 και εξασφάλισε προσωρινό διάταγμα στις 11.7.19, και τα παιδιά τους βρίσκονταν στην Ελλάδα από τις 23.6.19 μέχρι και τις 17.8.
- Ούτως εχόντων των πραγμάτων, είναι η εισήγηση του Καθ΄ου η αίτηση ότι το Δικαστήριο, χωρίς να ασχοληθεί με οποιαδήποτε άλλη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, θα πρέπει να ακυρώσει το προσωρινό διάταγμα, αφού η Αιτήτρια παρέλειψε να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων, και κατά συνέπεια, ένεκα των περιστάσεων δεν πληρείτο ούτε η προϋπόθεση του κατεπείγον. Αντίθετη είναι η θέση της Αιτήτριας ως προς το θέμα της αποκάλυψης. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από τη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου της. «Το ταξίδι των παιδιών στην Ελλάδα για να περάσουν κάποιες μέρες από τις θερινές διακοπές τους με τους παππούδες τους και των δύο πλευρών ήταν καθορισμένο και προγραμματισμένο από κοινού των διαδίκων πολύ πριν τη διάσταση τους. Η Αιτήτρια πράγματι μετέβηκε στην Ελλάδα κατά την 23.6.19 για να συνοδεύσει τα παιδιά και αυθημερόν επέστρεψε στην Κύπρο. Εξαρχής τα παιδιά δεν είχαν εισιτήρια επιστροφής, καθότι οι διάδικοι δεν γνώριζαν κατά πόσον θα έμεναν στην Ελλάδα με τους παππούδες τους χωρίς τη δική τους παρουσία και η απόφαση τους ήταν άμεσα μόλις τους ζητούσαν τα παιδιά να επιστρέψουν, να φρόντιζαν για την επιστροφή τους. Στο μεταξύ μετά πάροδο λίγων ημερών, ήτοι την 1.7.19, μεσολάβησε η διάσταση των διαδίκων αλλά εν τω μεταξύ και πριν την 10.7.19 που καταχώρησε την επίδικη αίτηση της η Αιτήτρια τα παιδιά εκδήλωσαν ενδιαφέρον να επιστρέψουν στην Κύπρο. Με δεδομένη την άρνηση του Καθ΄ου η αίτηση να συνεργαστεί μαζί της, η Αιτήτρια ανέμενε την έκδοση του προσωρινού διατάγματος για να μπορέσει να επαναπατρίσει τα παιδιά της, αφού αιφνιδιάστηκε από τη συμπεριφορά του Καθ΄ου η αίτηση και δεν ήταν προετοιμασμένη για κάτι τέτοιο. Παραθέτουμε το παραπάνω ιστορικό για να καταδείξουμε ότι δεν υπήρχε πρόθεση απόκρυψης οποιουδήποτε στοιχείου από το σεβαστό Δικαστήριο, αφού η έκδοση του προσωρινού διατάγματος ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορέσει η Αιτήτρια να επαναπατρίσει τα παιδιά της και να συνεχίσει να καλύπτει τις άμεσες και τρέχουσες ανάγκες τους. Το εάν ο Καθ΄ου η αίτηση απέστελλε κατ΄ ισχυρισμό του χρήματα κατ΄ εκείνη την περίοδο που τα παιδιά βρίσκονταν στην Ελλάδα, ουδεμία σημασία και σκοπιμότητα έχει, αφού οι εν λόγω διακοπές ήταν κάτι μεμονωμένο στο κατά τα άλλα σταθερό πρόγραμμά τους. Τώρα τα παιδιά φοιτούν στα σχολεία τους και έχουν τα φροντιστήρια και της δραστηριότητες τους για τις οποίες απαιτούνται κονδύλια στα οποία απαιτείται να συνεισφέρει ο Καθ΄ου η αίτηση.» Προτού, προχωρήσω, κατωτέρω, να εξετάσω το υπό κρίση θέμα, θα ήθελα να υποδείξω ότι σύμφωνα με τη νομολογία, οι αγορεύσεις των δικηγόρων δεν αποτελούν μέσο προσαγωγής μαρτυρίας ή διεύρυνσης των επιδίκων θεμάτων, (βλ. N. A Theofanous (Matic) Laundries Ltd ν. Δημοκρατίας
(2000)
(3)ΑΑΔ 743, Τ. Μισιρλής ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1995)
(3)ΑΑΔ 379). ΄Ετσι, τα όσα ισχυρίζεται ο δικηγόρος της Αιτήτριας, στο πιο πάνω παρατεθέν απόσπασμα της αγόρευσης του, δεν εδράζονται επί αντίστοιχης μαρτυρίας της Αιτήτριας, αφού ουδεμία αναφορά περί τούτων, γίνεται στην ένορκη της δήλωση, και κατά συνέπεια τέτοιοι ισχυρισμοί ή γεγονότα, ουδέποτε τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τον χρόνο έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Θα ασχοληθώ κατωτέρω με το λόγο ακύρωσης τον οποίο επικαλείται ο Καθ΄ου η αίτηση, δηλαδή της παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, παράλειψη η οποία κατ΄ επέκταση, ως είναι η θέση του, αφαιρεί από την αίτηση το στοιχείο του κατεπείγοντος. ΄Εχει κριθεί από τη νομολογία ότι το κατεπείγον αποτελεί δικαιοδοτικό όρο και μόνο στην περίπτωση που καταδεικνύεται, δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου, παρεκκλίνοντας από την αρχή να ακούγονται και τα δύο μέρη πριν τη δικαστική κρίση, (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(2013)1 ΑΑΔ 78). Ως προς το θέμα της υποχρέωσης αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων παραπέμπω στην απόφαση του Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Λ. Παρπαρίνου, Αναφορικά με την αίτηση της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΛΤΔ, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 92/18, ημερ. 20.9.18 όπου αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Το Δικαστήριο σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι ο Αιτητής δεν προέβη σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων στο στάδιο μονομερούς αίτησης πιθανόν να θέσει τέρμα στην ισχύ του εκδοθέντος διατάγματος, εδώ ΄Αδειας, χωρίς να εξετάσει άλλα θέματα ουσίας. Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν συνιστά προϋπόθεση για ακύρωση εκδοθέντος Διατάγματος, εδώ ΄Αδειας, λόγω παράλειψης πλήρους αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Αρκεί η διαπίστωση ότ η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστούσε εξ αντικειμένου ουσιώδες στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Rybolovlev v. Rybolovleva κ.α.
(2010)1 ΑΑΔ 82). Στην Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G κ.α. ν. Adeona Holdings Limited κ.α. Π.Ε. Ε6/2014 ημερ. 27.2.2015 γίνεται εκτενής ανάλυση του ζητήματος αυτού. Παρατίθεται το σχετικό μέρος: "Η υποχρέωση κάθε διαδίκου που ζητά μονομερώς διάταγμα να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, είναι δεδομένη. Σχετική είναι η νομολογία που προκύπτει μεταξύ άλλων και από τις υποθέσεις Global Cruises SA κ.α. ν. Metro Shipping & Travel Ltd
(1989)1 ΑΑΔ 607, 616-8, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 264-267, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 και Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004)1Γ ΑΑΔ 1953, 1956. Όπως αναφέρεται, σε μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής υποχρεούται να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και να ενεργήσει με καλή πίστη. Αυτό ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις που ζητείται θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, οπότε ο Αιτητής έχει υποχρέωση να προσέλθει με «καθαρά χέρια». Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Η υποχρέωση αποκάλυψης εκτείνεται σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά ή τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία ενδεχομένως θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου. Όσο πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε γεγονότα, αλλά εκτείνεται και στο νόμο και νομικές αρχές, καθώς και σε σημεία τα οποία ενδεχομένως να μην είναι υπέρ των Αιτητών (βλ. Swift Fortune Ltd (The Capaz Duckling) v. Magnifica Marine SA [2008] 1 Lloyd´s Rep. 54). Επίσης, περιλαμβάνει και την αποκάλυψη άνευ βλάβης αλληλογραφίας (βλ. Linsen International Ltd v. Humpuss Sea Transport Pte Ltd
(2010)EWHC 303 (Comm)). Αυτό υποβοηθά το δικαστήριο στο να αντιληφθεί όλα τα σχετικά σημεία, προτού αποφασίσει. Σχετικές είναι οι Siporex Trade S.A. v. Comdel Commodities Ltd [1986] 2 Lloyd´s Rep 428 QBD και Global Cruises S.A. κ.α. v. Metro Shipping & Travel Ltd, ανωτέρω. Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων. Βέβαια δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση. Αν το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κρίνει ότι η παράλειψη αφορούσε σε ουσιώδες γεγονός, τότε κατά κανόνα ακυρώνει το διάταγμα, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να αφαιρέσει κάθε όφελος που απεκόμισε ο αιτητής. Στην αγγλική υπόθεση Bank Mellat v. Nikpour (Mohammad Ebrahaim)
(1985)F.S.R. 87 CA, αναφέρθηκε ότι το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, σύμφωνα με την αρχή του locus poenitentiae (ευκαιρία για μεταμέλεια ή διόρθωση), μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν η μη αποκάλυψη είναι αθώα, να ακυρώσει το προηγούμενο διάταγμα και να εκδώσει νέο, υπό όρους (βλ. επίσης Recnex Trading Ltd κ.α. v. Tράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολιτική Έφεση Αρ. 71/11, ημερ. 16.4.2014). Όμως αυτή η διακριτική ευχέρεια θα πρέπει να ασκείται με αρκετή περισυλλογή, ώστε να μην εξουδετερώνει το μοναδικό κόστος ή «τιμωρία» για μη αποκάλυψη, που δεν είναι άλλο από την ακύρωση του διατάγματος. Στην υπόθεση Brink´s-Mat Ltd v. Elcombe and others [1988] 3 All ER 188 o δικαστής Balcombe LJ επεξηγώντας την ευρεία διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, ανέφερε τα εξής:- «The rule that an ex parte injunction will be discharged if it was obtained without full disclosure has a two-fold purpose. It will deprive the wrongdoer of an advantage improperly obtained: see R v Kensington Income Tax Commissioners, Ex parte Princess Edmond de Polignac [1917] 1 K.B. 486, 509. But it also serves as a deterrent to ensure that persons who make ex parte applications realise that they have this duty of disclosure and of the consequences (which may include a liability in costs) if they fail in that duty. Nevertheless, this judge-made rule cannot be allowed itself to become an instrument of injustice. It is for this reason that there must be a discretion in the court to continue the injunction, or to grant a fresh injunction in its place, notwithstanding that there may have been non-disclosure when the original ex parte injunction was obtained: see in general Bank Mellat v Nikpour (Mohammad Ebrahaim) [1985] F.S.R. 87, 90 and Lloyds Bowmaker Ltd v Britannia Arrow Holdings Plc., ante p. 1337, a recent decision of this court in which the authorities are fully reviewed. I make two comments on the exercise of this discretion.
(1)Whilst, having regard to the purpose of the rule, the discretion is one to be exercised sparingly, I would not wish to define or limit the circumstances in which it may be exercised.
(2)I agree with the views of Dillon L.J. in the Lloyds Bowmaker case, at. P. 1349C-D, that if there is jurisdiction to grant a fresh injunction, then there must also be a discretion to refuse, in an appropriate case, to discharge the original injunction.» Ο Καθ΄ου η αίτηση επικαλείται ότι η Αιτήτρια δεν αποκάλυψε το γεγονός: (α) Ότι τα ανήλικα δεν διέμεναν μαζί της όταν ζητούσε μονομερώς διατροφή για τα ανήλικα, αλλά αυτά ήταν στην Ελλάδα από 23.6.19 εώς 17.8.19 για σκοπούς διακοπών. ΄Ετσι δεν υφίστατο οποιαδήποτε ανάγκη έκδοσης διατάγματος μονομερώς. (β) Ότι στις 11.7.19 που εκδόθηκε το διάταγμα τα παιδιά βρίσκονταν στην Ελλάδα και τις περισσότερες ημέρες διέμεναν με τη μητέρα του στην οποία απέστελλε χρήματα. Στο σημείο αυτό σημειώνω ότι ο Καθ΄ου η αίτηση δεν αναφέρει οτιδήποτε για τις ημέρες που τα παιδιά δεν διέμεναν με τη μητέρα του, ποιος εξασφάλιζε τη διατροφή τους και τις άλλες ανάγκες τους. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η Αιτήτρια, κατά τον χρόνο που προσέφυγε μονομερώς στο Δικαστήριο, θα έπρεπε να είχε θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, το γεγονός ότι τα παιδιά κατά τον χρόνο αυτό βρίσκονταν στην Ελλάδα για διακοπές. Η πιο πάνω ουσιώδης παράλειψη της Αιτήτριας, στέρησε στο Δικαστήριο, τη δυνατότητα να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια επ΄ όλων των γνωστών στην Αιτήτρια γεγονότων. Η πιο πάνω διαπίστωση από μόνη της, σύμφωνα με την παρατεθείσα νομολογία, οδηγεί στην ακύρωση του προσωρινού διατάγματος. Σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία, το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια σε κατάλληλες περιπτώσεις, να αρνηθεί την ακύρωση του διατάγματος έτσι ώστε να διασώζεται το διάταγμα είτε υπό όρους, είτε τροποποιημένο, είτε με την έκδοση νέου διατάγματος. Πρόκειται για διακριτική ευχέρεια η οποία πρέπει να ασκείται με πολύ φειδώ, σε εξαιρετικές περιπτώσεις ή κατάλληλες περιπτώσεις. Το πνεύμα αυτής της δυνατότητας είναι κατά την αντίληψη μου, ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει από μόνο του να μετατρέπεται σε όργανο αδικίας. Ούτως εχόντων των πραγμάτων για τους λόγους που θα εξηγήσω, αναλυτικά κατωτέρω, θα διατηρήσω σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα, αποφεύγοντας με αυτό τον τρόπο να μετατραπεί το παρόν Δικαστήριο σε όργανο αδικίας, πρώτιστα και καθοριστικά για τα ίδια τα παιδιά των διαδίκων ως απόλυτα εξαρτώμενά των διαδίκων-γονέων τους. (i) Η παρούσα υπόθεση, ως υπόθεση οικογενειακής φύσης, διακρίνεται σαφώς από τις υποθέσεις αστικής φύσεως. Ο Οικογενειακός Δικαστής, δρα στον χώρο των Οικογενειακών Σχέσεων, σχέσεις ευαίσθητης φύσης, ιδιαίτερα όταν σ΄ αυτές εμπλέκονται και αφορούν κατ΄ επέκταση παιδιά, όπως π.χ. οι υποθέσεις γονικής μέριμνας και διατροφής ανηλίκων. Αυτά αναφέρονται ως θέμα γενικής αρχής, η οποία αναγνωρίσθηκε στην απόφαση του Δ.Ο.Δ. στην Κατσουρίδης ν. Κατσουρίδη
(1997)
(1)ΑΑΔ 415, απ΄ όπου παρατίθεται το πιο κάτω απόσπασμα: «Ο πρωτόδικος δικαστής παράθεσε στο μέρος της απόφασης του, όπου εξετάζει τα νομικά κριτήρια βάσει των οποίων εκδίδεται ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα, τη νομολογία μας που υιοθετεί ουσιαστικά τις αρχές του Κοινοδικαίου. Πολύ ορθά επισημαίνει όμως και τη διαφορά που ενυπάρχει σ' ένα τέτοιο διάταγμα λόγω του χώρου που καλύπτει, αυτού δηλαδή των συζυγικών-οικογενειακών σχέσεων. Έχουμε την άποψη πως η πιο πάνω σοβαρή διαφορά καλόν είναι να λειτουργεί στη σκέψη του δικαστή του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Η αντιδικία στις υποθέσεις ενώπιον των πολιτικών Δικαστηρίων πηγάζει άμεσα ή έμμεσα, κατά το πλείστον, από τις περιουσιακές διαφορές των μερών. Γι' αυτό και οι νομικοί κανόνες ή νομολογιακές αρχές, που αφορούν στον τομέα του δικαίου τούτου, λειτουργούν με το γνωστό καθιερωμένο τρόπο, χωρίς τούτο να σημαίνει βέβαια πως στερείται η κρίση του δικαστή της ανθρώπινης της διάστασης. Ο δικαστής όμως του Οικογενειακού Δικαστηρίου λειτουργεί, κατά το μεγαλύτερο μέρος της δικαιοδοσίας του, στον ευαίσθητο και πιο σοβαρό κοινωνικό χώρο, αυτό των οικογενειακών σχέσεων.» (ii) Ο νόμος, και συγκεκριμένα το άρθρο 33
