K. ν. Τ., Αρ. Αίτησης: 41/21, 12/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLEM:2022:11 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Γ. Αντωνιάδη, Δ.Οικ. Δ. Αρ. Αίτησης: 41/21 Μεταξύ: ΧΧΧΧ K. (E. B.), από ΧΧΧΧ, νυν κάτοικος Λεμεσού Αιτητής και ΧΧΧΧ Τ., από ΧΧΧΧ, Λεμεσού Καθ'ης η αίτηση -------------------- Προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 7.9.2021 Ημερομηνία: 12 Απριλίου, 2022 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Γεώργιος Τσίκκος Για την Καθ'ης η αίτηση: κα Ελένη Πρωτοπαπά ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 3.9.21 ο Αιτητής καταχώρισε αίτηση περιουσιακών διαφορών κατά της συζύγου του. Ταυτόχρονα καταχώρισε και μονομερή αίτηση με την οποία εξασφάλισε το ακόλουθο προσωρινό διάταγμα: «Α. Προσωρινό διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στην Καθ' ης η αίτηση από το να πωλήσει, μεταβιβάσει, ή αποξενώσει, ή επιβαρύνει την πιο κάτω αναφερόμενη ακίνητη και κινητή περιουσία που είναι σήμερα γραμμένη και/ή καταχωρημένη στο όνομα της Καθ' ης η Αίτηση και/ ή κατέχεται από αυτή και/ή άλλως για λογαριασμό του Αιτητή μέχρι τη τελική εκδίκαση της κυρίως Αίτησης και/ή μέχρι νεοτέρου διατάγματος του Δικαστηρίου ήτοι: ΑΚΙΝΗΤΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ: ί) 1/3 μερίδιο οικοπέδου με εντός αυτού ισόγειου κατοικίας, με αριθμό τεμαχίου ΧΧΧ, Φ/ΣΧ ΧΧ/54 , αρ. εγγραφής XXXXX η οποία βρίσκεται στην οδό ΧΧΧ ΧΧΧ αρ.Χ, ΧΧΧ στη περιοχή ΧΧΧΧ της επαρχίας Λεμεσού. α) Αυτοκίνητο αρ. εγγραφής XXXXX43 €4.000 β) Δύο
(2)μονά κρεβάτια € 300 γ) Ένα
(1)διπλό κρεβάτι € 400 δ) Τέσσερα
(4)κομοδίνα € 300 ε) Τρεις
(3)τουαλέτες € 600 στ) Τραπεζαρία με 6 καρέκλες €1.100 ζ) Ένα σαλόνι, 4 πολυθρόνες, τραπέζι €1.000 η) Τέσσερις
(4)τηλεοράσεις € 900 θ) Τρία
(3)κλιματιστικά €1.100 ι) Ψυγείο € 400 κ) Φούρνος € 300 λ) Πλυντήριο ρούχων € 300 μ) Στεγνωτήριο € 300 ν) Δύο
(2)βιβλιοθήκες €1.000 ξ) Μαγειρικά σκεύη και είδη κουζίνας €1.200 --------------------- €13.200» Στην Ένορκη Δήλωση του που υποστηρίζει τη μονομερή του αίτηση, ο Αιτητής αναφέρει μεταξύ άλλων και τ' ακόλουθα: «Εγώ και η καθ' ης η αίτηση είμαστε Χριστιανοί Ορθόδοξοι και ανήκουμε στην Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία. Εγώ κατάγομαι από την ΧΧΧΧ και είμαι μόνιμος κάτοικος επαρχίας Λεμεσού και η Καθ' ης η αίτηση είναι Κύπρια υπήκοος και διαμένει στο χωριό ΧΧΧΧ της επαρχίας Λεμεσού στην οδό ΧΧΧ ΧΧΧ αρ. Χ, ΧΧΧΧΛεμεσός και εγώ διαμένω στην Λεμεσό. Στις ΧΧ/Χ1/19ΧΧ τελέσαμε εκκλησιαστικό γάμο με την καθ' ης η αίτηση στην Εκκλησία Παναγίας Ευαγγελίστριας στη Λεμεσό σύμφωνα με το Ελληνορθόδοξο δόγμα. Εγώ και η καθ' ης η αίτηση μετά τον γάμο μας εγκατασταθήκαμε στη Λεμεσό και ακολούθως στο χωριό ΧΧΧΧ της Επαρχίας Λεμεσού στην οδό ΧΧΧ ΧΧΧΧ αρ. Χ, ΧΧΧ ΧΧΧΧ. Την ΧΧ/05/20ΧΧ επήλθε πλήρη διάσταση της έγγαμου σχέσεως μας με την καθ' ης η αίτηση. Η καθ' ης η αίτηση με εξεδίωξε από τον συζυγικό μας οίκο άνευ λόγου και αιτίας. Υπαίτιος για την διάσταση μας ήταν η καθ' ης η αίτηση, η οποία μου συμπεριφέρθηκε κατά τρόπον ιδιαίτερα σκληρό, άστοργο και ανήθικο με αποτέλεσμα να εκδιωχθώ από τον συζυγικό μας οίκο και να παραμείνω χωρίς στέγη και να κοιμάμαι στο αυτοκίνητο και στα πεζοδρόμια. Η καθ' ης η αίτηση κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αίτηση χρόνο ήταν και εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του 1/3 του ακινήτου με εντός αυτού ισογείου κατοικίας, με αριθμό τεμαχίου ΧΧ6 , Φ/ΣΧ ΧΧ/54, αρ. εγγραφής ΧΧΧΧ η οποία βρίσκεται στην οδό ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ αρ.Χ, ΧΧΧΧ στην περιοχή ΧΧΧΧ επαρχία Λεμεσού, εντός του οποίου υπάρχει κατοικία και η οποία ήταν η συζυγική κατοικία μου με την καθ' ης η αίτηση και η ανέγερση και αποπεράτωση της, έγινε με σκοπό να χρησιμοποιηθεί ως η συζυγική κατοικία εμένα και της καθ' ης η αίτηση. Η εν λόγω κατοικία έχει ανεγερθεί με χρήματα δικά μου και/ή με μεγάλη συνεισφορά μου. Το εν λόγω ακίνητο εντός του οποίου έχει ανεγερθεί η εν λόγω κατοικία έχει μεταβιβαστεί στην Καθ' ης η αίτηση λόγω δωρεάς από τους γονείς της και σήμερα κατέχει η καθ' ης η αίτηση το 1/3 μερίδιο του εν λόγω ακινήτου. Η καθ΄ ακινήτου, διαχώρισαν και συμφώνησαν το μερίδιο το οποίο θα κατέχει έκαστος στο εν λόγω ακίνητο και έκαστος γνωρίζει το δικό του μερίδιο. Η καθ' ης η αίτηση κατέχει δυνάμει συμφωνίας το μέρους του ακινήτου με αρ. τεμ. ΧΧΧ, με εντός αυτού ισόγειας κατοικίας με εμβαδόν περίπου 1180 τ.μ. ολόκληρου του ακινήτου και σημειούμενο με μπλε και με αρ. 1 το οποίο διαφαίνεται στην εν λόγω συμφωνία. Η εν λόγω ισόγεια κατοικία κατά προσέγγιση είναι 152 τ.μ. Κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου μας με την καθ' ης η αίτηση, εντός του πιο πάνω ακινήτου του 1/3 μεριδίου, με αριθμό τεμαχίου ΧΧΧΧ, Φ/ΣΧ ΧΧ/54 , αρ. εγγραφής ΧΧΧΧ η οποία βρίσκεται στην οδό ΧΧΧ ΧΧΧΧ αρ.Χ, ΧΧΧΧ στη περιοχή ΧΧΧΧ της επαρχίας Λεμεσού, δεν υπήρχε η ισόγειος κατοικία. Μετά την τέλεση του γάμου μας εγώ με δική μου συνεισφορά και κατά το πλείστον με δικά μου χρήματα ανήγειρα την σημερινή ισόγεια κατοικία. Μέχρι την διάσταση μου με την καθ' ης η αίτηση η ρηθείσα κατοικία αποτελούσε την οικογενειακή στέγη μας με την καθ' ης η αίτηση. Μετά την διάσταση μου με την καθ' ης η αίτηση, στην ρηθείσα κατοικία διαμένει μόνιμα η καθ' ης η αίτηση μαζί με τα τέκνα μας. Ο ρηθείς χώρος για ανέγερση της ισογείου κατοικίας παραχωρήθηκε ως ανωτέρω σε εμένα και την καθ' ης η αίτηση μόλις παντρευτήκαμε, με σκοπό να ανεγείρουμε εγώ και η καθ' ης η αίτηση την κατοικία μας για να αποτελέσει την συζυγική μας κατοικία. Η καθ' ης η αίτηση μετά την έκδοση ξεχωριστού τίτλου επί της πιο πάνω κατοικίας θα μεταβίβαζε το ½ μερίδιο αυτής επ' ονόματι μου. Σε περίπτωση καθυστέρησης της έκδοσης του εν λόγω τίτλου η καθ' ης η αίτηση θα μεταβίβαζε σε εμένα ανάλογο μερίδιο, πράγμα το οποίο δεν έπραξε μέχρι σήμερα. Οι εργασίες για αποπεράτωση της ρηθείσας κατοικίας, άρχισαν κατά/ή περί το έτος 1993 και αποπερατώθηκε κατά/ή περί το έτος
- Λόγω του ότι η ανέγερση της εν λόγω κατοικίας γινόταν με τα χρήματα που λάμβανα εγώ από την εργασία μου και από προσωπική μου εργασία. Για την ολοκλήρωση της εν λόγω ισογείου κατοικίας χρειάστηκε ποσό πέραν των €75.000,
- Επίσης εγώ εργαζόμουν και προσωπικά για την ανέγερση της εν λόγω κατοικίας. Τα εν λόγω χρήματα πληρώθηκαν ως κάτωθι: Α) Ποσόν εκ €15.000,00.- πληρώθηκε από το 1993 έως το 1998 από χρήματα δικά μου τα οποία λάμβανα από την εργασία μου. Επίσης ποσό εκ €30000.- από προσωπική εργασία μου. Β) Ακολούθως για να αποπερατωθεί πλήρως η κατοικία μας, έκανα δάνειο εκ (ΛΚ30.000,00.-) €51.000,00.- Γ) Το εν λόγω δάνειο το πλήρωνα μηνιαίως από τον μισθό μου. Συνολικά έχω πληρώσει για το εν λόγω χρέος €47.000,00.- H αξία της εν λόγω ισογείου κατοικίας η οποία κτίστηκε και αποπερατώθηκε στο πιο πάνω ακίνητο της καθ' ης η αίτηση, κατά το χρόνο διάστασης μας με την καθ'ης η αίτηση ανερχόταν στις €120.000,00 - χωρίς την αξία της γης. Η αξία της γης κατά το χρόνο διάστασης μας ανερχόταν περίπου στις €41.300,00.-. Υπάρχει επαύξηση της περιουσίας της καθ' ης η αίτηση πέραν του ποσού των €120.000,00.-, στην οποία έχω συνεβάλει σχεδόν αποκλειστικά εγώ προσωπικά ως αναφέρω ανωτέρω. Με την προοπτική του γάμου μου με την καθ' ης η αίτηση και κατά τη διάρκεια του, με προσπάθεια και μεγάλη συνεισφορά δική μου αποκτήθηκε η πιο πάνω ακίνητη περιουσία (κατοικία) η οποία είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι της καθ' ης η Αίτηση ως καταπιστευματοδόχου εμένα για το ποσοστό του μεριδίου που δικαιούμαι και/ή άλλως. Όλα τα χρήματα τα οποία είχα και όσα χρήματα λάμβανα από τις δύο εργασίες που έκανα και από χρήματα του πιο πάνω αναφερόμενου δανείου, χρησιμοποιήθηκαν αποκλειστικά και μόνο για να ολοκληρωθούν οι εργασίες για την ανέγερση και αποπεράτωση της εν λόγω ισογείου κατοικίας, η οποία ήταν και η συζυγική κατοικία εμένα και της καθ΄ ης η αίτηση και ακολούθως για την απόκτηση της πιο κάτω κινητής περιουσίας. Εγώ κατά την διάρκεια του γάμου μας με την καθ' ης η αίτηση εργαζόμουν σε δύο εργασίες με μηνιαίες καθαρές απολαβές πέραν των €1.500.-. Η καθ' ης η αίτηση και αυτή εργαζόταν με μηνιαίες απολαβές €340.-. Εγώ τον μισθό μου τον χρησιμοποιούσα για την συντήρηση και διατροφή της οικογένειας μας και την αποπληρωμή χρεών και την απόκτηση της πιο πάνω ακίνητης και κινητής περιουσίας, χρησιμοποιώντας μέρος των μισθών μου και εργαζόμενος προσωπικά και εγώ για την ανέγερση της κατοικίας. Είναι δικός μου ισχυρισμός ότι οποιαδήποτε μεταβίβαση ή αποξένωση από την καθ' ης η αίτηση της πιο πάνω ακίνητης περιουσίας σε τρίτα πρόσωπα είναι εικονική και έχει γίνει με σκοπό την καταδολίευση μου. Αναφορικά με την κινητή περιουσία η οποία αναφέρεται κατωτέρω η οποία αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου μου με την καθ 'ης η αίτηση και η οποία κατέχεται από την καθ' ης η αίτηση μέχρι σήμερα, είναι ισχυρισμός μου ότι η ρηθείσα κινητή περιουσία αποκτήθηκε με συνεισφορά δική μου και από χρήματα δικά μου. Επίσης όλη η κινητή περιουσία που αναφέρεται ανωτέρω, κατέχεται και χρησιμοποιείται αποκλειστικά από την καθ'ης η αίτηση. Μετά από τις επανειλημμένες εκκλήσεις μου προς την καθ' ης η αίτηση αυτή αρνείται να μου εγγράφει και/ή μεταβιβάσει κατά το ½ και/ή ανάλογου μεριδίου και/ ή να μου δώσει ποσοστό που μου αναλογεί αναφορικά με την ρηθείσα κινητή και ακίνητη περιουσία. Η κινητή περιουσία που αποκτήθηκε από χρήματα και συνεισφορά δική μου είναι η πιο κάτω: α) Αυτοκίνητο αρ. εγγραφής ΧΧΧΧ Χ43 €4.000 β) Δύο
(2)μονά κρεβάτια € 300 γ) Ένα
(1)διπλό κρεβάτι € 400 δ) Τέσσερα
(4)κομοδίνα € 300 ε) Τρεις
(3)τουαλέτες € 600 στ) Τραπεζαρία με 6 καρέκλες €1.100 ζ) Ένα σαλόνι, 4 πολυθρόνες, τραπέζι €1.000 η) Τέσσερις
(4)τηλεοράσεις € 900 θ) Τρία
(3)κλιματιστικά €1.100 ι) Ψυγείο € 400 κ) Φούρνος € 300 λ) Πλυντήριο ρούχων € 300 μ) Στεγνωτήριο € 300 ν) Δύο
(2)βιβλιοθήκες €1.000 ξ) Μαγειρικά σκεύη και είδη κουζίνας €1.200 --------------------- €13.200» Από πληροφορίες που έχω και από προσωπική γνώση η καθ΄ ης η αίτηση κάνει διαβήματα να αποξενώσει την πιο πάνω ακίνητη και κινητή περιουσία. Πριν λίγες μέρες η καθ΄ ης η αίτηση θεάθηκε στο Γραφείο Φόρου Εισοδήματος και απ΄ ότι έχω μάθει ήταν για να εξασφαλίσει πιστοποιητικό για μεταβίβαση σε τρίτο πρόσωπο αναφορικά με το εν λόγω ακίνητο.» Το προσωρινό διάταγμα και η μονομερής αίτηση επιδόθηκαν προσωπικά στην Καθ' ης η Αίτηση στις 10.9.21 η οποία αντέδρασε καταχωρώντας ένσταση στη συνέχιση ισχύος του προσωρινού διατάγματος με τους ακόλουθους λόγους: «Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμων Ν14/60 για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Συγκεκριμένα ο Αιτητής έχει αποτύχει να αποδείξει τα πιο κάτω: (α) Ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση στην Αίτηση με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο. (β) Ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα να εκδοθεί υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση απόφαση στην ως άνω Αίτηση. (γ) Ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί Δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και/η ότι ο Αιτητής θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά. (δ) Ότι λόγοι επιείκειας και το συμφέρον της Δικαιοσύνης επιβάλλουν να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και/η ότι το ισοζύγιο της ταλαιπωρίας γέρνει προς όφελος του Αιτητή . Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ενδιάμεση αίτηση δεν δικαιολογούν την ύπαρξη του κατεπείγοντος και/ή ο Αιτητής καθυστέρησε να αποταθεί στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου στερείται δικαιώματος ενδιάμεσης θεραπείας. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ενδιάμεση αίτηση δεν αποκαλύπτουν ότι ο Αιτών διάδικος έχει πιθανότητες να δικαιούται σε θεραπεία και/ή δεν υπάρχει μαρτυρία που να αποκαλύπτει συζητήσιμο ζήτημα ή/και ορατή πιθανότητα επιτυχίας στις θεραπείες που εξαιτείται η Αιτήτρια στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αίτηση. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ενδιάμεση αίτηση δεν δικαιολογούν τη θέση ότι θα είναι δύσκολο και/ή αδύνατο να αποδοθεί δικαιοσύνη στο τέλος της δίκης και/ή μια τέτοια θέση δεν προβάλλεται. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ενδιάμεση αίτηση καταδεικνύουν ότι ο Αιτών διάδικος δεν ήρθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και ότι προσπάθησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο και/ή ο Αιτητής απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη ή /και ουσιαστικά γεγονότα και στοιχεία με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου ή/και της νομολογίας για έκδοση ενδιάμεσου ή/και προσωρινού διατάγματος. Ο Αιτητής δεν δίδει ικανοποιητικές λεπτομέρειες, αναφορικά με τους ισχυρισμούς του για την υποτιθέμενη πρόθεση της Καθ' ης η Αίτηση να πωλήσει και/ή αποξενώσει την κυριότητα της επίδικης περιουσίας και/ή δεν προβάλλεται ξεκάθαρα και/ή καθ' όλου ένας τέτοιος ισχυρισμός. Η ένορκη δήλωση είναι παράτυπη και/ή δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του νόμου αναφορικά με τη σύνταξη της ένορκης δήλωσης του Αιτητή που συνοδεύει τη μονομερή αίτηση και ως εκ τούτου η Αίτηση είναι αστήρικτη. Τα αιτούμενα διατάγματα αφορούν ακίνητα και/ή περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν διά δωρεάς του Αιτητή προς την Καθ'ης η Αίτηση και ως εκ τούτου ο Αιτητής δεν έχει κανένα δικαίωμα σε αυτά.» Στην Ένορκη Δήλωση της Καθ' ης η αίτηση που συνοδεύει την ένσταση της αναφέρει μεταξύ άλλων και τ' ακόλουθα: «Αρνούμαι όλους τους ισχυρισμούς της Ένορκης Δήλωσης του Αιτητή (πλην όσων θα παραδεχθώ ρητώς με την παρούσα Ένορκη Δήλωση) καθώς επίσης όλες τις αιτούμενες, στην Αίτηση για προσωρινά διατάγματα ημερομηνίας 03/09/2021, θεραπείες και διατάγματα. Ως με συμβουλεύει η δικηγόρος μου κυρία Ελένη Πρωτοπαπά, και όπως αληθώς πιστεύω η ενδιάμεση Αίτηση, ημερομηνίας 03/09/2021, πρέπει να απορριφθεί άμεσα από το Δικαστήριο καθ' ότι ο Αιτητής απέτυχε να αποδείξει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην κυρίως Αίτηση του με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο. Επιπρόσθετα ως με συμβουλεύει η Δικηγόρος μου, ο Αιτητής απέτυχε να αποδείξει ότι εκτός εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Επίσης ως συμβουλεύομαι και όπως προσωπικά γνωρίζω ο Αιτητής δεν προσήλθε στο δικαστήριο με καθαρά χέρια και δεν αποκάλυψε όλα τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης. Επιπλέον ο Αιτητής ισχυρίστηκε γεγονότα τα οποία δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω και ως με συμβουλεύει η Δικηγόρος μου και όπως προσωπικά γνωρίζω δεν συντρέχει οποιαδήποτε κατεπείγουσα ανάγκη και ο Αιτητής δεν απέδειξε λόγους που να στοιχειοθετούν το επείγον της έκδοσης οποιουδήποτε διατάγματος και ως εκ τούτου η ενδιάμεση Αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Παραδέχομαι το περιεχόμενο των παραγράφων 3, 4, 5 και 6 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή ενώ πλην του ισχυρισμού ότι ο ενόρκως δηλών είναι ο Αιτητής αγνοώ τους λοιπούς ισχυρισμούς της ένορκης της δήλωσης. Απορρίπτω τους ισχυρισμούς της παραγράφου 7, 8 και 9 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή ότι η εν λόγω κατοικία έχει ανεγερθεί με χρήματα του Αιτητή και/ή η αποπεράτωση έγινε με δικά του χρήματα και με μεγάλη συνεισφορά από την προσωπική του εργασία. Η ανέγερση της κατοικίας έγινε με χρήματα τα οποία προέρχονται από πώληση ακινήτου που ήταν στο όνομά μου το οποίο απέκτησα από τους γονείς μου στο χωριό ΧΧΧΧ της επαρχίας Λεμεσού. Σε καμία περίπτωση ο Αιτητής δεν συνέβαλε οικονομικά στην αποπεράτωση της κατοικίας στο χωριό ΧΧΧΧ όπως αυτός αναφέρει στην ένορκη δήλωση του. Περαιτέρω, η ανέγερση της κατοικίας είχε ξεκινήσει από τον πατέρα μου, με δικά του χρήματα και έπειτα την ολοκλήρωση της κατοικίας συνεχίσαμε μαζί με τον Αιτητή. Απορρίπτω τον ισχυρισμό της παραγράφου 11 καθότι ουδέποτε έγινε οποιαδήποτε συμφωνία προφορική ή γραπτή και ουδέποτε τέθηκε τέτοιο ζήτημα και οποιοιδήποτε ισχυρισμοί και σκέψεις του Αιτητή είναι εκ των υστέρων σκέψεις του ιδίου και/ή συμβουλές των δικηγόρων του. Απορρίπτω τους ισχυρισμούς της παραγράφου 12 και των υποπαραγράφων αυτής A - Γ, και αναφέρω ότι το δάνειο έγινε από κοινού από τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Στέγης, μεγάλο μέρος του οποίου εξοφλήθηκε από εμένα μετά από την πώληση του ακινήτου που είχα στην ΧΧΧΧ της επαρχίας Λεμεσού. Συγκεκριμένα με την πώληση και την παραλαβή των χρημάτων έδωσα ένα ποσό στον Αιτητή για να πλήρωνε ως εξόφληση του δανείου. Επιφυλάσσω το δικαίωμα μου να αναφερθώ σε περισσότερες λεπτομέρειες κατά την ακροαματική διαδικασία. Σε καμία περίπτωση δεν μπορώ να γνωρίζω το ποσό για το οποίο αξίζει σήμερα η κατοικία, ως εκ τούτου απορρίπτω τους ισχυρισμούς του Αιτητή στην παράγραφο 13 και ως εκ τούτου απορρίπτω το ότι η επαύξηση της περιουσίας είναι πέραν των €120.000,00. Συμφωνώ ότι ο Αιτητής λάμβανε το ποσό των €1500.- όμως ο δικός μου μισθός ήταν περισσότερος από €340.- ήτοι ο τελευταίος μου μισθός είναι περί τα €800.- . Καθόλη τη διάρκεια του έγγαμου βίου μου με τον Αιτητή, εργαζόμουν σε διάφορες εργασίες με διαφορετικούς μισθούς, τα οποία επίσης συνείσφερα στην οικογενειακή εστία αλλά και στις ανάγκες που έχρηζαν για αποπληρωμή χρεών και/ή άλλων οικονομικών αναγκών της οικογένειας μας με τον Αιτητή. Απορρίπτω τους ισχυρισμούς των παραγράφων 21, 22, 23, 24, 25, οι οποίοι είναι -επαναλαμβανόμενοι και σε καμία περίπτωση δεν έχω σκοπό να αποξενώσω οποιοδήποτε μέρος της κατοικίας αλλά και ούτε ισχύει ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι είναι με αποκλειστική συνεισφορά του για την απόκτηση της περιουσίας μας, εργαζόμουν κι εγώ και μέσα στο σπίτι προσφέροντας επίσης. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς του Αιτητή όπως αυτοί αναφέρονται στις παραγράφους 26, 27 και 28, είναι παραπλανητικοί και ψευδής. Τα περισσότερα αντικείμενα τα οποία αναγράφονται στη λίστα που επισυνάπτεται στη παράγραφο 27 δεν υπάρχουν καθότι είτε έχουν αντικατασταθεί και/ή έχουν χαλάσει και δεν λειτουργούν. Επιπλέον τα περισσότερα από αυτά τα αντικείμενα έχουν πληρωθεί από χρήματα από την πώληση του ακινήτου στην ΧΧΧΧ, όπως και το αυτοκίνητο το οποίο αναφέρει στο σημείο (α) για το οποίο έδωσα χρήματα στον Αιτητή να μεταβεί στην Αγγλία και να μου το εισάξει. Ως εκ τούτου απορρίπτω το περιεχόμενο των πιο πάνω παραγράφων και επιφυλάσσω το δικαίωμα μου να αναφερθώ σε περισσότερες λεπτομέρειες κατά τη δικάσιμο. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του Αιτητή όπως αυτοί είναι δικογραφημένοι στις παραγράφους 29, 30, 31, 32, 33, 34 και 35, της Ένορκης Δήλωσης του Αιτητή, και ως με συμβουλεύει η δικηγόρος μου, κανένας κίνδυνος δεν υπάρχει να αποξενώσω την επίδικη περιουσία, καθ' ότι η περιουσία που περιγράφεται στα αιτητικά της παρούσας αίτησης θα πρέπει να δοθεί η συγκατάθεση κα από τα αδέρφια μου στους οποίους ανήκουν τα 2/3 του ακινήτου καθότι η εν λόγω κατοικία βρίσκεται στο δικό μου 1/3 μερίδιο, ως εκ τούτου η οποιαδήποτε μεταβίβαση και/ή αποξένωση δεν είναι εφικτή. Ως με συμβουλεύει η δικηγόρος μου, ενδιαφέρον παρουσιάζει η συνολική θεώρηση των θέσεων του Αιτητή, χωρίς να λάβει κανένας υπόψη τις δικές μου θέσεις όπως καταγράφονται στην παρούσα ένορκη δήλωση. Συγκεκριμένα: i. Στην ουσία ο Αιτητής (χωρίς να αναφέρει ποια ήταν η αξία της περιουσίας μου κατά την ημέρα του γάμου, παράληψη η οποία ως με ενημερώνει η δικηγόρος μου είναι μοιραία για την κατάληξη της παρούσας Αίτησης) ισχυρίζεται ότι κατά την ημερομηνία της διάστασης η αξία της ακίνητης περιουσίας μου ήταν €120.000, βλ. παραγράφους 13, 16 (α) (ι) και 20 της Ένορκης Δήλωσης του Αιτητή). ii. Η πιο πάνω εικόνα στην ουσία αποκαλύπτει την νομική θεώρηση των θέσεων του Αιτητή (ως με ενημερώνει η δικηγόρος μου), και ακόμα χωρίς ένσταση και αντίκρουση των ισχυρισμών του είναι ξεκάθαρο ότι η Αίτηση του δεν θα μπορούσε να επιτύχει. Ο Αιτητής σε μια προσπάθεια του να αποκομίσει όφελος και κέρδος από τον γάμο μας διεκδικεί συνεισφορά και αποζημίωση μόνο επί της αξίας της περιουσίας μου, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του ότι η περιουσία ήταν κληρονομιά όπως επίσης τη βοήθεια που λάβαμε από τους αποβιώσαντες γονείς μου και από την πώληση του ακινήτου μου στο χωριό ΧΧΧΧ αλλά και τη δική μου οικονομική συμβολή μέσα στο σπίτι. Ως με ενημερώνουν οι δικηγόροι μου τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ενδιάμεση αίτηση καταδεικνύουν ότι ο Αιτητής δεν ήρθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και ότι προσπάθησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο και ότι ο Αιτητής απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη και ουσιαστικά γεγονότα και στοιχεία με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο, όπως τα γεγονότα αυτά αναλύθηκαν σε επιμέρους παραγράφους ανωτέρω.» To προσωρινό διάταγμα το οποίο εκδόθηκε από το Δικαστήριο προχώρησε σε ακρόαση με τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων να παρουσιάζουν τις γραπτές τους αγορεύσεις, στις οποίες με αναφορά στα γεγονότα των ενόρκων δηλώσεων και σε νομολογία, υποστήριξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους χωρίς να αντεξεταστούν οι ενόρκως δηλούντες. Νομική πτυχή Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ως αυτό έχει τροποποιηθεί, παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Στην πλούσια νομολογία που υπάρχει επί του θέματος αναλύθηκαν οι τρεις προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν για να ασκήσει το Δικαστήριο τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Οι τρεις προϋποθέσεις είναι οι ακόλουθες: (i) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (ii) Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία. (iii To ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (να το δει) Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης έχει κριθεί πως είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η δεύτερη προϋπόθεση απαιτεί από τον Αιτητή να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Η έννοια της πιθανότητας έχει ερμηνευθεί να σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η τρίτη προϋπόθεση σχετίζεται με την επάρκεια των αποζημιώσεων. Αν η επιδίκαση αποζημιώσεων υπέρ του Αιτητή στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε δεν είναι απαραίτητη η έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Οι παραπάνω προϋποθέσεις έχουν αναλυθεί σε έκταση στη νομολογία. Βλ. Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 253, Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 255, M & Ch Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. ν. Timberland Co.
(1997)1 (Γ) 1 Α.Α.Δ. 1791, Pariko Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd κ.ά.
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2015. Επίσης στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Παναγιώτα Σκουτέλλα ν. Μιχάλη Σκουτέλλα Έφεση αρ. 43/12, ημερομηνίας 24 Μαρτίου 2017, ο κ. Ναθαναήλ, τέως Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφέρει τ' ακόλουθα σχετικά, αναφορικά με τα προσωρινά διατάγματα που εκδίδονται στη βάση του άρθρου 14Γ του Ν.232/91: "Είναι παγίως νομολογημένο ότι τα τρία κριτήρια στη βάση της κλασσικής πλέον απόφασης στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd - ανωτέρω - συνίστανται στην ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, στην ύπαρξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας και στην ικανοποίηση ότι οι αποζημιώσεις δεν θεωρούνται ότι αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Το πρώτο κριτήριο ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητούμενης υπόθεσης. Το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης σε συνάρτηση με την ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ΄ ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης, όπως αυτή διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα ή στην αίτηση που καταχωρείται για κατανομή της περιουσίας δυνάμει του άρθρου 14 του Νόμου αρ. 232/91, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων, όπου αυτή ζητείται και εγκρίνεται από το Δικαστήριο, για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Στο στάδιο του προσωρινού διατάγματος είναι αρκετό να καταδειχθεί κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση, αλλά ταυτόχρονα και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για την ικανοποίηση του δεύτερου κριτηρίου." Aκόμα το Δικαστήριο αν τελικά αποδεχθεί την ύπαρξη των τριών προϋποθέσεων, τότε θα πρέπει να κρίνει με γνώμονα το τι είναι δίκαιο και πρόσφορο, κατά πόσο είναι εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Είναι δε καθιερωμένη αρχή ότι ο Αιτητής ο οποίος επιδιώκει μονομερώς ένα προσωρινό διάταγμα πρέπει να προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Πρέπει δηλαδή να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Η σημασία της αναλύθηκε σε σειρά αποφάσεων. Το επιστέγασμα της απουσίας αποκάλυψης είναι η κατάργηση του διατάγματος. Το Δικαστήριο αν θεωρήσει ότι η μη αποκάλυψη ήταν ουσιώδης μπορεί να ακυρώσει τα προσωρινό διάταγμα που το ίδιο εξέδωσε αρνούμενο ν' ακούσει περαιτέρω τον Αιτητή. Για να ακυρώσει όμως το διάταγμα θα πρέπει τα γεγονότα τα οποία δεν αποκαλύφθηκαν να ήταν ουσιώδη. Επίσης θα πρέπει να αποφασίσει αν αυτά ευρίσκοντο εντός του πεδίου γνώσης του Αιτητή. (βλ. Στυλιανού ν. Στυλιανού
(1992)1 (Α) ΑΑΔ 583, Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co. Ltd
(1996)1 (A) A.A.D. 597, M. & Ch. Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. ν. Τimberland Co.
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 598, Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1980). Το Δικαστήριο δεν βρίσκει ότι ο Αιτητής απέκρυψε και/ή δεν αποκάλυψε ουσιώδη γεγονότα που θα ωθούσαν το Δικαστήριο στην ακύρωση του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 7.09.
- Σχετική είναι και η απόφαση Τασούλλα Μαυρομμάτη ν. Ανδρέα Μιχαήλ, Έφεση 133, Δ.Ο.Δ. ημερομηνίας 20.04.
- Το Δικαστήριο ακόμα σε αυτό το στάδιο πρέπει να έχει υπόψη του, ότι πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε διεξοδική εξέταση και διερεύνηση των επίδικων θεμάτων, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263. Στην υπόθεση Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka
(1999)1A 227, στη σελ. 236 λέχθηκαν τ' ακόλουθα από το Δικαστή Αρτεμίδη (όπως ήταν τότε): "Θα επαναλάβουμε, έστω με τον κίνδυνο να γίνουμε φορτικοί, πως οι διαπιστώσεις στις οποίες προβαίνουμε, γίνονται για τους σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος, αντικείμενο της πρωτόδικης απόφασης και της έφεσης. Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της." Σύμφωνα με τη νομολογία του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου και συγκεκριμένα στην απόφαση Αμβροσιάδου ν. Coward
(2013)1 (Α) Α.Α.Δ. 78, το θέμα του κατεπείγοντος, εξετάζεται πρώτο, εφόσον αφορά δικαιοδοτικό όρο και ανεξάρτητα από την ικανοποίηση των ουσιαστικών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/
- Στην υπό εξέταση αίτηση δέχομαι ότι υπάρχει το κατεπείγον εφόσον υπάρχει ο ισχυρισμός του Αιτητή για πιθανότητα αποξένωσης και ότι η Καθ΄ ης η αίτηση πρόσφατα προέβηκε προσωπικά σε διαβήματα εξασφάλισης πιστοποιητικού εκκαθάρισης από το Γραφείο Φόρου Εισοδήματος με σκοπό τη μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου σε τρίτο πρόσωπο. Προχωρώ συνεπώς να εξετάσω, με βάση τις παραπάνω αρχές και νομοθετικές πρόνοιες, κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση και συνέχιση του προσωρινού διατάγματος. Αναφέροντας ότι θα αξιολογήσω κατά πόσο ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις, οι οποίες θα κριθούν με βάση τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου στις ένορκες δηλώσεις, αλλά και τις διατάξεις του Νόμου που διέπει τις περιουσιακές διαφορές των συζύγων. Στην υπό εξέταση αίτηση σχετικές είναι οι διατάξεις των άρθρων 2 και 14 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμος του 1991, Ν. 232/
- Το Άρθρο 14, ως έχει τροποποιηθεί προνοεί ότι: «Σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί, ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.» Περαιτέρω στον παραπάνω Νόμο, Άρθρο 2, ο όρος «συνεισφορά» σημαίνει: "την οποιαδήποτε μορφής συνεισφορά των συζύγων στην απόκτηση ή τη δημιουργία περιουσίας και περιλαμβάνέι τη φροντίδα της οικογενειακής στέγης και των μελών της οικογένειας." Περαιτέρω ως περιουσία ορίζεται στο ίδιο άρθρο: ««περιουσία» σημαίνει την κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους». Αναδεικνύεται από την προσκομισθείσα μαρτυρία και τα τεκμήρια που παρουσιάστηκαν εκατέρωθεν, αλλά και τις διατάξεις της σχετικής νομοθεσίας, το άρθρο 2 που ορίζει τις έννοιες της περιουσίας και συνεισφοράς και το άρθρο 14 του Ν.232/91 που δίνει τη δυνατότητα στον ένα σύζυγο να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή, ότι καταδείχθηκε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Στην ένορκη δήλωση του Αιτητή προσφέρεται επαρκές υλικό ώστε να μπορεί να ενταχθεί η διαφορά των διαδίκων, στα πλαίσια της αναγκαιότητας ρύθμισης των περιουσιακών σχέσεων αυτού και της συζύγου του από το Οικογενειακό Δικαστήριο. Βλ. υπόθεση Παναγιώτα Σκουτέλλα ν. Μιχάλη Σκουτέλλα (ανωτέρω). Oι διάδικοι παντρεύτηκαν στις 20/4/1998, ήλθαν σε διάσταση κατά την 28/9/
- Κατά τη διάρκεια της έγγαμης σχέσης του αποκτήθηκε η επίδικη κατοικία. Η αξιολόγηση όμως των αντικρουόμενων ισχυρισμών και η πρόωρη εξαγωγή συμπερασμάτων για την έκταση της συνεισφοράς του Αιτητή και η αποδοχή της μια ή της άλλης θέσης για τον τρόπο απόκτησης του ακινήτου και τα οποιαδήποτε ευρήματα για τη μορφή της οποιασδήποτε συνεισφοράς του, σε αυτό το στάδιο θα οδηγούσαν σε πρόωρη διάγνωση της ουσίας της διαφοράς. Περαιτέρω, έχοντας υπόψη το άρθρο 14
(2)του Ν. 232/91, που προνοεί ότι η συνεισφορά του ενός συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη συνεισφορά, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση αλλά και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Αιτήτριας στην εναρκτήρια αίτηση (βλ. σχετικά Ντάγκλας ν. Ντάγκλας
(2004)1 (Α) 629). «Σημειώνω εδώ ότι η ενδεχόμενη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου, θα εξοστράκιζε την πιθανή θεραπεία υπέρ της Αιτήτριας. Λέγοντας «πιθανή θεραπεία» εννοείται αυτή που προβλέπεται από το άρθρο 14Ε του Ν. 232/91, με βάση την οποία το Δικαστήριο είχε την εξουσία να εκδίδει διατάγματα για μεταβίβαση στον αιτούντα διάδικο περιουσίας του Καθ'ου η αίτηση που συνιστά αντικείμενο της διαδικασίας». Η ίδια η ένορκη δήλωση του Αιτητή αποκαλύπτει ταυτόχρονα και την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Αυτό, διότι περιγράφεται η περιουσία η οποία αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, από την Καθ' ης η Αίτηση και ο ίδιος ισχυρίζεται ότι είχε ολόκληρη την συμβολή. Η συνεισφορά του εξειδικεύεται επαρκώς στην ένορκη δήλωση για σκοπούς εξέτασης των προϋποθέσεων έκδοσης και συνέχισης του προσωρινού διατάγματος. Περαιτέρω, η επιχειρηματολογία που αναπτύσσεται προς υποστήριξη των θέσεων της Καθ' ης η αίτηση στην ένορκη δήλωση της και τα όσα ισχυρίζεται για τον σκοπό που υπάρχει και σχετίζεται με την εν λόγω κατοικία, καθώς και όσα καταλογίζει στον Αιτητή απευθύνονται περισσότερο στην ουσία της υπόθεσης, τα οποία θα εξεταστούν κατά την ακροαματική διαδικασία κατά την οποία θα γίνει και αξιολόγηση της αξιοπιστίας των διαδίκων. Σε ότι αφορά στην τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60, δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι η έννοια της δυσκολίας ή αδυναμίας απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο δεν συναρτάται απόλυτα με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την προστασία των δικαιωμάτων του Αιτητή έναντι των αντίστοιχων δικαιωμάτων της συζύγου του. Σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στο Σύγγραμμα των Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, Διατάγματα (injunctions), 2016, σελ. 64-69 και 131-141. Σε προσωρινά διατάγματα, απαγορευτικά της αποξένωσης ή επιβάρυνσης ακίνητης ή κινητής περιουσίας, δεν είναι αναγκαία η προσαγωγή μαρτυρίας για πρόθεση του Εναγομένου-Καθ'ου η αίτηση για αποξένωση, αλλά εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος - αιτητή (βλ. Κιτρομηλίδου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 1165). Από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, στα πλαίσια εξέτασης της υπό κρίση αίτησης, συνάγεται ότι σε περίπτωση που δεν οριστικοποιηθεί το εκδοθέν διάταγμα ο Αιτητής θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία. Συνεπώς, πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/
- Επιπρόσθετα των ανωτέρω, κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της έκδοσης των διαταγμάτων, δεδομένου και του ότι η διατήρηση του status quo αποτελεί την ολιγότερο οδυνηρή υπό τις περιστάσεις επιλογή. Βλέπε σχετικά Σκουτέλλα (ανωτέρω), Κόκκινου ν. Κόκκινου Πολιτική Έφεση αρ. 29/14, ημερ. 3.11.16 και Σύγγραμμα των Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, Διατάγματα (Ιnjunctions), 2016, σελ. 141, 142 κα
- Ο Αιτητής όμως με την εναρκτήρια αίτηση του αξιώνει μεταξύ άλλων την εγγραφή επ' ονόματι του ½ μεριδίου επί της επίδικης κατοικίας που είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι της Καθ'ης η αίτηση. Η ενδεχόμενη αποξένωση του συνεπώς, θα εξουδετερώσει και την παραμικρή πιθανότητα για μεταβίβαση οποιουδήποτε μεριδίου σ' αυτόν. Στο Οικογενειακό Δίκαιο επίσης, στη σχετική για τις περιουσιακές διαφορές νομοθεσία, υπάρχει συγκεκριμένη πρόνοια που αναφέρεται στη δέσμευση του ιδίου του αντικειμένου της αίτησης. Το άρθρο 14(Γ)
(1)του σχετικού Νόμου δίνει εξουσία στο Δικαστήριο να «εκδίδει ύστερα από αίτηση διάταγμα με το οποίο να παρεμποδίζεται ο Καθ'ου η αίτηση να διαθέτει, να αποξενώσει ή να επιβαρύνει την περιουσία ή μέρος της». Ακόμη το άρθρο 14Ε προβλέπει ότι: "το Δικαστήριο έχει την εξουσία να εκδίδει διατάγματα για μεταβίβαση στον Αιτητή περιουσίας του Καθ'ου η αίτηση που συνιστά αντικείμενο της διαδικασίας δυνάμει του παρόντος νόμου." To άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 προσδίδει επίσης δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα σε σχέση με το ίδιο το αντικείμενο της αγωγής, ενώ οι πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν. 14/60 καλύπτουν ένα ευρύτερο φάσμα από αυτό του άρθρου 4. Η θέση της Καθ'ης η αίτηση ότι το διαφιλονικούμενο ακίνητο δεν μπορεί να μεταβιβαστεί επειδή η περιουσία που περιγράφεται στα αιτητικά της παρούσας αίτησης είναι συνιδιοκτησία με τα αδέλφια της και θα πρέπει να δοθεί η συγκατάθεση τους αφού της ανήκουν τα 2/3 του όλου μεριδίου του ακινήτου και η διαφιλονικούμενη κατοικία είναι κτισμένη στο 1/3 μερίδιο που ανήκει στην Καθ΄ ης η αίτηση, ούτε πληρούνται οι προϋποθέσεις για την προώθηση αίτησης για αναγκαστική πώληση του μεριδίου της και ότι κανένα σώφρον άτομο δεν θα ενδιαφερόταν να αγοράσει μερίδιο σε ιδιοκτησία και/ή σε κατοικία στην οποία έχουν μερίδια άλλοι συνιδιοκτήτες, όπως έχω αναφέρει πιο πάνω το αντικείμενο της περιουσιακής διαφοράς θα πρέπει να διατηρηθεί μέχρι να αποφασιστεί κατά πόσο ο Αιτητής είχε οποιαδήποτε συνεισφορά δεδομένης και της θεραπείας που επιδιώκει. Περαιτέρω όπως έχει νομολογηθεί η έννοια της δικαιοσύνης, δεν συναρτάται μόνο με την απλή αντίληψη της ζημιάς, αλλά την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Βλ. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. ν. Τimberland Co.
(1997)1 A.A.Δ. 1791. Υποδείχθηκε την υπόθεση Παναγίδης ν. Παναγίδη
(2001)1Α Α.Α.Δ. 396 ότι: "πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στους Ενάγοντες των θεραπειών που δικαιούνται σύμφωνα με το Νόμο». Επίσης στην υπόθεση HIGHGATE PRIMARY SCHOOL LTD κ.ά. ν. ΦΥΛΑΚΤΙΔΗ κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 317, σελ. 324, λέχθηκαν σε σχέση με το παραπάνω θέμα τ' ακόλουθα: "Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους, σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους-ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια. Το πρωτόδικο δικαστήριο βρήκε ότι θα προκληθεί τέτοια αδικία στους εφεσίβλητους-ενάγοντες και δεν συντρέχει λόγος για επέμβαση στα ευρήματά του." Aναφορικά με τον κίνδυνο αποξένωσης της περιουσίας που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής, αλλά και των στοιχείων που παρείχαν οι εφεσείοντες για κίνδυνο αποξένωσης ή επιβάρυνσης της περιουσίας στην απόφαση Κίτσιου ν. Χριστοδούλου
(2004)1 Α.Α.Δ. 228 το Εφετείο είπε επί του προκειμένου: "Το έχουμε ήδη σημειώσει εξ αρχής πως ζήτημα σε σχέση με τον κίνδυνο μεταβίβασης ή επιβάρυνσης της ακίνητης ιδιοκτησίας δεν είχε εγερθεί καν από την εφεσίβλητη. Εν πάση περιπτώσει είναι προφανές πως διέλαθε της προσοχής του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως εν προκειμένω η αίτηση για το παρεμπίπτον διάταγμα δεν αποσκοπούσε ακριβώς στην εξασφάλιση ενδεχόμενης απόφασης με τη διαφύλαξη των δυνατοτήτων εκποίησης ακίνητης περιουσίας γενικώς, αλλά στη διασφάλιση του ίδιου του αντικειμένου της αγωγής, εν όψει του άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Το γεγονός ότι υπήρχε και διαζευκτική αξίωση για αποζημιώσεις δεν μπορεί να απομακρύνει από την ουσία του πράγματος. Ο ενάγων επιδίωκε να διατηρηθεί το αντικείμενο με βάση αγωγής η οποία διατηρουμένης της δυνατότητας για μελλοντική συζήτησή της, για τις ανάγκες του θέματος, φαινόταν καλή και, κάτω από τις περιστάσεις, το παρεμπίπτον διάταγμα θα έπρεπε να είχε διατηρηθεί. Σημειώνουμε συναφώς το γεγονός ότι η έκδοση τέτοιου διατάγματος δεν θα επηρέαζε δυσμενώς την εφεσίβλητη με οποιοδήποτε τρόπο αφού, ακόμα και ενώπιον μας, ο ευπαίδευτος συνήγορός της μας δήλωσε πως στην πραγματικότητα δεν είχε πρόθεση να αποξενώσει ή να επιβαρύνει τα ακίνητα." Tέλος σε σχέση με τη θέση της Καθ'ης η αίτηση ότι ο Αιτητής δεν δίδει ικανοποιητικές λεπτομέρειες αναφορικά με τους ισχυρισμούς του για την υποτιθέμενη πρόθεση της Καθ'ης η αίτηση να πωλήσει και/ή να αποξενώσει την επίδικη περιουσία, θεωρώ ότι ο Αιτητής έχει εξηγήσει σε ικανοποιητικό βαθμό γιατί θα πρέπει να εκδοθεί απαγορευτικό διάταγμα. Παραπέμπω για το παραπάνω ζήτημα στα όσα υποδείχθηκαν από το Εφετείο στην υπόθεση Φετοκάκης ν. Χριστοφή κ.ά.
(2006)1 Α.Α.Δ. 800: "Σημειώνουμε ότι σε περιπτώσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων ο αιτητής δεν έχει το βάρος να αποδείξει την πραγματική πρόθεση του καθ' ου η αίτηση να προβεί σε μεταβίβαση της περιουσίας του. Όπως έχει λεχθεί από το Δικαστή Πική στην υπόθεση Τσιολάκη και Άλλη ν. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782, εκείνο το οποίο απαιτείται «είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος." Η έμφαση είναι δική μου. Μεταξύ των διαδίκων όπως φαίνεται στις μακροσκελείς ένορκες δηλώσεις τους υπάρχουν αντικρουόμενοι ισχυρισμοί σε σχέση με πολλά θέματα. Υπενθυμίζεται όμως ότι το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο έχει να αντιμετωπίσει μια διαδικασία στην οποία δεν θα πρέπει να προχωρήσει στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος στην υπόθεση. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jοnitexo v. Adidas (ανωτέρω), καθώς και στη Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου (ανωτέρω), τα συμπεράσματα ανήκουν κατ' εξοχήν στη σφαίρα εξέτασης της ουσίας της ίδιας της αγωγής ή της εναρκτήριας αίτησης. Στην απόφαση Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka (ανωτέρω), κρίθηκε πως η συζήτηση για το προσωρινό οδηγήθηκε σε σοβαρή εκτροπή λόγω του τρόπου που παρουσιάστηκε η υπόθεση και του χειρισμού της από τον Πρωτόδικο Δικαστή, ο οποίος υπερβαίνοντας την εξουσία που του παρείχετο για έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση τις πρόνοιες των περί Δικαστηρίων Νόμων, αντί να εξετάσει κατά πόσο θα προέβαινε στην ακύρωση ή οριστικοποίηση του διατάγματος, προχώρησε σε σημείο που κρίθηκε ότι με τη στάση του διέγνωσε την ουσία της υπόθεσης. Τέλος, όσον αφορά το κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις να οριστικοποιηθεί το προσωρινό διάταγμα, θεωρώ ότι αυτό είναι αναγκαίο για να διατηρηθεί η υφιστάμενη κατάσταση των πραγμάτων ώστε το επίδικο ακίνητο να διαφυλαχθεί μέχρι την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης. Θεωρώ συνεπώς ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρήσει στην οριστικοποίηση του προσωρινού διατάγματος. Ως εκ τούτου το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 07.09.21 καθίσταται απόλυτο και θα ισχύει μέχρι εκδίκασης της εναρκτήριας αίτησης και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Καθ'ης η αίτηση ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και να καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ................... Γ. Γ. Αντωνιάδης, Δ.Οικ.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΓΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο