← Κύπρος

Ν. Π. κ.α. ν. Π. Π., Αρ. Αίτησης: 208/19, 8/1/2020

Ν. Π. κ.α. ν. Π. Π., Αρ. Αίτησης: 208/19, 8/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLAR:2020:1 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΓΟΝΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ Ενώπιον: Δ. Κούσιου, Δ. Αρ. Αίτησης: 208/19 Μεταξύ: Ν. Π. Κ. Π. Αιτητών - και - Π. Π. Καθ' ης η αίτηση ------------------------------ Αίτηση ημερομηνίας 23/7/2019 Ημερομηνία: 8 Ιανουαρίου 2020 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κα Θεοδώρα Ν. Παπαχαραλάμπους Για την Καθ' ης η αίτηση: κ.κ. Νίκος Δαμιανού & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ανήλικος Ν. που γεννήθηκε στις 16/7/2018, είναι τέκνο του υιού των Αιτητών 1 και 2 και της Καθ' ης η αίτηση. Οι Αιτητές με την υπό κρίση αίτηση τους ημερ. 23/7/2019, ζητούν την προσωρινή ρύθμιση της επικοινωνίας τους με το πιο πάνω ανήλικο εγγόνι τους, στο χρόνο που προσδιορίζεται στην εν λόγω αίτησή τους. Η ρύθμιση της επικοινωνίας των Αιτητών με το πιο πάνω ανήλικο εγγόνι τους, κατά μεγαλύτερο χρόνο όμως, είναι ότι επιδιώκεται και με την εναρκτήρια αίτηση τους που καταχώρησαν την ίδια πιο πάνω ημερομηνία, ήτοι στις 23/7/

  1. Η Καθ' ης η αίτηση στην οποία με οδηγίες του Δικαστηρίου επιδόθηκε η πιο πάνω αίτηση, καταχώρησε ένσταση. Αίτηση και ένσταση υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις της Αιτήτριας 2 και της Καθ' ης η αίτηση, αντίστοιχα. Η Αιτήτρια 2, η οποία όπως αναφέρει είναι εξουσιοδοτημένη από τον Αιτητή 1, στην ένορκη δήλωση της, που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, αναφέρει τα εξής: Η Καθ' ης η αίτηση από το γάμο της με το γιο των Αιτητών απέκτησαν στις 16/7/2018 το πιο πάνω ανήλικο τέκνο. Ο γάμος των γονέων του ανήλικου λύθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου τούτου στις 22/5/
  2. Με διάταγμα του ίδιου Δικαστηρίου ημερ. 11/4/2019, στην αίτηση Γονικής Μέριμνας αρ. 257/18, ο ανήλικος διαμένει μαζί με τη μητέρα του και επικοινωνεί ελεύθερα με τον πατέρα του κατά τις ορισμένες σ' αυτό μέρες και ώρες (ΤΕΚ 1). Ο γιός τους διαμένει σε διαφορετική κατοικία από αυτούς ενώ η Καθ' ης η αίτηση διαμένει μαζί με τους γονείς, τον παππού και τη γιαγιά της. Η Καθ' ης η αίτηση προσπαθεί με κάθε τρόπο να περιορίσει την επικοινωνία τους με τον ανήλικο και να τον απομακρύνει από αυτούς. Η ίδια είναι οικοκυρά. Ο σύζυγος της Αιτητής 1 εργάζεται. Όμως και οι δύο έχουν ελεύθερο χρόνο και μπορούν να έχουν καθημερινή επικοινωνία με το ανήλικο εγγόνι τους. Διαθέτουν δικό τους ευρύχωρο σπίτι όπου διαμένουν μαζί με τα 3 εκ των έξι παιδιών τους. Μάλιστα στο σπίτι τους διατηρούν και παιδικό δωμάτιο αποκλειστικά για τον ανήλικο. Υπεραγαπούν το ανήλικο εγγόνι τους και ενδιαφέρονται γι' αυτό και πιστεύουν ότι είναι προς το καλώς νοούμενο συμφέρον του να έχουν επικοινωνία μαζί του, ιδίως ένεκα του γεγονότος ότι, λόγω του ωραρίου των εργασιών της Καθ' ης η αίτηση και των γονέων της, αυτό αφήνεται εκτεθειμένο σε κινδύνους όντας υπό την επίβλεψη της 85χρονης και με προβλήματα υγείας γιαγιάς της. Η Καθ' ης η αίτηση στην ένορκη δήλωση της που συνοδεύει την ένστασή της ισχυρίζεται ότι ο πρώην σύζυγος της και υιός των Αιτητών διαμένει μαζί τους. Ως αποτέλεσμα τούτου στα πλαίσια της επικοινωνίας του με τον ανήλικο, συντελείται και η επικοινωνία των Αιτητών μ' αυτόν. Στο σπίτι τους οι Αιτητές έχουν μεγάλο αριθμό σκύλων γεγονός που το καθιστά ακατάλληλο για τον ανήλικο. Τα ωράρια εργασίας της ίδιας και των γονέων της είναι τέτοια ώστε να παρέχεται στον ανήλικο ασφαλής φύλαξη και φροντίδα, η οποία κατά κύριο λόγο ασκείται από την ίδια και επικουρικά από τους γονείς της. Στις πλείστες φορές που χρειάστηκε η βοήθεια της γιαγιάς της, η οποία είναι 75 χρονών και όχι 85 (ΤΕΚ Α) και δεν αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, στο σπίτι βρίσκονταν εκτός από τη γιαγιά της, είτε η ίδια, είτε οι γονείς της. Δεν πράττει οτιδήποτε για να περιορίσει την επικοινωνία των Αιτητών με τον ανήλικο, όπως αυτή ρυθμίστηκε και ασκείται μέσω της επικοινωνίας που διατηρεί με τον πατέρα του, υιό των Αιτητών, ο οποίος διαμένει μαζί τους. Για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν. 14/60 πρέπει να συνυπάρχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία στην αγωγή, και (γ) ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estates and Others

(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Τσιολάκκη και άλλη ν. Στυλιανίδη
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 782, Πουργουρίδη κ.ά. ν. Μέζου κ.ά.,
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 253, M & Ch Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. ν. Timberland Co.
(1997)1 (Γ) 1 Α.Α.Δ. 1791). Το Δικαστήριο πρέπει επίσης στο τελικό στάδιο να σταθμίσει το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο το αιτούμενο διάταγμα (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ''Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Πρόσθετα, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει πάνω στα διαφιλονικούμενα θέματα πάνω στα οποία θα κριθεί η κυρίως αίτηση (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263). Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές θα εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση του προσωρινού διατάγματος, σε συνάρτηση με τον περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμο του 1990 (Ν 216/90). Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)(α) του Ν. 216/90, η γονική μέριμνα είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων, οι οποίοι το ασκούν από κοινού. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Ν. 216/90, αν οι γονείς διαφωνούν κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας και το συμφέρον του τέκνου επιβάλλει να ληφθεί απόφαση, αποφασίζει το Δικαστήριο, έπειτα από αίτηση οποιουδήποτε από τους γονείς. Σύμφωνα με το άρθρο 6
(2)(α) του Ν. 216/90, η απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει να αποβλέπει προς το συμφέρον του τέκνου, (Ευγ. Στυλιανού ν. Βασ. Στυλιανού
(1993)1 ΑΑΔ 130, Διευθύντρια Τμήματος Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ν. Ντούμα κ.ά.
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 1911). Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Κκουφού ν. Κκουφού
(1997)1 (Γ) ΑΑΔ 1588, 1593: «Η διαμόρφωση κρίσης πάνω σε θέματα γονικής μέριμνας είναι έργο λεπτό και σύνθετο. Δεν είναι εγχείρημα που στοχεύει στην απόδοση ευθυνών ή στην επιβολή κύρωσης για μεμπτή συμπεριφορά. Γνώμονας είναι το συμφέρον του ανηλίκου και κατά την εκτίμησή του, προσλαμβάνει σημασία το σύνολο των στοιχείων». Το άρθρο 17 Α του Ν. 216/90 αναφέρει τα εξής: ''17 Α.
(1)Οι ανιόντες έχουν δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας με το τέκνο.
(2)Κανένας δεν έχει δικαίωμα να παρεμποδίζει την προσωπική επικοινωνία του τέκνου με τους ανιόντες αυτού οποιουδήποτε βαθμού, εκτός αν υπάρχει σοβαρός λόγος που έχει σχέση αποκλειστικά με τη διασφάλιση του συμφέροντος του τέκνου.
(3)Το Δικαστήριο δύναται να ρυθμίζει θέματα που αφορούν την άσκηση ή μη του δικαιώματος αυτού.» Καθιερώνεται, συνεπώς με βάση το πιο πάνω άρθρο, το δικαίωμα επικοινωνίας των ανιόντων των παιδιών, το οποίο είναι αυτοτελές. Στην υπό εκδίκαση υπόθεση υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, εφόσον κατά το άρθρο 17Α πιο πάνω, οι Αιτητές ως ανιόντες του ανήλικου έχουν δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας μ' αυτό και την άσκηση του δικαιώματος τους αυτού ρυθμίζει το Δικαστήριο. Όμως, με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία, δε θεωρώ ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην κυρίως αίτηση. Υπάρχει σε ισχύ το εκ συμφώνου εκδοθέν διάταγμα επικοινωνίας του πατέρα με τον ανήλικο (ΤΕΚ 1), μέσω του οποίου μπορεί να επιτελείται και η επιδιωκόμενη επικοινωνία. Και τούτο ανεξάρτητα από τη βασιμότητα του ισχυρισμού των Αιτητών ότι ο υιός τους δε διαμένει μαζί τους ή του περί αντίθετου ισχυρισμού της Καθ' ης η αίτηση ότι αυτός διαμένει μαζί τους. Δεν υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι το διάταγμα αυτό δεν τηρείται. Ούτε υπάρχει επίσης οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι οι Αιτητές έχουν κακές σχέσεις με το γιό τους ή ότι και αυτός τους παρεμποδίζει από το να βλέπουν το εγγόνι τους, γεγονός που θα οδηγούσε και στην προσθήκη του ως διαδίκου. Ο σκοπός του άρθρου 17Α του Ν 216/90 είναι η ικανοποίηση του αισθήματος αγάπης μεταξύ των απώτερων ανιόντων και των παιδιών και η αποφυγή αποξένωσης τους. Οι ίδιοι οι Αιτητές, που αναμφίβολα αγαπούν το εγγόνι τους, αναφέρονται σε περιορισμό της επικοινωνίας τους μ' αυτό από την Καθ' ης η αίτηση και όχι σε αποκλεισμό της. Για τους ίδιους πιο πάνω λόγους βρίσκω ότι απουσιάζει και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960. Οι Αιτητές έχουν τη δυνατότητα, όπως προελέχθη, να επικοινωνούν με τον ανήλικο μέσω του δικαιώματος επικοινωνίας του πατέρα του. Υπό τις περιστάσεις αυτές η δικαιοσύνη μπορεί να απονεμηθεί κατά την εκδίκαση της κυρίως αίτησης. Περαιτέρω σχολιάζω πως η θεραπεία του άρθρου 17Α του Ν. 216/90 συνήθως χρησιμοποιείται από τους ανιόντες στις περιπτώσεις θανάτου του ενός γονέα που είναι το παιδί τους και εφόσον ο άλλος γονέας αρνείται, χωρίς σοβαρό λόγο την επικοινωνία τους με το παιδί αντιμετωπίζοντας έτσι τον κίνδυνο αποξένωσης μεταξύ τους. Για να εκδοθεί ενδιάμεσο διάταγμα θα πρέπει να συντρέχουν και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 (Οδυσσέως στο πιο πάνω). Η απουσία των δύο στην προκειμένη περίπτωση δεν επιτρέπει την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος επικοινωνίας. Για όλα τα πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα, υπέρ της Καθ' ης η αίτηση και εναντίον των Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα αυτά θα υπολογιστούν και καταβληθούν μετά το πέρας της εναρκτήριας αίτησης. Δ. Κούσιου, Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΟΤ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.