(1)του Νόμου καθιερώνει υποχρέωση (και όχι δικαίωμα) των γονέων να διατρέφουν τα ανήλικα παιδιά τους από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις τους. Δικαιούχος της διατροφής είναι τα παιδιά. Υπό την πιο πάνω έννοια είναι αμφίβολο αν μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα ή κατά τρόπο απόλυτο, ότι ο γονέας που εξασφαλίζει προσωρινό διάταγμα συνεισφοράς του άλλου γονέα στη διατροφή των παιδιών τους, αποκτά οποιοδήποτε όφελος έναντι του άλλου γονέα, αφού είναι αυτονόητο ότι και ο προσφεύγων γονέας στην πραγματικότητα συνεισφέρει και αυτός στη διατροφή των παιδιών τους, ως είναι η κοινή τους υποχρέωση δυνάμει του άρθρου 33
(1)του Ν. 216/90. Αυτή είναι η μία καθοριστική ιδιαιτερότητα των υποθέσεων διατροφής ανηλίκων, η οποία δεν υπάρχει στις άλλες οικογενειακής φύσεως υποθέσεις, ακόμη και αν αφορούν παιδιά. Θα δώσω κατωτέρω δύο παραδείγματα τα οποία θεωρώ ως διευκρινιστικά της πιο πάνω θέση μου. Σύμφωνα με το ΄Αρθρο 5
(1)(α) του περί Σχέσεων και Τέκνων Νόμου, Ν. 216/90: «Η μέριμνα για το ανήλικο τέκνο («γονική μέριμνα») είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων οι οποίοι το ασκούν από κοινού.» ΄Αρθρο 33
(1)του Ν. 216/90: «Οι γονείς έχουν υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους από κοινού ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του.» ΄Ετσι, στην περίπτωση που ο ένας γονέας, κατά παράβαση του καθήκοντος πλήρους αποκάλυψης, αποκτά προσωρινά την επιμέλεια του παιδιού, αποκτά όφελος από αυτή την συμπεριφορά, αφού αυτό γίνεται κατ΄ αποκλεισμό του άλλου γονέα. Το ίδιο μπορεί να λεχθεί και στην περίπτωση αποκλειστικής χρήσης της οικογενειακής στέγης, ΄Αρθρο 17
(1), Ν. 23/90όπου ο ένας γονέας-σύζυγος, παραπλανώντας το Δικαστήριο εξασφαλίζει προσωρινά τέτοιο διάταγμα, και μένει στο συζυγικό οίκο μαζί με τα παιδιά κατ΄ αποκλεισμό του άλλου γονέα. Από τη διατύπωση του ΄Αρθρου 33
(1)του Ν. 216/90, προκύπτει ότι το άρθρο αυτό δημιουργεί μόνο νομική αξίωση του ανήλικου τέκνου η οποία στρέφεται κατά των υπόχρεων γονέων. Δεν είναι τυχαίο ή άσχετο το γεγονός ότι στα άρθρα 33 έως 43 του Ν. 216/90, που ρυθμίζουν τα θέματα διατροφής ανηλίκων, δεν συναντάται πουθενά όρος «Δικαίωμα» για τους γονείς. Ειλικρινά, δυσκολεύομαι να αντιληφθώ, πώς στη συγκεκριμένη υπόθεση απέκτησε οποιοδήποτε όφελος η Αιτήτρια από την έκδοση του προσωρινού διατάγματος, όταν είναι παραδεκτό ότι το ενοίκιο του συζυγικού οίκου (ανάγκη στέγασης των ανηλίκων) είναι €600 μηνιαίως και το προσωρινό διάταγμα συνεισφοράς του Καθ΄ου η αίτηση είναι €300 μηνιαίως. Στην πραγματικότητα, αυτό σημαίνει, ότι όλες οι άλλες ανάγκες των παιδιών (πλην της αναλογίας στέγασης τους) καλύπτονται από την Αιτήτρια, την στιγμή που είναι παραδεκτό ότι η Αιτήτρια έχει μηνιαίο εισόδημα €1.000, ενώ ο Καθ΄ου η αίτηση €1.400 μηνιαίως, πλέον 13ον μισθό ήτοι €1.400 Χ 13 : 12= €1.516 μηνιαίως. Σημειωτέον, ότι η ανάγκη κάλυψης της στέγασης των παιδιών είναι όπως και όλες οι άλλες ανάγκες τους καθημερινές και