← Κύπρος

Μ. Κ. ν. Χ. Σ., Αρ. Αίτησης: 118/2020, 27/5/2021

Μ. Κ. ν. Χ. Σ., Αρ. Αίτησης: 118/2020, 27/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLAR:2021:6 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΓΟΝΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ Ενώπιον: Δ. Κούσιου, Δ. Αρ. Αίτησης: 118/2020 Μεταξύ: Μ. Κ. Αιτητή - και - Χ. Σ. Καθ' ης η αίτηση ------------------------------ Αίτηση ημερομηνίας 23/12/2020 για αντεξέταση και καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης Ημερομηνία: 27 Μαΐου 2021 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ.κ. Γ. Αργυρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την Καθ' ης η αίτηση: κ.κ. Δημητρίου & Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με αίτηση και ανταπαίτηση, οι διάδικοι επιδιώκουν τη ρύθμιση της γονικής μέριμνας της ανήλικης κόρης τους Μ. Η αίτηση του πατέρα καταχωρήθηκε στις 09/06/2020 και η ανταπαίτηση της μητέρας στις 15/09/

  1. Τα δικόγραφα έκλεισαν στις 20/11/2020 και εκδόθηκε διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων, εκατέρωθεν. Επίσης, δόθηκαν οδηγίες για ετοιμασία Έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας. Στα πλαίσια ενδιάμεσης αίτησης του πατέρα, ημερομηνίας 09/06/2020, εκδόθηκε, στις 26/06/2020, εκ συμφώνου προσωρινό διάταγμα, με το οποίο ρυθμίστηκε το δικαίωμα επικοινωνίας του με την ανήλικη. Επανερχόμενος ο πατέρας με αίτηση του, ημερομηνίας 09/11/2020, ζητά την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, με τα οποία να ανατίθεται σ' αυτόν η φύλαξη και η φροντίδα της ανήλικης και να καθορίζεται ως τόπος διαμονής της ο δικός του τόπος διαμονής ή διατάγματα, στη βάση των οποίων η ανήλικη να διαμένει με έκαστο των διαδίκων κατ' ίσο χρόνο ή διάταγμα επαναρύθμισης και/ή επέκτασης του χρόνου επικοινωνίας του μ' αυτήν. Η πιο πάνω αίτηση, με οδηγίες του Δικαστηρίου, επιδόθηκε στην Καθ' ης η αίτηση, η οποία καταχώρησε, στις 10/12/2020, ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης, η οποία υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση της. Στις 23/12/2020, ο Αιτητής καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση, με την οποία ζητά την έκδοση διατάγματος αντεξέτασης της Καθ' ης η αίτηση, εν σχέση με παραγράφους της ένορκης δήλωσης της που συνοδεύει την ένσταση, καθώς και άδεια να του επιτραπεί να υποστηρίζει την αίτηση του, ημερομηνίας 09/11/2020, με συμπληρωματική ένορκη δήλωση του, την οποία επισυνάπτει Για την αναγκαιότητα έκδοσης του πιο πάνω διατάγματος αντεξέτασης και καταχώρησης της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του, ο Αιτητής αναφέρει στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση: «
  2. Η καταχώρηση της παρούσας αιτήσεως πιστεύω καθίσταται αναγκαία και για σπουδαίο λόγο καθότι με την καταχώρηση της ειδοποίησης ένστασης της Καθ' ης η Αίτηση ημερομηνίας 10/12/2020 προέκυψε ανάγκη να απαντηθούν ισχυρισμοί που δεν μπορούσα να προβλέψω κατά την σύνταξη της ενόρκου δηλώσεως μου ημερομηνίας 09/11/2020 ότι θα πρόβαλλε η Καθ' ης η Αίτηση. Ισχυρισμοί οι οποίοι όχι μόνο είναι ανυπόστατοι, αλλά επίσης είναι και πλήρως ψευδείς, παραπλανητικοί, και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Μοναδικός σκοπός που έχουν προβληθεί από την Καθ' ης η Αίτηση είναι για να σχηματίσει το Σεβαστό Δικαστήριο μια πλήρως αρνητική εικόνα κατά του προσώπου μου. Αυτοί οι ισχυρισμοί πρέπει να αντιμετωπισθούν για να διαπιστώσει το Σεβαστό Δικαστήριο ότι πρόκειται για ψεύδη και για μια ασύστολη και ανήθικη προσπάθεια εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση να με μηδενίσει ως πατέρα και ως άνθρωπο.
  3. Είναι γεγονός ότι από μόνη της η Καθ' ης η Αίτηση αυτοαναιρείται, και τα λεγόμενα της ουδεμία λογική έχουν εάν κάποιος τα διαβάσει προσεκτικά και τα αναλύσει. Δεδομένου όμως ότι ως Αιτητής φέρω το βάρος απόδειξης, θα ήταν μοιραίο σφάλμα να μην αντίκρουα τους πραγματικά ανυπόστατους και αναληθείς ισχυρισμούς της Καθ' ης Αίτηση.
  4. Η παρούσα δεν καταχωρείται με σκοπό την επανάληψη, τροποποίηση ή αλλοίωση όσων γεγονότων έχουν ήδη δικογραφηθεί δια μέσω της αρχικής ενόρκου δηλώσεως μου, αλλά προς αντίκρουση των αμφισβητούμενων και πραγματικά αναληθών ισχυρισμών της Καθ' ης η αίτηση.
  5. Επίσης, από την ένορκη δήλωση της Καθ' ης η Αίτηση που συνοδεύει την ειδοποίηση ένστασης της προκύπτουν αναφορές επί των οποίων είναι αναγκαίο όπως αντεξεταστεί αφού παράλειψη μου να πράξω τούτο ίσως και να ισοδυναμούσε με αποδοχή των ισχυρισμών της.
  6. Η αντεξέταση της δεν αφορά το σύνολο της ενόρκου δηλώσεως της αλλά αφορά πολύ συγκεκριμένες παραγράφους και για πολύ συγκεκριμένο σκοπό. Συγκεκριμένα θα πρέπει να αντεξετασθεί επί των παραγράφων 17, 19, 21, 24, 25, 26, 27, 28, 29, 32, 35, 36, 54, 55, 57 και 63 της Ενόρκου Δηλώσεως της». Στις παραγράφους 9 έως 24 της ένορκης δήλωσης του, ο Αιτητής αναλύει για κάθε παράγραφο ξεχωριστά, το λόγο για τον οποίο επιθυμεί να αντεξετάσει την Καθ' ης η αίτηση. Τέλος, στην παράγραφο 25 της ένορκης του δήλωσης, αναφέρει: «
  7. Ως προς την συμπληρωματική μου ένορκη δήλωση, πρώτιστα πρέπει να απαντηθούν οι ισχυρισμοί της Καθ' ης η Αίτηση που γίνονται στις παραγράφους 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24, 25, 29, 30, 32, 36, 44, 45, 59 της ενόρκου δηλώσεως της». Η Καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση την 1η/03/2021, εγείροντας 46 λόγους ένστασης, οι οποίοι επαναλαμβάνονται και αναπτύσσονται και στην ένορκη της δήλωση που τη συνοδεύει. Μ' αυτούς βάλλεται, για διαδικαστικά θέματα, η αίτηση και η ένορκη δήλωση του Αιτητή. Τίθεται θέμα κατάχρησης της διαδικασίας, λόγω των αιτητικών αντεξέτασης και καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που επιζητούνται με την ίδια αίτηση. Ως προς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αντεξέτασης, τίθεται θέμα για το ότι «η αντεξέταση πρόκειται να επεκταθεί σε θέματα που δεν αφορούν τη συγκεκριμένη διαδικασία, αλλά τη γενικότερη διαφορά μεταξύ των διαδίκων και σε ζητήματα πραγματικά και νομικά που αφορούν την ουσία της διαφοράς μεταξύ τους». Επίσης, το ότι «σκοπός της αίτησης είναι να πληγεί η αξιοπιστία της ενόρκως δηλούσας, γεγονός απαράδεκτο, που εκθέτει την αίτηση σε απόρριψη». Ως προς την εκζητούμενη άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του Αιτητή, τίθεται θέμα μη αποκάλυψης καλού λόγου για έγκριση της αίτησης και παράλληλα σχολιάζεται και αντικρούεται η μαρτυρία που επιζητείται να προσαχθεί με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Αιτητή. Κατά την ακρόαση της αίτησης, οι συνήγοροι των διαδίκων αρκέστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις και η κάθε πλευρά υπεραμύνθηκε των θέσεων της με αναφορά σε νομολογία. Το αίτημα για αντεξέταση ενόρκως δηλούντα καλύπτεται από τη Δ.39 θ.1, των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Προνοεί τα ακόλουθα: «Κατόπιν αιτήσεως, μαρτυρία μπορεί να δοθεί με ένορκο κατάθεση (δήλωση) αλλά το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί, κατόπιν παρακλήσεως οποιουδήποτε των διαδίκων να διατάξει την παρουσία του καταθέτη για αντεξέταση». Εύκολα εντοπίζεται από το λεκτικό του πιο πάνω θεσμού ότι το όλο θέμα εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση, διαδικασία habeas corpus, Αναφορικά με την Αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1)

(2004)1 ΑΑΔ 1660, λέχθηκαν τα εξής, στη σελ. 1661: «Το ζήτημα της αντεξέτασης ομνύσαντος διέπεται από τον θ.1 της Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών σύμφωνα με το οποίο σε αίτηση μπορεί να δοθεί μαρτυρία με ένορκη δήλωση πλην όμως το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται με παράκληση οποιουδήποτε των διαδίκων να διατάξει όπως ο ομνύσας την ένορκη δήλωση παρουσιαστεί για αντεξέταση. Επομένως το θέμα εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου». Ορθό είναι να τονιστεί ότι στην πιο πάνω απόφαση το θέμα αντεξέτασης μάρτυρα αντικρίστηκε υπό το πρίσμα της φύσης της διαδικασίας, ήτοι habeas corpus και οι αυθεντίες που αναφέρονται σχέση έχουν με υποθέσεις αυτής της μορφής. Παρενθετικά σημειώνεται ότι είναι χαρακτηριστικό το γεγονός, όπως εντοπίζεται στην απόφαση R. v. Kent Justices ex parte Smith
(1928)W.N. 137, πως για τα προηγούμενα εξήντα περίπου χρόνια δεν είχε εκδοθεί ούτε ένα διάταγμα για αντεξέταση ενόρκως δηλούντα. Στην απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση των Λευτέρη Μήλου και Πανίκου Χατζηλοΐζου
(2008)1 Α.Α.Δ. 280, λέχθηκαν τα εξής: «Δεν έχει αμφισβητηθεί, και ορθά, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην εκδώσει το διάταγμα για αντεξέταση παρά τη σύμφωνη προς τούτο γνώμη και του ίδιου του καθ΄ ου στην αίτηση εκείνη Κ. Γαβριηλίδη, με δεδομένο ότι η αίτηση στηριζόταν στη Δ.39 θ.1 η οποία και παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της. (Annual Practice 1958, σελ. 865 και Halsbury's Laws of England 3η Έκδοση, Τόμος 21, σελ. 418-419, παράγρ. 878)». Εντοπίζεται δε, στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 21, σελ. 418-419, παράγρ. 878: «Discretionary power of the Court as to evidence. The Court has a discretionary power of acting upon such evidence as may be before it at the time, and will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create delay, or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion». Τέθηκε ως εξής το ζήτημα από το Δικαστή Κληρίδη, τότε ΠΕΔ, στην αγωγή 7123/2008: «Υπενθυμίζεται το ότι η αντεξέταση δεν διεξάγεται αυτοδίκαια, αλλά σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.39 Κ.1, το Δικαστήριο μπορεί μόνο κατόπιν αιτήματος διαδίκου να διατάξει την παρουσία ενός ομνύοντα για αντεξέταση. Τα θέματα δε επί των οποίων μπορεί να αντεξετάσει ένας διάδικος θα πρέπει να είναι περιορισμένα και να εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της ενδιάμεσης διαδικασίας και όχι να εκτείνονται επί οποιουδήποτε θέματος ήθελε υπάρξει διαφωνία ή αμφισβήτηση μεταξύ των μερών ή απλά προς το σκοπό της μείωσης της γενικότερης αξιοπιστίας ενός διαδίκου ή της ενίσχυσης της αξιοπιστίας άλλου». Οδηγός για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, προκειμένου να εγκρίνει αίτημα παρουσίας μάρτυρα για αντεξέταση, είναι η στοιχειοθέτηση κάποιου είδους εξαιρετικής περίστασης, ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Το θέμα της καταχώρησης συμπληρωματικής ή συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων διέπεται από τη Δ.48, Θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (όπως αυτός τροποποιήθηκε και τέθηκε σε ισχύ στις 23.12.99) που προνοεί τα ακόλουθα: «4
(2)Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39». Από το γράμμα της Δ.48 Θ.4
(2)προκύπτει πως η δυνατότητα καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δεν είναι δεδομένη ούτε και αυτόματη. «Το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μια αίτηση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει ... στη διακριτική ευχέρεια του ... Δικαστηρίου» [βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α.
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 510]. Όμως, για να ασκηθεί η διακριτική εξουσία υπέρ του αιτήματος για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα πρέπει ο διάδικος που υποβάλλει το αίτημα να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχει καλός λόγος γιο κάτι τέτοιο. Ο καλός λόγος συνυφαίνεται με τη σημασία που έχει η προτεινόμενη επιπρόσθετη μαρτυρία για την εκδίκαση της εκάστοτε ενδιάμεσης αίτησης, με την ευχέρεια παρουσίασης της μαρτυρίας αυτής δια των αρχικών ενόρκων δηλώσεων, καθώς κα με την ανάγκη αντίκρουσης μαρτυρίας τoυ αντιδίκου. Στην πρόσφατη απόφαση Μαρία Κόκκινου ν. Κυριάκου Κυριάκου, Εφ. Αρ. 29/2014, ημερομηνίας 3/11/2016, το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο παραμέρισε την ενδιάμεση απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, με την οποία παραχωρήθηκε άδεια στον εφεσίβλητο για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, γεγονός που οδήγησε και στην ακύρωση του οριστικοποιηθέντος προσωρινού διατάγματος. Παρά το γεγονός ότι η υπό εξέταση περίπτωση διαφοροποιείται από την πιο πάνω απόφαση, επί τω ότι σ' αυτήν δεν εκδόθηκε μονομερώς προσωρινό διάταγμα, η πιο πάνω νομολογία παραμένει βοηθητική με τη διατύπωση των πιο κάτω κανόνων γενικής εφαρμογής: «Σε διαδικασίες, ... για προσωρινό διατάγματα, σπάνια είναι που θα προκύψει ανάγκη η οποία να εκφράζεται σε καλό λόγο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος. Και αυτό γιατί στις διαδικασίες αυτές το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται ουσιαστικά σε εξέταση της συνδρομής των νομοθετικών προϋποθέσεων για την έκδοση του διατάγματος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και σε εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων. ..................................................................................................................................... «Καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης». Με γνώμονα, λοιπόν, το τεθέν νομικό πλαίσιο, θα προχωρήσω στην εξέταση της αίτησης. Είναι, κατ' αρχάς, σημαντικό να αναφερθεί ότι ο Αιτητής επιχειρεί με την αίτηση του, είτε να αντεξετάσει την Καθ' ης η αίτηση, είτε να αντικρούσει, αρνηθεί και απαντήσει σε ισχυρισμούς της τελευταίας, που περιέχονται στην ένορκη δήλωση της που συνοδεύει την ένσταση της, με την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του, για τις παραγράφους που αναφέρει, σε μερικές από τις οποίες μάλιστα ζητά, τόσο την αντεξέταση, όσο και την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης (παράγραφοι 17, 19, 21, 24, 25, 28, 29, 32 και 36). Και τούτο, στα πλαίσια μιας ενδιάμεσης διαδικασίας για έκδοση προσωρινού διατάγματος, με βάση τις προϋποθέσεις του άρθρου 32, του Ν.14/60[1], όπου το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε λεπτομερή αξιολόγηση της μαρτυρίας για εξαγωγή ευρημάτων και συμπερασμάτων [Jonitexo v. Adidas
(1984)1 AAD 263] και η οποία διαδικασία δεν πρέπει να μετατρέπεται σε δίκη επί της ουσίας [Νικόλα ν. Κεφάλα
(1998)1 ΑΑΔ 1400]. Επιπρόσθετα δε, σε μια υπόθεση, όπου το ζητούμενο είναι το συμφέρον της ανήλικης [Ε. Στυλιανού ν. Β. Στυλιανού
(1993)1 ΑΑΔ 130], το οποίο, εν πάση περιπτώσει θα διαγνωσθεί στα πλαίσια της εναρκτήριας αίτησης. Εκεί, όπου το Δικαστήριο λειτουργεί εξεταστικά (Στυλιανού πιο πάνω), έχει την άκρως ωφέλιμη πληροφόρηση από την Έκθεση Λειτουργού Ευημερίας [Δαμιανού ν. Δαμιανού
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 29] και τη δυνατότητα να συνεκτιμήσει τη γνώμη της ανήλικης, αν φυσικά έχει την ωριμότητα να την εκφράσει (άρθρο 6, Ν.216/90). Ως προς το θέμα της έκδοσης διατάγματος αντεξέτασης της Καθ' ης η αίτηση, ότι ουσιαστικά επιζητείται, είναι η αντεξέταση της επί αντικρουόμενων ισχυρισμών της σε σχέση μ' αυτούς του Αιτητή. Έχω ήδη αναφερθεί στις προϋποθέσεις που πρέπει να τηρούνται για την έκδοση προσωρινού διατάγματος, με βάση το άρθρο 32, του Ν.14/
  1. Η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται με την παρουσίαση από τον Αιτητή σοβαρής και συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Συνεπώς, οποιοιδήποτε αντίθετοι ισχυρισμοί της Καθ' ης η αίτηση για την έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος δεν επηρεάζουν την προϋπόθεση αυτή. Αναφορικά με τη δεύτερη προϋπόθεση, τα θέματα για τα οποία ζητείται η αντεξέταση αποτελούν θέματα ουσίας, η εξέταση των οποίων θα γίνει κατά την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης και δεν έχουν σχέση με την ικανοποίηση της προϋπόθεσης αυτής. Το αίτημα του Αιτητή για αντεξέταση δεν έχει συσχετιστεί με την τρίτη προϋπόθεση. Συνεπώς δεν έχω ικανοποιηθεί πώς, μέσα από την αντεξέταση, θα διαπιστώσει το Δικαστήριο αν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος. Βέβαια, θα ήταν παράλειψη μου να μην αναφέρω ότι η Καθ' ης η αίτηση, με την ένσταση της, άνοιξε το δρόμο, με διάφορους ισχυρισμούς της, για την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης του Αιτητή, όχι όμως και για την έγκριση της. Στη βάση των πιο πάνω λεχθέντων, θεωρώ αχρείαστη την αντεξέταση της Καθ' ης η αίτηση, στα πλαίσια ειδικά της παρούσας διαδικασίας, επί του ισχυρισμού της ότι συμφώνησε στην έκδοση του προσωρινού διατάγματος, ημερομηνίας 09/06/2020 «υπό το κράτος απειλής από τον Αιτητή...»(παράγραφος 17). Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό της ότι ο Αιτητής δεν διαθέτει, λόγω της εργασίας του, χρόνο για περισσότερη επικοινωνία με την ανήλικη, σ' αντίκρουση του ισχυρισμού του ότι είναι «διαθέσιμος πολλές ώρες την ημέρα για το παιδί» του(παράγραφος 19). Πολύς λόγος γίνεται για ένα συμβάν, κατά την παράδοση της ανήλικης από την Καθ' ης η αίτηση στον Αιτητή, στις 08/11/
  2. Οι λεπτομέρειες για το πιο πάνω συμβάν, πολλές και αντικρουόμενες. Ότι αξίζει να αναφερθεί, είναι μόνο πως γι' αυτό έγινε καταγγελία στην Αστυνομία, η οποία και το εξετάζει(παράγραφοι 21, 26, 27, 28). Αχρείαστη και εδώ η αντεξέταση. Το ίδιο ισχύει και για τα όσα αναφέρονται στις παραγράφους 24 και 25 της ένορκης δήλωσης της Καθ' ης η αίτηση, όπου γίνεται αναφορά στη βίαιη συμπεριφορά του Αιτητή απέναντι της, η οποία οδήγησε στη ρήξη της σχέσης τους, καθώς και στην ίδια συμπεριφορά του Αιτητή, κατά τον ίδιο χρόνο, προς τρίτα πρόσωπα. Το αυτό ισχύει και για τις αναφορές της Καθ' ης η αίτηση στην παράγραφο 29 της ένορκης δήλωσης της για ισχυριζόμενη «αδιαφορία και επιπολαιότητα» του Αιτητή όταν αυτή εγκυμονούσε την κόρη τους. Σε παρελθόντα χρόνο και συγκεκριμένα στο χρόνο της συμβίωσης των διαδίκων, είναι και οι αναφορές της Καθ' ης η αίτηση στην παράγραφο 32 της ένορκης δήλωσης της. Πρόκειται για αχρείαστες αναφορές της Καθ' ης η αίτηση, που παρουσιάζουν αυτήν μόνο να επωμίζεται τη φροντίδα της ανήλικης τότε και τον Αιτητή να αδιαφορεί γι' αυτήν, αχρείαστη όμως είναι και η αντεξέταση γι' αυτές. Στη διαμάχη τους, οι διάδικοι θέλησαν να εμπλέξουν και τους γονείς τους και ειδικά τη ψυχική και σωματική τους υγεία (παράγραφος 35). Δεν χρειάζεται ούτε κι εδώ αντεξέταση. Δεν αναμένετο η Καθ' ης η αίτηση να αναφέρεται και να καταλογίζει στον Αιτητή θέματα έλλειψης φροντίδας κατά την ολιγόωρη επικοινωνία του με την ανήλικη, στις 08/11/2020, όπως το συμπέρασμα της ότι το παιδί «έκλαιγε και τη ζητούσε, γεγονός που διαφάνηκε όταν την επέστρεψε - εννοείται ο Αιτητής - καθότι τα ματάκια της ήτο φουσκωμένα και κατακόκκινα». Ότι «δεν της άλλαξε πάνα» και ότι αμφιβάλλει «για το κατά πόσο κατάφερε να την ταΐσει, αφού η ανήλικη, όταν επέστρεψε, πεινούσε και διψούσε πολύ και τα χείλη της ήταν αφυδατωμένα»(παράγραφος 36). Ούτε όμως οι υπερβολές αυτές χρήζουν αντεξέτασης. Τον χαρακτηρισμό της υπερβολής προσδίδω και στον ισχυρισμό της Καθ' ης η αίτηση που αναφέρεται στην παράγραφο 54 της ένορκης δήλωσης της ότι ο Αιτητής «ουκ ολίγες φορές» αφήνει την ανήλικη «να τη φροντίζει η οικιακή βοηθός της μητέρας του ή τρίτα πρόσωπα». Γι' αυτό παρέλκει και εδώ η ανάγκη αντεξέτασης. Τα θέματα παρακοής του υφιστάμενου διατάγματος επικοινωνίας επιλύονται με άλλη διαδικασία. Αχρείαστος, λοιπόν, ο ισχυρισμός, άμεσος και έμμεσος, στις παραγράφους 55 και 63 της ένορκης δήλωσης της Καθ' ης η αίτηση, περί παρακοής του πιο πάνω διατάγματος από τον Αιτητή, αλλά αχρείαστη και η αντεξέταση της. Τέλος, στο ύψος της υπερβολής κατατάσσεται και ο ισχυρισμός της Καθ' ης η αίτηση, στην παράγραφο 57 της ένορκης δήλωσης ότι ο Αιτητής «ουκ ολίγες φορές ήρθε το πρωί να παραλάβει την ανήλικη άυπνος, με κατακόκκινα μάτια και μεθυσμένος». Παραταύτα, αφήνει να νοηθεί ότι αυτή δεν αντέδρασε και παρέδωσε σ' αυτόν την ανήλικη. Και εδώ δεν τίθεται θέμα αντεξέτασης. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και το περιεχόμενο της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του Αιτητή για την καταχώρηση της οποίας επιζητείται η άδεια από τον τελευταίο. Ότι και εδώ αχρείαστα και αδικαιολόγητα επιχειρείται είναι η συμπερίληψη και σχολιασμός θεμάτων, που ο Αιτητής θεωρεί ότι εγείρονται στην ένσταση, τα οποία, όμως, είναι άσχετα και/ή αδιάφορα με την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Ως τέτοια δε, δεν μπορούν να αποτελούν αντικείμενο ένορκης δήλωσης, όπως η Δ.39 καθορίζει. Σ' αυτή την κατηγορία συγκαταλέγονται οι τοποθετήσεις του Αιτητή σε σχέση με τα όσα αναφέρονται από την Καθ' ης η αίτηση, στην ένορκη δήλωσης της, στις παραγράφους 17, 18, 19, 24, 25, 29-30, 32, 36, 51 και 59 (οι τελευταίες, δηλαδή 51 και 59, με περιεχόμενο παρόμοιο ως οι παράγραφοι 24 και 25 της ένορκης δήλωσης της Καθ' ης η αίτηση). Αναφορά στο περιεχόμενο πλείστων εκ των πιο πάνω παραγράφων γίνεται ανωτέρω. Όπως και πιο πάνω έχει αναφερθεί, τα θέματα παρακοής του υφιστάμενου διατάγματος επικοινωνίας επιλύονται με άλλη διαδικασία και γι' αυτό τα όσα επιθυμεί να συμπεριλάβει στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ο Αιτητής, σε σχέση με το θέμα αυτό που αναφέρεται στην παράγραφο 20 της ένορκης δήλωσης της Καθ' ης η αίτηση, δεν μπορούν να αποτελούν το αντικείμενο ένορκης δήλωσης (Δ.39). Αντικρουόμενοι ισχυρισμοί σε σχέση με το συμβάν, ημερομηνίας 18/11/2020, στο οποίο γίνεται αναφορά πιο πάνω, δεν αποτελούν καλό λόγο για άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, σχετικά με τις παραγράφους 21, 22, 23 και 28 της ένορκης δήλωσης της Καθ' ης η αίτηση. Το ίδιο ισχύει και για την παράγραφο 45 της Καθ' ης η αίτηση. Αυτό καταδεικνύεται από τα όσα ο Αιτητής θέλει να συμπληρώσει, ότι δηλαδή «σε κάθε επικοινωνία μου με την ανήλικη η τελευταία δεν μένει στιγμή με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Όλα όσα αναφέρει η Καθ' ης η αίτηση, στην παράγραφο 45 της ένορκης της δήλωσης, είναι αστήρικτα και ανυπόστατα». Τέλος, σε σχέση με την παράγραφο 44 της ένορκης δήλωσης της Καθ' ης η αίτηση και στην εκεί τοποθέτηση της για εισήγηση του Αιτητή, η ανήλικη να μην διανυκτερεύει μαζί του, η απάντηση δίνεται από την ίδια την αίτηση του Αιτητή, ημερομηνίας 09/11/2020, όπου, μεταξύ άλλων, αυτός ζητά και διανυκτερεύσεις, γι' αυτό και παρέλκει η ανάγκη απάντησης του τελευταίου, ότι πάντοτε αυτό επιθυμούσε. Με βάση όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η προϋπόθεση του καλού λόγου για έγκριση του αιτήματος για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, δεν ικανοποιείται στην προκειμένη περίπτωση. Την κατάληξη μου αυτή, δεν μπορεί να επηρεάσει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, το γεγονός της απόρριψης από το Δικαστήριο του αιτήματος του Αιτητή για αντεξέταση της Καθ' ης η αίτηση και αντιστρόφως. Ενόψει δε της πιο πάνω κατάληξης, κρίνω ότι παρέλκει η εξέταση της θέσης της Καθ' ης η αίτηση περί κατάχρησης της διαδικασίας, η οποία στηρίζεται στο ότι, με την παρούσα αίτηση, ζητείται, τόσο άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, όσο και η έκδοση διατάγματος αντεξέτασης. Για όλους του πιο πάνω λόγους, η αίτηση ημερομηνίας 23/12/2020 απορρίπτεται. Λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο που με το περιεχόμενο της ένστασης της, η Αιτήτρια προκάλεσε την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης από τον Αιτητή, επιδικάζω υπέρ της μόνο το ½ των εξόδων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα καταβληθούν δε, στο τέλος της διαδικασίας. Δ. Κούσιου, Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΟΤ [1] Οι τρεις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν.14/60 είναι οι ακόλουθες:
  3. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση στην εναρκτήρια αίτηση.
  4. Η πιθανότητα ότι η αιτήτρια δικαιούται στη θεραπεία που ζητά στην εναρκτήρια αίτηση ή έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας.
  5. Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.