← Κύπρος

Α. Π. ν. Δ. Δ., Αρ. Αίτησης: 21/19, 13/2/2020

Α. Π. ν. Δ. Δ., Αρ. Αίτησης: 21/19, 13/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLAR:2020:6 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Δικαιοδοσία Περιουσιακών Σχέσεων. ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Τσαγγαρίδης, Π. Αρ. Αίτησης: 21/19 Μεταξύ: Α. Π. Αιτήτρια και Δ. Δ. Καθ΄ού η αίτηση Αίτηση ημερ. 24.9.2019 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 13 Φεβρουαρίου, 2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτρια: κα Χρ. Αργυρού Για Καθ΄ού η αίτηση: κα Γ. Δημητρίου για κ. Α. Ζαχαρίου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Αιτήτρια, μέσα στα πλαίσια της εναρκτήριας αίτησης ρύθμισης περιουσιακών σχέσεων συζύγων, καταχώρησε στις 24.9.2019, την παρούσα αίτηση με την οποία αιτείται τις πιο κάτω θεραπείες: «Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο καθ΄ου η αίτηση Δ.Δ. όπως εντός 15 ημερών από την έκδοση του διατάγματος ή εντός οποιαδήποτε άλλης προθεσμίας ήθελε ορίσει το Δικαστηρίου, υποβάλει στο Δικαστήριο Ένορκη Δήλωση, στην οποία να περιγράφει πλήρως με σαφήνεια και κατά συγκεκριμένο τρόπο όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία στην οποία είχε οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο συμφέρον κατά την ημερομηνία τέλεσης του αρραβώνα των διαδίκων, ήτοι κατά ή περί τον Δεκέμβριο του 2000, κατά την ημερομηνία διακοπής της συμβίωσης τους, ήτοι κατά ή περί τον Ιανουάριο του 2018, την ημερομηνία έκδοσης του διαζυγίου των διαδίκων ήτοι την 20.3.2019 και/ή οποιαδήποτε άλλη σχετική ημερομηνία που το δικαστήριο ήθελε ορίσει στο διάταγμα.» Η αίτηση στηρίζεται με ένορκη δήλωση της Αιτήτριας, η οποία αναφέρει τα πιο κάτω: «

  1. Είμαι η Αιτήτρια στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση και η αιτήτρια στην παρούσα αίτηση με την οποία ζητώ την έκδοση διατάγματος αποκάλυψης της περιουσίας του καθ΄ου η αίτηση.
  2. Προβαίνω στην παρούσα ένορκο δήλωση έχοντας γνώση των επίδικων γεγονότων και έχοντας λάβει νομική συμβουλή από τους δικηγόρους μου όσον αφορά στα νομικά θέματα.
  3. Με τον καθ΄ου η αίτηση τελέσαμε θρησκευτικό γάμο στις 28.6.2003 στον Ιερό Ναό Αρχαγγέλου Μιχαήλ στην Ορόκλινη, σύμφωνα με το δόγμα και τους κανόνας της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Του γάμου μας προηγήθηκε αρραβώνας που τελέσθηκε κατά ή περί τον Δεκέμβρη του
  4. Από το γάμο μας αποκτήσαμε τρία παιδιά τη Σ. η οποία γεννήθηκε στις 12.1.2005, τη Χριστιάνα η οποία γεννήθηκε στις 28.9.2012 και τον Χ-Μ ο οποίος γεννήθηκε στις 31.8.
  5. Λόγω προβλημάτων που αντιμετωπίζαμε εξαιτίας της απαράδεκτης συμπεριφοράς του καθ΄ου η αίτηση τεθήκαμε σε διάσταση κατά ή περί τον Ιανουάριο του 2018 παρά το γεγονός ότι εξακολουθήσαμε να διαμένουν κάτω από την ίδια στέγη. Κατά ή περί τον Αύγουστο του 2018 αναγκάστηκα μαζί με τα ανήλικα τέκνα μας να εγκαταλείψω τη συζυγική κατοικία και να εγκατασταθούμε σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα. Έκτοτε ζούμε χωριστά. Ο γάμος μας λύθηκε με απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λάρνακας στις 20.3.
  6. Κατά τη διάρκεια του γάμου μας και/ή με την προοπτική του γάμου μας, ο καθ΄ου η αίτηση εκτός από το ½ μερίδιο του οικοπέδου εντός του οποίου ανεγέρθη η συζυγική μας κατοικία, απέκτησε κινητή και ακίνητη περιουσία η οποία περιλαμβάνει εξ΄ όσων είμαι σε θέση να γνωρίζω, ακίνητη περιουσία στη Βουλγαρία αλλά δεν ξέρω λεπτομέρειες της αγοράς όπως είναι π.χ. τι είδους ακίνητα αγόρασε, τον αρ. εγγραφής, σε ποιο ή ποια πρόσωπα και/ή εταιρείες είναι εγγεγραμμένα, τοποθεσία, πωλητήρια έγγραφα, την τιμή αγοράς κλπ. Ενδέχεται επίσης ο καθ΄ου η αίτηση να έχει καταθέσεις σε τράπεζες και άλλους πιστωτικούς οργανισμούς, τις οποίες δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω και μου τις αποκρύβει.
  7. Είναι προς το συμφέρον της καλύτερης απονομής της δικαιοσύνης όπως διαταχθεί ο καθ΄ου η αίτηση να αποκαλύψει ενόρκως όλη την περιουσία στην οποία είχε άμεσο ή έμμεσο συμφέρον, κατά την ημερομηνία τέλεσης του αρραβώνα των διαδίκων ήτοι κατά ή περί τον Δεκέμβριο του 2000, κατά την ημερομηνία διακοπής της συμβίωσης των διαδίκων ήτοι κατά ή περί τον Ιανουάριο του 2018, την ημερομηνία έκδοσης του διαζυγίου των διαδίκων ήτοι την 20.3.19 και/ή οποιαδήποτε άλλη σχετική ημερομηνία που το δικαστήριο ήθελε ορίσει στο διάταγμα.
  8. Η αποκάλυψη από πλευράς του Καθ΄ου η αίτηση θα περιορίσει τα επίδικα θέματα με αποτέλεσμα τη συντόμευση της ακροαματικής διαδικασίας.
  9. Όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου είναι λογικό, δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα για την αποκάλυψη της περιουσίας, την οποία είχε ο Καθ΄ου η αίτηση κατά τις πιο πάνω αναφερόμενες ημερομηνίες με σκοπό την απονομή ταχείας και πλήρους δικαιοσύνης. Ο Καθ΄ου η αίτηση, στις 13.1.2020 καταχώρησε ένσταση. Οι λόγοι της ένστασης είναι: «
  10. Η αιτουμένη θεραπεία ευρίσκεται σε αντίθεση με το άρθρο 14(Α) του Νόμου 232/
  11. Το Δικαστήριο έχει εξουσία να διατάξει τον καθ΄ου η αίτηση σε σχέση μόνο με «την ημερομηνία διακοπής της συμβίωσης ή κατά άλλη ημερομηνία» που το Δικαστήριο ορίζει στο διάταγμα. Δεν παρέχεται εξουσία για περισσότερες από μια ημερομηνία σύμφωνα με το άρθρο 14(Α) του Νόμου 232/
  12. Η αίτηση είναι ουσιαστικά και νομικά αβάσιμη.
  13. Η αίτηση δεν στηρίζεται στην ορθή Νομική Βάση.
  14. Η αιτήτρια δεν παρουσιάζει οιαδήποτε στοιχεία και τεκμήρια που να επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς της.
  15. Η αίτηση είναι καταχρηστική με μοναδικό σκοπό να ψαρέψει μαρτυρία για θέματα για τα οποία η ίδια φέρει το βάρος απόδειξης.
  16. Οι αιτούμενες θεραπείες καθώς και οι ισχυρισμοί της αιτήτριας είναι αόριστοι και ασαφείς.
  17. Η αιτήτρια στηρίζει την αίτησή της σε αναληθή γεγονότα.
  18. Τα γεγονότα που περιέχονται στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας που υποστηρίζουν την αίτηση δεν δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  19. Τυχόν έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει αδικία και ανισότητα.
  20. Η αιτήτρια απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα για την επίτευξη της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος.» Η ένσταση υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση του Καθ΄ου η αίτηση ο οποίος αναφέρει τα πιο κάτω: «
  21. Είμαι ο καθ΄ου η αίτηση στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση και έχω προσωπική γνώση των γεγονότων που αναφέρω.
  22. Έχω διαβάσει το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως της Αιτήτριας Α.Π. από τη Λ. που συνοδεύει την αίτηση της και διαφωνώ με το περιεχόμενο της εκτός όπου εκεί ρητά παραδέχομαι.
  23. Ως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου, οι αιτούμενες θεραπείες ευρίσκονται σε αντίθεση με το άρθρο 14(Α) του Νόμου 232/
  24. Το Δικαστήριο έχει εξουσία να με διατάξει σε σχέση μόνο με «την ημερομηνία διακοπής της συμβίωσης ή κατά άλλη ημερομηνία» που το Δικαστήριο ορίζει στο διάταγμα. Δεν παρέχεται εξουσία για περισσότερες από μία ημερομηνίες σύμφωνα με το άρθρο 14(Α) του Νόμου 232/
  25. Περαιτέρω ως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου με βάση τη Νομική βάση της αιτήσεως την οποία επικαλούνται δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  26. Αρνούμαι το περιεχόμενο της παραγράφου 5 της ενόρκου δηλώσεως της αιτήτριας και περαιτέρω ισχυρίζομαι ότι η διάσταση στις σχέσεις μας επήλθε της απαράδεκτης συμπεριφοράς της αιτήτριας και συγκεκριμένα λόγω εξωσυζυγικών σχέσεων που είχε συνάψει.
  27. Αρνούμαι το περιεχόμενο της παραγράφου 6 της ενόρκου δηλώσεως της αιτήτριας και περαιτέρω ισχυρίζομαι ότι τα όσα αναφέρει η αιτήτρια στην παράγραφο αυτή είναι ψευδείς και αόριστοι ισχυρισμοί και αποσκοπούν στο να ψαρέψει μαρτυρία για την οποία η ίδια έχει το βάρος απόδειξης.
  28. Αρνούμαι το περιεχόμενο των παραγράφων 7, 8 και 9 της ενόρκου δηλώσεως της αιτήτριας και τις αιτούμενες θεραπείες και περαιτέρω ισχυρίζομαι ότι δεν είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα τα οποία θα προκαλέσουν αδικία και ανισότητα και ως εκ τούτου αιτούμαι απόρριψην της εναντίον μου αιτήσεως και των αιτούμενων θεραπειών με έξοδα εις βάρος της αιτήτριας.» Η ακρόαση της αίτησης, διεξήχθηκε με τις γραπτές αγορεύσεις των δικηγόρων των διαδίκων. Το πρώτο θέμα το οποίο καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο, αφορά τη θέση του Καθ΄ου η αίτηση, ότι η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει, καθότι στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση και μάλιστα ως προς τη νομοθεσία που αφορά ακριβώς το επίδικο ζήτημα. Επικαλείται προς τούτο τη Δ.48 θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία αναφέρει: «Κάθε αίτηση στον Πρωτοκολλητή θα πρέπει να είναι γραπτή και να αναφέρει . και να αναφέρεται στο συγκεκριμένο άρθρο του Νόμου ή στο συγκεκριμένο κανόνα του Δικαστηρίου που στηρίζεται ..» Δεν μπορώ να συμφωνήσω με την πιο πάνω θέση του Καθ΄ου η αίτηση. Συγκεκριμένα στη νομική βάση της αίτησης αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η αίτηση στηρίζεται «.. στον περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμο του 1990, Ν. 231/91, άρθρο 14 και 14(Α)». Είναι προφανές ότι το πιο πάνω επιχείρημα του Καθ΄ου η αίτηση αντλείται από το γεγονός ότι ο Ν. 232/91αναφέρεται ως ο Νόμος 231/
  29. Η πιο πάνω προφανής παραδρομή, δηλαδή αντί Νόμος 232/91 αναγραφή ως Νόμος 231/91, ουδεμία παρατυπία συνιστά, ενόψει του ότι ο νόμος στον οποίο στηρίζεται η παρούσα αίτηση ως επίσης και τα άρθρα του Νόμου, είναι εμφανή και ορθά. Ο τίτλος του νόμου είναι ορθός, είναι ο περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμος του 1990, όπως επίσης ορθή είναι και η αναφορά των άρθρων. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, δεν θεωρώ ότι υπάρχει σφάλμα ή οποιοδήποτε σφάλμα τέτοιο, που να καθιστά την παρούσα αίτηση, ως στερούμενη νομικής βάσης ή ως στηριζόμενη σε λανθασμένη νομική βάση, έτσι ώστε να υφίσταται λόγος απόρριψης της αίτησης. Ο Καθ΄ου η αίτηση, με βάση το λεκτικό του ΄Αρθρου 14 (Α) (ι) του Ν. 232/91, εισηγείται ότι στο Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει διάταγμα αποκάλυψης περιουσίας σε σχέση με την ημερομηνία διακοπής της συμβίωσης ή σε σχέση με άλλη ημερομηνία και δεν παρέχει εξουσία για περισσότερες από μία ημερομηνίες και ότι τυχόν έγκριση του αιτήματος της Αιτήτριας, δηλαδή η έκδοση από το Δικαστήριο που να καλύπτει χρονικές στιγμές άλλες απ΄ αυτές που αναφέρονται από το νόμο, συνιστά εκτός των πιο πάνω και προσπάθεια της Αιτήτριας να ψαρέψει μαρτυρία για τους σκοπούς της απόδειξης κατά την ακρόαση της εναρκτήριας αίτησης της. Αντίθετη είναι η θέση της δικηγόρου της Αιτήτριας. Είχα την ευκαιρία να εξετάσω ακριβώς το ίδιο θέμα στην απόφαση μου, στην αίτηση αρ. 86/14 Κυριάκος Κόκκινος και Μαρία Κόκκινου, ημερ. 31.10.16,με το σκεπτικό της οποίας ασφαλώς και δεσμεύομαι. Παραθέτω το πιο κάτω απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση μου: «Σύμφωνα με τον δικηγόρο της Καθ΄ ης η αίτηση το άρθρο 14(Α)

(1)του Ν. 232/91, δίνει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα αποκάλυψης περιουσίας σε σχέση με την ημερομηνία διακοπής της συμβίωσης ή σε σχέση με άλλη ημερομηνία, χωρίς το εν λόγω άρθρο να δίνει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα αποκάλυψης περιουσίας αναφορικά με διάφορες ημερομηνίες οι οποίες να καθορίζονται κατά τρόπο σωρευτικό στο εν λόγω διάταγμα. Βασίσθηκε, η επιχειρηματολογία της πιο πάνω θέσης, στο άρθρο 2 του περί Ερμηνείας Νόμου όπου ερμηνεύεται η λέξη «ή», στο Λεξικό του Μπαμπινιώτη, και στις αποφάσεις Γιαννάκης Π. Έλληνας v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149 και Γιώργου Αντωνίου -ΚΑΙ- Δήμητρας Χριστοδούλου
(2003)1 Α.Α.Δ. 183, και τούτο για να υποδειχθεί στο Δικαστήριο ότι η χρήση της λέξης «ή» στο εν λόγω άρθρο έχει την γραμματική μορφή του διαζευκτικού συνδέσμου. Αντίθετα, ο δικηγόρος του Αιτητή, εισηγήθηκε, όσον αφορά την ερμηνεία του εν λόγω άρθρου, ότι με βάση το άρθρο 14 του Ν. 232/91, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει αν υπήρξε αύξηση της περιουσίας με μέτρο σύγκρισης την αρχική και τελική περιουσία. Τούτου δοθέντος, οι ημερομηνίες οι οποίες είναι καθοριστικές για τον προσδιορισμό της αύξησης της περιουσίας, δεν είναι μόνο η ημερομηνία κατά την οποία επήλθε η διακοπή της συμβίωσης, αλλά και άλλες ημερομηνίες οι οποίες είναι σχετικές και ουσιώδεις για το Δικαστήριο όπως π.χ., η ημερομηνία έναρξης της συμβίωσης, ή η ημερομηνία τέλεσης του γάμου. Μετά την πιο πάνω παράθεση της επιχειρηματολογίας, θα προχωρήσω κατωτέρω στην ερμηνεία της υπό κρίση διάταξης. Η ρύθμιση των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων, η οποία συνίσταται στην αξίωση του συζύγου για απόδοση της συνεισφοράς του στην αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου σε σχέση με περιουσία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου, ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου, προβλέπεται νομοθετικά στο άρθρο 14 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμο του 1991, Ν. 232/91. Το άρθρο 14 ορίζει ότι: «14.
(1)Σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί, ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
(2)Η συνεισφορά του ενός συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη συνεισφορά.
(3)..............». Μεταγενέστερα, ακολούθησε η τροποποίηση του Ν. 232/91 με τον τροποποιητικό νόμο, Ν. 25(Ι)/98, με τον οποίο προστέθηκαν στον βασικό νόμο, τα άρθρα 14Α έως 14ΣΤ. Το άρθρο 14Α προνοεί τα ακόλουθα: «14Α.
(1)Για σκοπούς καλύτερης εφαρμογής του άρθρου 14, το Δικαστήριο δύναται ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε διαδίκου να εκδώσει διάταγμα, βάσει του οποίου ο καθ΄ ου η αίτηση υποχρεούται, μέσα σε 15 ημέρες από την έκδοση του, ή μέσα σε οποιαδήποτε άλλη χρονική περίοδο το Δικαστήριο ορίσει, να υποβάλει ένορκη δήλωση στο Δικαστήριο, στην οποία να περιγράφει πλήρως, με σαφήνεια και κατά συγκεκριμένο τρόπο την περιουσία στην οποία είχε οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο συμφέρον κατά την ημερομηνία της διακοπής της συμβίωσης ή κατ΄ άλλη σχετική ημερομηνία που το δικαστήριο ορίζει στο διάταγμα.
(2)...............
(3)Το Δικαστήριο δύναται ύστερα από αίτηση του αιτητή να ορίσει ημερομηνία για εξέταση του καθ΄ ου η αίτηση σχετικά με την ορθότητα των ενόρκων δηλώσεων ή των συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων ή άλλων στοιχείων αναφορικά με την περιουσιακή του κατάσταση. Στην περίπτωση αυτή ο καθ΄ ου η αίτηση κλητεύεται ως μάρτυρας». Όπως σημειώνεται στην αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου: «Σκοπός του παρόντος νομοσχεδίου είναι - (α) Να παραχωρήσει στα Οικογενειακά Δικαστήρια δικαιοδοσία για όλα τα θέματα που ρυθμίζονται από το βασικό νόμο, (β) Να δημιουργήσει μηχανισμό για την πλήρη αποκάλυψη της περιουσίας των συζύγων για σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 14 και για αποφυγή των δολίων μεταβιβάσεων και αποκρύψεων περιουσίας με σκοπό την καταστρατήγηση του Νόμου». Το άρθρο 14Α έτυχε εξέτασης στα Νομικά Ερωτήματα αρ. 330 και 332, Ντίνα Παπαϊωάννου και Γιάννη Παπαϊωάννου
(2000)1 Α.Α.Δ. 656 όπου αναφέρθηκαν τα πιο κάτω από την απόφαση της πλειοψηφίας: «Η υποχρέωση του άρθρου 14Α βαρύνει και τους δύο διαδίκους εξ ίσου, χωρίς διάκριση. Ο Νόμος καθιερώνει πλήρη διαδικαστική ισότητα. Δεν τίθεται ο ένας διάδικος σε μειονεκτική θέση απέναντι στον άλλο. Περαιτέρω, είναι λανθασμένη η αντίληψη πως επιβάλλει την αποκάλυψη μαρτυρίας, δηλαδή όπλων σύμφωνα με την εισήγηση, στην άλλη πλευρά. Δεν αφορά η διάταξη στη δυνατότητα απόδειξης σε σχέση με την επίδικη διαφορά. Η γνώση των περιουσιακών στοιχείων των διαδίκων κατά τον ουσιώδη χρόνο αποτελεί την προϋπόθεση για τη λειτουργεία των ουσιαστικών διατάξεων του νόμου. Η διαπίστωση των περιουσιακών στοιχείων, όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Ορφανίδης (ανωτέρω), αποτελεί την αφετηρία. Αποβλέπει η διάταξη στη διασφάλιση της διαπίστωσης κατάστασης πράγματων χωρίς την οποία δεν θα ήταν δυνατή η απόδοση δικαιοσύνης στο πλαίσιο των διατάξεων του Νόμου. Απευθύνεται γι΄ αυτό σε εκείνο που γνωρίζει την κατάσταση αυτή καλύτερα από κάθε άλλο και του επιβάλλει υποχρέωση αποκάλυψης, η οποία βέβαια δεν πρέπει να είναι ψευδής, ανακριβής ή μη πλήρης. Εν πάση περιπτώσει δεν τον θέτει σε μειονεκτική θέση έναντι του άλλου από το ότι του επιβάλλει αποκάλυψη πριν τη δίκη, ή με ένορκη δήλωση και όχι με προφορική μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου». (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Ο τρόπος λειτουργίας του άρθρου 14 του Ν. 232/91, προς το οποίο παραπέμπει το άρθρο 14Α
(1)έχει επεξηγηθεί στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Α. Ορφανίδης v. Ν. Ορφανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 179. Παρατίθεται κατωτέρω το σχετικό απόσπασμα: «(α) Ενώ κατά το Δίκαιο της Επιείκειας κριτήριο για την απόκτηση μεριδίου αποτελεί η ύπαρξη συμφωνίας, ρητής ή εξυπακουόμενης, σύμφωνα με το άρθρο 14, η απόκτηση συναρτάται με τη συνεισφορά στην αύξηση της περιουσίας του ετέρου των συζύγων ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συμφωνία. Το κριτήριο για την απόκτηση μεριδίου είναι αντικειμενικό, εκείνο της συνεισφοράς. (β) Αντικείμενο του διαμοιρασμού δεν είναι, όπως στο Αγγλικό δίκαιο, το περιουσιακό στοιχείο αφ΄ εαυτού, αλλά η αύξηση της περιουσίας εκάτερου των συζύγων μετά το γάμο. Επομένως, αφετηρία για την επίλυση διαφορών αυτής της φύσης αποτελεί η διαπίστωση των περιουσιακών στοιχείων των συζύγων κατά το χρόνο του γάμου. Σε δεύτερο στάδιο, έρχεται η διαπίστωση της αύξησης, (αν υπάρχει), και σε τρίτο η προέλευση της αύξησης και η συνάρτησή της με τη συνεισφορά του ετέρου των συζύγων στην πραγμάτωσή της. (γ) Η συνεισφορά αποτελεί, βάσει του άρθρου 14, όπως και στο Αγγλικό δίκαιο το κυρίαρχο στοιχείο στον καθορισμό της αναλογίας του μεριδίου του μη εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη. Αντίθετα όμως, από το Αγγλικό δίκιο, εφόσον δεν αποκαλύπτεται με τρόπο θετικό το ύψος της συνεισφοράς στην αύξηση της περιουσίας, καθιερώνεται τεκμήριο για την έκτασή της ίσο με το ένα τρίτο. Το τεκμήριο αυτό εκτοπίζει την εφαρμογή του αξιώματος της επιείκειας equality is equity. Η άλλη σημαντική πτυχή του άρθρου 14 είναι η εξαίρεση, η οποία θεσμοθετείται από το αντικείμενο της διανομής, με τις πρόνοιες του άρθρου 14
(3)(α) και (β). Εξαιρείται από την αύξηση το μέρος που αντανακλά τον πλουτισμό του ιδιοκτήτη σύζυγου από δωρεές και τη διάθεσή τους». Σύμφωνα με τη νομολογία σημαντικό παράγοντα για την ορθή ερμηνεία του νόμου, αποτελεί η ανεύρεση της πρόθεσης του Νομοθέτη. Όπου, δε, υπάρχει αμφιβολία και ύπαρξη δύο ερμηνειών πρέπει να δίνεται η ερμηνεία η οποία συνάδει με τη λογική. Αυτό το έργο ανήκει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Θα πρέπει, επίσης, να υπομνησθεί ότι η ερμηνεία με αναφορά στο σκοπό του νομοθετήματος έχει εδραιωθεί, ενώ η αυστηρή γραμματική ερμηνεία ανήκει στο παρελθόν (βλ. Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ v. Συμβούλιο Βελτιώσεως Γερμασόγειας
(1999)3 Α.Α.Δ. 348). Για τον λόγο αυτό, η τελολογική μέθοδος ερμηνείας (τέλος = σκοπός), είναι επιτρεπτή οποτεδήποτε το κείμενο της νομοθεσίας παρέχει την ευχέρεια, για την απόδοση της ερμηνείας εκείνης που αποτελεσματικότερα προωθεί την ευόδωση των κατά τα άλλα έκδηλων σκοπών του Νομοθέτη (βλ. GHALANOS DISTRIBUTORS LTD v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2002)3 Α.Α.Δ. 528, Αντώνης Ράφτης v. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.ά.
(2002)3 Α.Α.Δ. 345). Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η υπό κρίση διάταξη δεν συνιστά ποινικό νόμο, όπου σύμφωνα με τη νομολογία, οι ποινικοί νόμοι, περιλαμβανομένων εκείνων που αφορούν τη δικαιοδοσία και τη δικονομία, ερμηνεύονται αυστηρά. Εάν υπάρχει ασάφεια ή αμφιβολία, αυτή αποφασίζεται υπέρ του κατηγορουμένου (βλ. Χριστοδούλου κ.ά. v. Αστυνομία
(1993)2 Α.Α.Δ. 443, Γενικός Εισαγγελέας v. Παπαλαζάρου
(1995)2 Α.Α.Δ. 128). Σύμφωνα με τη νομολογία, (Παπαϊωάννου ανωτέρω) η γνώση των περιουσιακών στοιχείων των διαδίκων κατά τον ουσιώδη χρόνο αποτελεί την προϋπόθεση για τη λειτουργία των ουσιαστικών διατάξεων του Νόμου, δηλαδή του άρθρου 14
(1)του Ν. 232/91, για τη λειτουργία του οποίου έγινε ήδη αναφορά στην απόφαση Ορφανίδης (ανωτέρω). Προς συμπλήρωση της εικόνας του μηχανισμού λειτουργίας του εν λόγω άρθρου, παραπέμπω επίσης, στο Β. Βαθρακοκοίλη, «Το Νέο Οικογενειακό Δίκαιο» όπου στη σελίδα 242, αναφέρονται τα κατωτέρω: «Αύξηση περιουσίας, υπολογισμός: Η περιουσία, της οποίας τον όρο χρησιμοποιεί η διάταξη λαμβάνεται υπόψη με τη γενική έννοια δηλαδή ως ένα σύνολο έννομων σχέσεων προσώπου που είναι επιδεκτικά αποτιμήσεως σε χρήμα. Για τη διακρίβωση της αύξησης της περιουσίας συγκρίνεται η περιουσία του κάθε συζύγου κατά την τέλεση του γάμου με την περιουσία που έχει κατά τη λύση ή ακύρωσή του ή τη συμπλήρωση της τριετούς διάστασης ή του θανάτου ή του χρόνου έναρξης αφάνειας που όρισε η απόφαση, δηλαδή κατά το χρονικό σημείο που γεννιέται αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα. Η διαφορά ανάμεσα στην τελική και αρχική περιουσία αποτελεί την επαύξηση αφού ληφθούν υπόψη μεταβολές από νομισματικές μεταρρυθμίσεις, υποτιμήσεις κ.ά. και γίνουν οι σχετικές αναπροσαρμογές. Αν διαπιστωθεί μείωση της περιουσίας δεν υφίσταται αξίωση, γιατί ρητώς ο νόμος θέτει ως βάση την αύξηση της περιουσίας». Ούτως εχόντων των πραγμάτων, η επαύξηση αποτελεί τη διαφορά μεταξύ τελικής και αρχικής περιουσίας. Η τελική περιουσία είναι αυτή που υφίσταται κατά την διάσταση. Η αρχική περιουσία, ορίζεται από το άρθρο 2 του Ν. 232/91: «'περιουσία' σημαίνει την κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους». Με βάση τα πιο πάνω, και έχοντας πάντοτε υπόψη ότι το άρθρο 14Α
(1)θεσπίσθηκε «Για σκοπούς καλύτερης εφαρμογής του άρθρου 14» το οποίο είναι και το ουσιαστικό δίκαιο, στη λέξη «ή» δεν μπορεί να αποδοθεί η συνήθης διαζευκτική ερμηνεία, με απλά λόγια ή το ένα ή το άλλο. Μια τέτοια στενή ερμηνεία, όχι μόνο δεν προάγει τον σκοπό της θέσπισης του εν λόγω άρθρου, αλλά στην ουσία εξουδετερώνει πλήρως τον σκοπό της θέσπισης. Τούτο γιατί, καθιστά αδύνατη τη σύγκριση μεταξύ αρχικής και τελικής περιουσίας και εξεύρεση της διαφοράς τους που συνιστά την επαύξηση, εφόσον η ένορκη δήλωση αποκάλυψης περιουσίας θα περιέχει μόνο είτε την αρχική περιουσία, είτε μόνο την τελική περιουσία.» Επανερχόμενος μετά την πιο πάνω αναφορά στα γεγονότα της παρούσας αίτησης, είναι παραδεκτό από τα δικόγραφα ότι: (α) Ο γάμος των διαδίκων τελέστηκε 28.6.
  1. (β) Ότι του γάμου των διαδίκων προηγήθηκε αρραβώνας που τελέστηκε κατά ή περί τον Δεκέμβριο του
  2. (γ) Ότι η διάσταση των διαδίκων επήλθε τον Ιανουάριο του
  3. (δ) Ότι ο γάμος των διαδίκων λύθηκε με απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λάρνακας στις 20.3.
  4. Η Αιτήτρια μεταξύ των περιουσιακών στοιχείων τα οποία κατά τη θέση της, συνιστούν αύξηση της περιουσίας των διαδίκων υποκείμενη σε διαμοιρασμό ένεκα της συμβολής της, είναι και περιουσία, η οποία βρίσκεται στη Βουλγαρία. Είναι οι παράγραφοι 16 και 20 της εναρκτήριας αίτησης οι οποίες έχουν ως ακολούθως: «
  5. Ο καθ΄ου η αίτηση και/ή εταιρείες ιδιοκτησίας του και/ή στις οποίες ήτο μέτοχος και/ή διευθυντής κατά ή περί το 2007 και/ή το 2008 αγόρασε ακίνητα στη Βουλγαρία η αξία των οποίων κατά τη διάσταση ανερχόταν σε πολλές δεκάδες χιλιάδες ευρώ. Ο Καθ΄ου η αίτηση ουδέποτε έδωσε εξηγήσεις στην αιτήτρια για τα εν λόγω ακίνητα παρά το γεγονός ότι εκτός από το ποσό που πήρε ο καθ΄ου η αίτηση από τα δάνεια για την αγορά τους ως αναφέρεται ανωτέρω, ο πατέρας της αιτήτριας έδωσε στον καθ΄ου η αίτηση €30.000 (Λ.Κ. 17.000) για την αγορά τους.
  6. Ο καθ΄ου η αίτηση εκτός από το μερίδιο του επί της κατοικίας ως αναφέρθηκε αγόρασε και ακίνητα στη Βουλγαρία, ενδέχεται δε να είναι ιδιοκτήτης και άλλης ακίνητης περιουσίας και/ή να διατηρεί αποταμιεύσεις επ΄ ονόματι του, περιουσία όμως που η αιτήτρια δεν είναι σε θέση να γνωρίζει και επιφυλάσσει τα δικαιώματα της σε σχέση με οποιαδήποτε περιουσία αποκαλύψει ο καθ΄ου η αίτηση στα πλαίσια της αίτησης για αποκάλυψη περιουσίας την οποία καταχώρησε εναντίον του η αιτήτρια.» Η θέση του Καθ΄ου η αίτηση, ως προς το θέμα περιουσίας στη Βουλγαρία, αποτυπώνεται στην παράγραφο 10 της υπεράσπισης του, η οποία έχει ως ακολούθως: «
  7. Περαιτέρω αρνείται τον ισχυρισμό της αιτήτριας ότι ο καθ΄ου η αίτηση από ανανέωση δανείου των διαδίκων πήρε το ποσό των €88.000 για να αγοράσει είτε επ΄ ονόματι του είτε επ΄ ονόματι των εταιρειών οποιαδήποτε ακίνητα στη Βουλγαρία ως πλήρως αναληθή και/ή εν πάση περιπτώσει οποιαδήποτε τυχόν περιουσία βρεθεί εγγεγραμμένη στη Βουλγαρία στο όνομα του καθ΄ου η αίτηση αυτή δεν ανήκει στην οικογενειακή περιουσία και/ή ουδεμία σχέση έχει η αιτήτρια με την αγορά και/ή την επαύξηση της ως άνω αναφερόμενης περιουσίας αφού η αιτήτρια ουδεμία συνεισφορά είχε σε τέτοιες αγορές.» Συνάγεται, ότι ο Καθ΄ου η αίτηση ουσιαστικά δεν αρνείται την ύπαρξη περιουσίας στη Βουλγαρία, πλην όμως η εν λόγω περιουσία, κατά τον ισχυρισμό του, δεν ανήκει στην οικογενειακή περιουσία και/ή η Αιτήτρια δεν έχει συνεισφορά είτε στην αγορά είτε στην επαύξηση της περιουσίας αυτής. Το άρθρο 14(Α) του Ν.232/91, καθιερώνει κατά τη γνώμη μου, μία αυτοτελή και ξεχωριστή διαδικασία, η οποία σαφώς διακρίνεται από τις διαδικασίες στις οποίες επιδιώκεται, μέσα στα πλαίσια αγωγών, η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, απαγορευτικών, προστακτικών και άλλων. Ότι επιδιώκει η διαδικασία του άρθρου 14(Α), είναι η αποκάλυψη περιουσίας η οποία αποτελεί αντικείμενο διαμοιρασμού μεταξύ των συζύγων στη βάση του άρθρου 14 το οποίο είναι και το ουσιαστικό δίκαιο. Η έκδοση διατάγματος αποκάλυψης περιουσίας εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η άσκηση της οποίας πρέπει να γίνεται "για σκοπούς καλύτερης εφαρμογής του άρθρου 14". Με βάση το άρθρο 14(Ι) του Ν. 232/91 που είναι το ουσιαστικό δίκαιο για να γεννηθεί η αξίωση απόδοσης της συνεισφοράς ή η αξίωση της απόδοσης της συμβολής στα αποκτήματα του γάμου, όπως είναι η ελληνική ορολογία, απαιτείται η σωρρευτική συνδρομή ορισμένων ουσιαστικών προϋποθέσεων: (α) Λύση ή ακύρωση ή διάσταση των συζύγων. (β) Η ύπαρξη περιουσίας. (γ) Η αύξηση της περιουσίας αυτής. (δ) Συμβολή του συζύγου (συνεισφορά) στην αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου και συγκεκριμένα την υπόθεση Τζοάνα Πέτρου Σοφοκλέους ν. Πέτρου Χαραλάμπους Σοφοκλέους,
(2005)1 ΑΑΔ 1030 «Η αύξηση της περιουσίας υπολογίζεται στη βάση της διαφοράς της αξίας της κατά το χρόνο του διαζυγίου ή της διάστασης και της αξίας που είχε όταν αποκτήθηκε. Στη διαπίστωση αυτή της αξίας λαμβάνονται βεβαίως υπόψη και οι οικονομικές υποχρεώσεις του ιδιοκτήτη της.» Στην παρούσα υπόθεση, είναι παραδεκτές τόσο η ημερομηνία διάστασης όσο και η ημερομηνία λύσης του γάμου. Επομένως το αίτημα της Αιτήτριας μπορεί να εξεταστεί με βάση την ημερομηνία λύσης του γάμου η οποία ασφαλώς είναι και μεταγενέστερη της ημερομηνίας διάστασης. Επίσης η Αιτήτρια, ως αφετηρία της συμβίωσης των διαδίκων με κατάληξη το γάμο, θεωρεί την ημερομηνία τέλεσης αρραβώνα των διαδίκων. Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με το Άρθρο 2 του Ν. 232/91, η περιουσία η οποία αποτελεί αντικείμενο διαμοιρασμού μεταξύ των συζύγων στη βάση της συνεισφοράς τους, περιλαμβάνει και την περιουσία η οποία αποκτήθηκε πριν τον γάμο. Επομένως η ημερομηνία τέλεσης του αρραβώνα των διαδίκων είναι ουσιαστική για τον προσδιορισμό της αρχικής περιουσίας, όπως αυτή διαλαμβάνεται στα άρθρα 2 και 14(Ι) του Ν. 232/
  1. Με βάση όλα τα πιο πάνω αναφερθέντα, η γνώση της αρχικής και τελικής περιουσίας είναι ουσιαστική για την τεκμηρίωση και διεκδίκηση του αγώγιμου δικαιώματος το οποίο δημιουργείται με το άρθρο 14(Ι) του Ν. 232/
  2. Ως εκ τούτου το αίτημα της Αιτήτριας γίνεται δεκτό. Σημειώνω ότι ο χρόνος του διαζυγίου είναι μεταγενέστερος του χρόνου της διάστασης έτσι ώστε να καλύπτεται η περιουσία που υφίστατο κατά τη διάσταση, με την περιουσία που υφίστατο κατά τη λύση του γάμου. Επειδή όμως είναι ενδεχόμενο στο χρονικό σημείο μεταξύ της διάστασης και της λύσης του γάμου να επέλθει αποξένωση και εφόσον ο σκοπός της αποκάλυψης έγκειται για την καλύτερη εφαρμογή του άρθρου 14(Ι), το όποιο διάταγμα αποκάλυψης θα πρέπει να περιλαμβάνει και τις δύο αυτές ημερομηνίες, εφόσον αυτές αναφέρονται στην εναρκτήρια αίτηση. Έτσι, για όλους τους πιο πάνω λόγους, αίτηση γίνεται δεκτή. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται ο Καθ΄ου η αίτηση όπως εντός 30 ημερών από την έκδοση του παρόντος διατάγματος, υποβάλει ένορκο δήλωση στο Δικαστήριο στην οποία να περιγράφει πλήρως με σαφήνεια και κατά συγκεκριμένο τρόπο όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία στην οποία είχε οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο συμφέρον: I. Κατά το χρόνο τέλεσης του αρραβώνα των διαδίκων, ήτοι τον Δεκέμβριο του
  3. II. Κατά το χρόνο της διάστασης τους, ήτοι τον Ιανουάριο του
  4. III. Κατά το χρόνο λύσης του γάμου των διαδίκων, ήτοι την 20.3.
  5. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ΄ου η αίτηση τα οποία να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο, καταβλητέα όμως μετά το πέρας της εναρκτήριας αίτησης. (Υπ.) ........... Μ. Τσαγγαρίδης, Π. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Τα πλήρη ονόματα των διαδίκων και αναφερομένων προσώπων στην απόφαση του Δικαστηρίου βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.