τρέχουσες και υφίστανται ανεξάρτητα με το εάν τα παιδιά βρίσκονται ή όχι σε διακοπές. (iii) Ότι οι διάδικοι, μέσω των προηγούμενων δικηγόρων τους, ζήτησαν από το Δικαστήριο, στις 30.7.19 να αναστείλει εκ συμφώνου το προσωρινό διάταγμα για την περίοδο μέχρι και την 20.8.19, πράγμα το οποίο το Δικαστήριο έπραξε, έτσι ώστε να δοθεί χρόνος και ευκαιρία στους διαδίκους για να πετύχουν φιλική διευθέτηση. Η πιο πάνω σύμφωνη ενέργεια των διαδίκων, αφαιρεί εκ των πραγμάτων οποιαδήποτε δυνατότητα επίκλησης τουλάχιστον, της συνδρομής του κατεπείγοντος. (iii) Τυχόν ακύρωση του προσωρινού διατάγματος, ενέχει σοβαρούς και υπαρκτούς κινδύνους για τη συντήρηση και ευημερία των παιδιών, στην εξασφάλιση των οποίων αποβλέπει ο νόμος και συγκεκριμένα το άρθρο 37 (β) του Ν. 216/90. Τούτο γιατί, στην πράξη θα σημαίνει ότι η Αιτήτρια με €1.000 μηνιαίως θα πρέπει να καλύπτει το ενοίκιο των €600 μηνιαίως, και με τα υπόλοιπα €400 να καλύπτει τα έξοδα αυτοσυντήρησης της και τα έξοδα διατροφής των παιδιών της, έξοδα δηλαδή καθημερινής διαβίωσης και της ίδιας και των παιδιών, πράγμα αδύνατο με βάση την κοινή πείρα της ζωής. Προτού προχωρήσω, κατωτέρω να εξετάσω τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/60, θα ήθελα να υποδείξω ότι σύμφωνα με τη θεωρία του Οικογενειακού Δικαίου, την αγωγή διατροφής ανηλίκου νομιμοποιείται να εγείρει ο γονέας (α) στον οποίο έχει ανατεθεί από το Δικαστήριο η επιμέλεια/φύλαξη των παιδιών ή (β) σε περίπτωση απουσίας δικαστικής ρύθμισης, ο γονέας με τον οποίο διαμένουν τα παιδιά, (βλ. Γεωργιάδη -Σταθόπουλου, ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΞ, Τόμος VII, σελ. 713). Στην παρούσα υπόθεση αποτελεί κοινή θέση, ότι τα παιδιά κατοικούσαν στο συζυγικό οίκο, στον οποίο, μετά την αποχώρηση του Καθ΄ου η αίτηση, παρέμεινε η Αιτήτρια. Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι η πιο πάνω κατάσταση πραγμάτων μεταβλήθηκε. Η προσωρινή απουσία των παιδιών για σκοπούς διακοπών στην Ελλάδα, ασφαλώς και δεν μεταβάλλει ή αλλοιώνει την πιο πάνω κατάσταση πραγμάτων. Θα ήθελα να τονίσω, ιδιαίτερα, ότι με την πιο πάνω προσέγγιση, το Δικαστήριο δεν διατυπώνει απόλυτο κανόνα για υποθέσεις διατροφής, αλλά η όλη προσέγγιση του είναι αποκλειστικά προσαρμοσμένη στα ιδιαίτερα γεγονότα της υπόθεσης αυτής. Θα προχωρήσω κατωτέρω να εξετάσω κατά πόσο έχω δικαιοδοσία να εκδώσω ένα νέο διάταγμα, γεγονός το οποίο, στην κατάλληλη αυτή περίπτωση συνιστά λόγο άρνησης ακύρωσης του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος (βλ. Ελληνική (ανωτέρω)). Οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν κατά το άρθρο 32 του Ν.14/60 είναι οι πιο κάτω: α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία στην αγωγή, και γ) Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη, σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του διατάγματος (βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Κυτάλα κ.α. v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 253). Το Δικαστήριο πρέπει επίσης στο τελικό στάδιο να σταθμίσει το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο το αιτούμενο διάταγμα (Ιπποδρομιακή Αρχή v. Χατζηβασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. 152). Πρόσθετα, στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία με μόνο σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα και δεν αποφασίζει πάνω στα διαφιλονικούμενα θέματα επί των οποίων θα κριθεί η κυρίως αίτηση (Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263). Επιπλέον, υπάρχει η υποχρέωση του Αιτητή όταν αιτείται την έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα (βλ. Στυλιανού v. Στυλιανού
(1992)1 (Α) Α.Α.Δ. 583, Σάββα v. Τηλεμάχου
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2081). Οι προϋποθέσεις που απαιτεί το άρθρο 32 του Ν.14/60 και οι οποίες αναφέρθηκαν ανωτέρω, κρίνονται με βάση τα γεγονότα που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και με βάση τις διατάξεις του Νόμου που διέπει το υπό κρίση θέμα, οι οποίες στην εξεταζόμενη περίπτωση είναι τα άρθρα 33
(1)και 37 του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990, Ν.216/90. Συγκεκριμένα το άρθρο 33
(1)ορίζει ότι: "Οι γονείς έχουν υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους από κοινού ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του". Το άρθρο 37 ορίζει ότι: "(α) Η διατροφή προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του και τις οικονομικές δυνατότητες που υπάρχουν για διατροφή προσώπου. (β) Η διατροφή περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση και ευημερία του δικαιούχου και επιπλέον, ανάλογα με την περίπτωση, τα έξοδα για την εν γένει εκπαίδευση του." Η διατροφή ανηλίκων, όπως προκύπτει από τα άρθρα 33
(1)και 37 του Ν.216/90, συνιστά νομική υποχρέωση των γονέων, υποχρέωση η οποία ουσιαστικά αποβλέπει στην αντιμετώπιση των αναγκών των ανηλίκων, όπως αυτές εύστοχα καθορίζονται στο άρθρο 37 του Ν.216/90. Επομένως, κρίνω ότι στην προκείμενη περίπτωση υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ότι η Αιτήτρια έχει ορατές πιθανότητες επιτυχίας στην εναρκτήρια αίτηση. Περαιτέρω, το θέμα διατροφής ανηλίκου είναι άμεσα συνυφασμένο με την καθημερινή διαβίωση και ευημερία του ανηλίκου και η μη συνεισφορά του γονέα εύλογου ποσού για τη διατροφή του ανηλίκου είναι κάτι το οποίο αναπόφευκτα επηρεάζει δυσμενώς την καθημερινή διαβίωση και την εν γένει ευημερία του. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Mitsingas Ltd v. Timberland
(1997)1 ΑΑΔ 1791, «η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου σε θεραπεία.». Ειδικότερα, ως προς τη συνδρομή της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν. 14/60 παραπέμπω στο πιο πάνω απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση του ΔΟΔ στην υπόθεση Γ.Γ και Ι.Γ, ΄Εφεση αρ. 29/2017, ημερ. 12.4.19. «Ορθή, επίσης, κρίνουμε και την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εφόσον οι ανάγκες διατροφής και εκπαίδευσης είναι τρέχουσες και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να αποζημιωθούν μεταγενέστερα.» Περαιτέρω κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο να εκδώσω προσωρινό διάταγμα, ιδία ενόψει των αναγκών των παιδιών αλλά και των δυνάμεων των γονέων. Η έκδοση του διατάγματος διασφαλίζει προσωρινά την ευημερία των παιδιών. Για όλους τους πιο πάνω λόγους το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 11.7.19, καθίσταται απόλυτο. Τα έξοδα να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της εναρκτήριας αίτησης, σε καμία όμως περίπτωση να είναι εναντίον της Αιτήτριας. (Υπ.) ........... Μ. Τσαγγαρίδης, Π. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Τα πλήρη ονόματα των διαδίκων και αναφερομένων προσώπων στην απόφαση του Δικαστηρίου βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο