Δ.Μ. ν. Ν. Μ., Αρ. Αιτήσεως: 47/2019, 18/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: M.X. Kάιζερ, Δ. Αρ. Αιτήσεως: 47/2019 Μεταξύ: Δ.Μ. Αιτήτριας Και Ν. Μ. Καθ΄ ου η Αίτηση ----------------------------- Ημερομηνία: 18 Ιουνίου, 2021 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: κος Δ. Παυλίδης για Δημήτριος Α. Παυλίδης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε Για τον Καθ' ου η αίτηση: κ.κ. Αντώνης Κ. Καράς Δ.Ε.Π.Ε Α Π Ο Φ Α Σ Η Το άρθρο 33
(2)του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 (Ν. 216/90), παρέχει, κάτω από κάποιες προϋποθέσεις, το δικαίωμα στο ενήλικο τέκνο να στραφεί εναντίον των γονέων του για να εξασφαλίσει τη διατροφή του. Με βάση τη διάταξη αυτή, η Αιτήτρια με την υπό εξέταση αίτηση επιδιώκει από τον πατέρα της, Καθ' ου η αίτηση, την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται ο τελευταίος να καταβάλλει το ποσό των €1,366 μηνιαίως, για τη συντήρηση, μόρφωση και διατροφή της, προκειμένου να καταστεί δυνατή η φοίτηση της, σε Ιδιωτικό Πανεπιστήμιο στην Κύπρο. Ειδικότερα επιζητεί τις ακόλουθες θεραπείες: Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει τον Καθ' ου η Αίτηση όπως καταβάλει το ποσό το οποίο αντιστοιχεί στα Δίδακτρα των σπουδών, συντήρησης και Διατροφής της Αιτήτριας τα οποία ανέρχονται σε €1,366 τον μήνα Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει τον Καθ' ου η Αίτηση όπως καταβάλλει το εκάστοτε ποσό το οποίο θα αντιστοιχεί κάθε έτος στα δίδακτρα των σπουδών, συντήρησης και Διατροφής της Αιτήτριας μέχρι την πλήρη αποπεράτωση αυτών. Γ. Οποιαδήποτε παραπέρα θεραπεία την οποία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογη και/ή Δίκαιη υπό τις περιστάσεις. Δ. Τα έξοδα της Αίτησης αυτής πλέον 19% ΦΠΑ. Ο Καθ' ου η αίτηση αντέδρασε στην έκδοση του αναφερόμενου διατάγματος, καταχωρώντας υπεράσπιση. Η ακρόαση διεξήχθη με την ανταλλαγή εγγράφως της μαρτυρίας μεταξύ των διαδίκων με βάση τη νέα Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Δεν υπήρξε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Ακολούθως, οι δικηγόροι και των δυο πλευρών κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις και το Δικαστήριο επιφύλαξε την απόφαση του. Παραδεκτά γεγονότα Τα ακόλουθα είναι παραδεκτά γεγονότα με βάση τις έγγραφες προτάσεις: Ο Καθ' ου η αίτηση και η μητέρα της Αιτήτριας τέλεσαν γάμο από τον οποίο γεννήθηκε η Αιτήτρια, γάμος ο οποίος λύθηκε στις 22/11/
- Βάσει διατάγματος του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, το οποίο εκδόθηκε στις 13/10/2005, ο Καθ' ου η αίτηση διατάχθηκε να καταβάλλει το ποσό των €370 μηνιαίως ως συνεισφορά του για τη διατροφή της ανήλικης τότε Αιτήτριας. Αναφέρω ότι η Αιτήτρια κατά τον χρόνο καταχώρισης της παρούσας αίτησης βρισκόταν στο 18ο έτος της ηλικίας της και φοιτούσε στον 1ο έτος σπουδών της στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου, στη Λευκωσία. Μαρτυρία Αιτήτριας Η Αιτήτρια ανέφερε ότι τα έξοδα των σπουδών, συντήρησης, διατροφής της και γενικότερα όλων των εξόδων που απαιτούνται για τις σπουδές της ανέρχονται σε €1,366 μηνιαίως για το έτος 2019, τα οποία κατανέμονται ως ακολούθως: α. Εγγραφή €195 β. Δίδακτρα €945 γ. Βιβλία - γραφική ύλη €66 δ. Καντίνα €160 ------------------------ ΣΥΝΟΛΟ: €1.366 μηνιαίως Επισύναψε ως Τεκμήριο 1 Κατάσταση Λογαριασμού από το Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου ημερομηνίας 17/10/2019 και απόδειξη πληρωμής διδάκτρων υπ' αριθμόν 473342 ημερομηνίας 26/10/2018 για το ποσό των €7.
- Ως Τεκμήριο 2 επισύναψε συμφωνία προπληρωμής διδάκτρων (TUITION PREPAYMENT AGGREEMENT) ημερομηνίας 31/10/2018 για το ακαδημαϊκό έτος 2018 -
- Ως Τεκμήριο 3 επισύναψε απόδειξη πληρωμής διδάκτρων για το ποσό των €1.152 ημερομηνίας 19/06/
- Ως Τεκμήριο 4 επισύναψε Κατάσταση Λογαριασμού ημερομηνίας 17/10/2019 του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου. Ως Τεκμήριο 5 επισύναψε αντίγραφο επιταγής της Ελληνική Τράπεζας υπ' αριθμόν 90368225 ημερομηνίας 21/10/2019 για το ποσό των €7.092 με δικαιούχο το Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου. Ως Τεκμήριο 6 επισύναψε αντίγραφο απόδειξης πελάτη - χρεωστική σημείωση της Ελληνικής Τράπεζας ημερ. 21/10/2019 για το ποσό των €7.092, με δικαιούχο το Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου. Ως Τεκμήριο 7 επισύναψε αντίγραφο απόδειξης με ημερ. 22/10/2019 του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου για το ποσό των €7.
- Ως Τεκμήριο 8 επισύναψε αντίγραφο απόδειξης κατάθεσης του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου για το ποσό των €7.148 υπ' αριθμόν [ ] με δικαιούχο το Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου. Προέβαλε δε τον ισχυρισμό ότι αν και ο Καθ'ου η αίτηση είvαι πλήρως εvήμερoς για το σύνολο των εξόδων που απαιτούνται για τις σπουδές της, αρvείται vα συvεισφέρει καθ' οιονδήποτε τρόπο. Σύμφωνα πάντα με την Αιτήτρια, ο Καθ' ου η αίτηση εργάζεται στην εταιρεία ALPHA ΚΥΠΡΟΥ και από τηv εργασία τoυ λαμβάνει πέραv τωv €1.600 καθαρό μισθό. Περαιτέρω, υποστήριξε ότι είναι ιδιοκτήτης ενός διαμερίσματος (δυάρι) στην Παλλουριώτισσα - Αγλαντζιά, το οποίο ενοικιάζει και λαμβάνει μηνιαίως ενοίκιο €300 περίπου. Θέση της είναι ότι ζει μια άνετη και πολυτελή ζωή, αφού διαθέτει οικιακή βοηθό, στην οποία καταβάλλει €340 μηνιαίως πλέον €109 για τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Αναφέρει περαιτέρω ότι ο Καθ' ου η Αίτηση περί τις 06/09/2019 καταχώρισε Δελτίο Εγγραφής Ανέργου και δηλώνει άνεργος, κάτι που κατά την Αιτήτρια έπραξε με απώτερο στόχο να αποφύγει τις υποχρεώσεις του προς αυτήν. Για διάστημα έξι μηνών ελάμβανε ανεργιακό επίδομα €800 μηνιαίως. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι προκειμένου να αντεπεξέλθει στα έξοδα των σπουδών της και γενικότερα στο σύνολο των εξόδων της, αvαγκάστηκε η μητέρα της vα δανείζεται χρήματα από φιλικά της πρόσωπα. Στη βάση των ανωτέρω επιζητεί όπως καθοριστεί η συνεισφορά του Καθ' ου η αίτηση στο ποσό των €683 μηνιαίως. Σημειώνω ότι στην αιτούμενη θεραπεία ζητά το ποσό των €1.366, ενώ ακολούθως στην αίτηση της, περιορίζει το αίτημα της στα €
- Μαρτυρία Καθ' ου η αίτηση Ο Καθ' ου η αίτηση στην έγγραφη του μαρτυρία ήταν αρνητικός στο να συνεισφέρει οποιοδήποτε ποσό για τα έξοδα της ενήλικης θυγατέρας του, επικαλούμενος οικονομική αδυναμία. Ειδικότερα ανέφερε ότι τα μηνιαία εισοδήματα του κατά το χρόνο καταχώρισης της παρούσας Αίτησης ήταν €1.200 καθαρά. Επισύναψε ως Τεκμήριο Α στην έγγραφη του μαρτυρία αναλυτική κατάσταση των αποδοχών του για το έτος
- Την 01/09/2019 τερματίστηκε η εργασία του από τους εργοδότες του και για 15 μήνες ήταν άνεργος. Επισύναψε ως Τεκμήριο Β σχετική βεβαίωση από το Γραφείο Εργασίας, στην οποία εμφαίνεται ότι από 06/09/2019 μέχρι και 26/11/2020 ήταν άνεργος. Υποστηρίζει πως η φύση της εργασίας του είναι τέτοια που ανά τακτά χρονικά διαστήματα παραμένει άνεργος και προς επίρρωση του ισχυρισμού του παρέπεμψε στο Τεκμήριο Β. Επισημαίνει δε ότι σε αυτά τα χρονικά διαστήματα είναι η νέα του σύζυγος που κατέβαλλε τη διατροφή της Αιτήτριας όταν η τελευταία ήταν ακόμη ανήλικη. Στις 26/11/2020 κατάφερε να εξεύρει εργασία και τα καθαρά μηνιαία εισοδήματα του ανέρχονται στα €1.246,70σ. Επισύναψε ως Τεκμήριο Γ (δέσμη) τη μισθοδοσία του για τους μήνες Ιανουάριο του 2021 μέχρι Μάρτιο του
- Επισήμανε πως εργοδοτήθηκε βάσει σχεδίου της ΑΝΑΔ, που αφορά στην εργοδότηση ανέργων και το σχέδιο δεν υπερβαίνει τους 10 μήνες υποχρέωσης των εργοδοτών για συνέχιση της εργοδότησης. Συνεπώς, δεν γνωρίζει αν θα συνεχιστεί η εργοδότηση του και μεταγενέστερα. Πέραν του μισθού του, λαμβάνει εισόδημα από την ενοικίαση διαμερίσματος ιδιοκτησίας του. Επισήμανε ότι κατά το χρόνο καταχώρισης της υπεράσπισης του λάμβανε €300 μηνιαίως ως ενοίκιο, ακολούθως για κάποιους μήνες το διαμέρισμα παρέμεινε ανενοικίαστο, αλλά από την 01/01/2021 κατάφερε να το ενοικιάσει €460 το μήνα. Τα συνολικά του εισοδήματα ανέρχονται στο ποσό των €1.706,70σ μηνιαίως. Επισύναψε ως Τεκμήριο Δ πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας που φαίνεται πως έχει στην ιδιοκτησία του ένα διαμέρισμα αξίας €119.400 το οποίο είναι επιβαρυμένο με την υποθήκη υπ' αριθμόν Υ391/2019 για το ποσόν των €125,
- Επεξηγεί ότι η υποθήκη φέρει χρονολογία το 2019 διότι τότε εξεδόθη ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας επ' ονόματι του. Το δάνειο προς την Τράπεζα που είναι ενυπόθηκη δανείστρια υπήρχε από το 2006, χρονιά που συνήψε το δάνειο για την απόκτηση του ακινήτου. Οι ανάγκες του είναι αυξημένες γιατί έχει ακόμη ένα τέκνο, το οποίο είναι ανήλικο, τον Μ. ηλικίας 12 ετών σήμερα, στα έξοδα του οποίου πρέπει να συνεισφέρει. Σε σχέση με τα έξοδα του υποστήριξε ότι μηνιαίως χρειάζεται να καταβάλλει τα ακόλουθα ποσά: · €470,62σ για την εξόφληση δανείου που σύναψε για την αγορά του διαμερίσματός του. Επισύναψε ως Τεκμήριο Ε (δέσμη) έντυπο κατάθεσης των δόσεων. · €91,30σ μηνιαίως για ασφάλεια ζωής. Επισύναψε ως Τεκμήριο Στ. σχετική κατάσταση λογαριασμού. · €340 μηνιαίως ως έξοδα λογαριασμών κοινής ωφέλειας (ρεύματος, νερού, τηλεφώνου, δημοτικών τελών, βενζίνης, ασφάλειες αυτοκινήτου κτλ) για τα οποία δεν επισυνάπτει οποιαδήποτε απόδειξη, διότι, όπως αναφέρει, το Δικαστήριο αντλεί Δικαστική γνώση ως προς το ύψος αυτών των ποσών και κατά πόσον αυτά είναι εύλογα έξοδο υπό τις περιστάσεις. Υποστηρίζει ότι τα έξοδα κοινής ωφέλειας είναι πολύ μεγαλύτερα από αυτά που αναφέρει ανωτέρω, αλλά τα επωμίζεται η σύζυγος του. Για τη στέγαση τους καταβάλλουν το ποσό των €600 μηνιαίως, έξοδο το οποίο επωμίζεται αποκλειστικά η σύζυγος του. Το ποσόν των €340 είναι το ποσόν που ο Καθ' ου η αίτηση συνεισφέρει στην οικογένειά του, ως δική του συνεισφορά. · €400 ως συνεισφορά του για την συντήρηση του ανήλικου υιού του Μ. Υποστηρίζει ότι κατά τον χρόνο που καταχώρισε την υπεράσπιση του, τα έξοδα του ανήλικου ανέρχονταν στα €900 μηνιαίως ωστόσο επειδή πλέον ο ανήλικος πηγαίνει γυμνάσιο, ανέρχονται στο ποσόν των €1.100 εκ των οποίων τα €400 καλύπτονται αποκλειστικά από τον Καθ' ου η αίτηση και αφορούν:
- Ιδιαίτερα Αγγλικών (επισύναψε ως Τεκμήριο Θ βεβαίωση εγγραφής του ανήλικου για το έτος 2020) €83
- Ποδόσφαιρο (επισύναψε ως Τεκμήριο Η αποδείξεις πληρωμών) €55
- Ιδιαίτερα Ελληνικών - Μαθηματικών €100
- Επιτήρηση μετά το σχολείο (επισύναψε ως Τεκμήριο Ζ αποδείξεις πληρωμών) €160 Όπως υποστήριξε ο Καθ' ου η αίτηση, τα λοιπά έξοδα που αφορούν στον ανήλικο, ήτοι τα έξοδα διατροφής, ιατρικής περίθαλψης, φυσιοθεραπείας, μεταφορικών, χαρτζιλίκι, ένδυσης, υπόδησης, ψυχαγωγίας, πληρωμών λογαριασμών κοινής ωφέλειας, καλύπτονται αποκλειστικά από την σύζυγο του και μητέρα του ανήλικου, η οποία ωστόσο δεν μπορεί να τα αναλάβει πλήρως. Από τα εισοδήματα του, απομένει ένα χρηματικό ποσόν ύψους €404,97σ το οποίο χρησιμοποιείται για ψώνια της οικογένειας του, για την σίτιση, ένδυση και υπόδηση του, καθώς επίσης και για την έκδοση αδειών κυκλοφορίας του αυτοκινήτου του, κοινόχρηστα, τέλη σκυβάλων και άλλα έξοδα συντήρησης ή έκτακτα έξοδα που μπορεί να προκύψουν. Συνεπώς, είναι αδύνατον, όπως υποστηρίζει, με τα εισοδήματα που λαμβάνει να καταβάλλει οποιοδήποτε ποσό συνεισφοράς για τη διατροφή της ενήλικης θυγατέρας του. Το γεγονός ότι αδυνατούσε να συνεισφέρει κάποιο ποσό για τη διατροφής της Αιτήτριας ήταν κάτι που η τελευταία γνώριζε εξαρχής, εξού και της πρότεινε εναλλακτικές λύσεις (θα γίνει λεπτομερέστερη αναφορά κατωτέρω). Επισημαίνει επίσης πως η Αιτήτρια παρέλειψε να αναφέρει ότι λαμβάνει φοιτητική χορηγία και πρόσθετη χορηγία διότι καταβάλλει δίδακτρα. Η βοήθεια που λαμβάνει είναι ύψους €2.565 χρόνο. Υποστηρίζει τέλος ότι θα ήταν άδικο υπό τις περιστάσεις να εκδοθεί διάταγμα πληρωμής διατροφής για την ενήλικη πλέον θυγατέρα του, καθότι αυτό θα είχε σαν αποτέλεσμα να στερηθεί ο ανήλικος υιός του τη συνεισφορά του στην διατροφή του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η νομική θεμελίωση της εξεταζόμενης αίτησης στηρίζεται στο άρθρο 33
(2)του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 (Ν.216/90) που καθορίζει: «33
(2)Με απόφαση και σχετική ρύθμιση από το Δικαστήριο, η υποχρέωση των γονέων δυνάμει του εδαφίου
(1)είναι δυνατό να συνεχίσει και μετά την ενηλικίωση του τέκνου, στις περιπτώσεις όπου ειδικές περιστάσεις επιβάλλουν τούτο, όπως σε περίπτωση ανικανότητας ή αναπηρίας του τέκνου ή υπηρεσίας θητείας του στην Εθνική Φρουρά ή φοίτησής του σε εκπαιδευτικό ίδρυμα ή επαγγελματική σχολή.» Η υποχρέωση γονέα για τη διατροφή τέκνου μετά την ενηλικίωση του, μπορεί να συνεχίσει μόνο μετά από απόφαση Δικαστηρίου που εκδίδεται βάσει του άρθρου 33
(2)του Ν. 216/90 (Α. Τιτσινίδης v. Α. Τιτσινίδη
(1994)1 ΑΑΔ 385). Ο Νόμος θέτει τις παραμέτρους μέσα στις οποίες θα καθοριστεί το ύψος των αναγκών για τον προσδιορισμό της διατροφής. Στο άρθρο 37 αναφέρονται τα εξής: «37.-
(1)Η διατροφή προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του και τις οικονομικές δυνατότητες που υπάρχουν για διατροφή προσώπου.
(2)Η διατροφή περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση και ευημερία του δικαιούχου και επιπλέον, ανάλογα με την περίπτωση, τα έξοδα για την εν γένει εκπαίδευση του.» Η συγγενική σχέση που συνδέει τον ανιόντα με τον κατιόντα αποτελεί τον ιστό και το ηθικό υπόβαθρο της κοινωνίας μας και απόρροια της είναι η, ανάλογη με την περίπτωση, υποχρέωση του ενός να διατρέφει τον άλλο (άρθρα 33 και 34 του Ν.216/90). Με εξαίρεση την υποχρέωση των γονέων να διατρέφουν τα ανήλικα τέκνα τους (άρθρο 33), στις υπόλοιπες περιπτώσεις η ύπαρξη της συγγένειας και μόνο δεν δημιουργεί αυτόματα και την υποχρέωση διατροφής, είτε του ενήλικου τέκνου από τους γονείς του, είτε των γονέων του από αυτό. Ειδικότερα, καθόσον αφορά στη διατροφή ενήλικου τέκνου από τους γονείς του (άρθρο 33
(2)), η υποχρέωση γεννάται όταν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις που το επιβάλλουν. Οι περιστάσεις αυτές δεν μπορούν να προκαθοριστούν. Το άρθρο 33
(2)(βλέπε πιο πάνω) διακρίνει την περίπτωση όπου η φοίτηση του τέκνου σε εκπαιδευτικό ίδρυμα μπορεί, συνυπολογιζομένου και κάθε παράγοντα που θα προβάλλει ως σχετικός, να οδηγήσει σε έγκριση του αιτήματος για καταβολή διατροφής από το γονέα στο ενήλικο τέκνο του (Βουνού ν. Βουνού
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 490 και Χρίστου ν. Χρίστου
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1891). Γίνεται αντιληπτό από τα πιο πάνω, πως το ενήλικο τέκνο πρέπει κατά κανόνα να αυτοδιατρέφεται. Η ρύθμιση του άρθρου 33
(2)αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα. Στην περίπτωση που το Δικαστήριο αποφασίσει πως δικαιολογείται η συνέχιση της υποχρέωσης των γονέων για διατροφή και μετά την ενηλικίωση του τέκνου, ρυθμίζει τη διατροφή με τον ίδιο τρόπο, όπως και στην περίπτωση του ανήλικου τέκνου. Τότε αναπόδραστα τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 37 του Ν. 216/90, σε σχέση με το μέτρο και το περιεχόμενο της διατροφής. Η πορεία για την επιδίκαση ενός συγκεκριμένου ποσού είναι συνάρτηση δεδομένων που αφορούν στον δικαιούχο της διατροφής και δεδομένων που αφορούν στους φορείς της υποχρέωσης, δηλαδή τους γονείς. Τα δεδομένα που αφορούν στον δικαιούχο είναι το περιεχόμενο της διατροφής και η έκταση της. Το περιεχόμενο προσδιορίζεται από τα αναγκαία για τη συντήρηση και ευημερία του δικαιούχου και ανάλογα με την περίπτωση, τα έξοδα και την εν γένει εκπαίδευση του (άρθρο 37
(2)). Η έκταση της διατροφής προσδιορίζεται από τις ανάγκες του συγκεκριμένου δικαιούχου, όπως προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής του (άρθρο 37
(1)). Τα δεδομένα που αφορούν στους φορείς της υποχρέωσης διατροφής είναι οι οικονομικές δυνατότητες τους (άρθρο 37
(1)). Η δυνατότητα και η έκταση της διατροφής σε συνάρτηση με τις οικονομικές δυνατότητες του φορέα της υποχρέωσης, συνιστούν το μέτρο της διατροφής. Η Αιτήτρια έχει διατροφική αξίωση, εφόσον αδυνατεί να αυτοδιατραφεί από την περιουσία της ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία της, την κατάσταση της υγείας της, τις λοιπές βιοτικές της συνθήκες και τις ανάγκες της εκπαίδευσής της (ΑΠ 1060/93 ΕλλΔνη 35, σελ. 1292, ΕφΠειρ 267/98 ΕλλΔνη 39 σελ. 896, Γεωργιάδη - Σταθόπουλου ΑΚ, υπ` άρθρο 1486, αριθ. 94 επ. και ΜονΠρΘεσ 16713/2010, Αρμ 2011, σελ. 1504). Για αυτά είχε το βάρος απόδειξης στη δίκη. Ο δε Καθ' ου η αίτηση οφείλει να αποδείξει την ανυπαρξία ή το περιορισμένο της υποχρέωσης του, λόγω παντελούς έλλειψης ή περιορισμένης δυνατότητας εισοδημάτων στην περίπτωση που αυτή είναι η θέση που προβάλλει, για τον απλούστατο λόγο ότι οι οικονομικές δυνατότητες του βρίσκονται στη σφαίρα της δικής του γνώσης. Η Αιτήτρια δεν έχει υποχρέωση αποκάλυψης των εισοδημάτων ή οικονομικής δυνατότητας του Καθ' ου η αίτηση, αλλά απεναντίας το καθήκον αληθινής αποκάλυψης των πιο πάνω, βαραίνει τον ίδιο τον Καθ' ου η αίτηση (βλ. απόφαση Δημητρίου v. Περδίου
(2005)1 (Β) Α.Α.Δ. 1418). Επισημαίνω, ότι το καθήκον για ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη δεν διαφοροποιείται επειδή η υπό εξέταση περίπτωση, αφορά διατροφή ενήλικου τέκνου. Μου είναι ευχερέστερο να πω από τώρα ότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει την υπόθεση της, και κατά συνέπεια η αίτηση της δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη για τους λόγους που θα εξηγήσω κατωτέρω. Από το σύνολο της μαρτυρίας των διαδίκων συνάγεται ότι οι σχέσεις πατέρα και θυγατέρας είναι τυπικές, για να μην πω ανύπαρκτες. Ο Καθ' ου η αίτηση στο σύνολο της μαρτυρίας του αντικρούει τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας προβάλλοντας με εμπεριστατωμένο τρόπο τη θέση του. Εν προκειμένω με βάση την αναντίλεκτη μαρτυρία του, ο Καθ' ου η αίτηση τονίζει ότι είχε ξεκαθαρίσει στην Αιτήτρια από το Μάιο του 2018 ότι αδυνατεί να την βοηθήσει οικονομικά, εξού και της πρότεινε τις ακόλουθες εναλλακτικές λύσεις: Να φοιτήσει σε αντίστοιχο κλάδο, σε Δημόσιο πανεπιστήμιο στην Κύπρο, στο οποίο δεν θα επιβαρυνόταν με έξοδα διδάκτρων ή να φοιτήσει σε αντίστοιχο κλάδο σε Δημόσιο πανεπιστήμιο στην Αθήνα, στο οποίο, αφενός, δεν θα επιβαρυνόταν με έξοδα διδάκτρων και αφετέρου, δεν θα επιβαρυνόταν με έξοδα διαμονής, καθότι ο πατέρας του και παππούς της Αιτήτριας θα μπορούσε να την φιλοξενήσει. Επίσης, την προέτρεψε να εξεύρει εργασία τα Σαββατοκύριακα. Εισήγηση του Καθ' ου η αίτηση προς τη θυγατέρα του ήταν να εργασθεί με την μητέρα και τον πατριό της μόνο τα Σαββατοκύριακα και να κερδίζει ποσόν πέραν των €500 μηνιαίως, με αυτό τον τρόπο δεν θα επιβαρύνεται το καθημερινό της πρόγραμμα, ενώ ταυτόχρονα θα έχει και εισοδήματα. Με βάση την αναντίλεκτη μαρτυρία του Καθ' ου η αίτηση, η ίδια η Αιτήτρια του ανέφερε ότι εργάστηκε στο παρελθόν με την μητέρα της και ελάμβανε ικανοποιητικά εισοδήματα. Παρά τις πιο πάνω παραινέσεις του, η Αιτήτρια επέλεξε να εγγραφεί σε ιδιωτικό Πανεπιστήμιο στην Κύπρο, τα δίδακτρα του οποίου είναι ιδιαίτερα ψηλά, αδιαφορώντας παντελώς για την γνώμη του πατέρα της, ενώ υπήρχαν οικονομικότερες επιλογές. Επίσης, είναι σημαντικό να τονίσω ότι το Δικαστήριο αγνοεί πλήρως τι πραγματεύεται η σπουδή της Αιτήτριας, εφόσον καμία αναφορά δεν γίνεται από αυτήν, όπως επίσης και αν προσπάθησε να εξασφαλίσει θέση σε δημόσιο Πανεπιστήμιο, και αν είναι άτομο που ενδεχομένως πληροί τα κριτήρια για να σπουδάσει, υπό την έννοια του αν υπήρξε καλή μαθήτρια και ο κλάδος σπουδών που επέλεξε συνάδει με κάποια έφεση της ή έχει προοπτικές μελλοντικής αποκατάστασης. Το κατά πόσον δηλαδή υπάρχει ανάγκη εκπαίδευσης και ποιας έκτασης εξαρτάται και εκ των γενικότερων βιοτικών συνθηκών, αλλά και εκ των προσωπικών ιδιοτήτων της Αιτήτριας (κλίση, ικανότητα, επιμέλεια κλπ). Στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Εφετείου Χ.Σ. v. Β.Σ., Έφεση Αρ. 9/19, 8/9/2020 αναφέρθηκε το εξής σχετικό: «Με κατηγορηματικό τρόπο αναφέρεται στη απόφαση Βουνού ότι η επιλογή του κλάδου σπουδών και θα προσθέταμε και η κατ' αρχάς επιλογή να σπουδάσει κάποιος, αφορά το μέλλον του και είναι ένα εξαιρετικά σοβαρό ζήτημα για να το καθορίσει άλλος. Όμως, η επιλογή κατεύθυνσης, αναφέρεται, μπορεί να μην επικροτηθεί αν συνιστά κατάχρηση δικαιώματος, λαμβανομένων υπόψη των προσωπικών ικανοτήτων του παιδιού, αλλά και της προοπτικής μελλοντικής επαγγελματικής απασχόλησης του.» Στην υπόθεση Μ. Χρίστου ν. Κ. Χρίστου
(2000)1 ΑΑΔ 1891, το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο αποδοκίμασε την ενέργεια της εφεσείουσας ενήλικης θυγατέρας του εφεσίβλητου να καταχωρίσει αίτηση διατροφής εναντίον του, ενώ βρισκόταν στο δεύτερο έτος των σπουδών της, αφού αυτή έκανε τους σχεδιασμούς της, χωρίς να συμβουλευτεί καθόλου τον πατέρα της, με τον οποίο δεν είχε οποιαδήποτε επαφή για αρκετό χρονικό διάστημα. Όλες οι ενέργειες της Αιτήτριας δεικνύουν άτομο που δεν έλαβε υπόψη τη γνώμη του πατέρα της για την πορεία της στη ζωή, αλλά ταυτόχρονα διεκδικεί την κάλυψη του ήμισυ των κατ' ισχυρισμών εξόδων της από τον τελευταίο. Διαφωτιστική επί του θέματος είναι η απόφαση Βουνού ν. Βουνού
(1998)1 ΑΑΔ 490. Παραθέτω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα: «Είναι δικαίωμα ενός ενηλίκου να κάμνει τις επιλογές που θέλει και να καθορίζει την πορεία του στη ζωή, όσο και αν οποιοσδήποτε άλλος νομίζει πως κάμνει λάθος ή πως είναι παράλογος. Αρχίζουν όμως να συνυπολογίζονται τα στοιχεία κάτω από το φακό της λογικής όταν ο ενήλικος θέλει να πληρωθεί από άλλον, έστω από τον πατέρα του, ο λογαριασμός. Ιδιαίτερα όταν οι οικονομικές δυνατότητες του πατέρα, ενόψει και των άλλων υποχρεώσεών του, είναι περιορισμένες. Σε τέτοιο σημείο ώστε να χρειάζεται η ρευστοποίηση ακίνητης ιδιοκτησίας, υποθηκευμένης μάλιστα. Αλλά και η μη εξόφληση οφειλών προς τρίτους οι οποίοι φυσιολογικά θα αναμένεται να την επιβάλουν, εν πάση περιπτώσει.» Δεν γίνεται καμία αναφορά από μέρους της Αιτήτριας για το πρόγραμμα σπουδών της και αν αυτό είναι τόσο απαιτητικό, ούτως ώστε να μην της επιτρέπει να εργασθεί, χωρίς να επιβαρύνεται το καθημερινό πρόγραμμα των σπουδών της, και αν η τυχόν άσκηση βιοποριστικού επαγγέλματος, για την κάλυψη των δαπανών διατροφής της, θα αποτελέσει ανασταλτικό παράγοντα για τη συνέχιση των σπουδών της. Ούτε καν γνωρίζει το Δικαστήριο πόση είναι η διάρκεια των σπουδών της. Καμία αναφορά επίσης δεν έγινε από την Αιτήτρια, για το αν αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα υγείας, το οποίο να την αποτρέπει από το να εξεύρει εργασία. Αναντίλεκτος παρέμεινε επίσης ο ισχυρισμός του Καθ'ου η αίτηση ότι η Αιτήτρια λαμβάνει το ποσό των €2.565 ετησίως ως φοιτητική χορηγία. Επίσης, απουσιάζει παντελώς από τη μαρτυρία της Αιτήτριας κάποια πληροφόρηση για τις οικονομικές δυνατότητες της μητέρας της. Επισημαίνω ότι η όποια υποχρέωση του πατέρα, στην περίπτωση που η αίτηση είχε επιτυχή κατάληξη θα αντικατόπτριζε το ποσοστό που του αναλογούσε στη βάση της δυνατότητας αμφοτέρων των γονέων. Ακόμη και η ανάλυση των εξόδων της συγκρούεται με τα τεκμήρια που η ίδια η Αιτήτρια επισυνάπτει. Ενδεικτικά αναφέρω ότι ισχυρίζεται ότι μηνιαίως το ποσό των διδάκτρων της ανέρχεται στα €945 μηνιαίως, ήτοι €11.340 ετησίως, ωστόσο, στο Τεκμήριο 2, που η ίδια επισύναψε, προκύπτει ότι προέβη σε συμφωνία προπληρωμής διδάκτρων, όπου το κόστος των ετήσιων διδάκτρων από το ποσό των €10.115 μειώνεται στα €8.300, ήτοι μηνιαίως €691,66 (€692). Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι για την εγγραφή στο Πανεπιστήμιο χρειάζεται το ποσό των €195 μηνιαίως (€2.349 ετησίως), ωσάν και θα εγγράφεται κάθε μήνα. Όπως ανέφερα ανωτέρω, το βάρος απόδειξης σε σχέση με την αδυναμία της Αιτήτριας να αυτοδιατραφεί από την περιουσία της ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία της, την κατάσταση της υγείας της και τις λοιπές βιοτικές της συνθήκες και τις ανάγκες της εκπαίδευσής της, βαραίνει την Αιτήτρια, κάτι που απέτυχε να πράξει. Η μαρτυρία της Αιτήτριας χαρακτηρίζεται από πλήρη αοριστία, γενικότητα και ανεπάρκεια. Στη βάση λοιπόν των ανωτέρω, κρίνω ότι η Αιτήτρια δεν απέσεισε το βάρος που έφερε, ώστε πλέον να υπείχε σημασίας να εξετάσω αν ο Καθ' ου η αίτηση ειλικρινώς αποκάλυψε τις οικονομικές δυνατότητες του. Εν πάση περιπτώσει, παρεμφερώς και μόνο για να υπάρχει καταγεγραμμένη η δικαστική μου κρίση, με δεδομένη την αναφορά στην απόφαση Βουνού ν. Βουνού
(1998)1 ΑΑΔ 490 (βλέπε ανωτέρω ότι οι επιλογές ενός ενηλίκου πρέπει να αντικρίζονται κάτω από το φακό της λογικής, αν ο ενήλικος επιθυμεί ο λογαριασμός να πληρωθεί από άλλον, έστω και αν αυτός ο άλλος είναι ο πατέρας του, πόσο δε μάλλον όταν οι οικονομικές δυνατότητες του πατέρα, ενόψει και των άλλων υποχρεώσεων του, είναι περιορισμένες), τονίζω ότι ο Καθ' ου η αίτηση απάντησε σε κάθε ισχυρισμό που τέθηκε από την Αιτήτρια, ισχυρισμοί οι οποίοι παρέμειναν αναντίλεκτοι. Η ειλικρίνεια του προκύπτει από την ξεκάθαρη αναφορά του, που μόνο ο ίδιος μπορούσε να αποκαλύψει, εν απουσία σχετικής αναφοράς στη μαρτύρια που παράθεσε η Αιτήτρια, ότι όχι μόνο το διαμέρισμα παρέμεινε για ένα χρονικό διάστημα ανενοικίαστο, αλλά στη συνέχεια το ενοικίασε λαμβάνοντας μεγαλύτερο ενοίκιο από αυτό που λάμβανε προηγουμένως, αλλά και στο γεγονός ότι βρήκε νέα εργασία για την οποία δεν φαίνεται καν να γνώριζε η Αιτήτρια, με μισθό μεγαλύτερο από την προηγούμενη. Ο Καθ' ου η αίτηση αντέκρουσε τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας και απέδειξε ότι η οικονομική του κατάσταση δεν του επιτρέπει να συνεισφέρει στα έξοδα των σπουδών της. Η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε στις 06/02/2019 και από τον Σεπτέμβριο του 2019 μέχρι και τον Νοέμβριο του 2020 ήταν άνεργος, ήτοι για διάστημα 15 μηνών εντός της επίδικης περιόδου. Δεν μου διαφεύγει ότι ο Καθ' ου η αίτηση κατάφερε να βρει νέα εργασία από την οποία λαμβάνει το ποσό των €1.246,70 καθαρά μηνιαίως, πλέον το ποσό των €460 από την ενοικίαση διαμερίσματος του. Ήτοι λαμβάνει συνολικά το ποσό των €1.706,70σ, ωστόσο λαμβάνω υπόψη μου ότι οι ανάγκες της νέας του οικογένειας και δη του ανήλικου υιού του, είναι τέτοιες που δεν του επιτρέπουν να συνεισφέρει στη διατροφή της ενήλικης θυγατέρας του, καθότι τα εισοδήματα του μόλις που επαρκούν για να καλύψουν της ανάγκες της οικογένειας του και τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από το δάνειο που έχει συνάψει, έξοδα τα οποία κρίνονται από το Δικαστήριο λογικά. Λαμβάνω περαιτέρω υπόψη μου ότι η νέα του απασχόληση έγινε βάσει σχεδίου της ΑΝΑΔ, που αφορά στην εργοδότηση ανέργων και το σχέδιο δεν υπερβαίνει τους 10 μήνες. Άρα, είναι αβέβαιο αν μετά το πέρας των 10 μηνών θα συνεχίσει να έχει εργασία. Συνεπώς, δεν είναι η περίπτωση στην οποία θα μπορούσα να πω ότι ο Καθ' ου η αίτηση έχει ελεύθερα εισοδήματα, είναι δε περίπτωση που μόνο με ρευστοποίηση της περιουσίας του η οποία είναι υποθηκευμένη, θα υπήρχε δυνατότητα συνεισφοράς (βλέπε Βουνού ν. Βουνού
(1998)1 ΑΑΔ 490). Επισημαίνω ότι δεν συνυπολογίζω την όποια ενδεχομένως οικονομική δυνατότητα έχει η νέα σύζυγος του Καθ' ου η αίτηση (ή αντιστοίχως ο πατριός της Αιτήτριας), υπό την έννοια ότι δεν αποτελεί για το Δικαστήριο ζήτημα κατά ποσό η νέα σύζυγος του Καθ' ου η αίτηση, θα μπορούσε να καλύψει περισσότερα έξοδα της νέας οικογένειας για να ανακουφίσει τον Καθ' ου η αίτηση. Το Δικαστήριο εξετάζει την δυνατότητα των γονέων της Αιτήτριας και όχι των οποιοδήποτε νέων συντρόφων τους. Ως προκύπτει από τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω, η υποχρέωση για διατροφή ενήλικου τέκνου είναι δυνητική και σχετικό διάταγμα εκδίδεται αν η περίπτωση πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 32
(2)του Ν. 216/90. Δεν υφίσταται υποχρέωση συνέχισης της καταβολής διατροφής σε ενήλικο τέκνο, αν τα εισοδήματα του υπόχρεου δεν δικαιολογούν κάτι τέτοιο (Μ. Χρίστου v. Κ. Χρίστου
(2000)1 ΑΑΔ 1891). Η Αιτήτρια δεν ανταποκρίθηκε στο βάρος της απόδειξης των αμφισβητουμένων γεγονότων. Η μαρτυρία του Καθ' ου η αίτηση παρέμεινε στο σύνολο της αναντίλεκτη. Στην απόφαση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 1013 υποδείχθηκε ότι ισχυρισμοί επί ενόρκων δηλώσεων όπου οι ομνύοντες δεν αντεξετάσθηκαν επί του περιεχομένου των δηλώσεων τους παραμένουν ακλόνητοι και ως εκ τούτου, δεν μπορεί παρά να γίνουν αποδεκτοί. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Μαίρη Νίκου Σεβαστού v. Εμμανουήλ Νίκου Σεβαστού
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1980, σελ. 1987: «Το Δικαστήριο δεν μπορούσε να αγνοήσει τον αντινομικό χαρακτήρα της μαρτυρίας της εφεσείουσας. Θα θυμίσω εδώ ότι με την ένορκη δήλωση του, ο εφεσίβλητος αρνήθηκε τους βασικούς ισχυρισμούς της, θέτοντας μία άλλη εκδοχή. Όμως τα θέματα, οι ασάφειες και οι αντιφάσεις παρέμειναν αδιευκρίνιστες, αφού η εφεσείουσα, που είχε το βάρος απόδειξης, με την έννοια που εξηγεί ο δικαστής, δεν έκαμε χρήση του δικαιώματος αντεξέτασης που της παρείχε η Δ.48 Θ.4.» Παραπέμπω επίσης στην απόφαση Louis Vuitton -ν- Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1Β Α.Α.Δ 1453, σελίδα 1465, όπου μεταξύ άλλων, αναφέρονται και τα ακόλουθα: «Εφόσον αμφισβητούνται τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν την αίτηση, επιβάλλεται η απόδειξή τους από το διάδικο ο οποίος φέρει το βάρος της απόδειξης, όπως ορίζεται στη Δ.48 θ. 4. Το αποδεικτικό μέσο, όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση που δε γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, είναι η προφορική μαρτυρία, όπως αποφασίστηκε στην Krashias Shoe Factory Limited,also trading as "K" Shoes v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 750. Η μαρτυρία η οποία προσάγεται, πρέπει να είναι αποδεκτή βάσει του δικαίου της απόδειξης. Δεν περιορίζονται όμως οι μάρτυρες οι οποίοι μπορεί να κληθούν για να αποδείξουν τα αμφισβητούμενα γεγονότα σ' εκείνο ή εκείνους που κατέθεσαν ένορκη δήλωση. Μόνο μαρτυρία παραδεκτή κατά τους κανόνες της απόδειξης μπορεί να θεμελιώσει τα αμφισβητούμενα γεγονότα για την παροχή ενδιάμεσης θεραπείας [η απόφαση στη Stylianou v. Stylianou
(1988)1 C.L.R. 520 κατατείνει προς την ίδια κατεύθυνση όπως και η Krashias ως προς την ερμηνεία της Δ.48 θ. 4]. Υπό το πρίσμα ανωτέρω, το αίτημα των εφεσειόντων για παροχή ενδιάμεσης θεραπείας, παρέμεινε μετέωρο ενόψει της απουσίας παραδεκτής μαρτυρίας για την απόδειξη των αμφισβητούμενων γεγονότων, διαπίστωση που καθιστά την έφεση απορριπτέα.». Στη βάση των όσων έχουν αναφερθεί ανωτέρω, παρέλκει η εξέταση από το Δικαστήριο του εύλογου των κονδυλίων της Αιτήτριας και ο προσδιορισμός τους, σύμφωνα με τις αρχές που αναφύονται από τη σχετική Νομολογία. Υπό το φως των όσων έχουν αναφερθεί ανωτέρω, η αίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη. Συνακόλουθα, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος της Αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)........................ Μ.Χ. Κάιζερ, Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο