Ν. S. ν. Α. Τ., Αρ. Αίτησης: 46/20, 20/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLAR:2021:11 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Κούσιου, Δ. Αρ. Αίτησης: 46/20 Μεταξύ: Ν. S. Αιτήτρια και Α. Τ. Καθ΄ού η αίτηση Αίτηση Ημερ. 17/11/2020 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 20 Ιουλίου, 2021 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτρια: κ.κ. Γιώργο Φ. Πιττάτζιης ΔΕΠΕ Για Καθ΄ού η αίτηση: κ. Κωνσταντίνος Ταμπούρλας Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι διάδικοι είναι εν διαστάσει σύζυγοι. Από το γάμο τους απέκτησαν ένα παιδί, τον Κ. που γεννήθηκε στις 13.3.2009 και ακολούθησε τη μητέρα του όταν αυτή, το Μάιο του 2020, αποχώρησε από τη συζυγική κατοικία. Η Αιτήτρια με την κυρίως αίτησή της που καταχωρήθηκε στις 17.11.2020 ζητά διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο Καθ΄ου η αίτηση να συνεισφέρει στη διατροφή του πιο πάνω ανήλικου τέκνου του το ποσό των €520 μηνιαίως. Ταυτόχρονα, ήτοι στις 17.11.2020, η Αιτήτρια καταχώρησε και μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσε την ίδια πιο πάνω θεραπεία στο ποσό, όμως, των €450 μηνιαίως. Στη βάση της αίτησης αυτής, η Αιτήτρια πέτυχε, στις 19.11.2020, την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο ο Καθ΄ου η αίτηση διατάσσεται να της καταβάλλει, από την ημέρα επίδοσης σ΄ αυτόν του διατάγματος, το ποσό των €350 μηνιαίως ως η συνεισφορά του για τη διατροφή του πιο πάνω ανήλικου τέκνου του. Ο Καθ΄ου η αίτηση ενέστη, καταχωρώντας ειδοποίηση ένστασης στις 26.2.2021. Αμφισβητεί την εγκυρότητα του διατάγματος εγείροντας αριθμό λόγων ένστασης οι οποίοι περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση του που τη συνοδεύει, μαζί με δύο τεκμήρια. Η αίτηση έχει ως πραγματικό υπόβαθρο την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας. Κατά την ακρόαση της αίτησης, κανένας από τους ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεώς του. ΟΙ συνήγοροι των διαδίκων αρκέστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις και η κάθε πλευρά υπεραμύνθηκε των θέσεων της με αναφορά σε νομολογία. Στις πλείστες, αν όχι σ΄ όλες, τις υποθέσεις που αφορούν ρύθμιση του θέματος διατροφής ανηλίκου, όπως επιβεβαιώνεται και από την πρόσφατη νομολογία (Δημοσθένους ν. Δημοσθένους, Εφ. Αρ. 21/2019, ημερ. 29.6.2020), δεν εγείρεται θέμα απουσίας οποιασδήποτε προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και τούτο γιατί και οι τρεις είναι εγγενείς με τη φύση της αξίωσης για τους λόγους τους οποίους στη συνέχεια εξηγώ. Πρόκειται για νομική υποχρέωση, η οποία επιβάλλεται απευθείας από το Νόμο και συγκεκριμένα το άρθρο 33
(1)του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 (Ν. 216/90). Συνεπώς, από τη στιγμή που ο ένας γονέας, επιδιώκει συνεισφορά από τον άλλο γονέα ο οποίος, εκ του νόμου, είναι υπόχρεος να συνεισφέρει, ο πρώτος έχει, βεβαίως, πολύ καλή βάση αγωγής. Περαιτέρω, έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, εφόσον ο άλλος γονέας είναι το πρόσωπο που εκ του νόμου οφείλει να συμβάλλει ανάλογα με τις δυνάμεις του στη διατροφή του τέκνου. Η τρίτη προϋπόθεση σχετίζεται με την επάρκεια των αποζημιώσεων, όπως έχει εξηγηθεί στην υπόθεση Οδυσσέως ν. Πιερής
(1982)1 ΑΑΔ 551. Εδώ θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι πρόκειται για αποζημιώσεις οι οποίες ενδέχεται να επιδικαστούν μετά την ακρόαση της εναρκτήριας αίτησης. Ωστόσο, και τούτο είναι απλό, η διατροφή ανηλίκου δεν μπορεί να αναμένει την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης, ούτε και η οποιαδήποτε μελλοντική αποζημίωση θα μπορούσε να ικανοποιήσει εκ των υστέρων της παρελθοντικές του ανάγκες. Ακόμα και η μη συνεισφορά του γονέα ευλόγου ποσού για τη διατροφή του επηρεάζει την καθημερινή διαβίωση και την εν γένει ευημερία του ανηλίκου. Τα πιο πάνω λεχθέντα, σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, συναρτώνται άμεσα και με το στοιχείο του κατεπείγοντος που αναμφίβολα δικαιολογούσε την έκδοση του επίδικου διατάγματος κατά παρέκκλιση του θεμελιώδους κανόνα της δικαιοσύνης που απαιτεί ακρόαση και των δύο μερών πριν την άσκηση δικαστικής εξουσίας (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου,
(1998)1(Β) ΑΑΔ 598). Ειδικότερα το κατεπείγον ενισχύεται και από τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι κατά την καταχώρηση της αίτησης ο Καθ΄ου η αίτηση, αντίθετα με ότι έπραττε προηγουμένως, δεν επεδείκνυε οποιοδήποτε ενδιαφέρον για τον ανήλικο ούτε και συνεισέφερε οποιοδήποτε ποσό για τα έξοδα συντήρησης και διατροφής του. Ο ισχυρισμός αυτός ως και η σχετική τοποθέτηση του Καθ΄ου η αίτηση ως προς αυτό, θα σχολιαστούν εκτενέστερα πιο κάτω. Βέβαια, η συνδρομή των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/60, ως και η ύπαρξη του κατεπείγοντος δεν οδηγούν το δίχως άλλο στη διατήρηση του διατάγματος. Το Δικαστήριο πρέπει, επίσης, να σταθμίσει το κατά πόσο κάτι τέτοιο είναι δίκαιο και εύλογο (Ιπποδρομιακή Αρχή ν. Χατζηβασίλη
(1989)1 ΑΑΔ 152). Με την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας τέθηκαν στο Δικαστήριο τα δεδομένα των εισοδημάτων, τόσο του Καθ΄ου η αίτηση, όσο και της ίδιας. Συγκεκριμένα η Αιτήτρια αναφέρει στις παρ. 8 και 9 της ένορκης δήλωσής της τα εξής: «
- Ο Καθ΄ου η αίτηση διατηρεί δικό του συνεργείο και ασχολείται με την επιθεώρηση και τεχνικό έλεγχο μηχανοκίνητων οχημάτων για σκοπούς εξασφάλισης και ή ανανέωσης του πιστοποιητικού καταλληλόλητας (ΜΟΤ) και λαμβάνει από την εργασία του περί τα €2.500 μηνιαίως ΄Εχει εγγεγραμμένη επ΄ ονόματι του μεγάλη ακίνητη περιουσία και μέρος αυτής είναι υποθηκευμένη για χρέη σε τραπεζικά ιδρύματα.
- Εγώ ήμουν εποχιακή υπάλληλος σε ξενοδοχειακή μονάδα ήτοι εργοδοτούμουν για 6 μήνες το χρόνο και λάμβανα περί τα €900 μηνιαίως. ΄Ενεκα των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετωπίζω, αναγκάστηκα να εξασφαλίσω και δεύτερη εργασία μερικής απασχόλησης ως υπεύθυνη σε κατάστημα παραγωγής μπύρας και λαμβάνω περί τα €800 μηνιαίως. Περί τα τέλη Οκτωβρίου 2020 σταμάτησα να εργάζομαι στη ξενοδοχειακή μονάδα και μοναδικό μου εισόδημα είναι τα €800 μηνιαίως.» Ως προς τα πιο πάνω, αντιτείνει ο Καθ΄ου η αίτηση στις παραγράφους 10-16 της ένορκης δήλωσης του, τα έξης: «
- Απορρίπτω τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας στην παράγραφο 8 της ΄Ενορκης Δήλωσης της Αιτήτριας, πλην του ότι διατηρώ δικό μου συνεργείο και που έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο των οχημάτων για την εξασφάλιση ή ανανέωση πιστοποιητικού καταλληλόλητας (ΜΟΤ).
- Προς υποστήριξη της άρνησης μου ισχυρίζομαι ότι λαμβάνω περί τα €1.440 το μήνα από την εργασία μου. Ωστόσο, λόγω του ότι η επιχείρηση μου αντιμετωπίζει πολλά οικονομικά προβλήματα αναγκάζομαι πολλές φορές να χρησιμοποιώ ένα μεγάλο μέρος του μισθού μου για τις ανάγκες της επιχείρησής μου.
- Επισυνάπτω στην παρούσα ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο πιστοποιητικού αποδοχών για το 2020 από το Τμήμα Φορολογίας.
- Επιπλέον, ισχυρίζομαι ότι μαζί με την Αιτήτρια έχουμε 2 τραπεζικά δάνεια, το ένα στεγαστικό και το άλλο είναι δάνειο για νέες οικογένειες όπου το κάναμε για αγορά επίπλων στο σπίτι μας. Μέχρι σήμερα η Αιτήτρια ουδέποτε κατέβαλε οποιαδήποτε δόση δανείου και μόνο εγώ συνεισφέρω εις την εξόφληση των δανείων μας, ενώ ως συνοφειλέτης είναι υποχρέωση της να πληρώνει.
- Εξαιτίας της οικονομικής στενότητας που έχει η επιχείρηση μου και των πολλών εξόδων που προκύπτουν, χρωστώ πολλές δόσεις δανείου και στα δύο δάνεια που έχουμε. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 2 απόδειξη και κατάσταση λογαριασμού των δανείων μας από την τελευταία δόση που έδωσα.
- Επίσης χρωστώ περί τα 6-7 ενοίκια της επιχείρησης μου και περί τις €6.000 αμοιβή στον λογιστή μου. Συνεπώς, δεν έχω την οικονομική ευμάρεια που παρουσιάζει η Αιτήτρια.
- Παραδέχομαι τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας στην παράγραφο 9 τη Ένορκης της Δήλωσης.» Ότι σε σχέση με τα πιο πάνω, στο παρόν στάδιο, χρειάζεται να σχολιαστεί είναι ο ισχυρισμός του Καθ΄ου η αίτηση για την καταβολή από τον ίδιο των δόσεων δανείων των διαδίκων (παρ. 13 &14 πιο πάνω) ο οποίος δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, εφόσον η διατροφή ανηλίκων προηγείται των οποιωνδήποτε υποχρεώσεων τέτοιας φύσης (Αντωνίου ν. Αντωνίου
(1969)1 ΑΑΔ 307, Roberts v. Roberts
(1968)3 All ER 479 και Χαραλάμπους ν. Χαραλάμπους
(2010)1 ΑΑΔ 951). Η όποια δε τυχόν διαφορά των διαδίκων γι΄ αυτό το θέμα μπορεί να επιλυθεί στα πλαίσια άλλων μεταξύ τους δικαστικών διαδικασιών. Οι μηνιαίες ανάγκες του ανηλίκου, όπως αυτές καθορίζονται από την Αιτήτρια στην παρ. 7 της ένορκης δήλωσής της, είναι οι ακόλουθες: «1) ΄Εξοδα διατροφής: €200 2) Χαρτζιλίκι: € 30 3) Μεταφορικά έξοδα: €80 4) Ιατρικά έξοδα: € 20 5) Ψυχαγωγία και άλλα έξοδα όπως Έξοδα για εκδρομές, σχολικά είδη, Αισθητικό κλπ €100 6)΄Εξοδα ένδυσης-υπόδησης: € 50 7) Φροντιστήρια (Αγγλικά): € 60 8) Ρεύμα, Νερό: € 80 9) Αναλογία ενοικίου μαζί με Κοινόχρηστα έξοδα: €192,50 10) ΄Εξοδα για παροχή internet και Κινητής τηλεφωνίας του ανηλίκου € 80 ΣΥΝΟΛΟ €892,50» Ο Καθ΄ου η αίτηση δεν αμφισβητεί τα πιο πάνω κονδύλια. Εξαίρεση αποτελεί το κονδύλι 7 πιο πάνω, το οποίο αφορά το φροντιστήριο Αγγλικών και του οποίου το κόστος, κατά τον Καθ΄ου η αίτηση, είναι €100 το χρόνο και καταβάλλεται από τον ίδιο. Επίσης ότι είναι ο ίδιος που δίνει στον ανήλικο χαρτζιλίκι και του αγοράζει «ότι χρειάζεται και έχει ανάγκη». Κατά τα λοιπά, ότι αναφέρει είναι πως τα πιο πάνω έξοδα είναι «υπερβολικά και διογκωμένα». Τέλος, διατείνεται και αυτό αποτελεί βασικό του ισχυρισμό, ότι ο ανήλικος διαμένει με τους διαδίκους κατ΄ ίσο χρόνο γι΄ αυτό, λαμβάνοντας υπόψη και τις πιο πάνω παροχές του στα έξοδά του, αλλά και παροχές προς την Αιτήτρια - της παραχώρησε αυτοκίνητο για το οποίο πληρώνει και την ασφάλεια- δεν πρέπει να καταβάλλει οποιοδήποτε ποσό διατροφής. Σε σχέση με την πιο πάνω τελευταία εισήγησή του ο Καθ΄ου η αίτηση, αναφέρει στην παρ. 7 της ένορκης δήλωσής του τα εξής: «
- Αρνούμαι και απορρίπτω τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας ως αναληθείς και παραπλανητικούς και ισχυρίζομαι τα ακόλουθα: i. Από τη χρονική στιγμή της διάστασης μας, ήτοι το Μάιο του 2020, το ανήλικο διανυκτέρευε στο σπίτι μου σχεδόν καθημερινά. Η Αιτήτρια λόγω της εργασίας της όπου το καλοκαίρι δούλευε σε ξενοδοχειακή μονάδα και είχε μη τακτικές ώρες εργασίας, δεν μπορούσε να φροντίσει το ανήλικο τέκνο μας ως έπρεπε, με αποτέλεσμα εγώ έχοντας τη βοήθεια της μητέρας μου ήμουν σχεδόν αποκλειστικά υπεύθυνος για τη διατροφή και φροντίδα του Δεν ήθελα το ανήλικο μας να μένει μόνο του στο σπίτι και έτσι αποφάσισα να περνάει τις πιο πολλές ώρες της ημέρας μαζί μου. ii.Μόνο περί ή κατά τον Οκτώβριο του 2020 για περίπου 2 εβδομάδες δεν μπορούσα να φροντίζω το ανήλικο τέκνο μας, ένεκα κάποιου προβλήματος που αντιμετώπιζα στο γόνατο του ποδιού μου όπου έπρεπε να πηγαίνω συνεχώς για φυσικοθεραπεία και κολύμπι, όπου εκείνες τις 2 εβδομάδες ήτο το ανήλικο συνεχώς με την Αιτήτρια. iii. Μετά από αυτό εγώ και η Αιτήτρια συμφωνήσαμε προφορικά να μένει το ανήλικο τέκνο μας εβδομάδα παρά εβδομάδα με τον καθένα μας. Η προφορική μας συμφωνία ήταν ότι ο καθ΄ ένας μας θα ήταν υπεύθυνος για τη φροντίδα του ανήλικου την εβδομάδα που θα έμενε μαζί του και θα πλήρωνε όλα του τα έξοδα. Συνεπώς είναι ισχυρισμός μου ότι συμφωνήσαμε την εξ ημισείας καταβολή και πληρωμή των εξόδων του ανήλικου τέκνου μας. iv. Να σημειωθεί ότι, την εβδομάδα που το ανήλικο διαμένει μαζί μου τα μεσημέρια το παίρνω μαζί μου στη μητέρα μου όπου γευματίζουμε όλοι μαζί και τα έξοδα αυτά της διατροφής του τα καταβάλλω εγώ ο ίδιος. v. Επιπλέον, ό,τι χρειαστεί το τέκνο μου επιπλέον πάντοτε προσπαθώ με βάση την οικονομική μου δυνατότητα να του το αγοράζω. vi. Παρά την ανωτέρω συμφωνία μας, η Αιτήτρια προχώρησε αδικαιολόγητα στην ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση και αιτείται διατροφή ενώ συμφωνήσαμε από κοινού να μοιραζόμαστε εξ ημισείας τα έξοδα του ανήλικου τέκνου μας. vii. Από τη χρονική στιγμή της συμφωνίας μας δεν υπάρχει ουσιαστική μεταβολή των οικονομικών της Αιτήτριας που να δικαιολογούν την ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση. Σχετικές με τα πιο πάνω είναι οι αναφορές της Αιτήτριας στις παρ. 6 και 10 της ένορκης δήλωσής της, ως εξής: «
- Την καλοκαιρινή περίοδο του 2020 και συγκεκριμένα μέχρι τον Αύγουστο του 2020 ο Καθ΄ου η αίτηση βοηθούσε μερικώς στην καθημερινή φροντίδα και συντήρηση του ανήλικου τέκνου μας, ήτοι για μερικές ώρες το ανήλικο επισκεπτόταν τον Καθ'΄ ου η αίτηση και περνούσαν λίγο χρόνο μαζί. Από τον Αύγουστο του 2020 μέχρι και σήμερα ο Καθ' ου η αίτηση δεν επιδεικνύει κανένα ενδιαφέρον και αρνείται πεισματικά να συνεισφέρει οποιοδήποτε ποσό για τα έξοδα συντήρησης και διατροφής του ανήλικου είναι η θέση μου ότι το πράττει για να με ταλαιπωρεί καθότι ήμουν επίμονη στην αίτηση διαζυγίου.
- Τις ανάγκες του ανήλικου γιου των διαδίκων τις καλύπτω αποκλειστικά εγώ. Όταν εργάζομαι, το ανήλικο τέκνων μας βρίσκεται συνήθως στη μητέρα του Καθ΄ου η αίτηση μέχρι να σχολάσω και να τον παραλάβω. Ο Καθ΄ου η αίτηση από τον Αύγουστο του 2020 μέχρι σήμερα δεν επιδεικνύει το παραμικρό ενδιαφέρον, δεν ασχολείται με την ανατροφή και ή τη συντήρηση του ανήλικου και δεν είναι πρόθυμος να προσφέρει την παραμικρή βοήθεια ή συνεισφορά. Αρνείται και ή δεν επιδιώκει να έχει οποιασδήποτε φύσης επικοινωνία με το ανήλικο και πολλές φορές αρνείται ακόμα και να παραλάβει και ή να μεταφέρει το ανήλικο τέκνο μας από και προς το σχολείο ή τις δραστηριότητες του, με αποτέλεσμα να τα αναλαμβάνω όλα αποκλειστικά εγώ.» Το πρώτο σχόλιο στο οποίο προβαίνω είναι αυτό που προανάφερα ως προς το θέμα της ενίσχυσης του κατεπείγοντος. Προκύπτει από το περιεχόμενο της παρ. 6 της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας και της παρ. 7(ii) της ένορκης δήλωσης του Καθ΄ου η αίτηση. Δηλαδή, ότι κατά το χρόνο καταχώρησης της υπό εξέταση αίτησης ο ανήλικος διέμενε μόνο με την Αιτήτρια και ο Καθ΄ου η αίτηση δεν είχε συνεισφορά στα έξοδά του. Το δεύτερο σχόλιο, αφορά τη συμφωνία που επικαλείται ο Καθ΄ου η αίτηση για «εξ ημισείας . πληρωμή των εξόδων του ανήλικου». Με άλλα λόγια ο καθένας να καταβάλλει τα έξοδα του ανήλικου που προκύπτουν στο χρόνο που διαμένει μαζί του. Δεν αμφισβητώ ούτε όμως και αποδέχομαι την ύπαρξη της εν λόγω συμφωνίας, ούτε βέβαια και τη βάση αυτής, ότι δηλαδή ο ανήλικος διαμένει κατ΄ ίσο χρόνο με τους διαδίκους. Κάτι τέτοιο άλλωστε δεν είναι επιτρεπτό, στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο, όπου το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε ευρήματα επί της μαρτυρίας, ούτε καταλήγει σε συμπεράσματα (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 AAΔ 263). Ούτε βέβαια στα πλαίσια αυτά γίνεται αποδεκτός ο ισχυρισμός του Καθ΄ου η αίτηση περί απόκρυψης, επί ποινή ακυρότητας, των πιο πάνω από την Αιτήτρια (Στυλιανού ν. Στυλιανού
(1992)1 ΑΑΔ 583). Και τούτο γιατί τα πιο πάνω αποτελούν αντικρουούμενους ισχυρισμούς μεταξύ των διαδίκων. Το Δικαστήριο κατά το στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε ευρήματα επί της μαρτυρίας, η δε εξέταση της ενώπιον του μαρτυρίας γίνεται με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί ή να διατηρηθεί σε ισχύ το διάταγμα [βλ. Jonitexo (πιο πάνω). Περαιτέρω, σε συνήθεις υποθέσεις διατροφής, όπως η παρούσα, ο καθορισμός της συνεισφοράς των γονέων στη διατροφή του παιδιού τους γίνεται στις παραμέτρους του άρθρου 33
(1)του Ν. 216/90, οι όποιοι παράμετροι, ήτοι οικονομικές δυνάμεις των γονέων, έξοδα ανηλίκου, είναι πρωτίστως μαθηματικής φύσης παράμετροι. Έχω ήδη αναφερθεί στις τοποθετήσεις των δύο πλευρών ως προς τις οικονομικές τους δυνάμεις και τα έξοδα του ανηλίκου. Διατηρώ υπόψη μου πως δεν είναι ώρα για πλήρη αξιολόγηση της μαρτυρίας και κατάληξη σε εύρημα σε σχέση με τα πιο πάνω και τον καθορισμό της συνεισφοράς του καθενός από τους διαδίκους στη διατροφή του ανήλικου, ο οποίος δεν μπορεί να γίνει επακριβώς. Το ίδιος συμβαίνει και ως προς τον ισχυρισμό του Καθ΄ου η αίτηση για την εξ΄ ημισείας διαμονή του ανηλίκου με τον καθένα από τους διαδίκους γεγονός που αν συμβαίνει, αδιαμφισβήτητα επηρεάζει και το ύψος της συνεισφοράς τους στη διατροφή του. Όλα αυτά είναι θέματα που θα κριθούν στα πλαίσια της εναρκτήριας αίτησης. Συνεκτιμώντας το διαθέσιμο υλικό που τέθηκε ενώπιον μου και τις ειδικές περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, θεωρώ ότι το συμφέρον και η ευημερία του δικαιούχου της διατροφής ανηλίκου επιβάλλει τη διατήρηση του προσωρινού διατάγματος, παρά την ακύρωσή του, όπως η εισήγηση του Καθ΄ου η αίτηση. Με την κατάληξη αυτή δεν τίθεται σε κίνδυνο η ευημερία του ανήλικου, αλλ΄ ούτε βέβαια και η προσωπική ευημερία των διαδίκων-γονέων. Θέλω, πριν αφήσω την απόφαση αυτή, να τονίσω ότι ο επακριβής καθορισμός της συνεισφοράς του κάθε διαδίκου στη διατροφή του παιδιού τους αποτελεί θέμα που θα εξεταστεί κατά την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης, όπου το Δικαστήριο θα αξιολογήσει το σύνολο της ενώπιον του μαρτυρίας και θα εξάξει τα τελικά του συμπεράσματα. Η όποια διαφορά δε ως προς τη συνεισφορά του κάθε γονέα, είτε πρόκειται για την Αιτήτρια, είτε για τον Καθ΄ου η αίτηση δύναται να θεραπευτεί με την αναδρομικότητα του όποιου τελικού διατάγματος διατροφής ήθελε εκδοθεί. Συνακόλουθα, το προσωρινό διάταγμα, ημερομηνίας 19.11.2020, καθίσταται απόλυτο. Ως προς τα έξοδα, θεωρώ ότι, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, η πιο κατάλληλη διαταγή είναι όπως αυτά ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της εναρκτήριας αίτησης, σε καμία περίπτωση όμως να είναι εναντίον της Αιτήτριας. (Υπ.) ....... Δ. Κούσιου, Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο