← Κύπρος

N.Φ. ν. Π.Χ., Αρ. Αίτησης:22/2020, 24/11/2021

N.Φ. ν. Π.Χ., Αρ. Αίτησης:22/2020, 24/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLAR:2021:15 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ Ενώπιον: Δ. Κούσιου, Δ. Αρ. Αίτησης:22/2020 Μεταξύ: N.Φ. Αιτητή, -και- Π.Χ. Καθ' ης η αίτηση. Ημερομηνία: 24 Νοεμβρίου, 2021 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Ν. Νικολάου Για την Καθ' ης η αίτηση: κ.κ. Κενδέας Α. Σέργη Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με αίτηση του ημερομηνίας 30/6/2020, ο Αιτητής ζητά την τροποποίηση του διατάγματος διατροφής ημερομηνίας 31/10/2018, με μείωση του από τα €700, στα €450 μηνιαίως, καθώς και τη μη επιβολή της αυτόματης αύξησης του 10%. Το πιο πάνω διάταγμα διατροφής ημερομηνίας 31/10/2018, εκδόθηκε μετά από απόδειξη της αίτησης διατροφής με αρ.XXXXX/17 που καταχώρησε η Καθ' ης η αίτηση στην παρούσα. Μ' αυτό, ο Αιτητής στην παρούσα, διατάχθηκε να καταβάλλει στην Καθ' ης η αίτηση, από την 1η/12/2018 και την πρώτη ημέρα κάθε επόμενου μήνα, το ποσό των €700 το μήνα, ως η συνεισφορά του στη διατροφή των ανηλίκων τέκνων του Δ. και Φ., που απέκτησε κατά τη διάρκεια του γάμου του μαζί της, τα οποία, από τη διακοπή της συμβίωσης διαδίκων, διαμένουν μ' αυτήν. Με την αίτηση του ο Αιτητής προωθεί ως λόγους που δικαιολογούν την τροποποίηση του επίδικου διατάγματος, κατά πρώτον, την ελλειπή ή και καθόλου εκπροσώπηση του από την τότε συνήγορο του στην αίτηση διατροφής με αρ. XXXXX/17, αλλά και στις άλλες δικαστικές διαδικασίες μεταξύ των διαδίκων, ως και την παραπληροφόρηση που είχε από αυτήν. Επιπρόσθετα, επικαλείται ως συνθήκες που κατά την εκδοχή του επιβάλλουν την αιτούμενη τροποποίηση, τη διευρημένη επικοινωνία του με τα ανήλικα τέκνα του, βάσει του τελικού διατάγματος γονικής μέριμνας ημερομηνίας 14/10/2019, τη μείωση των απολαβών του από την έκδοση του επίδικου διατάγματος, σε συσχετισμό μ΄αυτές της Καθ΄ης η αίτηση που παραμένουν σταθερές, αλλά και την εν γένει οικονομική του δυνατότητα, λαμβανομένων υπόψη των προσωπικων του αναγκών και ειδικότερα την ενοικίαση χώρου για τη διαμονή του, καθώς και τη μείωση των αναγκών των ανηλίκων. Η Καθ' ης η αίτηση ενέστη στο αίτημα και καταχώρησε υπεράσπιση στην οποία απάντησε ο Αιτητής. Ακολουθώντας τη Διαταγή 30 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, μαρτυρία προσέφεραν μόνο οι ίδιοι οι διάδικοι και στη συνέχεια, η διαδικασία ολοκληρώθηκε με γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων τους. Το νομικό πλαίσιο που ρυθμίζει τα επίδικα ζητήματα, προβλέπεται από το άρθρο 38 του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου (Ν.216/90), το οποίο προνοεί: «38.-

(1)Αν αφότου εκδόθηκε η απόφαση που προσδιορίζει τη διατροφή μεταβλήθηκαν οι όροι της, το ∆ικαστήριο µπορεί να τροποποιήσει την απόφαση του ή και να διατάξει τον τερματισμό της διατροφής.
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), το ύψος του ποσού της διατροφής αυξάνεται αυτόµατα κατά δέκα τοις εκατόν (10%) ανά περίοδο εικοσιτεσσάρων µηνών: Νοείται ότι, το ∆ικαστήριο µπορεί, κατόπιν αίτησης του υπόχρεου διατροφής, να διατάξει όπως µη ισχύσει η αυτόµατη αύξηση και/ή το ύψος αυτής περιοριστεί. Σε περίπτωση υποβολής τέτοιας αίτησης, αναστέλλεται η υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε ποσού αύξησης: Νοείται περαιτέρω ότι, η απόφαση του Δικαστηρίου δυνάµει του παρόντος εδαφίου εκδίδεται εντός τριών µηνών από την καταχώρηση της αίτησης και δυνατόν να έχει αναδρομική εφαρμογή από την ημερομηνία κατά την οποία η αυτόµατη αύξηση θα είχε εφαρμογή δυνάµει του παρόντος εδαφίου». Το πιο πάνω άρθρο ερμηνεύθηκε στην υπόθεση Χρ. Χριστοδούλου ν. Α. Χριστοδούλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 195, όπου στη σελ. 201 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Ο όρος «αφότου» στο πλαίσιο του Άρθρου 38 του Ν.216/90, δεν αφήνει αμφιβολία ότι μόνο γεγονότα τα οποία ανακύπτουν μετά την εκδίκαση του διατάγματος και τείνουν να διαφοροποιήσουν το πραγματικό βάθρο στο οποίο στηρίχθηκε η απόφαση της οποίας επιδιώκεται η τροποποίηση, μπορεί να στοιχειοθετήσουν τις προϋποθέσεις για αναθεώρηση του εκδοθέντος διατάγματος. Διαφορετικά, δεν παρέχεται δικαιοδοσία σε δικαστήριο να αναθεωρήσει την απόφαση ομοβάθμιου δικαστηρίου». Επίσης, στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Αντρέου ν. Τσίρου, Έφεση αρ.16/2013, ημερομηνίας 21.12.2016, λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Το άρθρο 38, το οποίο είναι προσδιοριστικό της δυνατότητας τροποποίησης υφιστάμενου διατάγματος διατροφής, ερμηνεύθηκε σε αριθμό υποθέσεων όπως τις Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1993)1 Α.Α.Δ 195, Αριστείδου ν. Χρυσάνθου
(1994)1 Α.Α.Δ. 711, Δημητρίου ν. Περδίου
(2005)1 Α.Α.Δ 1418 και άλλες. Η νομολογία έχει καθορίσει ότι μόνο γεγονότα τα οποία ανακύπτουν μετά την έκδοση του αρχικού διατάγματος είναι δυνατό να ληφθούν υπόψη προς αναθεώρηση του υφιστάμενου διατάγματος. Είναι η μεταβολή των όρων που καθιστά την αρχική απόφαση μεταρρυθμιστέα. Αυτό σημαίνει ότι οιοσδήποτε των διαδίκων που υπόκειται στο αρχικό διάταγμα διατροφής, μπορεί να υποβάλει αίτηση για τροποποίηση είτε προς τα άνω, είτε προς τα κάτω, ή, ακόμη και να επιδιώξει εξ ολοκλήρου τερματισμό της διατροφής, (δέστε σχετικά και τα όσα αναφέρονται στα συγγράμματα Ε. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη: Οικογενειακό Δίκαιο, Τόμος ΙΙα, σελ. 144-145, Γιώργου Κουμάντου: Οικογενειακό Δίκαιο, Τόμος ΙΙ, σελ. 123-125 και Βασίλη Βαθρακοκοίλη: Το Νέο Οικογενειακό Δίκαιο, Γ΄ Έκδοση, σελ. 515-518, που ερμηνεύουν το αντίστοιχο άρθρο 1494 του Αστικού Κώδικα). Ο αιτητής έχει βέβαια το βάρος απόδειξης ότι οι όροι του υφιστάμενου διατάγματος διατροφής έχουν μεταβληθεί ούτως ώστε να είναι αναγκαία η τροποποίηση του». Ό,τι λοιπόν προκύπτει από τα πιο πάνω είναι πως η δυνατότητα του Δικαστηρίου για μεταρρύθμιση της απόφασης που καθόρισε τη διατροφή, προϋποθέτει μεταβολή των όρων της διατροφής. Η μεταβολή αυτή θα πρέπει να είναι μεταγενέστερη του χρόνου έκδοσης της προηγούμενης απόφασης αλλά και ουσιώδης, δηλαδή σημαντική και όχι συνήθης( Βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, Οικογενειακό Δικαιο,Τομος Ε΄,Αθήνα 2004, σελίδες 796 και 801) Ο Αιτητής, σε σύμπνοια με το δικόγραφο του, στη μαρτυρία του προωθεί ως πρώτο λόγο έγκρισης των αιτημάτων του τη θέση του περί «πρόχειρου» και «προσωπικού», όπως τον χαρακτηρίζει, χειρισμού των υποθέσεων του από την τότε δικηγόρο του, με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, την έκδοση, εναντίον του, του επίδικου διατάγματος διατροφής, γεγονός που αντιλήφθηκε αρχές Ιουνίου 2020, όταν ο ίδιος ανέθεσε μια εκ των υποθέσεων του στο νυν δικηγόρο του. Αφού υπομνήσω την επίδοση του επίδικου διατάγματος διατροφής στον Καθ' ου η αίτηση στις 9/4/2019 (ΤΕΚ 11 στη μαρτυρία της Καθ΄ης η αίτηση), γεγονός παραδεκτό μεταξύ των διαδίκων, ό,τι απομένει να λεχθεί είναι πως η οποιαδήποτε συμπεριφορά της τότε δικηγόρου του Αιτητή προς αυτόν και τα οποιαδήποτε αποτελέσματα της σε σχέση με το χειρισμό των υποθέσεων του, όπως και οι συνήγοροι της Καθ' ης η αίτηση υποστηρίζουν, δεν επηρεάζουν καθ' οιονδήποτε τρόπο την υπό εκδίκαση υπόθεση, ούτε και μπορούν να κριθούν από το παρόν Δικαστήριο. Πληροφοριακά και μόνο, για τον αναγνώστη της απόφασης αυτής, αναφέρομαι στις δηλώσεις του Αιτητή περί διερεύνησης του όλου θέματος, κατόπιν δικών του καταγγελιών, από το Πειθαρχικό Συμβούλιο Δικηγόρων και την Αστυνομία. Σείρα παίρνει ο ισχυρισμός του Αιτητή περί διευρημένης επικοινωνίας του με τα ανήλικα τέκνα του, στη βάση του τελικού διατάγματος ημερομηνίας 14/10/2019, που εκδόθηκε στην αίτηση γονικής μέριμνας με αρ. XXXXX/
  1. Αποτελεί γεγονός πως το διάταγμα αυτό εκδόθηκε μετά την έκδοση του επίδικου διατάγματος διατροφής. Όμως, όπως επισημαίνουν και οι δικηγόροι της Καθ' ης η αίτηση, της έκδοσης του πιο πάνω διατάγματος προηγήθηκε το προσωρινό διάταγμα επικοινωνίας ημερομηνίας 22/3/2018, που εκδόθηκε μονομερώς υπέρ του Αιτητή και εκ συμφώνου κατέστη απόλυτο στις 27/9/2018(ΤΕΚ 3 και 4 στη μαρτυρία της Καθ' ης η αίτηση). Σύγκριση των δύο πιο πάνω διαταγμάτων, του προσωρινού που προηγείται του επίδικου διατάγματος διατροφής και του τελικού που έπεται, καταδεικνύει πως η αύξηση της επικοινωνίας του Αιτητή με τα ανήλικα, μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου διατάγματος, λαμβανομένων υπόψη και των κονδυλίων των εξόδων των ανηλίκων που με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής αυτή επηρεάζει, δεν είναι ουσιαστική στο βαθμό που να δικαιολογεί να ληφθεί υπόψη ως παράγοντας προς αναθεώρηση του επίδικου διατάγματος διατροφής. Επιβεβαίωση της κρίσης αυτής παρέχεται και από την πιο κάτω τοποθέτηση του συνηγόρου του Αιτητή στη γραπτή του αγόρευση, στη βάση της οποίας παρέλκει και η ανάγκη παράθεσης των σχετικών προνοιων των πιο πάνω διαταγμάτων. Η εν λόγω τοποθέτηση έχει ως εξής: «Η έκδοση του συγκεκριμένου διατάγματος επικοινωνίας - εννοείται του τελικού διατάγματος ημερομηνίας 14/10/2019- ήταν ουσιαστικά η επισφράγιση της ήδη διευρυμένης επικοινωνίας που είχε ο Αιτητής με τα παιδιά του από τότε που επήλθε η διάσταση μεταξύ των διαδίκων» Στο στάδιο αυτό και προτού προχωρήσω με την ανάλυση των υπόλοιπων λόγων, που κατά τον Αιτητή, δικαιολογούν την έγκριση των αιτημάτων του, ως αυτοί πιο πάνω εκτίθενται, θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω τα εξής: Ως αναφέρθηκε ήδη στην απόφαση αυτή, το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε κατόπιν απόδειξης της αίτησης διατροφής με αρ. XXXXX/17, που καταχωρήθηκε από την Καθ΄ης η αίτηση στην παρούσα. Ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται μόνο το συνταχθέν διάταγμα και όχι η απόφαση στα πλαίσια της οποίας αυτό εκδόθηκε. Τέτοια απόφαση, ούτε και στο σχετικό φάκελο του Δικαστηρίου εντοπίζεται αποστενογραφημένη. Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του τη δικαστική διαπίστωση ως προς τις παραμέτρους της διατροφής, δηλαδή, τα έξοδα των ανηλίκων και την εισοδηματική ικανότητα των διαδίκων, κατά το χρόνο έκδοσης του επίδικου διατάγματος. Αυτό το γεγονός δημιουργεί ανυπέρβλητα προβλήματα για την επιτυχία της αίτησης του Αιτητή ως προς τους υπόλοιπους λόγους στη βάση των οποίων στηρίζει το αίτημα του για τροποποίηση του επίδικου διατάγματος, που είναι ακριβώς η μεταβολή των πιο πάνω παραμέτρων. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει η βάση για διαπίστωση της μεταβολής που επήλθε στους όρους της διατροφής, αναφορικά τόσο με τα έξοδα των ανηλίκων, όσο και με την εισοδηματική ικανότητα των διαδίκων. Για του λόγου το αληθές αναφέρω ενδεικτικά τα ακόλουθα παραδείγματα: Παραπονείται ο Αιτητής για το ύψος του επίδικου διατάγματος διατυπώνοντας τη θέση ότι το εκδίκασαν τότε Δικαστήριο, λόγω της απουσίας του «αποδέχθηκε και ενέκρινε τις οικονομικές αξιώσεις της Καθ'ης η αίτηση για τις ανάγκες των παιδιών οι οποίες πλείστες εξ' αυτών το κόστος τους τότε δεν ήταν τόσο υψηλό όσο το παρουσίασε ή στην πραγματικότητα κάποιες εκ των αναγκών των παιδιών δεν υφίσταντο καθόλου»(παράγραφος 7 των γεγονότων της αίτησης και 11 της μαρτυρίας του Αιτητή). Επικαλείται προς τούτο ο Αιτητής, τα αναφερόμενα στην εναρκτήρια αίτηση διατροφής με αρ. XXXXX/17, έξοδα των ανηλίκων που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €1,805 μηνιαίως (ΤΕΚ 7 στη μαρτυρία του) Στην ίδια πιο πάνω αίτηση, ΤΕΚ 7, αναφέρεται ως μισθός του Αιτητή το ποσό των €3,500 μηνιαίως και της Καθ΄ης η αίτηση το ποσό των €1,600 μηνιαίως. Με τις κατάλληλες μαθηματικές πράξεις και με τη λογική που θέτει το όλο θέμα ο Αιτητής, το τελικό διάταγμα διατροφής θα έπρεπε να ανέρχεται στα €1,238 και όχι στα €700 ( 1,805 Χ 3,500 ÷ 5,100(3,500+1,600) = 1,238, στρογγυλοποιημένο ποσό) Από την πλευρά της η Καθ΄ης η αίτηση, αντικρούοντας τη θέση του Αιτητή περί αναζήτησης από αυτήν ανύπαρκτων κονδυλίων στα έξοδα των παιδιών και ειδικότερα αυτά για το κολύμπι και το προσκοπίο, παρουσιάζει την ένορκη δήλωση της ημερ. 31/10/2018, που καταχώρησε προς απόδειξη της αίτησης διατροφής, όπου τα κονδύλια αυτά δεν αναζητούνται, με αποτέλεσμα το συνολικό ποσό των εξόδων των ανηλίκων να ανέρχεται στα €1,685 μηνιαίως(ΤΕΚ10 στη μαρτυρία της Καθ' ης η αίτηση). Στην ίδια πιο πάνω ένορκη δήλωση ΤΕΚ10, αναφέρεται ως μισθός του Αιτητή το ποσό των €3,500 μηνιαίως και της Καθ΄ης η αίτηση το ποσό των €1,584 μηνιαίως. Με τις κατάλληλες μαθηματικές πραξεις και με την ίδια πιο πάνω λογική, το τελικό διάταγμα διατροφής θα έπρεπε να ανέρχεται στα €1,160 και όχι στα €700 ( 1,685 Χ 3,500 ÷ 5,084(3,500+1,584) = 1,160, στρογγυλοποιημένο ποσό) Τα πιο πάνω παραδείγματα αποδεικνύουν ότι το εκδικάσαν τότε Δικαστήριο δε δέχθηκε, όπως εισηγείται ο Αιτητής, αβασάνιστα, τις θέσεις της Αιτήτριας ως προς τις παραμέτρους της διατροφής, όταν εξέδωσε το επίδικο διάταγμα ύψους €700 μηνιαίως. Το ποια ήταν όμως η δικαστική διαπίστωση ως προς τις παραμέτρους αυτές παραμένει άγνωστο, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο τούτο να μην μπορεί να αναλάβει δικαιοδοσία για τροποποίηση του επίδικου διατάγματος διατροφής. Στα πλαίσια αυτά, ως προς το αίτημα του Αιτητή για τροποποίηση του επίδικου διατάγματος διατροφής, καμμιά αξία δεν αποκτούν οι θέσεις των διαδίκων ως προς τις παραμέτρους της διατροφής που αφορούν τα έξοδα των ανηλίκων και τις οικονομικές τους δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένων και των προσωπικών εξόδων του Αιτητή, όπως αυτός τα καθορίζει. Ως προς τα τελευταία, τα προσωπικά έξοδα του Αιτητή δηλαδή, πέραν του ότι αντιμετωπίζονται και σχολιάζονται επαρκώς από την Καθ΄ης η αίτηση, άξιο σχολιασμού είναι και το αναντίλεκτο γεγονός οτι ανάλογα προσωπικά έξοδα έχει και η Καθ΄ ης η αίτηση, με εξαίρεση κάποια έξοδα που αφορούν μόνο τον Αιτητή, όπως τα έξοδα για οδοντιατρικές θεραπείες που ισχυρίζεται ότι χρειάζεται και το έξοδο που αφορά το ενοίκιο που καταβάλλει, ύψους €500 μηνιαίως. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω και προς στήριξη των όσων θα ακολουθήσουν στην απόφαση αυτή σε σχέση με το αίτημα του Αιτητη αναφορικά με την αυτόματη αύξηση του 10%, αναφέρω τα εξής: Διατείνεται ο Αιτητής ότι το έξοδο των €500, που καταβάλλει ως ενοίκιο, προέκυψε μετά την έκδοση του επίδικου διατάγματος διατροφής ημερ.31/10/2018 και συγκεκριμένα από το Δεκέμβριο του 2018 ( ΤΕΚ 8 στη μαρτυρια του). Η Καθ΄ης η αίτηση προβάλλει τη θέση, η οποία κρίνεται ως ορθή από το Δικαστήριο, πως η ενοικίαση, ως γεγονός, υφίστατο και πριν από την έκδοση του επίδικου διατάγματος διατροφής. Τη θέση της αυτή την βασίζει στην ένορκη δήλωση του Αιτητή ημερ.22/3/2018, η οποία συνόδευε την αίτηση του για την έκδοση προσωρινού διατάγματος επικοινωνίας με τα ανήλικα, όπου ο ίδιος αναφέρει οτι είχε ενοικιάσει διαμέρισμα από τότε (ΤΕΚ 24 στη μαρτυρία της Καθ΄ης η αίτηση). Ότι όμως εδώ ενδιαφέρει και προσλαμβάνει σημασία είναι πως η Καθ' ης η αίτηση δεν αμφισβητεί το έξοδο αυτό. Σημαντικό επίσης είναι και το ότι η Καθ' ης αίτηση στην ένορκη δήλωση της ημερομηνίας 31/10/2018, που καταχώρησε προς απόδειξη της αίτησης διατροφής με αρ. XXXXX/2017 (ΤΕΚ10) δεν αναφέρεται σ΄ αυτό το γεγονός. Στα ίδια πλαίσια, αυτό που θα με απασχολήσει στη συνέχεια, είναι οι μισθοί των διαδίκων. Κατά τον Αιτητή, μετά από την έκδοση του επίδικου διατάγματος διατροφής, ο μισθός του έχει μειωθεί, ενώ της Καθ΄ης η αίτηση παραμένει ο ίδιος. Κατά την Καθ' ης η αίτηση οι μισθοί και των δύο παραμένουν οι ίδιοι. Τη θέση αυτή της Καθ' ης η αίτηση την αποδέχομαι ανεπιφύλακτα στη βάση της ανάλυσης του όλου θέματος που γίνεται από αυτήν στη μαρτυρία της, λαμβανομένης υπόψη και των γνώσεων της ως υπάλληλος στο τμήμα του λογιστηρίου της εργοδότριας εταιρείας όπου και οι δύο διάδικοι εργάζονται. Ας μου επιτραπεί να παραθέσω πιο κάτω αυτούσιες τις σχετικές αναφορές του Αιτητή και της Καθ' ης η αίτηση από τη μαρτυρία τους. Ο Αιτητής αναφέρει στις παραγράφους 14 και 15 της γραπτής του μαρτυρίας τα εξής: «
  2. Κατά το χρόνο έκδοσης του υφιστάμενου διατάγματος διατροφής, εργαζόμουν ως διευθυντής τροφίμων στη ξενοδοχειακή μονάδα "XXXXX" στην Αγία Νάπα. Από την εργασία μου λάμβανα καθαρό μηνιαίο μισθό περί τα €3.
  3. Ωστόσο, σταδιακά και ιδιαίτερα κατά το έτος 2020, χρονιά κατά την οποία προώθησα την παρούσα υπόθεση, ο μισθός μου μειώθηκε μόνιμα στο χρηματικό ποσό των €2.500 καθαρά μηνιαίως, αρχής γενομένης από τον Απρίλιο του
  4. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 6 ενδεικτικά αντίγραφα των μισθολογικών απολαβών μου του Ιανουαρίου του 2018, του Ιανουαρίου του 2019, του Ιανουαρίου του 2020 καθώς και του Ιανουαρίου του
  5. Στο αντίγραφο που αφορά τον Ιανουάριο του 2020 διαπιστώνεται μια πρώτη μείωση του μισθού μου, ενώ η καθολική κάθοδος των εισοδημάτων μου φαίνεται στην αναλυτική κατάσταση του μισθού μου κατά τον Ιανουάριο του 2021, όπου μειώνεται δραματικά από τις €3.164,87 στο ποσό των €890.
  6. Διευκρινίζω ότι το ποσό αυτό αφορά το 40% των απολαβών μου που μου καταβλήθηκαν από τους εργοδότες μου, ενώ το υπόλοιπο 60% του μισθού μου μου χορηγήθηκε ως επίδομα Covid-
  7. Συνολικά, οι απολαβές μου κατά τον Ιανουάριο του 2021 ήταν μειωμένες περαιτέρω και από την αρχική μείωση των €2.
  8. Προς την ίδια κατεύθυνση επιβεβαιώνουν και τα πιστοποιητικά αποδοχών μου για τα έτη 2017, 2018, 2019 και 2020, στα οποία φαίνεται ότι επήλθε μια αισθητή μείωση των απολαβών μου που συνεχίστηκε και το 2020 με μια μικρή ανάκαμψη που σίγουρα δεν επανάφερε ποτέ το μισθό μου στα επίπεδα του
  9. Όσον αφορά την εν διαστάσει σύζυγό μου, εργάζεται στην ίδια ξενοδοχειακή μονάδα που εργάζομαι και εγώ, αλλά η δική της μισθολογική κατάσταση εξ' όσων γνωρίζω είναι σταθερή. Λαμβάνει μισθό μηνιαίως περί τα €1.500 καθαρά και δεν συμπεριλαμβάνεται στους υπαλλήλους του ξενοδοχείου που οι μισθοί τους υπέστησαν μείωση. Δηλαδή, η εισοδηματική κατάσταση της είναι σταθερή από το χρόνο έκδοσης του υφιστάμενου διατάγματος διατροφής μέχρι και σήμερα». Η Καθ' ης η αίτηση αντικρούει τα πιο πάνω στην παρ. 19 της γραπτης της μαρτυρίας με τα εξής: «
  10. Αναφορικά με την εισοδηματική ικανότητα μου και του αιτητή και εν σχέσει με τους ισχυρισμούς του που αναφέρονται στις παραγράφους 14 και 15 της έγγραφης μαρτυρίας του αλλά και του τεκμηρίου 6 που επισυνάπτεται σ' αυτή, θα ήθελα να αναφέρω τα ακόλουθα: (α) Αρχικά να αναφέρω ότι από την έκδοση του τελικού διατάγματος διατροφής ημερομηνίας 31/10/2018 μέχρι σήμερα συνεχίζουμε να εργαζόμαστε και οι δύο στην ξενοδοχειακή μονάδα με την ονομασία "XXXXX" στην Αγία Νάπα, της εταιρείας AYIA NAPA NISSI DEVELOPMENTS LTD. Ο Αιτητής τυγχάνει να είναι συγγενής των εργοδοτών μας και κατέχει τη θέση του διευθυντή τροφίμων και εγώ υπάλληλος στο τμήμα λογιστηρίου. Εκ της θέσεως μου δε αυτής μπορώ να επεξηγήσω και τα δελτία αποδοχών που επισυνάπτει τόσο ο αιτητής στην έγγραφη του μαρτυρία όσο και εγώ στη δική μου κατωτέρω. (β) Ο μηνιαίος μισθός του αιτητή που λάμβανε κατά την έκδοση του διατάγματος διατροφής στις 31/10/2018 και συνεχίζει να λαμβάνει μέχρι σήμερα είναι ο ίδιος και καμία μείωση δεν έχει υποστεί, όπως άλλωστε φαίνεται ξεκάθαρα και στα δελτία αποδοχών (pay slip) που επισύναψε ο ίδιος ο αιτητής στην ένορκη έγγραφη του μαρτυρία ημερομηνίας 03/03/2021 ως τεκμήριο
  11. Δηλαδή, συγκρίνοντας όλα τα δελτία αποδοχών που επισύναψε για τους μήνες Ιανουάριο του 2018, Ιανουάριο του 2019, Ιανουάριο του 2020 το σύνολο των ακαθάριστων αποδοχών του (total earnings) για κάθε μήνα παραμένει το ίδιο, ήτοι €4.650 μηνιαίως και καθαρά (net pay) μέσο όρο €3.
  12. (γ) Αναφορικά με τη μείωση που ισχυρίζεται ότι υπέστηκε τον Ιανουάριο του 2020 σε σύγκριση με τις αποδοχές του Ιανουαρίου του 2018 και 2019, η μόνη ελάχιστη μείωση που φαίνεται στο πιστοποιητικό αποδοχών του είναι στο καθαρό του εισόδημα (net pay) όχι όμως επειδή υπήρξε μείωση του μισθού του από τους εργοδότες του αλλά επειδή ξεκίνησε να του αποκόπτεται ποσό για το γενικό σύστημα υγείας (General Helthcare), ήτοι €79.05 μηνιαίως και οι καθαρές απολαβές του περιορίστηκαν στο €3.
  13. δ) Το σύνολο των ακαθάρτων αποδοχών του αιτητή (total earnings) τον Ιανουάριο το 2021 όπως φαίνεται στο τεκμήριο 6 που επισυνάπτει στη γραπτή του μαρτυρία παραμένει το ίδιο €4.650, ακριβώς όπως ηταν οι αποδοχές του Ιανουαρίου 2020, Ιανουαρίου 2019 και Ιανουαρίου του 2018». Η μόνη διαφορά που υπάρχει στο δελτίο του Ιανουαρίου 2021 με τα υπόλοιπα επισυναπτόμενα δελτία είναι ότι λόγω της πανδημίας και του διατάγματος αναστολής της λειτουργίας των ξενοδοχειακών μονάδων πού εξεδόθη από τον Υπουργό Υγείας τον Ιανουάριο του 2021, οι εργοδότες μας έλαβαν από το κράτος επιχορήγηση και ή επίδομα του μισθού του ως εργοδοτούμενος τους. Επειδή το επίδομα από το κράτος οι εργοδότες μας το λάμβαναν στα μέσα του μήνα οι ίδιοι στο τέλος κάθε μήνα του προκατέβαλλαν ένα μέρος τον μισθού του και όταν ελάμβαναν το βοήθημα, γινόταν από τούς εργοδότες του αναπροσαρμογή ώστε να πληρωθεί ολόκληρο το μισθό του. Στο δελτίο αποδοχών (μέρος του τεκμηρίου 6) που επισυνάπτει ο αιτητής δια τον Ιανουάριο του 2021, αυτό φαίνεται. Δηλαδή οι εργοδότες κατέβαλαν στον αιτητή προκαταβολικά ως μέρος τον μισθού του το ποσό των €2.700 ώς φαίνεται στη δεύτερη στήλη δίπλα από την λέξη "Advances" και εν συνεχεία όταν έλαβαν από το κράτος την επιχορήγηση των μισθών του, του κατέβαλαν ακόμα €890,69, για να συμπληρωθεί ολόκληρος ο μισθός του. Αν κάποιος προσθέσει το ποσό των €2.700 που έλαβε ο αιτητής προκαταβολικά από τους εργοδότες του ως μέρος του καθαρού μισθού του, το ποσό των €890,69 ως το υπόλοιπο μέρος του μισθού του πού έλαβε πλέον τις υπόλοιπες αποκοπές που φαίνονται στην δεύτερη στήλη, σύνολο €1.059,31, θα διαπιστώσει ότι το συνολικό ποσό είναι €4.650 που αποτελεί τον ακάθαρτο μισθό του (total earnings). Δηλαδή τον Ιανουάριο του 2021 είχε καθαρά εισοδήματα €3.590,69.-, δηλαδή μεγαλύτερα από τον Ιανουάριο των ετών 2018, 2019 και
  14. (ε) Σε κάθε περίπτωση όμως η αλήθεια των ως άνω ισχυρισμών μου μπορεί να διαπιστωθεί και με μια απλή σύγκριση των δελτίων αποδοχών του αιτητή με τα δικά μου δελτία αποδοχών, δέσμη των οποίων έχω στην κατοχή μου και επισυνάπτω ως Τεκμήριο 23 αφού εργαζόμαστε στον ίδιο εργοδότη. (στ) Άξιο απορίας επίσης είναι και το γεγονός ότι επισυνάπτει στη γραπτή του δήλωση μόνο το δελτίο αποδοχών του Ιανουαρίου του 2021 που επικρατούσε απαγόρευση κυκλοφορίας (lockdown) και οι ξενοδοχειακές μονάδες τελούσαν υπό αναστολή εργασιών με διάταγμα του Υπουργείου Υγείας και όχι για οποιονδήποτε άλλο μήνα μετά τον Ιανουάριο τον 2021 ή και πριν από αυτό. (ζ) Όσον αφορά τον ισχυρισμό του αιτητή ότι δεν συμπεριλαμβάνομαι στους υπαλλήλους που υπέστησαν μείωση στον μισθό τους, αυτός δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, αντίθετα ως επεξήγησα ανωτέρω, ο αιτητής είναι αυτός που δεν υπέστηκε μείωση. Ως φαίνεται και από τα δελτία αποδοχών μου πού επισύναψα ως τεκμήριο 23, συνεπεία της πανδημίας επηρεάστηκε ο μισθός μου για κάποιους μήνες αφού υπό τα μέσα Μαρτίου του 2020 μέχρι αρχές Ιουλίου του 2020, δεν εργαζόμουν με οδηγίες των εργοδοτών μου και έλαβα τον Μάρτιο €682,00 από τους εργοδότες μου και τον Απρίλιο μέχρι τον Ιούνιο έλαβα το 60% του μισθού μου από τη Δημοκρατία ως ειδικό επίδομα χωρίς άλλο μισθό. Τον Ιούλιο του 2020 πάλι με οδηγίες των εργοδοτών μου εργαζόμουν μόνο 3 φορές την εβδομάδα και λάμβανα το ειδικό επίδομα από τη Δημοκρατία και από τους εργοδότες μου τις ώρες που εργαζόμουν σύνολο €1.
  15. Τον Αύγουστο του 2020 επανήλθα στην εργασία μου με πλήρες ωράριο και πληρώθηκα κανονικά. Από τον Σεπτέμβριο του 2020 μέχρι σήμερα λαμβάνω το 60% ως επίδομα από τη Δημοκρατία πλέον τις ώρες που με καλούν οι εργοδότες μου για εργασία και το συνολικό μου εισόδημα περίπου παρέμεινε το ίδιο». Ένα άλλο στοιχείο που αποκτά σημασία στην υπόθεση αυτή είναι τα έξοδα των ανηλίκων όπως αυτά παρατίθενται από την Καθ΄ης η αίτηση στην παράγραφο 15 της γραπτής της μαρτυρίας και αιτιολογούνται στην παράγραφο 16 αυτής. Όπως επί λέξει αναφέρει η Καθ' ης η αίτηση, εισάγοντας το θέμα των εξόδων των ανηλίκων στην παράγραφο15 της γραπτής της μαρτυρίας, πρόκειται για «τα κονδύλια που απαιτούνται για τη φροντίδα και συντήρηση των ανηλίκων τέκνων μας από την καταχώριση της παρούσας αίτησης και μετέπειτα». Τα έξοδα αυτά, υπολογίζονται από την Καθ' ης η αίτηση στο συνολικό ποσό των €1.670 μηνιαίως. Ανατρέχοντας στην Ένορκη Δήλωση της Καθ'ης η Αίτηση ημερομηνίας 31/10/18, την οποία καταχώρησε προς απόδειξη της αίτησης διατροφής με αριθμό XXXXX/17, (ΤΕΚ 10 στη μαρτυρία της) παρατηρώ ότι το συνολικό ποσό που διεκδικούσε τότε για τα ίδια έξοδα ήτο €1.685 μηνιαίως. Με βάση όλα τα πιο πάνω, δηλαδή το έξοδο του Αιτητή για το ενοίκιο ύψους €500 μηνιαίως, το ότι οι μισθοί των διαδίκων παραμένουν στα ίδια επίπεδα όπως και κατά την έκδοση του επίδικου διατάγματος, καθώς και το γεγονός ότι τα έξοδα των ανηλίκων, όπως η ίδια η Καθ' ης η αίτηση τα υπολογίζει στον κρίσιμο χρόνο «από την καταχώριση της παρούσας αίτησης και μετέπειτα», όχι μόνο δεν παρουσιάζουν αύξηση αλλά παρουσιάζουν, μια μικρή έστω, μείωση (Από €1,685, ΤΕΚ 10 της μαρτυρίας της, σε €1,670, παράγραφος 15 της μαρτυρίας της), δικαιολογούν όπως το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του αιτήματος του Αιτητή για «τη μη επιβολή αυτόματης τιμαριθμικής αύξησης του 10% επί του υφιστάμενου διατάγματος διατροφής ημερομηνίας 31/10/18». Στη βάση όλων των πιο πάνω το αίτημα του Αιτητή για τροποποίηση του επίδικου διατάγματος απορρίπτεται και εκδίδεται διάταγμα μη ισχύος της αύξησης του ποσού της διατροφής κατά το εδάφιο 2 του άρθρου 38 του Ν.216/90 μέχρι το έτος 2022, ώστε το ποσό που καταβάλλεται από τον Αιτητή να παραμείνει μέχρι τότε στα €700.00 μηνιαίως. Ενόψει της μερικής επιτυχίας της Αίτησης, μόνον όσον αφορά την αυτόματη αύξηση του 10%, κρίνω ορθή και δίκαιη την επιδίκαση του 1/3 των εξόδων υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Καθ'ης η Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] ........... Δ. Κούσιου, Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.