Διευθύντριας Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ν. Δ.Κ. κ.α., Αρ. Αίτησης: 434/2019, 18/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΓΟΝΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ.Χ.Κάιζερ, Δ. Αρ. Αίτησης: 434/2019 Μεταξύ: Διευθύντριας Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας Αιτήτρια και
- Δ.Κ.
- Μ.Κ. Καθ΄ ων η αίτηση Μονομερής Αίτηση ημερ. 14/07/20 Ημερομηνία: 18 Δεκεμβρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή / Καθ΄ ου η αίτηση 1: κα Τασούλα Τζίρτη Για την Καθ'ης η αίτηση/ Αιτήτρια: κα Θεανώ Κουμή για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 27/2/20 μετά από ακρόαση οριστικοποιήθηκε το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 16/9/19 με το οποίο ανατέθηκε προσωρινά η άσκηση της γονικής μέριμνας των ανήλικων τέκνων των Καθ'ων η αίτηση στην κυρίως διαδικασία, Ε.Κ. και Χ.Κ, στην Διευθύντρια Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας και/ή σε εξουσιοδοτημένο από αυτήν πρόσωπο. Έκτοτε τα παιδιά διαμένουν στην παιδική στέγη. Στην κυρίως διαδικασία, Αιτήτρια είναι η Διευθύντρια Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, στο εξής και για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης θα αναφέρεται, ως Διευθύντρια Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας και Καθ´ων η αίτηση 1 και 2 είναι ο πατέρας και η μητέρα αντίστοιχα των δυο ανηλίκων Ε. και Χ., στο εξής και για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης θα αναφέρονται, ως ο πατέρας και η μητέρα. Στα πλαίσια της κυρίως διαδικασίας καταχωρήθηκε υπεράσπιση και ανταπαίτηση από πλευράς του πατέρα. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε μονομερώς στην βάση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και με γνώμονα τη δυναμική της ανταπαίτησης. Αντικείμενο της παρούσας αίτησης είναι το αίτημα του πατέρα για να ρυθμιστεί προσωρινά από το Δικαστήριο το δικαίωμα επικοινωνίας του με τα ανήλικα τέκνα του Ε. και Χ. τα οποία βρίσκονται στην παιδική στέγη. Ειδικότερα ο πατέρας επιζητεί όπως ρυθμιστεί η επικοινωνία του με τα ανήλικα τέκνα του ως εξής: - ''Κάθε εβδομάδα από την Παρασκευή από τις 16:00 μέχρι την Κυριακή στις 20:00 για τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο και στις 19:00 για τους μήνες από Σεπτέμβριο μέχρι και Ιούνιο. - Για τον Ιούλιο και Αύγουστο, κάθε Τρίτη από τις 16:00 μέχρι την Τετάρτη στις 21:00''. Το Δικαστήριο δεν εξέδωσε οποιοδήποτε διάταγμα μονομερώς και διέταξε την επίδοση της αίτησης. Η Διευθύντρια Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας καταχώρισε ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως όπου διατυπώνονται οι ακόλουθοι 17 λόγοι ένστασης:
- Η υπό κρίση Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και/ή τα γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου δεν συνηγορούν στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Ο Καθ' ου η Αίτηση/Αιτητής δεν προσήλθε ενώπιον του σεβαστού Δικαστηρίου με καθαρά χέρια και/ή δεν προέβη σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων και/ή απέκρυψε τα αληθή και/ή πραγματικά γεγονότα που αφορούν την παρούσα αίτηση.
- Ο Καθ' ου η Αίτηση/Αιτητής στηρίζει την υπό κρίση αίτηση σε αναληθή και/ή ψευδή και/ή ανυπόστατα γεγονότα, με απώτερο σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου.
- Δεν πληρούνται οι εκ του νόμου και/ή εκ της νομολογίας καθορισθείσες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος και ειδικότερα οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου.
- Εκ του περιεχομένου της παρούσας αιτήσεως και της ένορκης δήλωσης του Καθ' ου η Αίτηση/Αιτητή η οποία την συνοδεύει, δεν προκύπτει το στοιχείο του κατεπείγοντος, το οποίο είναι απαραίτητο για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Ουδέποτε απαγορεύτηκε στον Καθ' ου η Αίτηση 1/Αιτητή η επικοινωνία με τα ανήλικα τέκνα του.
- Ο Καθ' ου η Αίτηση 1/Αιτητής, έχει καθημερινή τηλεφωνική επικοινωνία με τα ανήλικα τέκνα του.
- Ο Καθ' ου η Αίτηση 1/Αιτητής έχει δικαίωμα για καθημερινή επικοινωνία στη Παιδική Στέγη στην οποία διαμένουν τα ανήλικα τέκνα του, και ο ίδιος αρνείται να τα επισκεφτεί.
- Από τις 26/07/2020 τα παιδιά επισκέπτονται τον Καθ' ου η Αίτηση 1/Αιτητή και τη μητέρα τους στην οικία τους στον Κοτσιάτη μία φορά την εβδομάδα διάρκειας τριών ωρών υπό την επίβλεψη και/ή εποπτεία των Αρμόδιων Λειτουργών της Αιτήτριας.
- Σε σημαντικά γεγονότα και/ή άλλων σημαντικών υποχρεώσεων κατόπιν αιτήματος προς την Αιτήτρια γίνονται διευθετήσεις και τα ανήλικα τέκνα παρευρίσκονται σε αυτά.
- Η αδελφή του Αιτητή αποφάσισε μαζί με το σύζυγό της και αιτήθηκαν για να γίνουν ανάδοχοι για τους ανήλικους, αίτηση η οποία αποσύρθηκε από την αδελφή του Καθ' ου η Αίτηση 1/Αιτητή για να μην έχει προβλήματα με τον αδελφό της και την μητέρα των ανήλικων.
- Ο Καθ' ου η Αίτηση 1/Αιτητής κατά τη διάρκεια των τηλεφωνικών επικοινωνιών με τα ανήλικα, ασκεί σε αυτά πίεση με σκοπό τα ανήλικα να αντιδρούν και να είναι ανήσυχα και/ή τους καθοδηγεί να προβαίνουν σε διάφορα διαβήματα τα οποία εκμεταλλεύεται για τους σκοπούς της δικαστικής διαδικασίας.
- Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε για αλλότριους σκοπούς παρά για να εξυπηρετηθεί το συμφέρον των ανήλικων τέκνων και/ή δημιουργεί καθυστέρηση στη διαδικασία της κυρίως αίτησης.
- Οι συνθήκες διαβίωσης του Καθ' ου η Αίτηση 1 /Αιτητής και της μητέρας των ανήλικων και/ή η επαναλαμβανόμενη ενδοοικογενειακή και/ή ο αφύσικος θάνατος του ανήλικου αδελφού των ανήλικων και/ή η συνέπειες των πιο πάνω στα ανήλικα και/ή η άρνηση του Καθ' ου η Αίτηση 1/Αιτητή να συνεργαστεί με την Αιτήτρια δεν δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, καθότι ο Καθ' ου η Αίτηση 1 /Αιτητής παραμένουν η ανάγκη και/ή ο κίνδυνος και/ή οι λόγοι για τους οποίους εκκρεμεί η κυρίως αίτηση και το Διάταγμα αφαίρεσης της γονικής μέριμνας των ανήλικων και την ανάθεση της στην Αιτήτρια.
- Ο Καθ΄ ου η Αίτηση/Αιτητής δεν μπορεί να παρέχει στα ανήλικα ήρεμο και ασφαλές περιβάλλον κατά την διευρυμένη επικοινωνία την οποία αιτείται με την υπό κρίση αίτηση.
- Το καλώς νοούμενο συμφέρον των ανήλικων τέκνων του Καθ' ου η Αίτηση 1/Αιτητή και/ή η ψυχολογική κατάσταση των ανήλικων επιβάλλει την διατήρηση της παρούσας κατάστασης, ήτοι την άσκησης της γονικής μέριμνας για τα ανήλικα από την Διευθύντρια Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας και την επιβλεπόμενη επικοινωνία του Καθ' ου η Αίτηση 1/Αιτητή με τα ανήλικα.
- Τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα λειτουργήσει και/ή θα αποβεί εις βάρος του καλώς νοούμενου συμφέροντος των ανήλικων τέκνων του Καθ' ου η Αίτηση 1/Αιτητή. Κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου επετράπη η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και από τις δυο πλευρές. Δράττομαι της ευκαιρίας να σημειώσω ότι παρά το γεγονός ότι οι ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση εδράζονται στη βάση του δεδομένου ότι πριν την καταχώριση δεν υπήρχε επικοινωνία στην οικία των παιδιών, αμέσως μετά την καταχώριση της υπό εξέταση αίτησης με τη συμβολή και του Δικαστηρίου, τα μέρη συμφώνησαν και καταγράφηκε στα πρακτικά του Δικαστηρίου ένα πρόγραμμα επιβλεπόμενης επικοινωνίας στην παρουσία της αρμόδιας λειτουργού του Γραφείου Ευημερίας. Η επικοινωνία πραγματοποιείται στην οικία του πατέρα και διαρκεί 3 ώρες 1 φορά τη βδομάδα, είτε Σάββατο είτε Κυριακή. Αυτό το πρόγραμμα ισχύει μέχρι σήμερα και είναι κάτι που αναφέρεται και στην αγόρευση του πατέρα. Συνεπώς είναι στη βάση αυτού του δεδομένου που θα κριθούν οι εκδοχές των δυο μερών, δηλαδή κατά πόσο μια τέτοια ρύθμιση είναι ικανοποιητική σε χρόνο και τον τρόπο που θα πραγματοποιείται, είτε αν θα είναι ελεύθερη και χωρίς επίβλεψη και θα περιλαμβάνει διανυκτερεύσεις. Εκείνο που προκύπτει από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση είναι η θέση του πατέρα ότι η Διευθύντρια Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ασκεί κακώς τη γονική μέριμνα, εξού και προχώρησε στην καταχώριση της παρούσας αίτησης. Προβάλλει τη θέση ότι τα παιδιά δεν παρακολουθούνται από ψυχολόγο, ούτε γίνεται προσπάθεια να βοηθηθούν τόσο για την απώλεια του αδελφού τους, όσο και για την απώλεια της οικογένειας τους, αφού βρίσκονται μακριά από τους γονείς τους πέραν των 11 μηνών παρά τη θέλησή τους. Επιθυμία του είναι να προστατέψει τα παιδιά του, η δε παραμονή τους στην παιδική στέγη σίγουρα δεν είναι προς το συμφέρον τους. Ως Τεκμήριο 1 επισύναψε γράμματα που έγραψε η ανήλικη θυγατέρα του προς το Δικαστήριο, τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον Γενικό Εισαγγελέα και την Επίτροπο Προστασίας του Παιδιού σε μια προσπάθεια, όπως αναφέρει, να κινητοποιήσει τους αρμόδιους φορείς, ώστε να τους επιτρέψουν να επιστρέψουν στην οικογένεια τους. Αναφέρει ότι από τότε που εκδόθηκε το διάταγμα αφαίρεσης της γονικής μέριμνας δεν έχει αρκετή επικοινωνία με τα παιδιά του, παρά το γεγονός ότι είναι κάτι που τα παιδιά επιθυμούν έντονα. Ούτε μπορεί να πηγαίνει κάθε μέρα στην παιδική στέγη, αφού δεν υπάρχει η δυνατότητα να παραμείνει εκεί για πολλή ώρα και όταν πρέπει να φύγει τα παιδιά είναι δυστυχισμένα. Κάθε φορά, όπως αναφέρει, που επισκέπτεται τα παιδιά του στην παιδική στέγη, αντικρίζει δύο στενοχωρημένα παιδιά που τον παρακαλούν να τα πάρει μαζί του στο σπίτι και του ζητούν να μην αποχωρήσει μετά το πέρας της μίας περίπου ώρας που διαρκεί η επίσκεψη. Αυτός είναι και ο λόγος που παρόλο που δεν το θέλει, όπως υποστηρίζει, δεν επισκέπτεται τα παιδιά του, διατηρεί ωστόσο τακτική τηλεφωνική επικοινωνία μαζί τους. Αναφέρει περαιτέρω ότι η απώλεια του αδελφού τους, τους έχει στοιχίσει αρκετά και ο τρόπος που επιλέγει η Διευθύντρια Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας να το αντιμετωπίζει, δεν είναι ο κατάλληλος για να ξεπεράσουν μια μεγάλη απώλεια και να επανέλθουν στην κανονικότητά τους. Σε τέτοιες καταστάσεις η οικογένεια θα πρέπει να είναι ενωμένη και η Διευθύντρια Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας να μην συνδράμει στην αποξένωσή της. Υποστηρίζει ότι ενώ η Διευθύντρια Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, έχει υποχρέωση σε περιπτώσεις όπως η υπό εξέταση να διατηρήσει την επαφή των παιδιών με τους γονείς τους, δεν το πράττει. Αντιθέτως παροτρύνει συνεχώς τους γονείς να αιτηθεί ως ανάδοχη η αδελφή του πατέρα, η οποία μετά από αίτημά της, της έχει επιτραπεί να παίρνει για επίσκεψη τα παιδιά στο σπίτι της. Επισημαίνει ο πατέρας ότι αυτή η διευθέτηση προκαλεί πρακτικές δυσκολίες, καθότι δεν μπορεί να πηγαίνει με την μητέρα, και να κάθονται επί ώρες στο σπίτι της αδελφής του και να διαταράσσεται η οικογενειακή της ζωή εξαιτίας τους. Στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ο πατέρας, επέμεινε στη θέση του ότι ο ανήλικος Χ. δεν παρακολουθείται τακτικά από παιδοψυχολόγο, επισημαίνοντας ότι η Διευθύντρια Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας δεν αναφέρει ούτε ημερομηνίες, ούτε συγκεκριμένες λεπτομέρειες σε σχέση με την παρακολούθηση του ανήλικου Χ. Σε σχέση με την ανήλικη Ε. ο πατέρας αμφισβητεί τα όσα αναφέρει η κα Χατζηχαρή στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση σε σχέση με την άρνηση της ανήλικης να δεχθεί θεραπεία και καταλογίζει ευθύνες στην Διευθύντρια Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας για αδιαφορία. Επαναλαμβάνει επίσης ότι δεν τυγχάνει ενημέρωσης για τα θέματα υγείας των ανηλίκων, καθώς και στο ότι δεν του αφήνουν περιθώριο προκειμένου να συμμετέχει στις αποφάσεις που έχουν να κάνουν με την υγεία των παιδιών του. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την ένσταση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 16/10/20 της κας Μαρίας Χατζηχαρή, Λειτουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών. Η ενόρκως δηλούσα επισημαίνει ότι ουδέποτε η Διευθύντρια Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας απαγόρευσε την επικοινωνία του πατέρα με τα ανήλικα. Από την αρχή της μετακίνησης των δύο παιδιών από το σπίτι τους στην Παιδική Στέγη, δόθηκε συγκατάθεση και στους δύο γονείς να διατηρούν καθημερινή τηλεφωνική επικοινωνία με τα παιδιά, αλλά και να τα επισκέπτονται στην Στέγη μία φορά την εβδομάδα, όποτε αυτοί το επιθυμούσαν, αφού ενημέρωναν προηγουμένως τον υπεύθυνο Λειτουργό της Στέγης. Ο πατέρας για δικούς του λόγους επέλεξε να μην έχει επικοινωνία με τα παιδιά του στον χώρο της Στέγης, παρά μόνο λίγες φορές. Επισημαίνει δε η ενόρκως δηλούσα ότι σε σημαντικά γεγονότα, όπως το μνημόσυνο του αδελφού των παιδιών, αλλά και άλλων οικογενειακών υποχρεώσεων που υπήρξε αίτημα από τους γονείς ή άτομα του συγγενικού περιβάλλοντος (γάμος, βάπτιση) να λάβουν μέρος τα ανήλικα παιδιά, η Διευθύντρια Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας έκανε διευθετήσεις και τα παιδιά συμμετείχαν σε αυτά. Επισήμανε ότι δεν ευσταθεί η θέση του πατέρα ότι τα παιδιά δεν παρακολουθούνται από ψυχολόγο. Ειδικότερα ανέφερε ότι ο ανήλικος Χ. παρακολουθείται τακτικά από παιδοψυχολόγο στην Νέα Δομή από τον Σεπτέμβριο του
- Η δε ανήλικη Ε. ήταν πολύ αρνητική στο να συνδεθεί με παιδοψυχολόγο για στήριξη, γιατί όπως ανέφερε η ίδια «δεν έχει εμπιστοσύνη σε κανέναν και δεν ξέρει πως θα εκλάβει ο ειδικός κάποια πράγματα που θα πει για την οικογένεια της και αν θα τα καταλάβει σωστά». Εντέλει πείστηκε να έχει συνεργασία με ειδικό ψυχολόγο τον Ιούλιο του 2020 μετά από επανειλημμένες προτροπές της Λειτουργού, ωστόσο η ανήλικη πήγε σε δύο συναντήσεις με την παιδοψυχολόγο κα. Μ. Ευαγγέλου στη Νέα Δομή και έπειτα ζήτησε να διακοπεί η συνεργασία με την ψυχολόγο, χωρίς να αναφέρει συγκεκριμένο λόγο. Σε σχέση με τα ζητήματα που αφορούν την υγεία των παιδιών η λειτουργός απέρριψε κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς του πατέρα και ανέφερε ότι τα παιδιά υποβλήθηκαν σε χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης αμυγδαλών και κρεατάκια, αφού κρίθηκε απαραίτητο από τον θεράποντα ιατρό που τα παρακολουθεί. Επίσης, στο μάγουλο του Χ. είχε εμφανιστεί ένα πυώδες κοκκίωμα, το οποίο αφαιρέθηκε με χειρουργική επέμβαση. Μαζί με τα δύο ανήλικα παιδιά διανυκτέρευσε στο Νοσοκομείο Λειτουργός του Ιδρύματος. Ο λόγος που οι γονείς δεν μπόρεσαν να επισκεφθούν τα παιδιά στο Νοσοκομείο, αφορά στην απαγόρευση επισκέψεων λόγω των μέτρων που λήφθηκαν για αποφυγή της εξάπλωσης της πανδημίας του κορωνοϊού COVID
- Ωστόσο στους γονείς δόθηκε συγκατάθεση να επισκεφθούν τα δύο παιδιά στην Στέγη αμέσως μετά το εξιτήριο τους από το Νοσοκομείο, κάτι το οποίο έπραξε μόνο η μητέρα των ανήλικων. Σημειώνεται ότι η αρμόδια Λειτουργός, υπεύθυνη για τα ανήλικα παιδιά, ενημέρωσε τους γονείς για τις χειρουργικές επεμβάσεις που θα υποβάλλονταν τα παιδιά πριν την προγραμματισμένη μέρα εισαγωγής τους στο Νοσοκομείο. Η ενόρκως δηλούσα υποστήριξε με τον πιο εμφαντικό τρόπο, ότι η Διευθύντρια Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας και οι λειτουργοί αυτής πάντοτε ενεργούσαν και ενεργούν με γνώμονα την εξασφάλιση του καλώς νοούμενου συμφέροντος των ανήλικων και ουδέποτε οι ενέργειες τους αποσκοπούσαν ή αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπών, ως ο πατέρας ισχυρίζεται. Θέση της Διευθύντριας Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας είναι ότι ο πατέρας, παρά την αμέριστη στήριξη και συνεργασία και συμβουλευτική καθοδήγηση την οποία του προσφέρεται, δεν μπορεί να παρέχει στα ανήλικα ήρεμο και ασφαλές περιβάλλον, κατά την διευρυμένη επικοινωνία την οποία αιτείται με την υπό εξέταση αίτηση. Οι σημερινές συνθήκες διαβίωσης του κάθε άλλο παρά εγγυώνται την ευημερία και το καλώς νοούμενο συμφέρον των ανήλικων τέκνων του. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι το καλώς νοούμενο συμφέρον των ανηλίκων επιβάλλει την διατήρηση της παρούσας κατάστασης, ήτοι την άσκηση της γονικής μέριμνας για τα ανήλικα από την Διευθύντρια Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας και την επιβλεπόμενη επικοινωνία του πατέρα με τα ανήλικα. Στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση της η κα Χατζηχαρή επανέλαβε ότι ο ανήλικος Χ. παρακολουθείται από παιδοψυχολόγο από το Σεπτέμβριο του
- Έχουν ήδη πραγματοποιηθεί 15 συναντήσεις (αναφέρθηκαν αναλυτικά οι ημερομηνίες των μέχρι τώρα συναντήσεων) και η θεραπεία συνεχίζεται. Επισήμανε δε ότι οι συναντήσεις θα ήταν περισσότερες αν δεν ίσχυαν τα περιοριστικά μέτρα λόγω της πανδημίας του Covid-19 (κορωνοϊού). Σε σχέση με την παρακολούθηση της ανήλικης Ε. από ειδικό και τα θέματα υγείας και των δυο ανηλίκων επανέλαβε όσα ανέφερε στην αρχική ένορκη της δήλωση, πλην όμως πιο λεπτομερώς. Επισήμανε περαιτέρω η κα Χατζηχαρή ότι και οι δυο γονείς από τις 29/10/2020 δεν ανταποκρίνονται και δεν διευκολύνουν τη συνεργασία σε ότι αφορά τη ρύθμιση της επικοινωνίας με τα ανήλικα τέκνα τους, καθότι, δεν ανταποκρίνονται στις κλήσεις της για διευθέτηση της επικοινωνίας τους με τους ανήλικους. Η μεν μητέρα δεν απαντά στις κλήσεις της και αναγκάζεται να της αφήνει μηνύματα μέσω των Ιδρυματικών Λειτουργών, ο δε πατέρας δεν μπορεί να εντοπιστεί, καθότι το κινητό του τηλέφωνο είναι απενεργοποιημένο. Μελέτησα με προσοχή τόσο την αίτηση όσο και την ένσταση καθώς και το περιεχόμενο των αντίστοιχων ενόρκων δηλώσεων, όπως επίσης και τα όσα υποστήριξαν ενώπιον του Δικαστηρίου με τις αγορεύσεις τους οι δικηγόροι των δύο πλευρών. Με την αγόρευση της η συνήγορος του πατέρα απέσυρε το Αιτητικό σε σχέση με τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο, αφού πλέον έχει καταστεί άνευ αντικειμένου και προωθεί το αίτημα του πατέρα για έκδοση διατάγματος, με το οποίο θα ρυθμίζεται το δικαίωμα επικοινωνίας του με τα ανήλικα τέκνα του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν. 14/60 πρέπει να συνυπάρχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία στην αγωγή, και (γ) ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estatesand Others
(1982)1Α.Α.Δ.557, Τσιολάκκη και άλλη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β)Α.Α.Δ. 782, Πουργουρίδη κ.ά. ν. Μέζου κ.ά.,
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, Κυτάλα κ.ά.ν.Χρυσάνθουκ.ά.
(1996)1(Α)Α.Α.Δ.253, M & Ch Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. ν. Timberland Co.
(1997)(Γ) 1 Α.Α.Δ. 1791). Το Δικαστήριο πρέπει επίσης στο τελικό στάδιο να σταθμίσει το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο το αιτούμενο διάταγμα (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ''Βασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Πρόσθετα, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει πάνω στα διαφιλονικούμενα θέματα πάνω στα οποία θα κριθεί η κυρίως αίτηση (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas,
(1984)1 Α.Α.Δ. 263). Το δικαίωμα επικοινωνίας ρυθμίζεται από το άρθρο 17 του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου, Ν.216/90 και ορίζει τα εξής: «17.
(1)Ο γονέας με τον οποίο δε διαμένει το τέκνο διατηρεί το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας με αυτό.
(2)Σε περίπτωση διαφωνίας όσο αφορά την άσκηση του δικαιώματος προσωπικής επικοινωνίας, αποφασίζει το Δικαστήριο.
(3)Στην απόφαση του το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και εφαρμόζει κατ' αναλογία τις πρόνοιες του άρθρου 6.» Το άρθρο 6 διαλαμβάνει τα κάτωθι: «6.
(2)(α)Στο συμφέρον του τέκνου πρέπει να αποβλέπει και η απόφαση του Δικαστηρίου όταν, κατά τις διατάξεις του νόμου, το Δικαστήριο αποφασίζει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή με τον τρόπο της άσκησης της. (β) Η απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει επίσης να σέβεται την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις με βάση το φύλο, τη γλώσσα, τη θρησκεία, τις πεποιθήσεις, την ιθαγένεια, την εθνική ή κοινωνική προέλευση ή την περιουσία.» Είναι σημαντικό να διευκρινιστεί εξαρχής ότι η υπό εξέταση αίτηση δεν αφορά συνήθη περίπτωση αίτησης ρύθμισης της επικοινωνίας γονέα με τα ανήλικα τέκνα του. Αφορά περίπτωση, που όπως ανέφερα και ανωτέρω, έχει προσωρινά αφαιρεθεί η γονική μέριμνα και από τους δυο γονείς για λόγους που δεν κρίνω απαραίτητο να επαναλάβω (σχετική είναι η απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου ημερομηνίας 27/2/20). Αναφορικά με τις σχέσεις γονέων και τέκνων, και παρά το γεγονός ότι εντάσσονται στην ιδιωτική ζωή ενός ανθρώπου, εντούτοις, η υποχρέωση του Κράτους να μεριμνά για την προστασία της παιδικής ηλικίας, αλλά και της οικογένειας, έχει ως αποτέλεσμα τόσο η διαμόρφωση του περιεχομένου, όσο και ο τρόπος άσκησης της γονικής μέριμνας να μην επαφίεται αποκλειστικά στη βούληση των γονέων, αλλά αντίθετα σε αρκετές περιπτώσεις να επιβάλλει την κρατική παρέμβαση μέσω των θεσμικών του οργάνων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα προς αυτή την κατεύθυνση αποτελεί η περίπτωση της κακής άσκησης της γονικής μέριμνας από τους φορείς αυτής, η οποία, ενόψει του ότι συνιστά σοβαρή εκτροπή από την κανονικότητα της λειτουργίας της σχέσης μεταξύ γονέα και τέκνου είναι πολύ πιθανό να θέτει σε κίνδυνο την υγεία ή ακόμη και την ίδια τη ζωή του τέκνου. Επομένως το αίτημα του πατέρα πρέπει να ιδωθεί κάτω από αυτό το πρίσμα. Κρίνω ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην ακρόαση της εναρκτήριας αίτησης και ότι ο πατέρας έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, λόγω ακριβώς του εκ του νόμου αγώγιμου δικαιώματος του (βλ. ανωτέρω άρθρο 17 του νόμου 216/90). Όπως προκύπτει από τις ένορκες δηλώσεις του πατέρα, υπάρχει επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της θέσης του. Αυτή αντικρούεται από την Διευθύντρια Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας. Όμως, το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν θα υπεισέλθει στην εξέταση του θέματος ποια από τις δύο θέσεις είναι ορθή, εφόσον και οι δύο είναι, εκ πρώτης όψεως, δυνητικά υποστηρίξιμες. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να ελέγξει την ορθότητά τους σε αυτό το στάδιο και με αυτή τη διαδικασία, καθότι σε τέτοιες αιτήσεις πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε ευρήματα επί των αμφισβητούμενων γεγονότων και της αξιοπιστίας των διαδίκων και να επιλέγει αντικρουόμενες εκδοχές των διαδίκων. Παρέμεινε προς εξέταση η τρίτη προϋπόθεση. Για τους λόγους που θα εξηγήσω κατωτέρω θεωρώ ότι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60. Η τρίτη προϋπόθεση δεν πρέπει να συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς στις υποθέσεις των πολιτικών Δικαστηρίων, πόσο μάλλον στις υποθέσεις των οικογενειακών διαφορών όπως η παρούσα. Στην απόφαση Κατσουρίδης -ν- Κατσουρίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 415 αναφέρθηκαν τα εξής: «Ο εφεσείων δεν αμφισβήτησε ούτε την τρίτη προϋπόθεση από τις προϋποθέσεις της επιφύλαξης στο άρθρο 32
(1). Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στο σύγγραμμα του David Bean,Injunctions, 5η έκδοση σελ. 149 ως προς τη δυνατότητα του Δικαστηρίου για άμεση παρέμβαση με παρεμπίπτον διάταγμα στις περιπτώσεις οικογενειακών διαφορών που απολήγουν σε πράξεις βίας ή που επηρεάζουν την ευημερία ανηλίκων για να καταλήξει πως «οι πληγωμένες σχέσεις και τα τραυματισθέντα συναισθήματα των διαδίκων και των ανηλίκων δεν αποτιμούνται σε χρήμα και δεν αποκαθίστανται μεταγενέστερα.» Το συμφέρον του τέκνου ορίζεται ως πρωταρχικός οδηγός της δικαστικής κρίσης. Σύμφωνα με το άρθρο 6 του Νόμου 216/90, κάθε απόφαση του Δικαστηρίου σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου. Στην υπόθεση Στυλιανού ν. Στυλιανού
(1993)1 ΑΑΔ 131, αναφέρεται το εξής: «Όπως αναγνωρίστηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην R. v. U.K.
(1987)Times,9th July (Series A Judgments and Decisions Vol. 121), η πρόσβαση του γονέα στο τέκνο αποτελεί πτυχή του δικαιώματος του ανθρώπου για οικογενειακή ζωή που κατοχυρώνεται από το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. (Βλ. επίσης Ν. 39/62). Στην Κύπρο το δικαίωμα αυτό επίσης διασφαλίζεται από τις πρόνοιες του Άρθρου 15 του Συντάγματος. Όπως εξηγείται όμως στην υπόθεση Re KD (A minor)
(1988)1 All E.R. 577 (H.L) το δικαίωμα μπορεί να περιοριστεί εφόσον δεν ασκείται προς όφελος του σκοπού για τον οποίο παρέχεται, που δεν είναι άλλος από την συμβολή στην ευημερία του τέκνου». Παρά το περιορισμένο των θεμάτων που μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης στα πλαίσια αιτήσεως της φύσης αυτής, δεν μπορώ να μην επισημάνω ότι η μαρτυρία του πατέρα συγκρούεται με την κοινή λογική, ενώ σε κάποια σημεία προωθεί γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς και εξηγώ. · Καμία μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προσδιοριστική του περιβάλλοντος που υπάρχει αυτή τη στιγμή στην οικία και δεν αναφέρομαι για το περιβάλλον καθ'όν χρόνο λαμβάνει χώρα η ειδική ρύθμιση όπου παρούσα είναι και λειτουργός του γραφείου ευημερίας, λόγος επαρκής για να μπορούν οι γονείς να έχουν εντελώς διαφορετική συμπεριφορά από ότι στην περίπτωση που δεν θα ήταν παρούσα η λειτουργός. · Το Δικαστήριο δεν έχει καμία μαρτυρία ενώπιον του αναφορικά με το θέμα ενδοοικογενειακής βίας εναντίον της μητέρας των ανηλίκων, κάτι που απασχόλησε το Δικαστήριο στην απόφαση του ημερομηνίας 27/2/20 (η οποία έχει επικυρωθεί από το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο Κωνσταντίνου ν. Διευθύντρια Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, Έφεση Αρ. 10/20, 15/10/20). Σημειώνεται ότι ο πατέρας είναι ο μόνος Αιτητής στην παρούσα διαδικασία. Με δεδομένη ωστόσο τη διαμονή και της μητέρας στην οικία, είναι επάναγκες να γνωρίζει το Δικαστήριο την μεταξύ των γονέων σχέση, αλλά και τη σχέση της μητέρας έναντι των παιδιών. Αυτοί είναι παράγοντες που συνυπολογίζονται για αν το Δικαστήριο θα αποδώσει την αιτούμενη θεραπεία, κάτι το οποίο παρέμεινε κενό. · Με εντελώς γενικές αναφορές ο πατέρας υποστηρίζει ότι η Διευθύντρια Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας δεν φροντίζει να έχουν υποστήριξη τα ανήλικα από ειδικούς. Στον αντίποδα το Γραφείο Ευημερίας με λεπτομέρειες και με αναφορά σε ημερομηνίες αναφέρεται στη θεραπεία του ανήλικου Χ. · Αν πραγματικά, μέλημα του πατέρα ήταν να βλέπει τα παιδιά του με κάθε κόστος, η λογική και μόνο επιβάλλει ,πως εφόσον μπορεί να τα βλέπει στην παιδική στέγη, να το πράττει ανελλιπώς και απαρεγκλίτως, κάτι που δεν συμβαίνει. Χαρακτηριστική είναι η παράγραφος 5(η) της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση. 5(η).Ως προς τους ισχυρισμούς του πατέρα στη δεύτερη παράγραφο της υποπαραγράφου β) της παραγράφου 4 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του πατέρα, αναφέρω ότι ο ίδιος μου έχει αναφέρει ότι το ωράριο του είναι ελεύθερο και καθορίζεται από τον ίδιο και ως εκ τούτου δεν δικαιολογούνται και απορρίπτονται οι ισχυρισμοί του ότι δεν μπορεί να επισκέπτεται τα ανήλικα στην Παιδική Στέγη. Ο ίδιος προβάλλει διάφορους ισχυρισμούς και δικαιολογίες και απλά αρνείται να έχει επικοινωνία με τα ανήλικα, παρά μόνο από τηλεφωνική επικοινωνία και όταν τα παιδιά πηγαίνουν στο σπίτι με τη συνοδεία των λειτουργών. · Όπως επίσης η θέση του πατέρα ότι δεν μπορεί να βλέπει τα ανήλικα στο σπίτι της αδελφή του (η οποία είχε αιτηθεί ως ανάδοχη, αλλά μετά απέσυρε το αίτημα της) γιατί διαταράσσεται η οικογενειακή της ζωή εξαιτίας τους, χωρίς καν να επικαλείται αν υπάρχει τέτοιο παράπονο από πλευράς της αδελφής του. Σχετική είναι η παράγραφος 8 της ένορκης δήλωσης του ημερομηνίας 14/7/20. Το Δικαστήριο όταν ρυθμίζει την άσκηση της προσωπικής επικοινωνίας του γονέα με το τέκνο του, πρέπει πάντοτε να αποφασίζει με γνώμονα το συμφέρον του ανήλικου, εξετάζοντας τα δεδομένα και τις τρέχουσες συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης. Όπως ανέφερα πιο πάνω, το τι ίσχυε κατά τη μέρα της καταχώρισης της υπό εξέταση αίτησης δεν ισχύει πλέον. Επομένως δεν μπορεί να παραπονείται ο πατέρας ότι στερείται τα παιδιά του. Από μια ανάγνωση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση στην ουσία προκύπτει, ότι ο πατέρας παρουσιάζει μια εικόνα η οποία θέτει εν αμφιβόλω τις τελικές καταλήξεις του παρόντος Δικαστηρίου στην απόφαση ημερομηνίας 27/2/20 (η οποία και επικυρώθηκε από το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο-βλέπε ανωτέρω). Παρουσιάζει τον εαυτό του ως πρόσωπο το οποίο παρείχε ανέκαθεν ένα ευνοϊκό και κατάλληλο περιβάλλον για την ανατροφή των παιδιών του. Προωθούνται ισχυρισμοί από πλευράς του, οι οποίοι δημιουργούν την εντύπωση ότι πρόκειται για πρόσωπο το οποίο ουδέποτε προκάλεσε κάποιο πρόβλημα, ωσάν να μην έλαβε υπόψη του τις προαναφερθείσες αποφάσεις. Ο πατέρας δεν κατάφερε να αποδείξει ότι έχουν αλλάξει τα δεδομένα σε τέτοιο βαθμό που να επιτρέπουν οτιδήποτε περισσότερο από αυτό που ήδη συμβαίνει τώρα. Η αίτηση καταχωρήθηκε σε χρόνο που κατά τον πατέρα δεν υπήρχε επικοινωνία. Όσα έχει θέσει ενώπιον μου δεν επιτρέπουν κάτι πέραν από αυτό που ήδη μετά την καταχώριση της αίτησης, λαμβάνει χώρα, ήτοι της επιβλεπόμενης επικοινωνίας. Δεν απέσεισε το βάρος που τον βαραίνει προκειμένου να αποδείξει το δικαιολογημένο του αιτήματος του. Στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι τα δεδομένα δεν είναι τέτοια που δικαιολογούν και μπορούν να δημιουργήσουν την εικόνα, ότι αν τα παιδιά αφεθούν να βρίσκονται υπό τη επίβλεψη του πατέρα χωρίς την παρουσία λειτουργού του Γραφείου Ευημερίας, θα είναι σε περιβάλλον ευνοϊκό για τα ίδια. Απόφαση μου είναι ότι, για σκοπούς αυτής της διαδικασίας και στη βάση του περιορισμένου των θεμάτων που μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης στα πλαίσια αιτήσεως της φύσης αυτής, ο πατέρας δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε άλλη επικοινωνία πέραν αυτής που μέχρις στιγμής πραγματοποιείται, δηλαδή την εβδομαδιαία επαφή με τα παιδιά του στην παρουσία λειτουργού. Έχοντας ως δεδομένο ενώπιον μου ότι αυτή η επικοινωνία πλέον λαμβάνει χώρα και μη έχοντας καμία αναφορά ούτε από τη μαρτυρία, αλλά και ούτε ως γενική θέση των διαδίκων ότι αυτό προκαλεί οποιεσδήποτε δυσμενείς επιπτώσεις. Τουναντίον δεδομένης και της οικειότητας του χώρου, μόνο θετική μπορεί να είναι, κρίνω όρθρο όπως αυτή η ρύθμιση μετουσιωθεί σε διάταγμα. Θέλω να επισημάνω ότι οι αντικρουόμενοι ισχυρισμοί των διαδίκων θα αποφασιστούν από το Δικαστήριο στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας της εναρκτήριας αίτησης (στο βαθμό που αυτές θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου), με αξιολόγηση της μαρτυρίας που θα προσαχθεί, λειτουργώντας εξεταστικά (βλ. Ε. Στυλιανού ν. Β. Στυλιανού
(1993)1 ΑΑΔ 130), αξιολογώντας βεβαίως τη γνώμη των ανηλίκων (βλ. Ε. Στυλιανού ν. Β. Στυλιανού (ανωτέρω) και άρθρο 6
(3)του Νόμου). Παραθέτω τα πιο πάνω, έχοντας κατά νου τη βασική αρχή της νομολογίας, ότι δεν είναι η ώρα για λεπτομερή αξιολόγηση της μαρτυρίας και εξαγωγή ευρημάτων (βλ. ανωτέρω Jonitexo Ltd v. Adidas). Τονίζω δε, ότι οι οποιεσδήποτε διαπιστώσεις στις οποίες προβαίνει το Δικαστήριο, γίνονται για τους σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος. Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικασθεί η ουσία της (Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograska Banka D.D.
(1999)1 (A) Α.Α.Δ. 225, 236). Υπό το φως των πιο πάνω, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η Διευθύντρια Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας όπως κάθε Σάββατο μεταφέρει/συνοδεύει στην οικία του πατέρα τα ανήλικα τέκνα του για σκοπούς επικοινωνίας. Η επικοινωνία θα είναι διάρκειας τριών ωρών και θα γίνεται στην παρουσία της λειτουργού του γραφείου ευημερίας. Οι ακριβείς ώρες θα καθορίζονται κατόπιν συνεννόησης της αρμόδιας λειτουργού με τον πατέρα. Στην περίπτωση που δεν υπάρχει διαθέσιμη λειτουργός το Σάββατο, η επικοινωνία θα λαμβάνει χώρα την Κυριακή και πάλι κατόπιν συνεννόησης τόσο για το πότε θα πραγματοποιηθεί όσο και για τις ακριβείς ώρες. Η ισχύς του πιο πάνω προσωρινού διατάγματος αρχίζει από την ημέρα επίδοσης του στην Διευθύντρια Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας και θα συνεχιστεί μέχρι την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης ή την έκδοση νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Με δεδομένο το εύρος των αιτούμενων θεραπειών, το εντελώς περιορισμένο της θεραπείας που δίδεται και με δεδομένο ότι αυτή η θεραπεία στην ουσία συμβαδίζει με κοινή οικειοθελή ρύθμιση που ήδη ακολουθούσαν τα μέρη, κρίνω ότι είναι κατάλληλη περίπτωση να μην εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα, υπό την έννοια αυτά να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της κυρίως διαδικασίας. (Υπ.) .......................... Μ. Χ. Κάιζερ, Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο