← Κύπρος

Αίτηση από η Βουλγαρία για αναγνώριση και εκτέλεση απόφασης διατροφής κατά του Κ.Π., Αρ. Αίτησης: 7/14, 21/11/2019

Αίτηση από η Βουλγαρία για αναγνώριση και εκτέλεση απόφασης διατροφής κατά του Κ.Π., Αρ. Αίτησης: 7/14, 21/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLAR:2019:29 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΙΤΗΣΕΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Τσαγγαρίδη, Π. Αρ. Αίτησης: 7/14 Ευρωπαϊκός Κανονισμός (Ε.Κ.) αρ. 4/09 για τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων και τη συνεργασία σε θέματα υποχρεώσεων διατροφής Αίτηση από η Βουλγαρία για αναγνώριση και εκτέλεση απόφασης διατροφής κατά του Κ.Π. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 21 Νοεμβρίου, 2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητή: κα Μ. Μιχαήλ για κ. Γ. Βασιλείου Για Καθ΄ης η αίτηση (Κεντρική Αρχή της Κυπριακής Δημοκρατίας): κα Θ. Χατζηζαχαρία, Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Αιτητής, στις 26.6.18, καταχώρησε την παρούσα αίτηση διά κλήσεως, με την οποία αιτείται: «Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται η απόφαση και/ή το πρακτικό του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λάρνακας-Αμμοχώστου ημερ. 18.9.14 με αριθμό γενικής αίτησης 7/14». Την ίδια ημέρα, ο Αιτητής καταχώρησε και μονομερή αίτηση με την οποία αιτείτο: «Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την αναστολή εκτελέσεως του εντάλματος πληρωμής ημερ. 11.8.16 το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης υπ΄ αριθμόν 7/14 με βάση το άρθρο 124Α του περί Γενικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 όπως τροποποιήθηκε μέχρι τελικής αποπερατώσεως της αίτησης παραμερισμού και/ή ακύρωσης ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.» Αμφότερες οι αιτήσεις επιδόθηκαν στην Κεντρική Αρχή της Δημοκρατίας, που είναι το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως. Στις 26.6.18, εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα ως η μονομερής αίτηση. Στις 22.2.19, η Κεντρική Αρχή καταχώρησε ένσταση, στην αίτηση διά κλήσεως. Οι λόγοι της ένστασης είναι: «

  1. Η παρούσα αίτηση αποτελεί, λανθασμένο δικονομικό διάβημα και/ή λανθασμένο εναρκτήριο μέσο καθότι υπάρχει προβλεπόμενη διαδικασία για προσφυγή κατά της προσβαλλόμενης απόφασης στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό (ΕΚ) Αρ. 4/
  2. Το δικαίωμα του αιτητή για προσφυγή κατά της προσβαλλόμενης απόφασης έχει παραγραφεί καθότι έχει παρέλθει η προβλεπόμενη από τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 4/09 προθεσμία.
  3. Με την επίδικη αίτηση εγείρονται απαιτήσεις και/ή θέματα και/ή ισχυρισμοί που το Σεβαστό Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας αίτησης είναι αναρμόδιο να εξετάσει.
  4. Η αίτηση του αιτητή είναι παράτυπη και/ή αστήρικτη και/ή νομικά αβάσιμη και λανθασμένη.
  5. Η αίτηση είναι καταχρηστική και παραπλανητική αφού περιέχει ελλιπή στοιχεία.
  6. ΄Ανευ βλάβης των ανωτέρω, η αίτηση του αιτητή είναι εκπρόθεσμη.
  7. Δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις για παραμερισμό της απόφασης.
  8. Πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του Ευρωπαϊκού Κανονισμού Ε.Κ. αρ. 4/2009 για αναγνώριση και εκτελστότητα της απόφασης της Βουλγαρίας ημερομηνίας 21.1.
  9. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι νόμιμη, ορθή και σύμφωνη με την κυπριακή νομοθεσία και τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 4/2009 και/ή δεν αντίκειται στη δημόσια τάξη.
  10. Ο Νόμος 121(Ι)/2000 και ο Νόμος 18/1984, δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση αλλά, στην παρούσα εφαρμόζεται ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός 4/
  11. Ο Αιτητής δεν δικαιούται σε ικανοποίηση των απαιτήσεων του και η Αίτηση του πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εις βάρος τους.
  12. Η Αρμόδια Κεντρική Αρχή, επιφυλάσσει το δικαίωμά της όπως βασισθεί και σε άλλους λόγους ένστασης με συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις.» Η αίτηση, υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Αιτητή. Η ένσταση, υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της XXXXX Σοφοκλέους, Διοικητικού Λειτουργού στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως. Τόσο στην αίτηση όσο και στην ένσταση επισυνάπτονται διάφορα έγγραφα υπό την μορφή Τεκμηρίων. Δεν κρίνεται αναγκαία, ως θα διαφανεί, η πλήρης παράθεση της μαρτυρίας. Αναφορά θα γίνεται, όπου αυτή κρίνεται αναγκαία, χωρίς τούτο να εκλαμβάνεται ότι το Δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη, για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης, το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Α) ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Ο Αιτητής είναι Κύπριος πολίτης και η E.R.E., μητέρα των ανηλίκων Ρ-Ι και Μ-Δ, αντίστοιχα. Τα πιο πάνω ανήλικα, ο Αιτητής τα έχει αναγνωρίσει με εκούσια αναγνώριση. Στις 21.1.12, Επαρχιακό Δικαστήριο της Βουλγαρίας, στα πλαίσια της αίτησης αρ. 613/21.1.12, την οποία καταχώρησε η μητέρα των παιδιών, εξέδωσε διάταγμα διατροφής με το οποίο ο Αιτητής διατάχθηκε να καταβάλλει στη μητέρα το ποσό (σε Ευρώ) €153.85 μηνιαίως για τη διατροφή των παιδιών τους. Ακολούθως, όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, η Κεντρική Αρχή της Βουλγαρίας, ζήτησε με αίτησή της από την Κεντρική Αρχή της Κυπριακής Δημοκρατίας την αναγνώριση και εκτέλεση στην Κύπρο του διατάγματος διατροφής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Βουλγαρίας. Στις 18.9.14, το Οικογενειακό Δικαστηρίου Αμμοχώστου, (υπό άλλη σύνθεση), προς το οποίο παραπέμφθηκε το σχετικό αίτημα, εξέδωσε το πιο κάτω διάταγμα. «ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Εγγραφή Αλλοδαπής Απόφασης Ενώπιον: Μ. Τουμαζή, Π. Αρ. Αιτήσεως: 7/14 Ημερομηνία: 18 Σεπτεμβρίου, 2014 Αίτηση της Κεντρικής Αρχής της Βουλγαρίας για την αναγνώριση και εκτέλεση διαταγμάτων διατροφής εναντίον του Κ.Π. (κάτοικος Π.) στη βάση του Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 4/2009 του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 2008 για τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων και τη συνεργασία σε θέματα υποχρεώσεων διατροφής Δικαστήριο: Ζητείται από τη μητέρα των ανηλίκων Ρ-Ι και Μ-Δ Π. με αίτηση η οποία υποβάλλεται σύμφωνα με το έντυπο VI του Ευρωπαϊκού Κανονισμού και η οποία παραπέμφθηκε στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λάρνακας από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως ως διαβιβάζουσας Κεντρικής Αρχής, η αναγνώριση και εκτέλεση του εκ συμφώνου διατάγματος διατροφής που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο στην Blagoevgrad της Βουλγαρίας κατά του Κ.Π. , κατοίκου Π., και υπέρ των ανήλικων τέκνων του. ΄Εχω μελετήσει την αίτηση μαζί με τα σχετικά τεκμήρια και έχω ικανοποιηθεί ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του Ευρωπαϊκού Κανονισμού, ώστε να αποδεχθώ το σχετικό αίτημα. Περαιτέρω, κρίνω ότι η απόφαση δεν αντίκειται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο στις πρόνοιες της δικής μας νομοθεσίας ή στη δημόσια τάξη και είναι νόμιμη. Περαιτέρω, είναι εκτελεστή στον τόπο εκδόσεως της. ΄Εχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, το αίτημα γίνεται δεκτό. Συνακόλουθα εκδίδεται: Διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται η αναγνώριση και εκτέλεση στην Κυπριακή Δημοκρατία, διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου στην Blagoevgrad της Βουλγαρίας, στην αίτηση με αριθμό 613/21.01.2012, που εκδόθηκε στις 21.1.2012 κατά του Κ.Π. και αφορά διάταγμα καταβολής διατροφής για τα ανήλικα τέκνα του Ρ-Ι και Μ-Δ Π. Δεν εκδίδεται διαταγή για έξοδα.» Στις 11.7.16, το Οικογενειακό Δικαστήριο Αμμοχώστου, εξέδωσε κλήση δυνάμει του άρθρου 124 (Α) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, με το οποίο καλείτο ο Αιτητής να εμφανιστεί στο Δικαστήριο στις 11.8.16, για να εξηγήσει τους λόγους της παράλειψης του να συμμορφωθεί προς το σχετικό διάταγμα διατροφής. Ο Αιτητής, δεν εμφανίστηκε στην πιο πάνω διαδικασία και το Δικαστήριο, στις 11.8.16 εξέδωσε ένταλμα φυλάκισης του Αιτητή, το οποίο αφορούσε το ποσό των €8.307.90, για οφειλόμενες διατροφές για την περίοδο Μάρτιος του 2011 έως και Αύγουστος του
  13. Η έκδοση της πιο πάνω κλήσης υποστηρίχθηκε με ένορκη δήλωση της μητέρας, που καταρτίσθηκε στις 28.8.15, στην Πρεσβεία της Κύπρου στη Σόφια. Όπως προκύπτει, από το φάκελο της υπόθεσης, η απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, ημερ. 18.9.14, επιδόθηκε στον Αιτητή στις 5.11.
  14. Περαιτέρω, προς συμπλήρωση του ιστορικού της υπόθεσης θα ήθελα να επισημάνω τα πιο κάτω: Από το κείμενο του Τεκμηρίου 2 της ένστασης της Κεντρικής Αρχής, το οποίο είναι ολόκληρο το κείμενο της απόφασης του Δικαστηρίου της Βουλγαρίας, προκύπτει ότι ακολουθήθηκαν οι προβλεπόμενες από το Εθνικό Δίκαιο της Βουλγαρίας διαδικασίες ενώπιον του εκδικάζοντος Δικαστηρίου, αφού μεταξύ άλλων σημειώνεται ότι στη σελ. 2, "The defendant, through his special representative, in the process of the oral arguments, does not dispute the claims and expresses an opinion on their legitimation". Σημειώνω στο σημείο αυτό, ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία επανεξέτασης της ουσίας της απόφασης διατροφής του Δικαστηρίου της Βουλγαρίας, καθότι σύμφωνα με το άρθρο 42 του Ε.Κ. 4/09 «Σε καμία περίπτωση απόφαση επιδοθείσα σε κράτος μέλος δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο επανεξέτασης επί της ουσίας στο κράτος μέλος στο οποίο ζητείται η αναγνώριση ή κήρυξη της εκτελεστότητας ή η εκτέλεση.» Β. Κανονισμός (Ε.Κ.) αρ. 4/09 του Συμβουλίου για τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων και τη συνεργασία σε θέματα υποχρεώσεων διατροφής Σύμφωνα με το άρθρο 76 του Ε.Κ. 4/09, ο Κανονισμός τέθηκε σε ισχύ στις 18.6.
  15. Ο Κανονισμός αυτός, υποκατέστησε τις διατάξεις του Ε.Κ. 44/2001, οι οποίες εφαρμόζονταν και σε θέματα υποχρεώσεων διατροφής. Έτσι, από τις 18.6.11 τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υποχρεούνται να εφαρμόζουν τις διατάξεις του Ε. Κ. 4/09 σε θέματα υποχρεώσεων διατροφής. Βασικός σκοπός του Ε.Κ. 4/09, όπως διαλαμβάνεται στην παρ. 9 του προοιμίου του Κανονισμού είναι: «Ο δικαιούχος διατροφής θα πρέπει να είναι σε θέση να επιτυγχάνει εύκολα, σε ένα κράτος μέλος, απόφαση που θα είναι αυτομάτως εκτελεστή σε άλλο κράτος μέλος χωρίς να απαιτείται καμία διαδικασία.» Έτσι, από τις 18.6.11, ο Ε.Κ. 4/09 αποτελεί εσωτερικό δίκαιο των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης, (πλην της Δανίας), με αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 249, παρ. 2 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης και το άρθρο 1Α του Συντάγματος. Σε σχέση με τα ζητήματα της αναγνώρισης και της κήρυξης εκτελεστών των εκδιδομένων αποφάσεων, ο Ε.Κ. 4/09 τα αντιμετωπίζει με δύο οπτικές προσεγγίσεις: (α) Σύμφωνα με το άρθρο 16

(2)του Κανονισμού, το τμήμα 1 του Κεφαλαίου IV του Κανονισμού εφαρμόζεται στις αποφάσεις που εκδίδονται σε κράτος μέλος το οποίο δεσμεύεται από το Πρωτόκολλο της Χάγης του 2007. (β) Το Τμήμα 2 του Κεφαλαίου IV του Κανονισμού, εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 16
(3), στις αποφάσεις που εκδίδονται σε κράτος μέλος το οποίο δεν δεσμεύεται από το Πρωτόκολλο της Χάγης του 2007. Υπάρχει όμως και η περίπτωση του άρθρου 75 του Κανονισμού, όπου ενώ η απόφαση εκδόθηκε από κράτος-μέλος το οποίο δεσμεύεται από το Πρωτόκολλο της Χάγης του 2007, εντούτοις στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται το τμήμα 2 του Κανονισμού, εφόσον η περίπτωση αυτή εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 75
(1),
(2)που έχει ως ακολούθως: «Μεταβατικές διατάξεις
  1. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται μόνο σε διαδικασίες που έχουν κινηθεί, σε δικαστικούς συμβιβασμούς που έχουν εγκριθεί ή συναφθεί και σε δημόσια έγγραφα που έχουν συνταχθεί από την ημερομηνία εφαρμογής του και εφεξής, υπό την επιφύλαξη των παραγράφων 2 και
  2. Τα τμήματα 2 και 3 του κεφαλαίου IV εφαρμόζονται: α) στις αποφάσεις που εκδίδονται στα κράτη μέλη πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού και των οποίων η αναγνώριση και η κήρυξη της εκτελεστότητας ζητούνται από την ημερομηνία αυτή και εφεξής. β) στις αποφάσεις που εκδίδονται μετά την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού κατόπιν διαδικασίας που έχει κινηθεί πριν από αυτή την ημερομηνία, εφόσον οι αποφάσεις αυτές εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001, για τους σκοπούς της αναγνώρισης και της εκτέλεσης. Ο Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 44/2001 εξακολουθεί να ισχύει για τις διαδικασίες αναγνώρισης και εκτέλεσης που ευρίσκονται εν εξελίξει κατά την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. Το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, στους δικαστικούς συμβιβασμούς που έχουν εγκριθεί ή συναφθεί και στα δημόσια έγγραφα που έχουν συνταχθεί στα κράτη μέλη.
  3. Το Κεφάλαιο VII σχετικά με τη συνεργασία μεταξύ κεντρικών αρχών εφαρμόζεται στις αιτήσεις που παρελήφθησαν από την κεντρική αρχή, αρχής γενομένης από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.» Η υπό κρίση υπόθεση εμπίπτει, για τους λόγους που θα εξηγηθούν κατωτέρω, στις πρόνοιες του άρθρου 75
(2)(β), του Κανονισμού. · Ο Κανονισμός Ε.Κ. 4/09, τέθηκε σε ισχύ την 18.6.
  1. · Η απόφαση του Δικαστηρίου της Βουλγαρίας εκδόθηκε στις 21.1.12, δηλαδή μετά την έναρξη της ισχύος του Ε.Κ. 4/09, από κράτος μέλος που δεσμεύεται από το Πρωτόκολλο της Χάγης του
  2. · Εκδόθηκε όμως κατόπιν διαδικασίας που είχε κινηθεί πριν από την 18.6.11 στην Αστική δίκη αρ. 926/2011, η δε απόφαση του Δικαστηρίου της Βουλγαρίας αναφέρει ότι η διατροφή επιδικάζεται "From the date of filling this statement of claim i.e. 23 March 2011." (Βλ. Τεκμήριο 2, Απόφαση Δικαστηρίου Βουλγαρίας, στην ένσταση). Ούτως εχόντων των πραγμάτων, η εξέταση της υπό κρίση υπόθεσης εμπίπτει στις πρόνοιες του Τμήματος 2 του Κεφαλαίου IV του Κανονισμού. Θα ήθελα για σκοπούς ολοκλήρωσης των ανωτέρω, να αναφέρω ότι το Τμήμα 3 του Κανονισμού εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις, είτε αυτές εμπίπτουν στο Τμήμα 1, είτε εμπίπτουν στο Τμήμα 2 του Κανονισμού. Γ. Κλήση 124 (Α) του Κ.Π.Δ., Κεφ. 155 Στο άρθρο 41 του Ε.Κ. 4/09 καθορίζεται η διαδικασία και όροι εκτέλεσης των αποφάσεων. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, η εκτέλεση των αποφάσεων που εκδόθηκαν σε άλλο κράτος μέλος διέπεται από το δίκαιο του κράτους μέλους της εκτέλεσης, στην προκείμενη περίπτωση, της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το δίκαιο μας, είναι ο περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων και θέματα Διατροφής Νόμος, Ν. 216/90και συγκεκριμένα το άρθρο 40 το οποίο διαλαμβάνει: «Τα διατάγματα διατροφής που εκδίδονται δυνάμει των προνοιών του παρόντος Νόμου μπορούν να εκτελεσθούν και ως χρηματικές ποινές σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου νόμου που τον καταργεί ή τον τροποποιεί.» Τα πιο πάνω, αποτελούν τον νομιμοποιητικό και συνάμα δικαιολογητικό λόγο της έκδοσης κλήσης βάσει του άρθρου 124 (Α) προς τον Καθ΄ου η εκτέλεση, ως το μέτρο εκτέλεσης της απόφασης της Βουλγαρίας, προς ικανοποίηση των απαιτήσεων διατροφής που απορρέουν ως συνέπεια της έκδοσης του διατάγματος διατροφής ανηλίκων από Δικαστήριο της Βουλγαρίας. Δ. Κανονισμός Ε.Κ. 4/09 και Πρωτόκολλο της Χάγης του 2007 Μεταξύ του Κανονισμού Ε.Κ. 4/09 και του Πρωτόκολλου της Χάγης του 2007 υφίσταται στενός δεσμός. Τούτο, σαφώς διατυπώνεται στην παρ. 8 του Προοιμίου του Πρωτοκόλλου της Χάγης, αλλά προκύπτει και από το άρθρο 15 του Ε. Κ. 4/09, που ορίζει ότι το εφαρμοστέο δίκαιο σε υποχρεώσεις διατροφής, θα καθορίζεται σύμφωνα με το Πρωτόκολλο της Χάγης του
  3. ΄Ετσι, με τις διατάξεις των άρθρων 3, 4, 5, 6 και 7 του Κανονισμού, καθορίζεται το Δικαστήριο το οποίο, σε θέματα διατροφής στα κράτη-μέλη, έχει διεθνή δικαιοδοσία για έκδοση απόφασης που αφορά υποχρεώσεις διατροφής. Πρόκειται στην ουσία για δικονομικές διατάξεις με τις οποίες ο Κανονισμός επιδιώκει να περιορίσει τη δυνατότητα του forum shopping από μέρους των ενδιαφερομένων. Το Πρωτόκολλο της Χάγης του 2007, με τις διατάξεις του καθορίζει το δίκαιο που θα διέπει τη διαφορά. Από τις διατάξεις του Πρωτοκόλλου, συνάγεται ότι ο γενικός κανόνας είναι ότι το δίκαιο που διέπει τη διαφορά, είναι το δίκαιο του κράτους της συνήθους διαμονής του δικαιούχου της διατροφής, εκτός όπου το Πρωτόκολλο ορίζει διαφορετικά, όπως π.χ. στις περιπτώσεις των διατάξεων των άρθρων 4, 5, 7 και 8 του Πρωτοκόλλου. Θα δώσω κατωτέρω ένα παράδειγμα για να καταστήσω περισσότερο εμφανή τον σύνδεσμο και τη σχέση του Ε.Κ. 4/09 με το Πρωτόκολλο της Χάγης του 2007, σε θέματα υποχρεώσεων διατροφής. Η Α και ο Β είναι σε διάσταση. Έχουν αποκτήσει ένα παιδί. Η Α είναι υπήκοος Ολλανδίας και κατοικεί στο Βέλγιο. Ο Β είναι υπήκοος της Μάλτας και κατοικεί στη Γερμανία. Η Α θέλει να ενάγει τον Β για συνεισφορά του στη διατροφή του παιδιού τους. Στο ερώτημα σε ποιο Δικαστήριο θα πρέπει να προσφύγει η Α, η απάντηση δίνεται από τον Ε.Κ. 4/09 και συγκεκριμένα τα άρθρα 3 και επέκεινα τα οποία ρυθμίζουν τη διεθνή δικαιοδοσία. Όσον αφορά το εφαρμοστέο δίκαιο, δηλαδή το δίκαιο το οποίο θα διέπει την εξέταση της διαφοράς, αυτό καθορίζεται από τις διατάξεις του Πρωτοκόλλου της Χάγης του
  4. Η πιο πάνω αναδρομή στα γεγονότα της αίτησης, η ανάλυση της λειτουργίας του Ε.Κ. 4/09 και του Πρωτόκολλου της Χάγης, κρίθηκε από το Δικαστήριο, εκ προοιμίου, αναγκαία για την ευχερέστερη κατανόηση της κρίσης του Δικαστηρίου, στα επιχειρήματα τα οποία τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου από τους δικηγόρους των μερών και τα οποία απαντώνται κατωτέρω. Η δικηγόρος του Αιτητή, προβάλλει τη θέση ότι η απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου ημερ. 18.9.14 θα πρέπει να ακυρωθεί και/ή να παραμερισθεί διότι: (α) Στην παρούσα περίπτωση τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες της Δ.17 θ. 10, Δ.24 θ. 14 και Δ.48 θ. 11 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. (β) Η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση του περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμου του 2000, Ν. 121 (Ι)
  5. (γ) Ότι η εν λόγω απόφαση λήφθηκε κατά παράβαση του άρθρου 30 (α) και (β) του Συντάγματος. Για τους λόγους τους οποίους θα εξηγήσω κατωτέρω και τα τρία πιο πάνω επιχειρήματα κρίνονται ως αβάσιμα από το Δικαστήριο και ως εκ τούτου απορρίπτονται. Όπως ήδη λέχθηκε, η απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου ημερ. 18.9.14 επιδόθηκε στον Καθ΄ου η αίτηση στις 5.11.
  6. Από της πιο πάνω επίδοσης ενεργοποιείτο ο μηχανισμός του άρθρου 32 του Τμήματος 2 του Κεφαλαίου IV του Ε.Κ. 4/09, στις πρόνοιες του οποίου Τμήματος 2, ως ήδη αναλύθηκε, εμπίπτει η υπό κρίση περίπτωση. Το άρθρο 32 έχει ως ακολούθως: «Προσφυγή κατά της αποφάσεως επί της αιτήσεως κηρύξεως της εκτελεστότητας
  7. Κατά της αποφάσεως που εκδίδεται επί της αιτήσεως για την κήρυξη της εκτελεστότητας μπορεί να ασκείται προσφυγή και από τους δύο διαδίκους.
  8. Η προσφυγή ασκείται ενώπιον του δικαστηρίου η ονομασία του οποίου έχει γνωστοποιηθεί από το οικείο κράτος μέλος στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο
  9. Η προσφυγή εκδικάζεται σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τη διαδικασία της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας.
  10. Εάν ο καθ΄ου η εκτέλεση διάδικος δεν παραστεί ενώπιον του δικαστηρίου που επιλαμβάνεται της προσφυγής που υποβλήθηκε από τον επισπεύδοντα, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 11, ακόμη και εάν ο καθ΄ου η εκτέλεση δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στο έδαφος ενός από τα κράτη μέλη.
  11. Η προσφυγή κατά της κήρυξης εκτελεστότητας ασκείται εντός προθεσμίας 30 ημερών από την επίδοση ή την κοινοποίησή της. Εάν ο καθ΄ου η εκτέλεση έχει τη συνήθη διαμονή του στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από εκείνο στο οποίο κηρύχθηκε η εκτελεστότητα, η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής είναι 45 ημέρες από την ημέρα που έγινε η επίδοση ή η κοινοποίηση προσωπικά ή στην κατοικία του. Η προθεσμία δεν παρεκτείνεται λόγω αποστάσεως.» Ο Αιτητής, παρόλο που από τις 5.11.14 του επιδόθηκε η απόφαση κήρυξης εκτελεστότητας του Οικογενειακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου ημερ. 18.9.14, ουδέποτε άσκησε το ένδικο μέσο της προσφυγής του άρθρου 32 του Ε.Κ. 4/
  12. Το πιο πάνω ένδικο μέσο της προσφυγής είναι ο μόνος μηχανισμός ελέγχου που προβλέπεται από τον Ε.Κ. 4/
  13. Ο Ε.Κ. 4/09, ήταν αυτός που ίσχυε όταν ζητήθηκε η κήρυξη της εκτελεστότητας και ο οποίος θα έπρεπε να εφαρμοσθεί προκειμένου, όχι μόνο για να επιτευχθεί η κήρυξη της εκτελεστότητας, αλλά και μεταγενέστερα, για να κριθεί οποιαδήποτε ένσταση του Αιτητή, που είναι η προβλεπόμενη από το άρθρο 32, δυνατότητα προσφυγής του στο Δικαστήριο. Έτσι, σύμφωνα με τα πιο πάνω, δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση, ούτε οι σχετικές πρόνοιες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αλλά ούτε και ο Ν. 121 (Ι)/
  14. Ανάλογο, με το υπό κρίση θέμα, εξετάσθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του στην υπόθεση IRONHOLD ESTATES LTD T/A HENIPA HOTEL v. TRAVELWORLD VACATION LTD,
(2010)1 ΑΑΔ 452 από την οποία παρατίθεται το σχετικό απόσπασμα: «Εφ΄ όσον λοιπόν ο Κανονισμός 44/2001 είχε αυξημένη ισχύ στη Δημοκρατία έναντι της υφιστάμενης ημεδαπής νομοθεσίας από την 1.5.2004, ήταν αυτός και όχι το Κεφάλαιο 10 και ο Ν. 121(Ι)/2000που ίσχυε όταν εζητήθη η άδεια για εκτέλεση της Αγγλικής απόφασης. Και το ζητούμενο ήταν ακριβώς η άδεια για εκτέλεση και όχι η αρχική ανάληψη δικαιοδοσίας στην αγωγή από το Αγγλικό δικαστήριο.» Σε σχέση με το επιχείρημα του Αιτητή ότι παραβιάσθηκαν τα δικαιώματα του τα οποία του παρέχει το άρθρο 30 του Συντάγματος, ο Αιτητής, αφής στιγμής του επιδόθηκε η απόφαση ημερ. 18.9.14, όπως προβλέπεται από το άρθρο 31
(2)του Κανονισμού Ε.Κ. 4/09, και δεν έκαμνε χρήση του δικαιώματος προσφυγής του, δεν μπορεί να παραπονείται για παραβίαση του άρθρου 30 του Συντάγματος. Εάν το επιχείρημα του Αιτητή στρέφεται στο ότι δεν του επιδόθηκε η αίτηση της Κεντρικής Αρχής της Βουλγαρίας, η οποία διαβιβάστηκε στην Κεντρική Αρχή της Κυπριακής Δημοκρατίας και η οποία αίτηση υποβλήθηκε ακολούθως στο Οικογενειακό Δικαστήριο και στη βάση αυτής, το εν λόγω Δικαστήριο, με την απόφαση του ημερ. 18.9.14, κήρυξε εκτελεστή την απόφαση του Δικαστηρίου της Βουλγαρίας, και πάλιν η θέση αυτή κρίνεται από το Δικαστήριο ως απορριπτέα. Η δικηγόρος του Αιτητή, προφανώς υποστηρίζει τη θέση της περί εφαρμογής του Ν. 121 (Ι)/2000 στην παρούσα υπόθεση, στην απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην Αίτηση αρ. 6/12 ημερ. 7.12.03. Στην απόφαση αυτή, ο τότε Πρόεδρος του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού, αρνήθηκε να αναλάβει δικαιοδοσία «εκτός εάν οι αιτήσεις τεθούν ενώπιον μου στη βάση της διαδικασίας του άρθρου 5(Ι) του Ν. 121(Ι)/2000.» Τα γεγονότα της πιο πάνω υπόθεσης είναι αντίστοιχα με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Είχε συγκεκριμένα υποβληθεί αίτηση της Κεντρικής Αρχής της Πολωνίας στην Κεντρική Αρχή της Κυπριακής Δημοκρατίας για αναγνώριση και εκτέλεση απόφασης διατροφής. Ο δικαιολογητικός λόγος της πρωτόδικης απόφασης, αναφορικά με την αίτηση της Κεντρικής Αρχής της Πολωνίας για αναγνώριση και εκτέλεση διατάγματος διατροφής κατά του TOMASZEWSKI XXXXX, ημερ. 16.11.12, φαίνεται στη σελίδα 6 και έχει ως ακολούθως: «Το τυποποιημένο έντυπο του παραρτήματος VI δεν ενεργοποιεί τη δικαιοδοσία κανενός δικαστηρίου στη χώρα μας, [βλ. Θεοδώρου ν. Θεοδώρου
(1995)1 ΑΑΔ 2000]. Τα δικαστήρια δεν αυτενεργούν. Κάθε ζήτημα που τίθεται ενώπιον τους, τίθεται με κάποιο εναρκτήριο μέσο είτε στη βάση διαδικαστικού κανονισμού είτε στη βάση νόμου που παραπέμπει σε υπαρκτό εναρκτήριο μέσο. Παραπέμπω ενδεικτικά στο άρθρο 5 του περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμου του 2000, [Ν. 121(Ι)/2000], το οποίο παραπέμπει σε «αίτηση δια κλήσεως που συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών». Η πιο πάνω απόφαση, ως πρωτόδικη απόφαση, ασφαλώς, δεν είναι δεσμευτική. Περαιτέρω, για τους λόγους που, όσο συνοπτικά μπορώ να διατυπώσω, κατωτέρω, διαφωνώ πλήρως με την απόφαση αυτή. i. Η απόφαση αυτή, παραγνωρίζει εντελώς το γεγονός ότι όπως ήδη προελέχθηκε ανωτέρω, στόχος του Κανονισμού είναι να επιτρέπει στον δικαιούχο της διατροφής να επιτυγχάνει εύκολα σε ένα κράτος μέλος την έκδοση μιας απόφασης που θα είναι άμεσα εκτελεστή σε άλλο κράτος μέλος χωρίς επιπλέον διατυπώσεις, πράγμα που διευκολύνει την λειτουργία της εσωτερικής αγοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέρος της οποίας αγοράς είναι πλέον και η Κυπριακή Δημοκρατία. ii. Παραγνωρίζει, ουσιαστικά, παντελώς το γεγονός ότι ο Ε.Κ. 4/09 έχει αυξημένη ισχύ στην Κυπριακή Δημοκρατία, έναντι της ημεδαπής νομοθεσίας έτσι ώστε ο λόγος της πρωτόδικης απόφασης να είναι ουσιαστικά σε πλήρη αντίθεση με το λόγο της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση IRONHOLD ESTEASTE LTD (ανωτέρω). iii. Ο Κανονισμός προβλέπει εναρκτήριο μέσο. Συγκεκριμένα: · Το άρθρο 55 διαλαμβάνει ότι κάθε αίτηση δυνάμει του Κανονισμού υποβάλλεται μέσω της Κεντρικής Αρχής του κράτους μέλους στο οποίο διαμένει ο αιτών στην Κεντρική Αρχή του κράτους μέλους στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Στα άρθρα 56 και 57 προβλέπονται, ανάλογα, το είδος των αιτήσεων, (Διαθέσιμες αιτήσεις), και στο άρθρο 57 το περιεχόμενο των αιτήσεων. · Για την εξέταση της πιο πάνω αίτησης, καθ΄ ύλην αρμοδιότητα έχει το Δικαστήριο του κράτους μέλους της εκτέλεσης, η ονομασία του οποίου έχει κοινοποιηθεί από το εν λόγω κράτος μέλος της εκτέλεσης στην Επιτροπή, σύμφωνα με τα άρθρα 27
(1)και 71 του Κανονισμού: Η κατά τόπο αρμοδιότητα καθορίζεται από τη συνήθη διαμονή του Καθ΄ου η εκτέλεση ή από τον τόπο της εκτέλεσης, σύμφωνα με το άρθρο 27
(2)του Κανονισμού. · Η αίτηση για κήρυξη της εκτελεστότητας πρέπει απαραίτητα να συνοδεύεται από τα προβλεπόμενα στο άρθρο 28 έγγραφα, το δε αρμόδιο Δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αίτησης, περιορίζεται σ΄ ένα, απλό, τυπικό έλεγχο των εγγράφων αυτών, όπως διαλαμβάνεται στο άρθρο 30 του Κανονισμού. · Για την υποβολή της αίτησης αυτής και της εξέτασης της από το Δικαστήριο δεν ειδοποιείται ο Καθ΄ου η εκτέλεση, ο οποίος ακόμη και στην περίπτωση που λάβει με κάποιο τρόπο γνώση της αίτησης, δεν έχει δικαίωμα να εμφανισθεί στο Δικαστήριο κατά την ημέρα της εξέτασης της αίτησης από το Δικαστήριο και να υποβάλει τις προτάσεις (ενστάσεις) του. ΄Ετσι, καθίσταται αντιληπτό ότι, σύμφωνα με το άρθρο 30 του Κανονισμού, δεν είναι υποχρεωτική η κλήτευση του Καθ΄ου η εκτέλεση στο στάδιο αυτό. · Ακολουθεί όπως επεξηγήθηκε, η επίδοση της απόφασης επί της αιτήσεως στον Καθ΄ου η εκτέλεση ο οποίος έχει δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 32 του Κανονισμού. Καθίσταται προφανές από τα πιο πάνω, ότι αυτό το συγκεκριμένο τύπο έναρξης της διαδικασίας επέλεξε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την εκτέλεση αποφάσεων κρατών μελών της στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, ως τη διαδικασία η οποία εξασφαλίζει τους σκοπούς του Κανονισμού και της εσωτερικής αγοράς της, παρέχοντας όμως στον Καθ΄ου η αίτηση και ένδικα μέσα προστασίας του, τα οποία εξαντλητικά καθορίζει ο ίδιος ο Κανονισμός. ΄Ετσι η αίτηση για κήρυξη της εκτελεστότητας, πρέπει απαραίτητα να συνοδεύεται από τα έγγραφα που αναφέρονται αναλυτικά στο άρθρο 28 του Κανονισμού, το δε Δικαστήριο, ως ήδη λέχθηκε, το οποίο επιλαμβάνεται της αίτησης, περιορίζεται σ΄ ένα τυπικό, απλό, έλεγχο των εγγράφων αυτών όπως προβλέπονται στον Κανονισμό, άρθρο 30, χωρίς να απαιτείται, από το άρθρο 30
(2)του Κανονισμού, η επίδοση της αίτησης στον Καθ΄ου η εκτέλεση διάδικο, αφού αυτός δεν δύναται στο στάδιο αυτό της διαδικασίας να καταθέσει προτάσεις. Έτσι, με βάση το άρθρο 30
(2)του Κανονισμού, ο Καθ΄ου η εκτέλεση δεν είναι διάδικος στην ακολουθητέα διαδικασία που αφορά την αίτηση της Κεντρικής Αρχής της Βουλγαρίας, για εγγραφή και εκτέλεση της απόφασης της στην Κυπριακή Δημοκρατία και για το λόγο αυτό ο Κανονισμός δεν απαιτεί σχετική επίδοση στον Καθ΄ου η εκτέλεση. Καταληκτικά, ο Αιτητής παρόλο ότι η απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου ημερ. 18.9.14 του επιδόθηκε στις 5.11.14, δεν άσκησε το δικαίωμα του για προσφυγή εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 32 του Ε.Κ. 4/09 προθεσμίας των 30 ημερών. Μόνο μέσω της διαδικασίας του άρθρου 32, δηλαδή της προσφυγής στο Δικαστήριο, και τότε μόνο, το Δικαστήριο θα μπορούσε να εξετάσει, στα πλαίσια της προσφυγής αυτής, τη δυνατότητα απόρριψης ή ανάκλησης της κήρυξης της εκτελεστότητας, εφόσον συνέτρεχε λόγος από αυτούς που ορίζονται στο άρθρο 24, σύμφωνα πάντα με τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 34 του Κανονισμού. Σύμφωνα με το άρθρο 33 του Κανονισμού, η απόφαση που εκδίδεται από το Δικαστήριο επί της προσφυγής που άσκησε ο Καθ΄ου η εκτέλεση, ο τελευταίος, όσο και η Κεντρική Αρχή του τόπου της εκτέλεσης, έχουν το δικαίωμα άσκησης έφεσης. Το παρόν Δικαστήριο, δεν έχει εξουσία, στα πλαίσια μιας αίτησης παραμερισμού ή ακύρωσης, όπως αυτή αυτοαποκαλείται, να αναβιώσει, στην ουσία του, το απολεσθέν δικαίωμα προσφυγής του Αιτητή, που είχε σύμφωνα με το άρθρο 32 του Κανονισμού. Για σκοπούς πληρότητας της παρούσας απόφασης, θα ήθελα να υποδείξω ότι στην παρούσα υπόθεση εγείρεται και ένα θέμα, το οποίο αν και δεν έχω εξουσία να εξετάσω στα πλαίσια της διαδικασίας, όπως αυτή καθορίζεται στον Κανονισμό 4/2009, εν τούτοις, για να μην αφήνονται σκιές, οφείλω καθηκόντως να αναφέρω τα πιο κάτω. Ο Αιτητής, στις παραγράφους 7 έως 9 της ένορκης του δήλωσης, αναφέρεται σε θέμα απαγωγής των παιδιών και παράνομης μεταφοράς και εγκατάστασης τους, από τη μητέρα τους, στη Βουλγαρία. Η παρούσα διαδικασία, δεν προσφέρεται προς εξέταση του πιο πάνω θέματος, ούτε μπορεί το Δικαστήριο, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, να εξετάσει οποιαδήποτε διασύνδεση της απαγωγής με θέματα δημοσίας τάξεως, ότι δηλαδή η απόφαση του Δικαστηρίου της Βουλγαρίας αντιβαίνει στη Δημόσια Τάξη της Κύπρου. Το θέμα αυτό μπορούσε να εξετασθεί, μόνο εφόσον ο Αιτητής ασκούσε το ένδικο μέσο της προσφυγής, ως εξηγήθηκε ανωτέρω. Εν πάση περιπτώσει, φαίνεται ότι για το θέμα της απαγωγής, ως είναι η θέση της Κεντρικής Αρχής (βλ. παρ. 6 της Ένορκης Δήλωσης της), «αλλά η εν λόγω διαδικασία ουδέποτε ολοκληρώθηκε και/ή προωθήθηκε σε Δικαστήριο λόγω μη ανταπόκρισης του Αιτητή». Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση παραμερισμού/ακύρωσης ημερ. 26.6.18 απορρίπτεται. Τα έξοδα, εκτός όπου υπάρχει αντίθετη διαταγή, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Κεντρικής Αρχής της Κυπριακής Δημοκρατίας και εναντίον του Αιτητή. (Υπ.) ........... Μ. Τσαγγαρίδης, Π. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Τα πλήρη ονόματα των διαδίκων και αναφερομένων προσώπων στην απόφαση του Δικαστηρίου βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.