← Κύπρος

Γ. Α. ν. Γ. Δ., Αρ. Αίτησης: 20/2020, 10/5/2021

Γ. Α. ν. Γ. Δ., Αρ. Αίτησης: 20/2020, 10/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLAR:2021:5 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ Ενώπιον: Δ. Κούσιου, Δ. Αρ. Αίτησης: 20/2020 Μεταξύ: Γ. Α. Αιτήτριας, -και- Γ. Δ. Καθ' ου η αίτηση. ------------------------------ Αίτηση ημερομηνίας 22/07/2020 Ημερομηνία: 10 Μαΐου, 2021 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κ.κ. Αργυρού & Κωνσταντίνου Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Καθ' ου η αίτηση: κ.κ. Χρίστος Θ. Θεοδούλου και Χριστίνα Ευαγγέλου-Λυσιώτη. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Αιτήτρια με την εναρκτήρια αίτηση της, ημερομηνίας 22/07/2020, ζητά τις πιο κάτω θεραπείες: «Α. Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να καθορίζεται η συνεισφορά της αιτήτριας στην περιουσία που κατά τους ουσιώδης χρόνους ήταν και/ή είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι του καθ' ου η αίτηση και την οποία απέκτησε κατά την διάρκεια του γάμου του με την καθ' ης η αίτηση και/ή με την προοπτική του γάμου τους και απόφαση και/ή διάταγμα/τα διατάττον την απόδοση από τον καθ' ου η αίτηση προς την αιτήτρια του μέρους της αύξησης της αξίας της ακίνητης ή και κινητής περιουσίας του που προέρχεται από τη δική της συμβολή. Β. Δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι η αιτήτρια δικαιούται να εγγραφεί ως απόλυτος ιδιοκτήτης του 1/2 του οικοπέδου με την κατοικία με Αρ. Εγγραφής 0/XXXXX, Φ/ΣΧ 1-2570-3685, Τμήμα 9, Τεμάχιο XXXXX, Τοποθεσία: Καυκάλια, που βρίσκεται στον Δήμο Λιβαδιών της Επαρχίας Λάρνακας. Γ. Διάταγμα και/ ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει τον καθ' ου η αίτηση όπως μεταβιβάσει και εγγράψει επ' ονόματι της αιτήτριας το 1/40 μερίδιο του πιο πάνω στην παράγραφο Β περιγραφόμενου οικοπέδου με την κατοικία ελεύθερο παντός εμπράγματου βάρους ή άλλης επιβάρυνσης. Δ. Διαζευκτικά και/ή επιπρόσθετα προς την πιο πάνω στην παράγραφο Γ θεραπεία η αιτήτρια αξιώνει εναντίον του καθ' ου η αίτηση απόφαση για το ποσό των €.6.500 και/ή οιονδήποτε άλλο ποσό κρίνει το Δικαστήριο ότι είναι η αξία του 1/40 του οικοπέδου μετά της αξίας του 1/40 μεριδίου της κατοικίας και/ή οποιοδήποτε μερίδιο ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο ότι αποτελεί την συνεισφορά της αιτήτριας στην ανέγερση της κατοικίας. Ε. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να υποχρεώνει τον καθ' ου η αίτηση να προβεί σε όλα τα αναγκαία διαβήματα για υλοποίηση οποιασδήποτε απόφασης και/ή διατάγματος ήθελε εκδώσει το Σεβαστό Δικαστήριο. Στ. Ποσό €.150.000 και /ή οιονδήποτε άλλο ποσό κρίνει το Δικαστήριο ότι είναι ολόκληρη η αξία του ακινήτου στην Εφταγώνια με την εξοχική κατοικία το οποίο ο καθ' ου η αίτηση κατείχε ως καταπιστευματοδόχος της αιτήτριας δυνάμει συμφωνίας με τον πατέρα της και/ή της αιτήτριας και/ή δυνάμει αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή ένεκα της αποκλειστικής συνεισφοράς του πατέρα της αιτήτριας για λογαριασμό της αιτήτριας. (Ζ) Ποσό €.27.000 το οποίο προήλθε από την πώληση του οχήματος μάρκας AUDI Q FIVE το οποίο ήταν εγγεγραμμένο επ' ονόματι του καθ' ου η αίτηση και απέκτησε με χρήματα που διέθεσε η αιτήτρια. (Η) Ποσό €.20.000 δυνάμει δανείου που έκανε η αιτήτρια προς τον καθ' ου η αίτηση κατά ή περί το 2012 και/ή δυνάμει αδικαιολόγητου πλουτισμού. (Θ) Ποσό €.95.439,91 που αποτελεί το 1/2 του ποσού το οποίο ήτο κατατεθειμένο σε κοινό και/ή κοινούς λογαριασμούς με την αιτήτρια στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αμμοχώστου Λτδ, που σήμερα συγχωνεύτηκε και/ή εξελίχθηκε στην Ελληνική Τράπεζα. (Ι) Ποσό €.72.500 και/ ή οιονδήποτε άλλο ποσό κρίνει το Δικαστήριο ότι είναι η αξία του 1/2 του ακινήτου με αριθμό εγγραφής XXXXX που βρίσκεται στα Λιβάδια. (Κ) Ποσό €.75.000 και/ ή οιονδήποτε άλλο ποσό κρίνει το Δικαστήριο ότι είναι η αξία του 1/2 του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 2/XXXXX που βρίσκεται στο χωριό Ξυλοτύμπου. (Λ) Ποσό €.40.000 και/ ή οιονδήποτε άλλο ποσό Κρίνει το Δικαστήριο ότι είναι η αξία του 1/2 του ακινήτου με αριθμό εγγραφής XXXXX που βρίσκεται στην Ξυλοτύμπου. (Μ) Το 1/2 μερίδιο οποιουδήποτε ποσού υπήρχε κατατεθειμένο επ' ονόματι των διαδίκων σε κοινούς λογαριασμούς ή και/ το 1/2 μερίδιο οποιουδήποτε ποσού υπήρχε κατατεθειμένο επ' ονόματι του καθ' ου η αίτηση και/ή επ' ονόματι του καθ' ου η αίτηση και τρίτων προσώπων σε οποιοδήποτε Συνεργατικό ή Τραπεζικό Ίδρυμα το οποίο συγχωνεύτηκε αργότερα με την Ελληνική Τράπεζα και σε οποιαδήποτε άλλη τράπεζα περιλαμβανομένης της Ελληνικής Τράπεζας, της Τράπεζας Κύπρου, της ΑΡΗΑ ΒΑΝΚ, της ASTROBANK και της ΕURΟΒΑΝΚ και ή σε Τραπεζικό Ίδρυμα στο εξωτερικό, κατά την διάσταση τον Ιανουάριο του 2013 και κατά τον χρόνο του διαζυγίου τον Δεκέμβρη του

  1. (Ν) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι μεταβιβάσεις των ακινήτων που έγιναν επ' ονόματι του υιού των διαδίκων Στέλιου Δημητρίου ήταν προϊόν δόλου και/ή απάτης και δεν παράγουν οποιοδήποτε αποτέλεσμα. (Ξ) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνονται όλες οι μεταβιβάσεις των ακινήτων που έγιναν από τον καθ' ου η αίτηση στον υιό των διαδίκων Στέλιο Δημητρίου. (Ο) Οποιαδήποτε άλλη διαταγή και/ή θεραπεία την οποία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει εύλογη και δίκαιη υπό τις περιστάσεις. (Π). Έξοδα της αίτησης πλέον έξοδα επίδοσης πλέον Φ.Π.Α(XXXXX099C)». Ταυτόχρονα, με μονομερή αίτηση της, ζητά τις ακόλουθες θεραπείες: «
  2. Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στον καθ' ου η αίτηση να πωλήσει, δωρίσει, υποθηκεύσει, μεταβιβάσει, διαθέσει και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο αποξενώσει και ή επιβαρύνει τα πιο κάτω ακίνητα μέχρι τελικής εκδίκασης της κυρίως αίτησης και/ή μέχρι νεωτέρων οδηγιών του Δικαστηρίου: Α. 1/3 μερίδιο του επί του οικοπέδου με κατοικία στο Τσιακκιλερό της Επαρχίας Λάρνακας με αρ. εγγραφής 0/XXXXX. B. 1/40 μερίδιο του επί του ακινήτου εντός του οποίου ανεγέρθη η συζυγική κατοικία με αρ. εγγραφής 0/XXXXX στα Λιβάδια της Επαρχίας Λάρνακας.
  3. Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στον καθ' ου ή αίτηση να αποσύρει, δεσμεύσει, διαθέσει, ξοδέψει, δωρίσει, και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο αποξενώσει οποιοδήποτε ποσό βρίσκεται κατατεθειμένο επ' ονόματι του στο λογαριασμό με αρ. XXXXX548-3 στην Ελληνική Τράπεζα (πρώην Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αμμοχώστου Λτδ) ή σε οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό που είναι είτε επ' ονόματί του είτε σε κοινούς λογαριασμούς με τρίτα πρόσωπα και ή στους ίδιους λογαριασμούς που έλαβαν άλλους αριθμούς λόγω ανανέωσης της κατάθεσης και/ή γενικά είναι κατατεθειμένα σε λογαριασμό με οποιοδήποτε αριθμό και/ή στον ίδιο ή άλλο λογαριασμό με οποιοδήποτε αριθμό του δόθηκε και/ή τυχόν θα του δοθεί στο μέλλον λόγω ανανέωσης της κατάθεσης και/ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο, που οφείλεται στις διαδικασίες και/ή την πρακτική αναφερόμενου Πιστωτικού Ιδρύματος, ώστε μέχρι την τελική εκδίκαση της υπόθεσης και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου να παραμένει δεσμευμένο.
  4. Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στον καθ' ου η αίτηση να αποσύρει, δεσμεύσει, διαθέσει, ξοδέψει, δωρίσει, και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο αποξενώσει οποιοδήποτε ποσό βρίσκεται κατατεθειμένο επ' ονόματι του στην ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ, στην ALPHABANK, στην EUROBANK, στην ΑSΤRΟΒΑΝΚ σε οποιοδήποτε λογαριασμό που είναι είτε επ' ονόματί του είτε σε κοινούς λογαριασμούς με τρίτα πρόσωπα στην Κύπρο ή το εξωτερικό μέχρι την τελική εκδίκαση της υπόθεσης και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου.
  5. Οποιαδήποτε άλλη απόφαση και/ή διάταγμα και/ή πρόσφορο μέτρο ήθελε κρίνει το δικαστήριο ως λογικό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις.
  6. Έξοδα πλέον ΦΠΑ (Αρ. XXXXX099C) και έξοδα επίδοσης». Στη βάση της πιο πάνω αίτησης της, η Αιτήτρια, στις 23/07/2020, πέτυχε από το Δικαστήριο την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ως τα αιτητικά 1Α και Β και 2, για ποσό όμως μέχρι €100.
  7. Για το αιτητικό 3, διατάχθηκε η επίδοση της αίτησης. Η αίτηση έχει ως πραγματικό υπόβαθρο την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας και ένα τεκμήριο. Ο Καθ' ου η αίτηση αντέδρασε καταχωρώντας, στις 12/11/2020, ένσταση, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ίδιου και έξι τεκμήρια. Αμφισβητεί την εγκυρότητα των εκδοθέντων διαταγμάτων, εγείροντας τους πιο κάτω λόγους ένστασης: «
  8. Δεν υπάρχει το στοιχείο του κατ' επείγοντος που να δικαιολογεί την έκδοση των επίδικων προσωρινών διαταγμάτων μονομερώς.
  9. Η αιτήτρια δεν απεκάλυψε και/ή απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα.
  10. Η αιτήτρια δεν προσήλθε με καθαρά χέρια και/ή παραπλάνησε το Δικαστήριο.
  11. Η αιτήτρια ουδεμία ζημία θα υποστεί από την μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  12. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση και/ή έκδοση προσωρινών διαταγμάτων.
  13. Η αίτηση της αιτήτριας είναι νόμω και ουσία αβάσιμη.
  14. Η παρούσα αίτηση καταχωρείται με υπέρμετρη καθυστέρηση
  15. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε από την Αιτήτρια κακόπιστα και καταχρηστικά.
  16. Το απαγορευτικό διάταγμα έχει εκδοθεί επί ματαίω». Κατά την ακρόαση της αίτησης κανένας από τους ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων τους. Οι συνήγοροι των διαδίκων αρκέστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις και η κάθε πλευρά υπεραμύνθηκε των θέσεων της με αναφορά σε νομολογία. Στο σημείο αυτό, σπεύδω να αναφέρω ότι στη βάση των αγορεύσεων των συνηγόρων των διαδίκων και ειδικότερα της Αιτήτριας, το αιτητικό 3 της επίδικης αίτησης φαίνεται να εγκαταλείπεται, γι' αυτό και δεν θα με απασχολήσει. Ότι, λοιπόν, παραμένει προς εκδίκαση είναι η διατήρηση ή μη σε ισχύ των εκδοθέντων προσωρινών διαταγμάτων. Περαιτέρω, αναφέρω ότι επιδίωξη μου είναι να μην επιβαρύνω την απόφαση αυτή με γεγονότα και τοποθετήσεις που δεν ενδιαφέρουν. Γι' αυτό θα επικεντρώσω την προσοχή μου σ' ότι στις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων και στις αγορεύσεις των συνηγόρων τους έχει σημασία στην έκβαση της υπόθεσης που εξετάζω. Για να δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν.14/60 πρέπει να συνυπάρχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (β) Η ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας και (γ) Ότι θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. [Βλ. μεταξύ άλλων Οδυσσέως ν. Pieris Estates

(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Τσιολάκκη και άλλοι ν. Στυλιανίδη
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 782, Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 253, M & Ch Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. ν. Timberland Co.
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791), Σάββα v. Τηλεμάχου
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2081 και Reckendorfer v. Reckendorfer
(2004)1 A.A.Δ. 1132] Το Δικαστήριο πρέπει επίσης στο τελικό στάδιο να σταθμίσει το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο το αιτούμενο διάταγμα [Ιπποδρομιακή Αρχή ν. Χατζηβασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. 152]. Πρόσθετα, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει πάνω στα διαφιλονικούμενα θέματα πάνω στα οποία θα κριθεί η κυρίως αίτηση, [Βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263]. Στις περιπτώσεις μονομερών αιτήσεων πρέπει επίσης να καταδεικνύεται το καταπείγον του αιτήματος. Περαιτέρω, υπάρχει η υποχρέωση του Αιτητή, όταν ζητά την έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς, να αποκαλύψει όλα τα ουσιώδη γεγονότα [Στυλιανού v. Στυλιανού
(1992)1 (Α) Α.Α.Δ. 583]. Το άρθρο 14 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου του 1991 (Ν.232/91), όπως τροποποιήθηκε, προνοεί τα εξής: «14.
(1)Σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί, ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων, και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
(2)Η συνεισφορά του ενός συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη συνεισφορά.
(3)Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ότι αυτοί απέκτησαν: (α) Από δωρεά, κληρονομιά, κληροδοσία ή άλλη χαριστική αιτία». Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν.232/91: «′περιουσία′ σημαίνει την κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους». «΄συνεισφορά΄ σημαίνει την οποιαδήποτε μορφής συνεισφορά των συζύγων στην απόκτηση ή την δημιουργία περιουσίας και περιλαμβάνει τη φροντίδα της οικογενειακής εστίας και των μελών της οικογένειας». Το άρθρο 14Γ
(1)του Ν.232/91 δίδει την εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει διάταγμα με το οποίο να παρεμποδίζεται ο Καθ' ου η αίτηση να διαθέσει, αποξενώσει ή επιβαρύνει την περιουσία του ή μέρος της. Σύμφωνα με το άρθρο 14Γ
(4), το Δικαστήριο δύναται σε επείγουσες περιπτώσεις να εκδίδει προσωρινό διάταγμα δυνάμει του εδαφίου
(1)με την ίδια διαδικασία που ακολουθείται για την έκδοση προσωρινού συντηρητικού διατάγματος, δυνάμει του άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Στην απόφαση Α. Ορφανίδης ν. Ν. Ορφανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 179, ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πικής, τόνισε τα πιο κάτω αναφορικά με τον τρόπο επίλυσης των περιουσιακών διαφορών συζύγων: (σελ.187, 189): «.αφετηρία για την επίλυση διαφορών αυτής της φύσης αποτελεί η διαπίστωση των περιουσιακών στοιχείων των συζύγων κατά το χρόνο του γάμου. Σε δεύτερο στάδιο, έρχεται η διαπίστωση της αύξησης, (αν υπάρχει), και σε τρίτο η προέλευση της αύξησης και η συνάρτησή της με τη συνεισφορά του ετέρου των συζύγων στην πραγμάτωσή της. .................................. Η συνεισφορά αποτελεί, βάσει του άρθρο 14, όπως και στο Αγγλικό δίκαιο το κυρίαρχο στοχείο στον καθορισμό της αναλογίας του μεριδίου του μη εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη. Αντίθετα όμως, από το Αγγλικό δίκαιο, εφόσον δεν αποκαλύπτεται με τρόπο θετικό το ύψος της συνεισφοράς στην αύξηση της περιουσίας, καθιερώνεται τεκμήριο για την έκταση της ίσο με το ένα τρίτο. ............................................... Η αύξηση της περιουσίας είναι στοιχείο σχετικό. Συναρτάται, αφενός, με την αξία της περιουσίας και αφετέρου, με τις οικονομικές υποχρεώσεις του ιδιοκτήτη. Το αντικείμενο του μερισμού είναι η αύξηση της περιουσίας, όχι αυτή τούτη η περιουσία. Βέβαια, στο βαθμό που η αύξηση συσχετίζεται με συγκεκριμένο ακίνητο, και ο έτερος των συζύγων δικαιούται μεριδίου στην αύξηση, μπορεί να διαταχθεί η εγγραφή του ως ιδιοκτήτη για το αναλογούν σ' αυτόν μερίδιο (ποσοστό) ιδιοκτησίας. Βέβαια, στο βαθμό που η αύξηση συσχετίζεται με συγκεκριμένο ακίνητο, και ο έτερος των συζύγων δικαιούται μεριδίου στην αύξηση, μπορεί να διαταχθεί η εγγραφή του ως ιδιοκτήτη για το αναλογούν σ' αυτόν μερίδιο (ποσοστό) ιδιοκτησίας ........................................ Το πρώτο που πρέπει να τυγχάνει εξακρίβωσης είναι η αύξηση της περιουσίας του συζύγου ώστε να διαπιστωθεί το αντικείμενο του πιθανού διαμοιρασμού. .... Το δεύτερο θέμα που εξετάζεται είναι κατά πόσο ο έτερος των συζύγων συνεισέφερε στην αύξηση, άμεσα ή έμμεσα, και το τρίτο, ο καθορισμός του ύψους της συνεισφοράς». Έχω ήδη αναφέρει πως αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διατήρηση ή μη σε ισχύ των εκδοθέντων προσωρινών διαταγμάτων με τα οποία δεσμεύεται ακίνητη περιουσία επ' ονόματι του Καθ' ου η αίτηση, ως και ποσό μέχρι €100.000, που βρίσκεται κατατεθειμένο σε συγκεκριμένο λογαριασμό, επ' ονόματι του Καθ' ου η αίτηση, στην Ελληνική Τράπεζα ή σε οποιοδήποτε άλλο επ' ονόματι του λογαριασμό στην ίδια τράπεζα. Μέρος της δεσμευθείσας ακίνητης περιουσίας αποτελεί επίδικη περιουσία. Πρόκειται για το «1/40 μερίδιο επί του ακινήτου εντός του οποίου ανεγέρθη η συζυγική κατοικία με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, στα Λιβάδια της Επαρχίας Λάρνακας», αιτητικά Β, Γ και Δ. Το «1/3 μερίδιο του - εννοείται του Καθ' ου η αίτηση - επί του οικοπέδου με κατοικία στο Τσιακκιλερό της Επαρχίας Λάρνακας, με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX», δεν αποτελεί επίδικη περιουσία. Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να αναφερθεί ότι, για την υπόλοιπη ακίνητη επίδικη περιουσία, η οποία αναφέρεται στα αιτητικά ΣΤ, Ι, Κ και Λ, υπάρχει ο ισχυρισμός της Αιτήτριας περί δόλιας μεταβίβασης τους επ' ονόματι του ενός εκ των υιών των διαδίκων περί το έτος
  1. Ο Καθ' ου η αίτηση παραδέχεται τις γενόμενες μεταβιβάσεις, όχι όμως και το ότι αυτές ήταν δόλιες. Περαιτέρω, το δεσμευθέν ποσό μέχρι €100.000 αποτελεί επίδικη περιουσία, αιτητικά Θ και Μ. Οι διάδικοι που είναι πρώην σύζυγοι και από το γάμο τους απέκτησαν 2 παιδιά, στις ένορκες δηλώσεις τους που συνοδεύουν την αίτηση και ένσταση, αντίστοιχα, αναφέρονται με μεγάλη λεπτομέρεια, ωσάν να είναι σ' αυτό το στάδιο που θα επιλυθούν οι περιουσιακές τους διαφορές, στον τρόπο απόκτησης της επίδικης ή και άλλης περιουσίας. Το δεύτερο γίνεται εκ μέρους του Καθ' ου η αίτηση. Οι διαφορές τους είναι πολλές. Συγκλίνουν, όμως, σε διάφορα σημεία και/ή υπάρχουν παραδοχές, όπως το γεγονός ότι η συζυγική κατοικία, το 1/2 της οποίας αποτελεί δωρεά των γονέων της Αιτήτριας προς αυτήν(αιτητικά Β, Γ και Δ), ήταν ήδη κτισμένη μέχρι ενός σημείου, κατά την τέλεση του αρραβώνα τους, ότι αποπερατώθηκε και στη συνέχεια ανακαινίστηκε, με κοινή συνεισφορά των διαδίκων, αλλά και με τη διευκρίνιση εκ μέρους του Καθ' ου η αίτηση ότι «εκείνο που εννοώ εδώ για κοινή συνεισφορά, παρόλο που είχα περισσότερα εισοδήματα, εννοώ ότι το ταμείο της οικογένειας ήταν κοινό» και ότι ποσοστό αυτής ενεγράφη, δυνάμει δωρεάς από την Αιτήτρια, επ' ονόματι του Καθ' ου η αίτηση, για τη λήψη της προσφυγικής χορηγίας από τη Μέριμνα(παράγραφοι 14-18, ένορκης δήλωσης Καθ' ου η αίτηση), ακόμα και ότι τα χρήματα που προήλθαν από τα δώρα του γάμου των διαδίκων «δόθηκαν και δαπανήθηκαν κατά την ανέγερση της»(παράγραφος 22.Α της ένορκης δήλωσης του Καθ' ου η αίτηση). Σε κοινή συνεισφορά, θαρρώ, όπως εννοεί τον όρο αυτό ο Καθ' ου η αίτηση, αναφέρεται και πάλι ο τελευταίος για την απόκτηση του αυτοκινήτου(αιτητικό Ζ και παράγραφος 19 της ένορκης δήλωσης του Καθ' ου η αίτηση), ενώ για το δάνειο(αιτητικό Η) υπάρχει ο ισχυρισμός για κοινή επένδυση, η οποία δεν απέδωσε τίποτε και το ποσό της επένδυσης εξανεμίστηκε(παράγραφος 31 της ένορκης δήλωσης του Καθ' ου η αίτηση). Κοινή συνεισφορά ύψους €6.000(παράγραφος 22.Δ της ένορκης δήλωσης του Καθ' ου η αίτηση), αναφέρεται από τον Καθ' ου η αίτηση για την απόκτηση του ακινήτου, αιτητικό Ι. Για την απόκτηση των ακινήτων που αναφέρονται στα αιτητικά Κ και Λ της αίτησης, οι τοποθετήσεις των διαδίκων είναι εκ διαμέτρου αντίθετες. Ως προς την κινητή περιουσία που αναφέρεται στα αιτητικά Θ και Μ, είναι η θέση της Αιτήτριας πως τα λεφτά τα οποία προέρχονται από τα εισοδήματα των διαδίκων και/ή κατά μεγαλύτερο μέρος από τα δικά της, ευρίσκονταν κατατεθειμένα σε κοινό λογαριασμό εμπρόθεσμης κατάθεσης, σε πρώην ΣΠΕ και το ύψος τους στις 04/04/2013 ήταν €190.879,82(ΤΕΚ 1). Ακόμα, ισχυρίζεται η Αιτήτρια ότι ο Καθ' ου η αίτηση, χωρίς τη δική της συγκατάθεση, απέσυρε το πιο πάνω ποσό και μετέφερε ποσό €102.117,65 στον προσωπικό του λογαριασμό, που αναφέρεται στο εκδοθέν προσωρινό διάταγμα, ενώ το υπόλοιπο ποσό το μετέφερε επ' ονόματι των παιδιών τους. Όλα έγιναν εν αγνοία της και μόλις το 2020 και μετά από τεράστιες προσπάθειες, μέσω της τράπεζας, κατόρθωσε η Αιτήτρια να πληροφορηθεί για τις ενέργειες αυτές του Καθ' ου η αίτηση(παράγραφος 15 της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας). Σε σχέση με τα πιο πάνω, ο Καθ' ου η αίτηση αντιτείνει πως οι συγκεκριμένες αποταμιεύσεις, όπως και άλλες που είχαν, προέρχονται μόνο από τα δικά του εισοδήματα ή και λεφτά που ανήκαν στα παιδιά τους από δωρεές των γονέων του. Ορίζοντας τη διάσταση στις σχέσεις τους να επέρχεται τη Μεγάλη Παρασκευή του 2016(παράγραφος 6 της ένορκης δήλωσης του Καθ' ου η αίτηση), ενώ η Αιτήτρια, κατά ή περί τις 06/01/2013(παράγραφος 5 της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας), ισχυρίζεται ότι μετά το κούρεμα του 2013, συμφώνησαν μαζί με την Αιτήτρια, η οποία και υπέγραψε για τις γενόμενες μεταφορές, ενώ η συνήγορος της Καθ'ης η αίτηση για το θέμα της υπογραφής, παραπέμπει στο ΤΕΚ 1 της αίτησης της, όπου εμφαίνεται μόνο μια υπογραφή, που, κατά τον ισχυρισμό της, είναι του Καθ' ου η αίτηση. Παραδέχεται ο Καθ' ου η αίτηση(παράγραφος 26 της ένορκης δήλωσης του Καθ' ου η αίτηση) ότι το ποσό των €190.879,82 διαμοιράστηκε μεταξύ του ίδιου και των παιδιών τους. Ποσό €102.144,79 κατατέθηκε σε δικό του λογαριασμό, με αριθμό άλλον απ' αυτόν που αναφέρεται στο εκδοθέν προσωρινό διάταγμα και ποσό €88.762 διαμοιράστηκε στα παιδιά τους. Σ' αυτή τη διευθέτηση συμφώνησε και προχώρησε η Αιτήτρια, αφού αυτή κατείχε ήδη €54.000 σε επ' ονόματι της γραμμάτιο και της δόθηκαν μετά τη διάσταση - εννοείται στο χρόνο που την ορίζει ο Καθ' ου η αίτηση - και πριν την έκδοση διαζυγίου στις 13/12/2017, σταδιακά, επιπλέον ποσά €35.000 και €17.000, συνολικά δηλαδή €106.
  2. Είναι, περαιτέρω, ο ισχυρισμός του Καθ' ου η αίτηση ότι η πιο πάνω διευθέτηση, ως προς την κινητή περιουσία, αποτελούσε μέρος συμφωνίας διευθέτησης των περιουσιακών τους διαφορών, ενώ το άλλο μέρος της συμφωνίας επίλυσης περιουσιακών διαφορών, αφορούσε την ακίνητη περιουσία, που περιλαμβάνεται στα αιτητικά ΣΤ, Ι, Κ και Λ, την οποία και συμφώνησαν όπως αποδοθεί και στα δύο παιδιά τους, όμως λόγω προβλημάτων που αντιμετώπιζε το ένα εξ αυτών, «προς το παρόν» η εν λόγω περιουσία μεταβιβάστηκε στο ένα εξ αυτών(παράγραφος 22.Ζ της ένορκης δήλωσης του Καθ' ου η αίτηση). Και καταλήγει ο Καθ' ου η αίτηση στην παράγραφο 22.Η της ένορκης δήλωσης του που συνοδεύει την ένσταση, αναφέροντας τα εξής: «Έτσι, με αυτό τον τρόπο, η Αιτήτρια αποδέχθηκε και αποποιήθηκε τυχόν δικαιωμάτων της στην ακίνητη περιουσία μας, όπως και εγώ, αφού την έχουμε δώσει στην ουσία στα παιδιά μας». Επί του σημείου αυτού, θα πρέπει να υπομνήσω τη μη αναφορά από την Αιτήτρια σ' οποιανδήποτε τυχόν συμφωνία επίλυσης περιουσιακών μεταξύ των διαδίκων, αλλά και την συνεπαγόμενη από τις ενέργειες της, ήτοι την έναρξη της διαδικασίας επίλυσης περιουσιακών διαφορών από το Οικογενειακό Δικαστήριο, άρνηση της ως προς την ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας, γεγονός που διαφαίνεται και από την αγόρευση των συνηγόρων της. Και φυσικά τίθεται θέμα δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου, εφόσον μια συμφωνία διευθέτησης περιουσιακών διαφορών, επιλύεται πλέον στα πλαίσια αγωγής στο Επαρχιακό Δικαστήριο [Πισσίδης ν. Σοφοκλέους
(2012)1 ΑΑΔ 1469]. Όμως, υπό τας περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, η πιο πάνω γενική αρχή δεν μπορεί να ισχύσει και η εξέταση του όλου θέματος θα πρέπει να αφεθεί για εξέταση κατά την εκδίκαση της ουσίας της εναρκτήριας αίτησης (Παναγιώτα Σκουτέλλα ν. Μιχάλη Σκουτέλλα, Έφεση Αρ. 43/2012, 24/03/2017), μιας και η παρούσα διαδικασία δεν προσφέρεται για την αξιολόγηση μαρτυρίας και την εξαγωγή συμπερασμάτων (Jonitexo, πιο πάνω). Η Αιτήτρια, με την εναρκτήρια αίτηση της, απαιτεί την απόδοση του μέρους της αύξησης της περιουσίας που προέρχεται από τη δική της συμβολή, στη βάση, τόσο του άρθρου 14, του Ν.232/91, αλλά και εμπιστεύματος κατά το δίκαιο της επιείκειας. Η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για την κατάληξη σε συμπεράσματα, αναφορικά με την πλήρη εξέταση, είτε του πραγματικού, είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, δεδομένου ότι τα συμπεράσματα αυτά ανήκουν κατ' εξοχή στη σφαίρα εξέτασης της ουσίας της ίδιας της εναρκτήριας αίτησης [Jonitexo και Σκουτέλλα, πιο πάνω, καθώς και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 238]. Τόσο η εναρκτήρια αίτηση της Αιτήτριας, όσο και η αίτηση της για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, αναμφίβολα αποκαλύπτουν την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση και εντάσσουν τη διαφορά της με τον Καθ' ου η αίτηση στα πλαίσια της αναγκαιότητας ρύθμισης των περιουσιακών τους σχέσεων από το Οικογενειακό Δικαστήριο. Είναι παραδεκτό ότι υπήρξε αμοιβαία υπόσχεση γάμου μεταξύ των διαδίκων περί το Φεβρουάριο του 1991 και γάμος την 01/05/
  1. Η διάσταση, κατά την Αιτήτρια, επήλθε περί τις 06/01/2013 και κατά τον Καθ' ου η αίτηση, περί τον Απρίλιο του
  2. Ο γάμος λύθηκε στις 13/12/
  3. Η περιουσία, η οποία αποκτήθηκε στα πιο πάνω χρονικά πλαίσια, πριν από το γάμο και κατά τη διάρκεια του γάμου, μέχρι τη διάσταση, ανεξάρτητα από τις διαφορετικές θέσεις των διαδίκων ως προς αυτή και/ή μέχρι τη λύση του γάμου, εκ πρώτης όψεως και για τις ανάγκες της παρούσας διαδικασίας, φαίνεται να εντάσσεται στον όρο περιουσία, με βάση τα άρθρα 2 και 14 του Ν.232/
  4. Περαιτέρω, η απόκτηση της εν λόγω περιουσίας επετεύχθη, κατά την Αιτήτρια και με δική της μερική ή ολική συνεισφορά, ισχυρισμός που δίνει σ' αυτήν το δικαίωμα να διεκδικήσει το μερίδιο που κατ' αυτήν της αναλογεί. Όλα αυτά μαζί και με το γεγονός ότι η επίδικη περιουσία συνιστά, κατά την Αιτήτρια, αύξηση της περιουσίας του Καθ' ου η αίτηση πριν από το γάμο και κατά τη διάρκεια του γάμου τους, αναμφίβολα εντάσσουν την επίδικη διαφορά εντός του κριτηρίου της αποκάλυψης μιας συζητήσιμης υπόθεσης υποδεικνύοντας την ύπαρξη ενός σοβαρού ζητήματος. Θα ήταν παράλειψή μου, στο στάδιο αυτό, να μην αναφερθώ στο αβάσιμο των θέσεων του Καθ' ου η αίτηση περί μη επαρκούς αποκάλυψης της αύξησης της περιουσίας του Καθ' ου η αίτηση. Η Αιτήτρια, τόσο στην εναρκτήρια, όσο και στην υπό κρίση αίτηση της, δίδει τα στοιχεία ως προς τη διαφοροποίηση της περιουσίας του Καθ' ου η αίτηση. Εξ' άλλου, ούτε και εκ μέρους του Καθ' ου η αίτηση δεν έχει τεθεί οποιοδήποτε θέμα για κατοχή της επίδικης περιουσίας πριν από τον αρραβώνα ή το γάμο των διαδίκων. Και φυσικά, δεν τίθεται θέμα ως η εισήγηση του Καθ' ου η αίτηση για αναλυτικές εκτιμήσεις της αξίας της επίδικης περιουσίας. Στο πλαίσιο ενδιάμεσης διαδικασίας, δεν απαιτείται η προσκόμιση μαρτυρίας με εκτιμήσεις αξιών της περιουσίας. Επί του θέματος αυτού σχετική είναι η απόφαση Απόστολου κ.ά. ν. Ιωάννου κ.ά
(2012)1 (Α) ΑΑΔ 604 όπου, στις σελίδες 613 και 615-616, τονίστηκαν τα ακόλουθα: «Στο πλαίσιο της ενδιάμεσης εκείνης διαδικασίας δεν απαιτείτο η λήψη μαρτυρίας με εκτιμήσεις αξιών ακίνητης και κινητής περιουσίας, η επακριβής παράθεση λεπτομερών στοιχείων που αφορούσαν επιβαρύνσεις επί ακινήτων, ύψος δανείων κλπ. Όλα αυτά αναμένεται να απασχολήσουν στο πλαίσιο εκδίκασης της κυρίως αίτησης ρύθμισης των περιουσιακών στοιχείων, ενώ άλλα είναι τα απαιτούμενα και οι προϋποθέσεις, όπως και ο βαθμός απόδειξης, στις διαδικασίες έκδοσης παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. ......................................... Εκείνο το οποίο πρέπει ξανά εδώ να υπενθυμιστεί είναι η πραγματική φύση της υπό εξέταση ενδιάμεσης διαδικασίας. Με αυτή δεν κρίνονται τελικά και ουσιαστικά δικαιώματα των διαδίκων έτσι ώστε με αυστηρούς κανόνες απόδειξης να αξιολογηθεί η εκατέρωθεν προσκομισθείσα μαρτυρία, να εξαχθούν τελικά ευρήματα και να κατανεμηθούν δικαιώματα και υποχρεώσεις. Εδώ, με την κυρίως αίτησή της, η εφεσίβλητη διεκδικεί την απόδοση στην ίδια του μέρους εκείνου της αύξησης της περιουσίας του εφεσείοντα, η οποία αποκτήθηκε μετά το γάμο των διαδίκων, και η οποία αύξηση προέρχεται από τη συμβολή της εφεσείουσας, την οποία η ίδια υπολογίζει σε 50% ή €40.000.000 ή οποιοδήποτε άλλο ποσό βρεθεί ότι αποτελεί την αξία της συνεισφοράς της. Όπως δε ορθά επισημαίνει και ο συνήγορος της εφεσίβλητης, για τους σκοπούς του διατάγματος όπως αυτό τελικά διαμορφώθηκε, η πραγματική αξία της περιουσίας δεν ενέχει ιδιαίτερη σημασία. Το κατά πόσο θα έπρεπε να δεσμευθεί το ½ ή το 1/3 ή τα ¾ της περιουσίας εκείνης, δηλαδή των μετοχών του εφεσείοντα ή κάποιου ακινήτου του, αυτό έχει να κάνει με την τυχόν αξία της συνεισφοράς της εφεσείουσας και όχι με την αξία του περιουσιακού στοιχείου. Κάτι που ασφαλώς θα διακριβωθεί στο τέλος, στο πλαίσιο εκδίκασης της κυρίως αίτησης». Η ένορκη δήλωση της Αιτήτριας επί των αιτουμένων προσωρινών διαταγμάτων, αποκαλύπτει ταυτόχρονα και την ύπαρξη μιας ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Και αυτό εφόσον αναφέρεται η περιουσία που αποκτήθηκε πριν και μετά το γάμο, μέχρι τη διάσταση ή/και τη λύση του γάμου με συνεισφορά, μερική ή ολική, κατά τον ισχυρισμό της Αιτήτριας, γεγονός που αρνείται ο Καθ' ου η αίτηση. Το εάν υπήρξε πράγματι η συνεισφορά της Αιτήτριας ή όχι ή και σε ποια έκταση, είναι θέμα που άπτεται της ουσίας της διαφοράς και θα αποφασιστεί στα πλαίσια της κυρίως αίτησης. Περαιτέρω με βάση το άρθρο 14
(2)του Ν.232/91 που προνοεί ότι η συνεισφορά του ενός συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη συνεισφορά, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι και σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση υπάρχει και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Αιτήτριας στην κυρίως αίτηση. Στην απόφαση Ντάγκλας ν. Ντάγκλας
(2004)1 (Α) 629 λέχθηκαν τα εξής (σελ. 633): «Σημαντικό μέρος της έφεσης (αφορά κυρίως τους λόγους έφεσης 2 και 5) συναρτάται προς την ουσία της κυρίως υπόθεσης. Το Οικογενειακό Δικαστήριο, λέγεται, δεν έλαβε υπ΄ όψη του ότι υπήρχε αμφισβήτηση γεγονότων σχετικά με την απόκτηση των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων και ότι το κύριο μέρος της περιουσίας του Εφεσείοντα, επί της οποίας εγείρει απαίτηση η Εφεσίβλητη, απεκτήθη από κληρονομική περιουσία του Εφεσείοντα ή εδημιουργήθη πριν από το γάμο. Η επιχειρηματολογία που αναπτύσσεται προς υποστήριξη των εισηγήσεων αυτών απευθύνεται λοιπόν περισσότερο προς την ουσία της υπόθεσης παρά προς τα διέποντα ενδιάμεσα διατάγματα. Το Οικογενειακό Δικαστήριο δεν παραγνώρισε τη διαφορά που υπήρχε μεταξύ των διαδίκων και, αναφερόμενο με ορθή πληροφόρηση και αντίληψη στη νομολογία, αντίκρισε το θέμα υπό το φως των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 σε συνάρτηση με τη βάση της απαίτησης της Εφεσίβλητης δυνάμει του άρθρου 14 του Ν. 232/91 για να καταλήξει ότι, για σκοπούς της αίτησης, και σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και οριακή πιθανότητα επιτυχίας υπήρχε, τοσούτο μάλιστα εν όψει της τεκμαιρόμενης στο άρθρο 14
(2)συνεισφοράς της Εφεσίβλητης (η οποία εργάζετο αλλά και φρόντιζε την οικογένεια καθ΄ όλη τη διάρκεια του γάμου) κατά το ένα τρίτο ως προς την επίδικη περιουσία που αποκτήθηκε μετά το γάμο. Ορθά όμως απέφ βυγε να υπεισέλθει σε κρίση επί των εκατέρωθεν εκδοχών ως προς τη συνεισφορά εκάστου συζύγου, υποδεικνύοντας ότι η διαφωνία των διαδίκων, ιδιαίτερα για συνεισφορά της Εφεσίβλητης πέραν του ενός τρίτου: «. αφορούσε γεγονότα πάνω στα οποία θα περιστραφεί τελικά το αποτέλεσμα της αγωγής και τα οποία άπτονται των δικαιωμάτων των μερών και κατ΄ επέκταση το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα αναζητηθεί η επίλυση της βρίσκεται έξω από τα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας». Σε προσωρινά διατάγματα, απαγορευτικά της αποξένωσης ή επιβάρυνσης ακινήτου ή χρημάτων δεν είναι αναγκαία η προσαγωγή μαρτυρίας για πρόθεση των εναγομένων για αποξένωση, αλλά εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που θα εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος [Κιτρομηλίδου v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 1165 και Αποστόλου κ.ά. v. Ιωάννου κ.ά. ανωτέρω]. Ταυτόχρονα δε είναι επιτρεπτή ή και επιβαλλόμενη η δέσμευση περιουσίας, ακόμα και άλλης από την επίδικη, αρκετής ώστε ο ενάγων να διασφαλίζεται ότι τυχόν δικαστική απόφαση υπέρ του θα ικανοποιηθεί [Αριστοτέλους Λτδ κ.ά. v. Benflect Enterprices Ltd κ.ά.
(2006)1 Α.Α.Δ. 280]. Οι αποζημιώσεις δεν θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν την αξίωση της Αιτήτριας ως αυτή αναφέρεται στην αίτηση της η οποία, ας σημειωθεί, δεν είναι μόνον ενοχική. Εάν η δεσμευθείσα επίδικη ακίνητη περιουσία επιβαρυνθεί και εννοώ το 1/40 μερίδιο επί της συζυγικής κατοικίας για το οποίο είναι ο ισχυρισμός του Καθ' ου η αίτηση ότι λόγω του ότι αποτελεί μερίδιο δεν μπορεί να το αποξενώσει χωρίς να λάβει γνώση η Αιτήτρια και η υπόλοιπη δεσμευθείσα περιουσία αποξενωθεί ή επιβαρυνθεί θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Ενισχυτικό της πιο πάνω θέσης είναι και το γεγονός ότι, κατά παραδοχή του Καθ' ου η αίτηση, πέρα από το μισθό του, μετά τις επιγενόμενες μεταβιβάσεις, η περιουσία που παραμένει επ' ονόματι του είναι μόνο η δεσμευθείσα με τα εκδοθέντα διατάγματα. Ούτως εχόντων των πραγμάτων καταλήγω ότι και το ισοζύγιο ευχέρειας σαφώς κλίνει υπέρ της Ατήτριας. Και φυσικά τα πιο πάνω λεχθέντα θέτουν εκ ποδών τους λόγους ένστασης ότι η Αιτήτρια δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά με την ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων και ότι το απαγορευτικό διάταγμα που αφορά την επίδικη ακίνητη περιουσία έχει εκδοθεί «επί ματαίω», αφού όπως εξηγεί ο Καθ' ου η αίτηση επειδή αποτελεί μερίδο δεν μπορεί να την αποξενώσει χωρίς να λάβουν γνώση οι άλλοι μεριδιούχοι μεταξύ των οποίων και η Αιτήτρια. Ανεδαφικά κρίνονται και τα σχόλια του Καθ'ου η αίτηση σε σχέση με το εκδοθέν απαγορευτικό διάταγμα ποσού μέχρι €100.000 ότι «είναι γενικής φύσεως και απαγορευτικὀ σε σημείο που επηρεάζονται τα δικαιώματα του». Και τούτο αφού υπομνήσω την αναφορά που γίνεται και πιο πάνω, ότι δηλαδή ο Καθ'ου η αίτηση απέφυγε επιμελώς την αναφορά και /ή παραδοχή ότι το ποσό των €102.144,79, που κατ' αυτόν του αναλογούσε δυνάμει της ισχυριζόμενης συμφωνίας επίλυσης περισουσιακών διαφορών, ευρίσκεται κατατεθιμένο στο λογαριασμό του, σε συγκεκριμένο τραπεζικό ίδρυμα, που αναφέρεται στο εκδοθέν προσωρινό διάταγμα, ώστε η απαγόρευση να περιοριστεί στο συγκεκριμένο λογαριασμό και να μην υπάρχει επέκταση της απαγόρευσης σε άλλους τυχόν λογαριασμούς του στο ίδιο τραπεζικό ίδρυμα. Άλλος λόγος ένστασης που εγείρεται από τον Καθ΄ου η αίτηση είναι πως «η αιτήτρια δεν απεκάλυψε και/ή απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα». Εξειδικεύονται τα γεγονότα αυτά στην αγόρευση των συνηγόρων του ως ακολούθως: «Α) Τα εισοδήματα της - εννοείται της αιτήτριας - και κατά πόσο ήτο δηλωμένη στο Φόρο Εισοδήματος Β) Οι εκτιμήσεις στις οποίες προέβηκε που να αποδεικνύουν εκ πρώτης όψεως την αύξηση στην αξία της περιουσίας Γ) Ότι εκ συμφώνου επιλύθηκαν οι περιουσιακές διαφορές τους μέσω προφορικής συμφωνίας δια της μεταβίβασης ακινήτων στον υιό μας Σ. και διαμοιρασμό χρημάτων μεταξύ τους ήτοι €106.000 η αιτήτρια και €102.117,65 ο καθ'ου η αίτηση ... Δ) Ότι συνολικό ποσό των €88.762,38 μεταφέρθηκε στα παιδιά τους ως δωρεά για να προστατευθεί η κινητή περιουσία από ενδεχόμενο κούρεμα Ε) Ότι οι μεταφορές χρημάτων έγιναν από κοινό λογαριασμό των διαδίκων και ως εκ τούτου η ίδια είχε γνώση. Στ) Ότι για το ακίνητο που αφορά τη συζυγική κατοικία και το 1/40 μερίδιο του καθ'ου η αίτηση καμιά μεταβίβαση μπορεί να γίνει χωρίς τη συγκατάθεση όλων των συνιδιοκτητών περιλαμβανομένης και της ίδιας. Ζ) Ότι το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/7871 που αφορά την πατρική οικία του καθ΄ου η αίτηση και το 1/3 μερίδιο του, τούτο δεν αποτελεί αντικείμενο της περιουσίας που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου αλλά μετά το διαζύγιο και εκφεύγει πλαισίων της παρούσας διαδικασίας». Σπεύδω ευθύς εξ'αρχής να αναφέρω ότι τίποτε από τα πιο πάνω αναφερόμενα δεν αποτελούν απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων που αν ήσαν εν γνώσει του Δικαστηρίου δεν θα εξέδιδε τα επίδικα διατάγματα. Ήδη έχω αναφερθεί σε πολλά από αυτά και στη σημασία που έχουν στα πλαίσια εκδίκασης της υπό εξέταση αίτησης. Πρόκειται για τα αναφερόμενα στις παραγράφους Β μέχρι Ζ πιο πάνω. Ως προς το τελευταίο ειδικά, το Ζ δηλαδή, φυσικά η Αιτήτρια και απεκάλυψε ότι το εν λόγω ακίνητο δεν αφορά επίδικη περιουσία, αλλά περιουσία του Καθ' ου η αίτηση. Ως προς το Α δε, τα εισοδήματα της δηλαδή και το ρόλο που αυτά θα έχουν στην επίλυση των περιουσιακών διαφορών των διαδίκων, πέραν του ότι η Αιτήτρια αναφέρεται σ'αυτά, το σημαντικό είναι ότι αποτελεί θέμα το οποίο θα κριθεί στα πλάσια της κυρίως αίτησης. Το τελευταίο θέμα που πρέπει να εξεταστεί είναι το θέμα του κατεπείγοντος στην έκδοση των υπό εξέταση διαταγμάτων. Έχει νομολογηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι στο μονομερές στάδιο της αίτησης ο παράγοντας του χρόνου είναι σημαντικός. Ο αιτητής θα πρέπει να καταδείξει το κατεπείγον της αίτησης ώστε να διακαιολογείται η μονομερής εξέτασή της και να παρακαμφθεί ο κανόνας της φυσικής δικαιοσύνης και το δικαίωμα της άλλης πλευράς να ακουστεί πριν την έκδοση του διατάγματος. Το άρθρο 9
(1)του Κεφ. 6 έχει εφαρμογή, όλως εξαιρετικά, σε περίπτωση επείγουσας ή άλλης ειδικής περίστασης που να δικαιολογεί την έκδοση του διατάγματος μονομερώς. Απουσία του στοιχείου του κατεπείγοντος στερεί το Δικαστήριο από την ανάληψη σχετικής εξουσίας και επαναφέρει την ακύρωσή του λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας [Βλέπε μεταξύ άλλων Αναφορικά με την Σταύρος Hotel Apartments
(1994)1 Α.Α.Δ. 836, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598] Εξίσου σημαντικά είναι και τα όσα πιο πάνω έχουν αναφερθεί για τον κίνδυνο να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία [Κιτρομηλίδου και Αποστόλου, πιο πάνω και C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία "Λεωνίκ" Λτδ.
(2001)1 A.A.Δ 785]. Αποτελεί ισχυρισμό του Καθ'ου η αίτηση ότι δεν συντρέχουν οι προυποθέσεις που κατέστησαν τα προσωρινά διατάγματα κατεπείγοντα. Στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας που συνοδεύει την αίτηση της και ειδικότερα στις παραγράφους 15 και 23 αυτής, η τελευταία αναφέρει ότι κατά τον Ιούνιο του 2020 ο Καθ'ου η αίτηση την πληροφόρησε ότι μεταβίβασε τα επίδικα ακίνητα, εκτός από το 1/40 μερίδιο στη συζυγική κατοικία στον ένα εκ των υιών των διαδίκων, ενώ για την απόσυρση των χρημάτων από τον κοινό λογαριασμό τους και την κατάθεση τους επ' ονόματι του Καθ' ου η αίτηση και των παιδιών τους πληροφορήθηκε, επίσης στον ίδιο χρόνο, μετά από τεράστιες προσπάθειες προς την τράπεζα, προφανώς επειδή, κατά τον ισχυρισμό της, τότε είχε πληροφορηθεί και τις επιγενόμενες μεταβιβάσεις. Χωρίς να διαφεύγουν της προσοχής μου τα όσα ο Καθ' ου η αίτηση αντιτείνει στα πιο πάνω, τη γνώση δηλαδή της αιτήτριας λόγω της κατ' ισχυρισμό του ύπαρξης συμφωνίας επίλυσης περιουσιακών διαφορών μεταξύ τους, στις αναγκαίες λεπτομέρειες της οποίας έχω ήδη αναφερθεί πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη την πιθανή επίδραση που θα είχε η αποξένωση ή επιβάρυνση των δεσμευθέντων μοναδικών περιουσιακών στοιχείων του Καθ' ου η αίτηση, εάν εγίνονταν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί υπέρ της Αιτήτριας και τον κίνδυνο να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν αυτό γίνει, κρίνω ότι κατά την έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων υπήρχαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι συνθήκες του κατεπείγοντος ώστε να μην δικαιολογείται η ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων ούτε και για αυτό το λόγο. Στη βάση των πιο πάνω ανεδαφικός κρίνεται και ο ισχυρισμός του Καθ' ου η αίτηση ότι η Αιτήτρια καθυστέρησε να ζητήσει θεραπεία από το Δικαστήριο. Όπως έχει αναφερθεί στη Χριστάκη Σάββα v.Παναγιώτας Τηλεμάχου,
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2081, στη σελ. 2085: «..ο υπολογισμός του χρόνου, ως παράγοντα για τη διαπιστωση της ύπαρξης καθυστέρησης σε βαθμό που να εξανεμίζεται το επείγον του διατάγματος, αρχίζει να προσμετρά λαμβανομένων υπόψη και άλλων τυχόν παραγόντων, από την ημερομηνία καταχώρησης της εναρκτήριας αίτησης και όχι από το χρόνο που επήλθε η διάσταση». Με βάση όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι τα προσωρινά διατάγματα ημερομηνίας 23/07/2020, θα πρέπει να καταστούν και καθίστανται απόλυτα με έξοδα υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ'ου η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία έξοδα όμως να καταβληθούν μετά το πέρας της εναρκτήριας αίτησης. Δ. Κούσιου, Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΟΤ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.