← Κύπρος

Σ. ν. Χ., Αρ. Αίτησης: 291/2021, 5/5/2022

Σ. ν. Χ., Αρ. Αίτησης: 291/2021, 5/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLEM:2022:18 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ Διατροφής Ενώπιον: Κ. Χατζηαθανασίου Σιαμτάνη Δ. Οικ. Δικ. Αρ. Αίτησης: 291/2021 Μεταξύ: xxxxxxxxxx Σ., xxxxx xxxxxxxxx x,[ ], [ ], Λεμεσός Αιτήτρια ΚΑΙ xxxxxxxxxxxx Χ. από xxxxxx xxxxxxxxx, [ ], [ ], Λεμεσός Καθ' ου η αίτηση ---------------------- Αίτηση δια κλήσεως από τον Καθ' ου η Αίτηση 9/2/2021 για άδεια Αντεξέτασης της Αιτήτριας Ημερομηνία: 5 Μαΐου 2022 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια στην εναρκτήρια αίτηση/ Καθ' ης η Αίτηση στην παρούσα: κα Ε. Μουζουρίδου Για Καθ' ου η Αίτηση στην εναρκτήρια αίτηση/ Αιτητή στην παρούσα: κα Ε. Αντωνιάδου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Αιτήτρια στην εναρκτήρια αίτηση / Καθ' ης η Αίτηση στην παρούσα στο εξής η Αιτήτρια στις 10/12/2021 καταχώρησε εναρκτήρια αίτηση με την οποία ζητά διάταγμα με το οποίο να καθορίζεται η συνεισφορά του Καθ' ου η Αίτηση στην εναρκτήρια αίτηση/ Αιτητή στην παρούσα, στο εξής ο Καθ' ου η Αίτηση, στη διατροφή των ανήλικων τέκνων του χχχχχχ και χχχχχχ Χ., στο ποσό των €

  1. Την ίδια ημέρα, καταχώρησε και μονομερή αίτηση με το ίδιο αντικείμενο και εξασφάλισε προσωρινό διάταγμα με το οποίο καθορίστηκε η συνεισφορά του Καθ' ου η Αίτηση στη διατροφή των ανήλικων τέκνων του, στο ποσό των €600, από την επίδοση του προσωρινού διατάγματος. Το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε από το Δικαστήριο προσέκρουσε στην ένσταση του Καθ' ου η Αίτηση που καταχωρήθηκε την 1/2/
  2. Με αυτήν προβάλλεται ότι δεν συντρέχουν οι λόγοι έκδοσης προσωρινού διατάγματος, ότι τα γεγονότα στα οποία στηρίχθηκε η έκδοση του διατάγματος είναι ψευδή, ότι η Αιτήτρια απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα και/ή παραπλάνησε το Δικαστήριο καθώς και ότι οι αιτούμενες θεραπείες αντίκεινται προς το συμφέρον των τέκνων. Επιπλέον προβάλλεται ότι η Αιτήτρια και/ή τα ανήλικα ουδεμία ζημιά θα υποστούν από τη μη έκδοση του διατάγματος. Ενώ το προσωρινό διάταγμα ορίστηκε στις 11/3/2022 για ακρόαση, στις 9/2/2022 υποβλήθηκε η παρούσα αίτηση με την οποία ο Καθ' ου η Αίτηση στην εναρκτήρια αίτηση/ Αιτητής στην υπό κρίση αίτηση, αιτείται όπως: Το Δικαστήριο διατάξει όπως η κα χχχχχχχχχ Σ. από τη Λεμεσό ενόρκως δηλούσα στην αίτηση ημερομηνίας 10/12/2021 παρουσιαστεί στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού κατά την 11/3/2022 ημερομηνία κατά την οποία η μονομερής αίτηση ημερ. 10/12/2021 είναι ορισμένη για ακρόαση και σε οποιοδήποτε τυχόν αναβολή της ακρόασης για να αντεξεταστεί επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης της ημερομηνίας 10/12/2021 και ειδικότερα επί των ισχυρισμών της, που περιέχονται στην παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης της. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για αντεξέταση γίνεται από τον Καθ' ου η Αίτηση. Όπως αναφέρει ο Καθ' ου η Αίτηση εξ όσων γνωρίζει και πληροφορείται από τη δικηγόρο του οι ισχυρισμοί που προβάλλει η ενόρκως δηλούσα στην ένορκη δήλωση της, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και συνιστούν ανυπόστατους και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς, μη υποστηριζόμενους από απτά τεκμήρια, κατά τρόπο που να δύνανται να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου, γι' αυτό και παρίσταται ανάγκη αυτοί να διασαφηνιστούν με την αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας. Συγκεκριμένα όπως αναφέρει: Είναι απαραίτητο να αντεξεταστεί η εν λόγω ενόρκως δηλούσα, για τους εξής λόγους: - Για να διευκρινίσει γιατί ενώπιον του Δικαστηρίου έθεσε βεβαιώσεις και όχι αποδείξεις πληρωμών σε σχέση με τα ισχυριζόμενα ιδιαίτερα μαθήματα των ανηλίκων. - Κατά πόσο πλήρωνε πάντοτε η ίδια τα ισχυριζόμενα δίδακτρα, από πότε τα πλήρωνε ή τούτο συνέβη κατ' ισχυρισμό μετά τη διάσταση και εάν πραγματικά πληρώνει τα δίδακτρα πράγμα, που αμφισβητεί ο Καθ' ου η Αίτηση. - Κατά πόσο λαμβάνει οποιοδήποτε επίδομα τέκνου ή επίδομα μονογονιού και ποιο είναι το ακριβές ποσό των επιδομάτων αυτών. Είναι η θέση του ότι θα πρέπει να αντεξεταστεί επί των ζητημάτων αυτών και ο μοναδικός λόγος που υποβάλλεται το αίτημα αυτό είναι για να διαφανούν τα αληθινά γεγονότα και το Δικαστήριο να είναι σε θέση, όταν θα εξετάσει την αναγκαιότητα αναθεώρησης ή μη του εκδοθέντος διατάγματος ή την ακύρωση αυτού, να αποφασίσει επί των θεμάτων αυτών, έχοντας πλήρη γνώση της υπόθεσης και εάν πραγματικά η Αιτήτρια απέκρυψε η μη οποιοδήποτε ουσιαστικό γεγονός, το οποίο είχε υποχρέωση να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Για τους πιο πάνω λόγους ζητά όπως το αίτημα του εγκριθεί. Στην εν λόγω αίτηση η Αιτήτρια καταχώρησε ένσταση στις 4/3/2022, προβάλλοντας 13 λόγους ένστασης τους οποίους λαμβάνω σοβαρά υπόψη μου για την έκδοση της παρούσας απόφασης. Στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει η Αιτήτρια προβάλλει ότι τα ζητήματα στα οποία ο Καθ' ου η Αίτηση επιθυμεί να την αντεξετάσει δηλαδή για τα φροντιστήρια των παιδιών, ποιος τα πληρώνει και τον αν λαμβάνει επίδομα τέκνου είναι ζητήματα που ο ίδιος θα έπρεπε να γνωρίζει από την πολύ πρόσφατη οικογενειακή τους ζωή. Πέραν των πιο πάνω, όπως υποστηρίζει η αίτηση βασίζεται σε ελλιπή νομική βάση, είναι ανυπόστατη και νομικά αβάσιμη και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η νομοθεσία για να επιτρέψει το Δικαστήριο την αντεξέταση. Όπως αναφέρει περαιτέρω τα ζητήματα στα οποία επιθυμεί να αντεξετάσει ο Καθ' ου η Αίτηση άπτονται της ουσίας της διαφοράς για τα οποία θα δοθεί μαρτυρία και δεν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις για να δοθεί τέτοια άδεια. Νομική πτυχή- Εξέταση της αίτησης Βασικό νομικό υπόβαθρο της αίτησης είναι η Δ.39 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία παραπέμπει η Δ.48 Θ.4

(2). Η Δ.39 Θ.1 έχει ως ακολούθως: «Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross-examination» Σε μετάφραση: «Σε αίτηση, μαρτυρία μπορεί να δοθεί με ένορκο δήλωση αλλά το Δικαστήριο ή Δικαστής δύναται, κατόπιν παράκλησης οποιουδήποτε των διαδίκων, να διατάξει την παρουσία του ομνύσαντος για αντεξέταση». Ο Καθ' ου η Αίτηση/ Αιτητής στην παρούσα στην αίτηση του περιέλαβε τη βασική διάταξη επί της οποίας στηρίζεται το αίτημα του για αντεξέτασης, επομένως η ένσταση για παρατυπία της αίτησης είναι αβάσιμη. Το θέμα της έκδοσης διατάγματος αντεξέτασης ενόρκως δηλούντος, είναι θέμα το οποίο ανάγεται λοιπόν στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Είναι χαρακτηριστικό το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Λευτέρη Μήλου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ.280, 286: «(ι) Δεν έχει αμφισβητηθεί, και ορθά, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην εκδώσει το διάταγμα για αντεξέταση παρά τη σύμφωνη προς τούτο γνώμη και του ίδιου του καθ΄ ου στην αίτηση εκείνη Κ. Γαβριηλίδη, με δεδομένο ότι η αίτηση στηριζόταν στη Δ.39, Θ.1 η οποία και παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της. (δέστε Annual Practice 1958 σελ. 865 και Halsbury's Laws of England 3η έκδ. Τόμος 21, σελ. 418-419 παρ. 878).» Στην Αίτηση Rana Wahed Ali (Aρ.1)
(2004)1 Α.Α.Δ. 1660, τονίστηκε επίσης από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι άδεια αντεξέτασης επί των ενόρκων δηλώσεων δίδεται πολύ σπάνια από το Δικαστήριο και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Επίσης, αναφέρθηκε ότι η αίτηση θα πρέπει να υποβάλλεται εγγράφως και να περιλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους μια υπόθεση εντάσσεται στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων. Είναι χαρακτηριστικό το πιο κάτω απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση: «Το ζήτημα της αντεξέτασης ομνύσαντος διέπεται από τον θ.1 της Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών σύμφωνα με το οποίο σε αίτηση μπορεί να δοθεί μαρτυρία με ένορκη δήλωση πλην όμως το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται με παράκληση οποιουδήποτε των διαδίκων να διατάξει όπως ο ομνύσας την ένορκη δήλωση παρουσιαστεί για αντεξέταση. Επομένως το θέμα εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Για τα κριτήρια άσκησης της διακριτικής αυτής ευχέρειας μπορούμε να αντλήσουμε χρήσιμη καθοδήγηση από τα κρατούντα στην Αγγλία. Σύμφωνα με την υποσημείωση (α) της παραγράφου 74 των Halsbury's Laws of England, 3rd Ed., Vol. 11, οι ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την ένσταση στην αίτηση Habeas Corpus πρέπει να καταχωρούνται πριν από την ημερομηνία της ακρόασης. Πρόσθετες ένορκες δηλώσεις μπορεί να καταχωρούνται αν δοθεί άδεια κατά την ακρόαση και μπορεί να δοθεί άδεια σε οποιοδήποτε από τους διαδίκους να καταχωρήσουν πρόσθετες ένορκες δηλώσεις σε σχέση με ένα νέο ζήτημα το οποίο εγείρεται από τις ένορκες δηλώσεις του αντιδίκου. Αντεξέταση επί των ενόρκων δηλώσεων δεν επιτρέπεται (Βλ. R. v. Kent Justices ex parte Smith [1928] W.N. 137 και την σημείωση της Δ.59, θ.44 των Παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών). Σύμφωνα με αυτή τη σημείωση αντεξέταση επί των ενόρκων δηλώσεων πολύ σπάνια επιτρέπεται. Η σημείωση παραπέμπει στην R. v. Kent Justices (πιο πάνω) και στην R. v. Stokesley Justices [1956] 1 W.L.R. 254. Στην τελευταία αυτή υπόθεση αναφέρεται ότι «πιθανόν αυτή θα είναι η πρώτη υπόθεση στην πρόσφατη ιστορία στην οποία έγινε αίτηση σε διαδικασία προνομιακών ενταλμάτων για άδεια αντεξέτασης επί των ενόρκων δηλώσεων. Άδεια δεν έχει ποτέ δοθεί ή τουλάχιστο δεν έχει δοθεί για μεγάλο αριθμό ετών». Στην Stokesley (πιο πάνω) γίνεται αναφορά στην Kent Justices (πιο πάνω) στην οποία λέχθηκαν τα εξής (σε δική μου μετάφραση): «Για περίπου 50 ή 60 χρόνια δεν έχει εκδοθεί διάταγμα για την αντεξέταση ομνύσαντος. Ήταν αρκετό να προστεθεί ότι δεν υπήρχε πιθανότητα να εκδοθεί τέτοιο διάταγμα εκτός σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις και ότι δεν έχουν αποδειχθεί τέτοιες εξαιρετικές περιστάσεις στην παρούσα υπόθεση.» Στην Stokesley (πιο πάνω) έγινε δεκτό το αίτημα για αντεξέταση του ομνύσαντος. Κρίθηκε ότι επρόκειτο για αξιοπρόσεκτη και εξαιρετική περίπτωση στην οποία «ο αιτητής επιδιώκει να παραμερίσει διάταγμα το οποίο εξασφαλίστηκε πριν από 8 χρόνια και σε σχέση με το οποίο δεν είχε ενεργήσει ποτέ ο παραπονούμενος ο οποίος είχε εξασφαλίσει το διάταγμα». Λέχθηκε, επίσης, ότι υπάρχουν ζητήματα τα οποία προκάλεσαν στο Δικαστήριο μεγάλη ανησυχία και κάποια δυσαρέσκεια και έπρεπε να διερευνηθούν. Εν όψει της πιο πάνω θέσης της νομολογίας θεωρώ ότι η αίτηση για αντεξέταση ομνύσαντος πρέπει να υποβάλλεται εγγράφως και να περιλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους μια υπόθεση εντάσσεται στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων.» Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου. Από τις πιο πάνω αρχές και τη νομολογία προκύπτει ότι άδεια αντεξέτασης επί των ενόρκων δηλώσεων δίδεται πολύ σπάνια και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, επίσης ότι πρωταρχικός παράγοντας ο οποίος θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, είναι το είδος της αίτησης και η φύση της διαδικασίας στα πλαίσια της οποία ζητείται η αντεξέταση. Μετά την πιο πάνω παράθεση του νομοθετικού και νομολογιακού πλαισίου εξέτασης αιτήσεων αντεξέτασης επανέρχομαι στα γεγονότα της παρούσας αίτησης και διαπιστώνω τα πιο κάτω: Ο Καθ' ου η Αίτηση στην παρούσα αίτηση δεν κάμνει οποιαδήποτε αναφορά σε οποιονδήποτε λόγο για τον οποίο η υπόθεση εντάσσεται στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων. Με την αίτηση του ουσιαστικά ζητά να αντεξετάσει την Αιτήτρια αρχικά γενικά «επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης της» και ειδικότερα όπως αναφέρει επί των ζητημάτων που αναφέρει η Αιτήτρια στην παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης της με ουσιαστικό σκοπό, όπως προκύπτει από τα παρατεθέντα στην ένορκη δήλωση του, να πλήξει την αξιοπιστία της Αιτήτριας, ώστε να υποστηριχθεί η δική του εκδοχή. Ας σημειωθεί ότι στην παράγραφο 12 αναφέρει η Αιτήτρια τα ακόλουθα: «Στο παρόν σημείο επιθυμώ όπως φέρω εις γνώση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι ένεκα της έλλειψης οικονομικών πόρων και εισοδημάτων, αδυνατώ να πληρώνω τα φροντιστήρια των ανηλίκων τέκνων μου, τα οποία είναι απολύτως αναγκαία για την εκπαίδευση τους, με αποτέλεσμα να εκκρεμούν οφειλόμενα ποσά στους καθηγητές και/ή στα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Σχετικές βεβαιώσεις επισυνάπτονται και σημειώνονται ως Τεκμήριο 3» Όμως με την ένσταση του στο προσωρινό διάταγμα ο Καθ' ου η Αίτηση αντέκρουσε τους εν λόγω ισχυρισμούς και το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο δεν προχωρά σε ευρήματα επί της αξιοπιστίας των διαδίκων. Δόθηκε η ευκαιρία στον Καθ' ου η Αίτηση να παραθέσει τις δικές του θέσεις και να απαντήσει συνεπώς σε όλους τους ισχυρισμούς που πρόβαλε η Αιτήτρια με τη μονομερή της αίτηση και να αντικρούσει επομένως οποιεσδήποτε κατ' ισχυρισμό αναλήθειες, θεωρεί ότι αναφέρθηκαν από την Αιτήτρια. Συγκεκριμένα αναφέρει προς απάντηση στην παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας, στη παράγραφο 19 της ένορκης δήλωσης του: «Αρνούμαι τους ισχυρισμούς της παραγράφου 12 της ένορκης δήλωσης και λέγω ότι τα ανήλικα μεταβαίνουν στην Πάφο σε καθηγητές οι οποίοι είναι συγγενείς της Αιτήτριας, ώστε η Αιτήτρια να μην υποχρεώνεται στην καταβολή οιουδήποτε ποσού, αναφορικά με έξοδα φροντιστηρίου. Εξ' ου και οι βεβαιώσεις που επισυνάπτει η Αιτήτρια, αποφεύγοντας να επισυνάψει ως τεκμήριο σχετικές αποδείξεις πληρωμής, ακριβώς για τον πιο πάνω λόγο, δηλαδή ακριβώς επειδή δεν πληρώνει τα ποσά τα οποία ισχυρίζεται και οι καθηγητές προχώρησαν στην έκδοση των βεβαιώσεων που επισυνάπτει η Αιτήτρια, ακριβώς για να την βοηθήσουν να εξασφαλίσει το υπό κρίση διάταγμα. Στην πραγματικότητα οι εν λόγω καθηγητές είναι συγγενείς της Αιτήτριας και δεν την χρεώνουν και είναι επιλογή της Αιτήτριας να μεταβαίνει στην Πάφο όπου βρίσκονται αυτοί οι καθηγητές για να μην πληρώνει δίδακτρα.» Ας σημειωθεί περαιτέρω ότι η Αιτήτρια δεν αναφέρει οτιδήποτε για τη λήψη οποιουδήποτε επιδόματος στην εν λόγω παράγραφο που θα έχρηζε αντεξέτασης. Τονίζω ότι δεν είναι του παρόντος να προχωρήσω σε εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων αναφορικά με τις οποιεσδήποτε αναφορές στις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων, κάτι το οποίο θα γίνει όταν το Δικαστήριο θα έχει ολοκληρωμένη τη μαρτυρία των διαδίκων κατά την ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης. Η αντεξέταση της Αιτήτριας σε αυτό το στάδιο θα εκτροχιάσει την παρούσα διαδικασία στην οποία το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε ευρήματα επί της ουσίας των ισχυρισμών. Θα υπενθυμίσω σε αυτό το στάδιο την πάγια νομολογία ως προς τον περιορισμένο ρόλο ενός Δικαστηρίου σε ενδιάμεσες αιτήσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Στην παρούσα περίπτωση τα θέματα επί των οποίων ζητείται η αντεξέταση αποτελούν θέματα διαφωνίας μεταξύ των διαδίκων που άπτονται της ουσίας της υπόθεσης, η εξέταση των οποίων θα γίνει κατά την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης, όταν το Δικαστήριο θα μπορεί να αξιολογήσει την αξιοπιστία των διαδίκων. Ούτε το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο είναι επιτρεπτό να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήγει στη οποιαδήποτε συμπεράσματα σε σχέση με αυτή. Καταλήγω ότι στην παρούσα αίτηση δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον μου που να καταδεικνύει ότι αυτή, μπορεί να ενταχθεί στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων και ως εκ τούτου η σχετική αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται προς όφελος της Αιτήτριας στην εναρκτήρια αίτηση/Καθ' ης η Αίτηση στην παρούσα και εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση στην εναρκτήρια αίτηση/ Αιτητή στην παρούσα και να καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Yπ.) ............. Κ. Χ"Aθανασίου - Σιαμτάνη,Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.