M. ν. A., Αρ. Αίτησης: 45/2021, 9/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLEM:2022:21 ΣΤΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Δικαιοδοσία Περιουσιακών Διαφορών ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Χ΄΄ Αθανασίου - Σιαμτάνη, Δ. Αρ. Αίτησης: 45/2021 Μεταξύ: xxxxxx xxxxxxxxxxx M. από το [ ] Αιτήτρια και 1.χχχχχχχ χχχχχχχχχχ A. από το [ ] 2.Bilimkana Investments Limited, από τη Λεμεσό 3.Labnet Biomedlab Limited, από τη Λεμεσό 4.Bilimkana (Ukraine) Limited, από τη Λεμεσό
- xxxxxx Σ., από τη Λεμεσό
- Labnet Ukraine Limited, από τις Βρετανικές Παρθένους Νήσους Kαθ' ων η αίτηση --------------------------- Ημερομηνία : 9 Μαΐου 2022 Εμφανίσεις Για την Αιτήτρια: κος Δ. Αραούζος με κο Θ. Χριστοδούλου Για τον Καθ' ου η Αίτηση : κος Τ. Παντελή Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Αιτήτρια στην παρούσα περιουσιακή διαφορά αξιώνει την επίλυση των περιουσιακών διαφορών με το σύζυγο της Καθ' ου η Αίτηση 1 σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται στην Κύπρο που αφορούν μετοχές τις οποίες κατέχει άμεσα ή έμμεσα στις εταιρείες Καθ' ων η Αίτηση 2, 3 και
- Η εναρκτήρια αίτηση καταχωρήθηκε στις 23/9/
- Την ίδια μέρα καταχωρήθηκε μονομερής αίτηση στην οποία εκδόθηκαν τα ακόλουθα προσωρινά διατάγματα: Προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στους Καθ' ων η Αίτηση 1 ως 6 και/ή τους αντιπροσώπους και/ή τους αξιωματούχους και/ή τα πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό τους, από του να λάβουν οποιαδήποτε απόφαση και/ή να προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια που θα έχει ως αποτέλεσμα την αποξένωση και/ή μεταβίβαση και/ή ενεχυρίαση και/ή επιβάρυνση και/ή μείωση της αξίας του ½ των μετοχών στις Καθ' ων η Αίτηση 2,3 και 4 και των περιουσιακών στοιχείων που αντιστοιχούν σε αυτές, μέχρι την εκδίκαση της κυρίως αίτησης με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
- Προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στους Καθ' ων η Αίτηση 1-6 και/ή τους τους αντιπροσώπους και/ή τους αξιωματούχους και/ή τα πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό τους, από του να λάβουν οποιαδήποτε απόφαση και/ή να προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια που θα έχει ως αποτέλεσμα την αλλαγή και/ή παύση και/ή αντικατάσταση οποιουδήποτε μετόχου και/ή αξιωματούχου των Καθ' ων η Αίτηση 2,3 και 4 μέχρι την εκδίκαση της κυρίως αίτησης με τον πιο πάνω αριθμό κα/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Συνοπτικά τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αξίωση της Αιτήτριας είναι τα ακόλουθα: Η Αιτήτρια και ο Καθ' ου η Αίτηση 1 διαμένουν στο [ ]. Η Αιτήτρια και ο Καθ' ου η Αίτηση 1 βρίσκονται σε διάσταση. Ο Καθ' ου η Αίτηση 1 κατέχει περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της περιουσιακής τους διαφοράς. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, ο Καθ' ου η Αίτηση 1 κατέχει το 100% των εκδομένων μετοχών στην Καθ' ης η Αίτηση 2, το 85,22% των εκδομένων μετοχών στην Καθ' ης η Αίτηση 6 (εταιρεία εγγεγραμμένη στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους) η οποία κατέχει το 100% των εκδομένων μετοχών στην Καθ' ης η Αίτηση 3, με αποτέλεσμα ο Καθ' ου η Αίτηση 1 έμμεσα να κατέχει το 85.22% στην Καθ' ης η Αίτηση 2 και το 100% των εκδομένων μετοχών στην Καθ' ης η Αίτηση 4 των οποίων εγγεγραμμένη μέτοχος είναι η Καθ' ης η Αίτηση 5 η οποία κατέχει τις μετοχές προς όφελος και για λογαριασμό του Καθ' ου η Αίτηση
- Τα πιο πάνω περιουσιακά στοιχεία αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια του γάμου τους. Στις 12/10/2021 και όταν το προσωρινό διάταγμα είχε οριστεί επιστρεπτέο και είχε επιδοθεί στους Καθ' ων η Αίτηση 2 ως 5, οι δικηγόροι των Καθ' ων η Αίτηση 2-5 έθεσαν θέμα δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα διαφορά και ζήτησαν όπως το ζήτημα αυτό εξεταστεί κατά προτεραιότητα. Μετά την αποδοχή εξέτασης του ζητήματος προδικαστικά και από τους δικηγόρους της Αιτήτριας το Δικαστήριο όρισε το ζήτημα για ακρόαση. Υποβλήθηκαν γι' αυτό από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων γραπτές αγορεύσεις, τις οποίες ο καθένας παρέδωσε στην άλλη πλευρά κατά την ημέρα της ακρόασης. Ζητήθηκε επιπλέον όπως προβούν και σε προφορικές αγορεύσεις ενώπιον του Δικαστηρίου, στις οποίες ανέπτυξαν ο καθένας την επιχειρηματολογία του προς υποστήριξη των θέσεων του. Δόθηκε περαιτέρω χρόνος την ίδια μέρα στους δικηγόρους της Αιτήτριας, ενόψει του γεγονότος ότι δεν υπήρχαν γραπτώς οι λόγοι που στήριζαν το αίτημα τους οι δικηγόροι των Καθ' ων η Αίτηση 2-5, να απαντήσουν στις θέσεις των τελευταίων, μετά την ανάπτυξη της επιχειρηματολογίας τους, περί έλλειψης δικαιοδοσίας. Τα επιχειρήματα των Καθ' ων η Αίτηση 2-5 περί έλλειψης δικαιοδοσίας στηρίζονται στα ακόλουθα: Ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου στην προκειμένη περίπτωση ρυθμίζεται πλήρως και εξαντλητικά από τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/1103 του Συμβουλίου της 24ης Ιουνίου 2016 για τη θέσπιση ενισχυμένης συνεργασίας στον τομέα της διεθνούς δικαιοδοσίας, του εφαρμοστέου δικαίου και της αναγνώρισης και εκτέλεσης αποφάσεων σε ζητήματα περιουσιακών σχέσεων των συζύγων (« ο Κανονισμός» ). Ότι ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός εφαρμόζεται για σκοπούς ρύθμισης των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων με διασυνοριακές επιπτώσεις, δηλαδή σχέσεων που παρουσιάζουν στοιχεία αλλοδαπότητας, θεσπίζοντας εναρμονισμένα κριτήρια σύνδεσης για τον καθορισμό της εφαρμοστέας νομοθεσίας στις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων, καθώς και του Δικαστηρίου που είναι αρμόδιο να αποφασίζει για όλα τα νομικά ζητήματα των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων και συνιστά αναγκαστικό δίκαιο. Ότι από τα άρθρα 69 και 70 του Κανονισμού προκύπτει ότι ο Κανονισμός έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση, αφού η αίτηση περιουσιακών διαφορών ασκήθηκε μετά τις 29/1/2019 με τις επιφυλάξεις που αναφέρονται στο άρθρο 70 του Κανονισμού. Στον οποίο για οποιεσδήποτε διαδικασίες έχουν εγερθεί πριν τις 29/1/2019 δικαιοδοσία επί των περιουσιακών διαφορών συζύγων διαφορετικής υπηκοότητας, θα έχουν τα εθνικά δικαστήρια, ενώ γι' αυτές που εγείρονται μετά τις 29/1/2019 θα έχει ισχύ ο Κανονισμός, ανεξαρτήτως της ημερομηνίας τέλεσης του γάμου. Είναι η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Καθ' ων η Αίτηση 2-5 ότι στην παρούσα υπόθεση εφαρμογή έχει ο Κανονισμός και όχι ο ημεδαπός νόμος και συγκεκριμένα το άρθρο 11
(2)(ε) του Νόμου 23/1990, καθώς ο Κανονισμός έχει ρυθμίσει πλήρως και εξαντλητικά το θέμα της δικαιοδοσίας. Για να υποστηρίξει την παραπάνω θέση του ο κύριος Παντελή παρέπεμψε επίσης το Δικαστήριο σε νομολογία για την υπεροχή του Κοινοτικού Δικαίου, επίσης ανέλυσε και επεξήγησε με περισσή λεπτομέρεια τις πρόνοιες του μέρους ΙΙ του Κανονισμού για να καταλήξει ότι καμία πρόνοια από τις πρόνοιες 4-11 του Κανονισμού, στις οποίες καθορίζεται λεπτομερώς η διεθνής δικαιοδοσία, δίδει στο Οικογενειακό Δικαστήριο της Λεμεσού δικαιοδοσία να αναλάβει την υπό κρίση περιουσιακή διαφορά. Ούτε και στη βάση του άρθρου 11 του παρόντος Κανονισμού όπου το Δικαστήριο αναλαμβάνει αναγκαστική δικαιοδοσία. Τέλος παρέπεμψε στους Κανονισμούς 1215/2012 και 2019/1111 στους οποίους περιλαμβάνεται, όπως υπέδειξε σε αντίθεση με τον υπό κρίση Κανονισμό, ρητή πρόνοια που να επιτρέπει την εφαρμογή του δικαίου του Κράτους μέλους αναφορικά με τη διεθνή δικαιοδοσία. Σχετικό είναι το άρθρο 6 (Ι) του Κανονισμού 1215/
- Επίσης το άρθρο 6(Ι) του Κεφαλαίου ΙΙ του Κανονισμού 2019/
- Κάτι που δεν προβλέπεται, ως υπέβαλε στον υπό κρίση Κανονισμό. Τέλος υπέβαλε ότι ο παρών Κανονισμός δεν αφήνει περιθώριο για την εφαρμογή του ημεδαπού νόμου. Καταληκτικά κάλεσε το Δικαστήριο να εφαρμόσει τον Κανονισμό έναντι του ημεδαπού δικαίου ένεκα της υπεροχής του έναντι του ημεδαπού νόμου, ο οποίος εξαντλητικά ρυθμίζει εξολοκλήρου το θέμα διεθνούς δικαιοδοσίας των κρατών μελών να αποφασίσει, ότι δεν κέκτηται δικαιοδοσίας και να απορρίψει την κυρίως αίτηση ακυρώνοντας τα προσωρινά διατάγματα, με έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση 2-
- Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας, στην αντίπερα όχθη υπέβαλε καταρχάς ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 2-5 δεν νομιμοποιούνται και δεν έχουν locus standi στην προώθηση ζητήματος δικαιοδοσίας εφόσον στην πραγματικότητα η διαφορά αφορά την Αιτήτρια και τον Καθ' ου η Αίτηση 1 ο οποίος είναι ο μόνος που θα μπορούσε να εγείρει τέτοιο ζήτημα. Αναπτύσσοντας την εισήγηση του ο κύριος Αραούζος υπέδειξε ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να επιληφθεί του αιτήματος χωρίς να προηγηθεί από τον Καθ' ου η Αίτηση 1 σχετική γραπτή αίτηση παραμερισμού του διατάγματος λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Τέτοια αίτηση, όπως υπέδειξε δεν θα επηρέαζε το δικαίωμα του να αμφισβητήσει τη διεθνή δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου, διότι κάτι τέτοιο προνοείται ρητά από το άρθρο 8 (Ι ) του Κανονισμού. Με μια εκτεταμένη ανάλυση και παραπέμποντας στις πρόνοιες του Κανονισμού υποστήριξε ότι ο Κανονισμός δεν εφαρμόζεται στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης μεταξύ των συγκεκριμένων διαδίκων. Για τους ακόλουθους λόγους: Δεν υπάρχει άλλο Δικαστήριο Κράτους Μέλους που διεκδικεί ή μπορεί να διεκδικήσει τη δικαιοδοσία με βάση τον Κανονισμό σε ότι αφορά τη διαφορά της Αιτήτριας με τον Καθ' ου η Αίτηση
- Θα υπήρχε ζήτημα του Κανονισμού έναντι της εθνικής μας νομοθεσίας αν υπήρχε σύγκρουση, μεταξύ των δύο και τέτοια σύγκρουση δεν υπάρχει. Τίποτε δεν εμποδίζει τον Κύπριο νομοθέτη από του να ρυθμίσει θέματα που δεν ρυθμίζονται από τον Κανονισμό, όπως είναι η δικαιοδοσία σε περιπτώσεις όπως η παρούσα. Τίποτε στον Κανονισμό καταργεί τη διεθνή δικαιοδοσία που το Δικαστήριο έχει επί του Καθ' ου η Αίτηση 1 και των μετοχών του με βάση το συνδυασμό του άρθρου 1 του Ν. 232/1991 και της επιφύλαξης (ε) του άρθρου 11
(2)του Νόμου 23/1990. Απαντώντας ο κύριος Παντελή στην ένσταση για νομιμοποίηση των Καθ' ων η Αίτηση 2-5 να εγείρουν την παρούσα ένσταση για έλλειψη δικαιοδοσίας, υπέδειξε ότι έχει εκδοθεί ένα απαγορευτικό διάταγμα με δραστικότατες συνέπειες και δεν θα ήταν ορθό να αφεθεί να αποφασιστεί μέχρι να μπορέσουν να επιδώσουν στον Καθ' ου η Αίτηση 1 για να εμφανιστεί στο Δικαστήριο και να εγείρει αυτός το ζήτημα. Εξέταση του ζητήματος της δικαιοδοσίας. Προχωρώ να εξετάσω καταρχάς κατά πόσο το Δικαστήριο θα έπρεπε να αναμένει την επίδοση στον Καθ' ου η Αίτηση 1 της εναρκτήριας αίτησης και απαιτείτο να υποβληθεί αίτηση για παραμερισμό και αίτηση για εκδίκαση του ζητήματος αυτού ως προδικαστικού ζητήματος. Είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο ότι, παρόλο που το θέμα της δικαιοδοσίας μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, εντούτοις είναι ορθό να επιλύεται το συντομότερο δυνατόν. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Αγρόκτημα ΛΑΝΙΤΗ ΛΤΔ κ.ά. v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 225 και Kolokoudias v. Varnavidou
(1988)1 C.L.R. 566. Στην υπόθεση Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd κ.ά.
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 729, τονίστηκε ότι το Δικαστήριο μπορεί και αυτεπάγγελτα να εξετάζει το θέμα της δικαιοδοσίας σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας και σε εκείνη την περίπτωση αποφασίστηκε με βάση την έκθεση απαίτησης. Στην υπόθεση Μούρτζινος v. Global Cruises SA.
(1992)1(Β) A.A.Δ. 1160 λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με το τι λαμβάνεται υπόψιν από το Δικαστήριο κατά την εξέταση θέματος δικαιοδοσίας: «Η απόφαση ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία δικαιοδοσίας δεν μπορεί παρά να είναι το αποτέλεσμα της αντιπαραβολής των επιδίκων θεμάτων προς τις νομοθετικές πρόνοιες που καθορίζουν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Ως δικαιοδοσία εννοούμε την εξουσία του Δικαστηρίου, όπως αυτή καθορίζεται από τον δικαιοδοτικό Νόμο, να επιλαμβάνεται θεμάτων που εγείρονται ενώπιόν του γι' απόφαση σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες. (Βλ. Central Cooperative Bank ν. CY.E.M.S.
(1984)1 CLR 435). Ένας είναι ο δικονομικός τρόπος προσδιορισμού των επίδικων θεμάτων. Τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται με τις γραπτές προτάσεις και, όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση SEVEGEP LTD v. United Sea Transport Ltd και άλλος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 729, τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση, αποκλειστική πηγή αναζήτησης της οποίας είναι η έκθεση απαιτήσεως. (Βλ. επίσης Αγρόκτημα ΛΑΝΙΤΗ ΛΤΔ. και άλλοι v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και άλλοι,
(1991)1 Α.Α.Δ. 225, Safarino Shoes Industries and Trading Company Ltd v. Βιομηχανία Υποδημάτων Ε. Σταυρινού Λτδ.
(1991)1 Α.Α.Δ. 1059. Στην εν λόγω υπόθεση το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε το θέμα της δικαιοδοσίας με βάση μόνο τη γενική οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος ενώ η έκθεση απαίτησης δεν είχε ακόμη καταχωριστεί. Το Εφετείο έκρινε λανθασμένο αυτόν τον χειρισμό για τον λόγο ότι η γενική οπισθογράφηση περιείχε περιορισμένο υλικό που καθιστούσε την εξέταση του ζητήματος σε εκείνο το στάδιο πρόωρη. Τονίστηκε ότι είναι ανάλογα με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης που είτε οι εναγόμενοι είτε το αυτεπάγγελτα θα κρίνουν κατά πόσο δημιουργείται ζήτημα ως προς τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Η έμφαση είναι δική μου. Η υπόθεση Μούρτζινος ν. Global Cruises S.A. (ανωτέρω) έτυχε αναφοράς στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ 2015. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επίσης η υπόθεση Powertools Electro SRL v. Black & Decker (Ελλάς) Α.Ε.
(2013)1Γ Α.Α.Δ. 2182, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Η νομολογία ορίζει ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιληφθεί οποιασδήποτε διαφοράς προσδιορίζεται από τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση (Sartas Importers-Distributors Ltd v. Μαρουλλή
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ.1446 και Μούρτζινος ν. Global Cruises Ltd
(1992)1(Γ) Α.Α.Δ.1160). Όπως αναφέρεται στη Safarino Shoes Industry & Trading Co Ltd v. Βιομηχανίας Υποδημάτων Ε Σταυρινού Λτδ
(1991)1 Α.Α.Δ. 1059, 1063: «τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται από τη δικογραφία» (βλ. μεταξύ άλλων Παπαγεωργίου ν. Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ. 24, Homeros Th. Courtis a.ο. v. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180 και Loucaides v. C. D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134). Τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμα είναι εκείνα τα οποία συγχρόνως στοιχειοθετούν και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλ. "Sevegep" Ltd v. United Sea Transport Ltd a.ο.
(1989)1 Α.Α.Δ. 729). Πρωταρχικό λοιπόν καθήκον του Δικαστηρίου είναι σύμφωνα με τις αρχές που τάσσει η νομολογία να εξεταστεί το θέμα της δικαιοδοσίας και μόνο αν κριθεί ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία, να προχωρήσει περαιτέρω στην εξέταση της υπόθεσης. Έχει νομολογηθεί ότι ένα πολιτικό δικαστήριο για να αναλάβει δικαιοδοσία για επίλυση συγκεκριμένης διαφοράς πρέπει να έχει ταυτοχρόνως καθ' ύλη και κατά τόπο αρμοδιότητα (Παπακόκκινου ν. Landbroke Group P.l.c. κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 838, 844).» Παρά τα όσα αναφέρθηκαν στη Μούρτζινος ν. Global Cruises S.A. και στην Powertools Electro SRL v. Black & Decker (Ελλάς) Α.Ε. (ανωτέρω), στην υπόθεση Παπακόκκινου v. Landbroke Group PLC κ.ά.
(1999)1(B) A.A.Δ. 838, το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία το Δικαστήριο διέκρινε την υπό κρίση υπόθεση από τη Μούρτζινος ν. Global Cruises S.A. (ανωτέρω) και αποφάσισε πως στερείτο κατά τόπον αρμοδιότητας με βάση μόνο το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο, καθότι αυτό φανέρωνε χωρίς δυσκολία ότι η βάση του αγώγιμου δικαιώματος προέκυψε στην Αθήνα. Το ακόλουθο απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση το οποίο έτυχε επιδοκιμασίας από το Εφετείο είναι διαφωτιστικό: Σύμφωνα με τις πιο πάνω νομικές αρχές προκύπτει πως το θέμα της δικαιοδοσίας μπορεί να εξεταστεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, με βάση το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης. Βεβαίως υπάρχει η δυνατότητα εξέτασης και επίλυσης του ζητήματος με βάση μόνο το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο και το συνολικό περιεχόμενο του φακέλου, συμπεριλαμβανομένων των ενόρκων δηλώσεων προς υποστήριξη αιτήσεων και ενστάσεων, στις περιπτώσεις όπου από αυτό υπάρχει επαρκές υλικό από το οποίο προκύπτει ξεκάθαρα η το θέμα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Η έμφαση είναι δική μου. Ερχόμενη τώρα στην υπό κρίση υπόθεση, θεωρώ ότι στη εναρκτήρια αίτηση, υπάρχει επαρκές υλικό για να μπορεί το Δικαστήριο να εξετάσει θέμα δικαιοδοσίας. Εξάλλου όταν εγέρθηκε τέτοιο ζήτημα η πλευρά της Αιτήτριας δεν είχε ένσταση να αποφασιστεί το ζήτημα αυτό και συναίνεσε στο να δοθούν οδηγίες για αγορεύσεις από τα ενδιαφερόμενα μέρη. Ακόμα και ο ίδιος ο Κανονισμός στο άρθρο 15 προνοεί ότι: Το Δικαστήριο κράτους μέλους που επιλαμβάνεται υπόθεσης η οποία αφορά τις περιουσιακές σχέσεις συζύγων και για την οποία δεν έχει διεθνή δικαιοδοσία δυνάμει του παρόντος κανονισμού διαπιστώνει αυτεπάγγελτα την έλλειψη δικαιοδοσίας του. Περαιτέρω εφόσον οι Καθ' ων η Αίτηση 2-5 σύμφωνα με της εναρκτήρια αίτηση διατηρούν περιουσιακά στοιχεία εκ μέρους του Καθ' ου η Αίτηση 1 και ενάγονται ως αναγκαίοι διάδικοι για την επίλυση της παρούσας διαφοράς και έχει εκδοθεί προσωρινό διάταγμα για τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία, θεωρώ ότι νομιμοποιούνται να ζητήσουν την εξέταση του θέματος δικαιοδοσίας, χωρίς να αναμένουν μέχρι η αίτηση να επιδοθεί στον Καθ' ου η Αίτηση 1, ενόψει και της φύσης της ενδιάμεσης διαδικασίας που αφορά προσωρινό διάταγμα απαγόρευσης διάθεσης περιουσιακών στοιχείων, αλλά και της αναγκαιότητας όπως τα ζητήματα δικαιοδοσίας αποφασίζονται το συντομότερο δυνατόν. Προχωρώ να εξετάσω τη θέση των Ευρωπαϊκών Κανονισμών σε σχέση με την εθνική νομοθεσία. Υπεροχή του Ευρωπαϊκού Κανονισμού. Σύμφωνα με το άρθρο 288 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), οι κανονισμοί είναι νομικές πράξεις για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έχουν γενική ισχύ, είναι δεσμευτικοί ως προς όλα τα μέρη τους και ισχύουν άμεσα σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). Περαιτέρω στο άρθρο 1Α του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας προβλέπεται ότι: «Ουδεμία διάταξη του Συντάγματος θεωρείται ότι ακυρώνει νόμους που θεσπίζονται, πράξεις που διενεργούνται ή μέτρα που λαμβάνονται από τη Δημοκρατία τα οποία καθίστανται αναγκαία από τις υποχρεώσεις της ως κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ούτε εμποδίζει Κανονισμούς, Οδηγίες ή άλλες πράξεις ή δεσμευτικά μέτρα νομοθετικού χαρακτήρα που θεσπίζονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή από τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ή από τα θεσμικά τους όργανα ή από τα αρμόδιά τους σώματα στη βάση των συνθηκών που ιδρύουν τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ή την Ευρωπαϊκή Ένωση από του να έχουν νομική ισχύ στη Δημοκρατία». Περαιτέρω το άρθρο 179 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας προβλέπεται ότι:
- Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 1Α, το Σύνταγμα είναι ο υπέρτατος νόμος της Δημοκρατίας.
- Ουδείς νόμος ή απόφασις της Βουλής των Αντιπροσώπων ή εκατέρας Κοινοτικής Συνελεύσεων ως και ουδεμία πράξις ή απόφασις οιουδήποτε οργάνου, αρχής ή προσώπου εν τη Δημοκρατία ασκούντος εκτελεστικήν εξουσίαν ή οιονδήποτε διοικητικόν λειτούργημα δύναται να είναι καθ' οιονδήποτε τρόπον αντίθετος ή ασύμφωνος προς οιανδήποτε των διατάξεων του Συντάγματος ή προς οποιαδήποτε υποχρέωση επιβάλλεται στη Δημοκρατία ως αποτέλεσμα της συμμετοχής της ως κράτους μέλους στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η υπεροχή του Ευρωπαϊκού Δικαίου έναντι του ημεδαπού είναι στη βάση των πιο πάνω αδιαμφισβήτητη. Το ερώτημα όμως που θα πρέπει να απαντηθεί είναι αν ο εν λόγω Κανονισμός συγκρούεται με την εθνική μας νομοθεσία και κατά πόσο αποκλείει τη διεθνή δικαιοδοσία των Οικογενειακών Δικαστηρίων να επιλαμβάνονται περιουσιακές διαφορές συζύγων που είναι κάτοικοι τρίτης χώρας, αλλά έχουν περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο. Προχωρώ να εξετάσω κατωτέρω την επιχειρηματολογία των δύο πλευρών αναφορικά με τo επίδικο ζήτημα. Και να αποφασίσω κατά πόσο ο εν λόγω Κανονισμός προνοεί εξαντλητική ρύθμιση της διεθνούς δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων, κατά πόσο έχει εφαρμογή ο εν λόγω Κανονισμός στην παρούσα υπόθεση και κατά πόσο αφήνει περιθώριο στην περίπτωση των διαδίκων εφαρμογής της εθνικής νομοθεσίας. Ας σημειωθεί καταρχάς ότι και η πλευρά της Αιτήτριας με την αίτηση της επικαλείται την εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Κανονισμού για να στηρίξει το αίτημα της, περιλαμβάνοντας τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό ως μέρος της νομικής της βάσης. Συνεπώς δεν μπορεί να προβάλλει σήμερα αντίθετη θέση. Εκείνο βέβαια που υποστηρίχθηκε είναι ότι ο εν λόγω Κανονισμός δεν αποκλείει τη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου και δεν συγκρούεται με την εθνική νομοθεσία. Το οποίο επίσης θα πρέπει ν' αποτελέσει σημείο εξέτασης. Έχοντας ως πηγή τον ίδιο τον Κανονισμό, την απόφαση 2016/954 με την οποία εγκρίθηκε η ενισχυμένη συνεργασία των κρατών μελών, καθώς και επίσημες ιστοσελίδες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα εξετάσω τα πιο πάνω ερωτήματα για να καταλήξω κατά πόσο το Οικογενειακό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία επίλυσης της παρούσας διαφοράς. Αλλά και τη θέση ότι το Δικαστήριο εφαρμόζοντας τον Κανονισμό, ο οποίος σύμφωνα με τον κύριο Παντελή δεν αφήνει κανένα περιθώριο εφαρμογής του ημεδαπού Νόμου, θα πρέπει να αρνηθεί να εφαρμόσει τον Κυπριακό Νόμο και θα πρέπει να εφαρμόσει τον Κανονισμό, που σημαίνει ότι θα πρέπει να απορρίψει την εναρκτήρια αίτηση και να ακυρώσει τα προσωρινά διατάγματα. Με τον Κανονισμό 1103/2016, που αφορά τη θέσπιση ενισχυμένης συνεργασίας στον τομέα της διεθνούς δικαιοδοσίας του εφαρμοστέου δικαίου και της αναγνώρισης και εκτέλεσης αποφάσεων σε ζητήματα περιουσιακών σχέσεων των συζύγων, ο οποίος τέθηκε σε εφαρμογή σύμφωνα με το άρθρο 70 στις 29/1/2019 εκτός από τα άρθρα 63 και 64 τα οποία τίθενται σε εφαρμογή στις 29/4/2018 και τα άρθρα 65,66 και 67 τα οποία τίθενται σε εφαρμογή στις 29/7/2016, τέθηκε ένα τέλος στις παράλληλες διαδικασίες σε διάφορα κράτη μέλη των οποίων τα Δικαστήρια πρέπει να επιλύουν τέτοιους είδους περιουσιακές διαφορές. Ο εν λόγω Κανονισμός συνιστά συνεπώς αναγκαστικό δίκαιο και ρυθμίζει τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων που παρουσιάζουν στοιχεία αλλοδαπότητας και έχουν διασυνοριακές επιπτώσεις. Ας σημειωθεί ότι η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 23/9/
- Επομένως εμπίπτει εντός των πλαισίων εφαρμογής του εν λόγω Κανονισμού. Παράλληλα με τον εν λόγω κανονισμό, διευκολύνεται η αναγνώριση και εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων που εκδίδονται σε ένα κράτος μέλος και αφορούν θέματα ιδιοκτησίας σε άλλο κράτος μέλος. Όπως προνοείται και στους άλλους ευρωπαϊκούς κανονισμούς, 1215/2012, 44/2001 οι αποφάσεις εκτελούνται με απλές διαδικασίες. Στο Άρθρο 36 του Κανονισμού προνοείται: «Οι αποφάσεις που εκδίδονται σε ένα κράτος μέλος αναγνωρίζονται στα υπόλοιπα κράτη μέλη χωρίς να απαιτείται καμιά ειδική διαδικασία. Ο Κανονισμός σύμφωνα με το άρθρο 70 εφαρμόζεται στα κράτη μέλη που συμμετέχουν στην ενισχυμένη συνεργασία. Μέσα στα Κράτη αυτά είναι και η Κύπρος η οποία προσυπέγραψε τη συμμετοχή της στην ενισχυμένη συνεργασία. Τα άλλα κράτη μέλη της ΕΕ θα πρέπει να θεωρούνται ως τρίτες χώρες, όσον αφορά την εφαρμογή του κανονισμού. Πεδίο εφαρμογής του εν λόγω Κανονισμού. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Κανονισμού « ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στον τομέα των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων». Ο Κανονισμός εφαρμόζεται στις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων με αλλοδαπό στοιχείο. Εφαρμόζεται δε στα συστήματα ρύθμισης των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων με διασυνοριακές επιπτώσεις που παρουσιάζουν στοιχεία αλλοδαπότητας. Οι κανόνες της ΕΕ για τις περιουσιακές σχέσεις έχουν θεσπιστεί ώστε να διευκολύνουν τα διεθνή ζευγάρια που είτε έχουν τελέσει γάμο είτε έχουν καταχωρίσει τη συμβίωσή τους να διαχειρίζονται την περιουσία τους σε καθημερινή βάση και να την μοιράζουν σε περίπτωση χωρισμού ή θανάτου ενός εκ των συζύγων/συντρόφων. Η αναγκαιότητα προέκυψε από την αυξημένη κινητικότητα των διεθνών ζευγαριών στις χώρες τις Eυρωπαϊκής Ένωσης. Στο άρθρο 72 του προοιμίου του Κανονισμού αναφέρονται ως στόχοι του Κανονισμού οι ακόλουθοι: Οι στόχοι του παρόντος κανονισμού, ήτοι η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η δυνατότητα που παρέχεται στους συζύγους να ρυθμίζουν τις μεταξύ τους και έναντι τρίτων περιουσιακές σχέσεις κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, καθώς και κατά τη στιγμή της εκκαθάρισης των περιουσιακών αγαθών τους, καθώς επίσης η μεγαλύτερη προβλεψιμότητα και ασφάλεια δικαίου, δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη, αλλά μπορούν, λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων του παρόντος κανονισμού, να επιτευχθούν καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, κατά περίπτωση μέσω ενισχυμένης συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών. Σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας που ορίζεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ένωση είναι επομένως αρμόδια να αποφασίζει. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ίδιου άρθρου, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια προς επίτευξη των στόχων αυτών. Ο όρος διεθνή ζευγάρια σύμφωνα με επίσημη ιστοσελίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, (europa.eu/your Europe) αναφέρεται σε γάμο και καταχωρισμένη συμβίωση μεταξύ πολιτών ιθαγένειας κρατών μελών της ΕΕ ή τρίτων χωρών οι οποίοι: ζουν στην ΕΕ και έχουν διαφορετικές ιθαγένειες, ή ζουν σε χώρα της ΕΕ που δεν είναι η χώρα καταγωγής τους, ή δεν ζουν στην ΕΕ αλλά έχουν περιουσιακά στοιχεία σε χώρα της ΕΕ. Στη βάση των πιο πάνω θεωρώ ότι και η περίπτωση της Αιτήτριας με τον Καθ' ου η Αίτηση 1 οι οποίοι έχουν περιουσία στην Κύπρο εμπίπτει στην έννοια του διεθνούς ζευγαριού. Στην ίδια ιστοσελίδα επεξηγούνται οι κανόνες της ΕΕ για τις περιουσιακές σχέσεις διεθνών ζευγαριών οι οποίες όπως αναφέρεται εφαρμόζονται σε 18 χώρες μέλη της ΕΕ: Αυστρία, Βέλγιο, Βουλγαρία, Γαλλία, Γερμανία, Ελλάδα, Ισπανία, Ιταλία, Κάτω Χώρες, Κροατία, Κύπρος, Λουξεμβούργο, Μάλτα, Πορτογαλία, Σλοβενία, Σουηδία, Τσεχία και Φινλανδία και αυτοί οι κανόνες καθορίζουν: § ποιου κράτους μέλους το δικαστήριο είναι αρμόδιο να εξετάσει υπόθεση σχετικά με τις περιουσιακές σχέσεις ενός ζευγαριού. § ποιου κράτους μέλους το δίκαιο εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη υπόθεση (μπορεί να είναι το δίκαιο κράτους μέλους της ΕΕ ή το δίκαιο τρίτης χώρας), και § τους κανόνες σχετικά με την αναγνώριση και την εκτέλεση σε μια χώρα της ΕΕ αποφάσεων που έχουν εκδοθεί σε άλλη χώρα της ΕΕ. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι στόχος του Κανονισμού είναι ένα κράτος μέλος να αναλαμβάνει δικαιοδοσία. Χρειάζεται περαιτέρω μια αναδρομή στο προοίμιο του Κανονισμού για ανίχνευση του πνεύματος του κανονισμού. Το οποίο θα επιχειρήσω να εξετάσω μέσα από τις διάφορες διατάξεις του Κανονισμού, αναφέροντας ότι πρόκειται για ένα θέμα καινοφανές με πρωτοτυπία χωρίς να έχει ακόμα αποφασιστεί με τη νομολογία των Οικογενειακών Δικαστηρίων. Δεν θα προχωρήσω με αναλυτική παράθεση των Κανονισμών 4-11 υπό τον τίτλο Διεθνής δικαιοδοσία, από την ανάγνωση των οποίων, όντως προκύπτει ότι η περίπτωση της παρούσας διαφοράς δεν εμπίπτει στις προϋποθέσεις των πιο πάνω προνοιών. Θεωρώ όμως ότι το πιο πάνω Κεφάλαιο υπό τον τίτλο «Διεθνής Δικαιοδοσία» δεν θα πρέπει να ιδωθεί μεμονωμένα, αλλά σε συνδυασμό με το προοίμιο του Κανονισμού και τις υπόλοιπες διατάξεις του Κανονισμού και την απόφαση (ΕΕ)2016/954 του Συμβουλίου της 9ης Ιουνίου
- Στο άρθρο 11 της εν λόγω απόφασης προνοούνται τα ακόλουθα: Η ενισχυμένη συνεργασία, το εφαρμοστέο δίκαιο και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων στον τομέα των περιουσιακών σχέσεων των διεθνών ζευγαριών που καλύπτει τόσο τις περιουσιακές σχέσεις των καταχωρισμένων συντρόφων αποσκοπεί στο να αναπτυχθεί δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις που έχουν διασυνοριακές επιπτώσεις, βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης των δικαστικών αποφάσεων, καθώς και στο να εξασφαλιστεί τη συμβατότητα των κανόνων που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη όσο αφορά τη σύγκρουση νόμων. Ως εκ τούτου, προάγει τους στόχους της Ένωσης, διαφυλάσσει τα συμφέροντα της και ενισχύει τη διαδικασία ολοκλήρωσης της, όπως απαιτείται από το άρθρο 20 παράγραφος 1 της ΣΕΕ. Θα παραπέμψω επίσης στο άρθρο 42 του Κανονισμού το οποίο και παραθέτω αυτούσιο.
(42)Χάριν της απρόσκοπτης απονομής δικαιοσύνης θα πρέπει να αποφεύγεται η έκδοση αντικρουόμενων αποφάσεων σε διαφορετικά κράτη μέλη. Προς τον σκοπό αυτόν, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να προβλέπει γενικούς δικονομικούς Κανονισμούς κανόνες, παρεμφερείς με εκείνους άλλων νομικών πράξεων της Ένωσης στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις. Ένας από αυτούς είναι ο κανόνας περί εκκρεμοδικίας ο οποίος εφαρμόζεται εάν η ίδια υπόθεση περιουσιακών σχέσεων των συζύγων εισάγεται ενώπιον διαφορετικών δικαστηρίων σε διάφορα κράτη μέλη. Ο κανόνας καθορίζει ποιο δικαστήριο θα πρέπει να προβεί στην εκδίκαση της υπόθεσης. Περαιτέρω το άρθρο 18 του Κανονισμού προνοεί:
- Όταν συναφείς αγωγές εκκρεμούν ενώπιον δικαστηρίων διαφόρων κρατών μελών, κάθε δικαστήριο εκτός εκείνου που έχει πρώτο επιληφθεί μπορεί να αναστείλει την εκδίκαση.
- Όταν οι αγωγές της παραγράφου 1 εκκρεμούν σε πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, κάθε δικαστήριο εκτός εκείνου που έχει πρώτο επιληφθεί δύναται επίσης, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, να διαπιστώσει την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας του, υπό την προϋπόθεση ότι το πρώτο δικαστήριο έχει διεθνή δικαιοδοσία και για τις δύο αγωγές και ότι το δίκαιό του επιτρέπει την ένωση συναφών υποθέσεων.
- Θεωρούνται συναφείς, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, αγωγές που συνδέονται μεταξύ τους τόσο στενά ώστε να υπάρχει συμφέρον να εξεταστούν και να εκδικαστούν ταυτόχρονα, για να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων μεταξύ τους αποφάσεων σε περίπτωση που οι υποθέσεις εκδικάζονταν χωριστά. Η έμφαση στα αποσπάσματα είναι δική μου. Είναι προφανές ότι πρόθεση του νομοθέτη είναι να επιλύσει ζητήματα συνυπαρχουσών δικαιοδοσιών, ενός κράτους μέλους και ενός άλλου κράτους μέλους και όχι μιας τρίτης χώρας, μη κράτους μέλους. Και στην παρούσα περίπτωση θα συμφωνήσω με την πλευρά των συνηγόρων της Αιτήτριας ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν ανέλαβε δικαιοδοσία άλλο κράτος μέλος, ώστε να υπάρχει σύγκρουση δικαιοδοσιών και νόμων. Σκοπός του Κανονισμού είναι οι περιουσιακές διαφορές των συζύγων να εκδικάζονται από τα Δικαστήρια του ίδιου κράτους μέλους. Όμως ούτε και έχουμε στην παρούσα περίπτωση, έστω ανάληψη δικαιοδοσίας από το κράτος του [ ], ως τρίτης χώρας. Ο κύριος Παντελή αναλύοντας μια προς μία τις διατάξεις 4-11 του Κεφαλαίου II υπό τον τίτλο «Διεθνής Δικαιοδοσία» αναφέρει ότι το Οικογενειακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της παρούσας διαφοράς. Αφού η περίπτωση των διαδίκων δεν εντάσσεται σε καμία από τις πιο πάνω περιπτώσεις. Ούτε και μπορεί να ενταχθεί στην περίπτωση της επικουρικής δικαιοδοσίας (άρθρο 10) που το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να αποφαίνεται μόνο σχετικά με την εν λόγω ακίνητη περιουσία, αν υπάρχει ακίνητη περιουσία στο εν λόγω κράτος μέλος. Η στη βάση της Αναγκαστικής Δικαιοδοσίας (φόρουμ necessitatis ), άρθρο 11 σύμφωνα με την οποία τα Δικαστήρια του κράτους μέλους «μπορούν σε εξαιρετικές περιπτώσεις να αποφαίνονται επί των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων σε περίπτωση που αποδεικνύεται αδύνατη ή μη εύλογη η κίνηση ή η διεξαγωγή διαδικασίας σε Τρίτη χώρα με την οποία συνδέεται στενά η συγκεκριμένη υπόθεση». Κάτι που σύμφωνα με τον κύριο Παντελή, δεν έχει καταδειχθεί στην προκείμενη περίπτωση. Θεωρώ όμως ότι η επιλογή της λέξης «επικουρική» δηλαδή βοηθητική, συμπληρωματική και όχι αποκλειστική δικαιοδοσία στον Κανονισμό 10 όπου προβλέπεται «επικουρική διεθνής δικαιοδοσία», αλλά και στο Κεφάλαιο ΙΙ έχει σκοπό να μην αναιρέσει την εθνική νομοθεσία και δικαιοδοσία εκεί που υπάρχει. Πρόθεση του νομοθέτη εξάλλου ως προκύπτει από το άρθρο 2 του Κανονισμού είναι να μην αγγίξει την αρμοδιότητα του Κράτους μέλους. Παραθέτω το σχετικό άρθρο. «Ο παρών κανονισμός δεν θίγει την αρμοδιότητα των αρχών των κρατών μελών να επιλαμβάνονται υποθέσεων περιουσιακών σχέσεων των συζύγων». Συνεπώς εφόσον τα Δικαστήρια του Κράτους μέλους και τα Οικογενειακά Δικαστήρια περιλαμβάνονται ως δικαστικές αρχές στην έννοια αρχή στη βάση του άρθρου 3
(2), στην οποία «Για τους σκοπούς του παρόντος Κανονισμού με το όρο δικαστήριο νοούνται οποιαδήποτε δικαστική αρχή και όλες οι άλλες αρχές και οι επαγγελματίες του νομικού κλάδου με αρμοδιότητα σε υποθέσεις περιουσιακών σχέσεων των συζύγων που ασκούν δικαστικά καθήκοντα..» τα Οικογενειακά Δικαστήρια της Κύπρου μπορούν να επιληφθούν περιουσιακής διαφοράς, βάσει του εθνικού δικαίου και οι διατάξεις αυτές δεν αποκλείουν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου του κράτους μέλους, εδώ της Κύπρου, από του να αποφασίσουν επί της περιουσιακής διαφοράς. Οι δε διάδικοι υπόκεινται σε αυτήν αρκεί να θεμελιώνεται τέτοια δικαιοδοσία κατά το εθνικό δίκαιο, αφήνοντας ο Κανονισμός το εθνικό δίκαιο ανέγγιχτο. Και τέτοια δικαιοδοσία προσδιορίζεται στον περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμο του 1990 (Ν.23/1990), στη βάση της πιο κάτω διάταξης του Νόμου. Το άρθρο 11 με το οποίο εγκαθιδρύθηκαν τα Οικογενειακά Δικαστήρια τροποποιήθηκε με το Νόμο 26
(1)/1998. Αποτέλεσμα της τροποποίησης ήταν η διεύρυνση της δικαιοδοσίας των Οικογενειακών Δικαστηρίων, τα οποία έχουν πλέον αποκλειστική δικαιοδοσία επί όλων των θεμάτων των οικογενειακών σχέσεων με εξαίρεση τη λύση γάμου των θρησκευτικών ομάδων και την απόδοση της χρήσης της συζυγικής στέγης, θέματα για τα οποία διατηρούν αρμοδιότητα τα δικαστήρια θρησκευτικών ομάδων. Το άρθρο 11 του Νόμου έχει ως ακολούθως:
(1)Τα οικογενειακά δικαστήρια έχουν τη δικαιοδοσία και ασκούν τις εξουσίες που τους ανατίθενται δυνάμει του Άρθρου 111 του Συντάγματος, του παρόντος Νόμου και οποιουδήποτε άλλου νόμου.
(2)Χωρίς να επηρεάζεται η γενικότητα του εδαφίου
(1), τα οικογενειακά δικαστήρια έχουν ειδικότερα την εξουσία να επιλαμβάνονται υποθέσεων που αφορούν- (α) Λύση Θρησκευτικού γάμου, ο οποίος τελέσθηκε κατά τα θέσμια της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. (β) Λύση Θρησκευτικού γάμου οποιουδήποτε άλλου δόγματος εφόσον η λύση τέτοιου γάμου δεν εμπίπτει στη δικαιοδοσία των οικογενειακών δικαστηρίων των θρησκευτικών ομάδων. (γ) Λύση πολιτικού γάμου. (δ) Θέματα οικογενειακών σχέσεων σε δικαστική διαδικασία που εγείρεται σύμφωνα με τις διατάξεις διμερών ή πολυμερών συμβάσεων στις οποίες έχει προσχωρήσει η Κυπριακή Δημοκρατία. (ε) Θέματα γονικής μέριμνας, διατροφής, αναγνώρισης τέκνου, υιοθεσίας, περιουσιακών σχέσεων των συζύγων και οποιαδήποτε άλλη γαμική ή οικογενειακή διαφορά, εφόσον οι διάδικοι ή ένας από αυτούς έχουν τη διαμονή τους στη Δημοκρατία: Νοείται ότι στην περίπτωση που υπάρχει περιουσία, σύμφωνα με την έννοια που αποδίδεται σε αυτήν από το άρθρο 2 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου, τότε δεν απαιτείται οιαδήποτε διαμονή στην Κύπρο των διαδίκων ή ενός από αυτούς.
(3)Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού "διαμονή" σημαίνει οποιαδήποτε συνεχή περίοδο πέραν των τριών μηνών. Δεν αμφισβητείται ότι οι διάδικοι έχουν τη διαμονή τους στο [ ]. Επίσης ότι το εν λόγω κράτος αποτελεί Τρίτη χώρα εν τη εννοία του Κανονισμού και δεν αποτελεί κράτος μέλος. Υπάρχει δε ισχυρισμός ότι οι εταιρείες 2-5 κατέχουν μετοχές του Καθ' ου η Αίτηση 1. Δεν αμφισβητείται περαιτέρω ότι η περιουσιακή διαφορά αφορά την Αιτήτρια και τον Καθ' ου η Αίτηση 1 κάτοικους του [ ] και ότι αφορά τη διατήρηση περιουσιακών στοιχείων στην Κύπρο, μέσω των εταιρειών αυτών. Είναι αναγκαίο όμως να παραθέσω και το δικαιοδοτικό πλαίσιο εξέτασης των περιουσιακών διαφορών των συζύγων, που είναι ο περί Ρυθμίσεως των περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμος του 1991 (Ν. 232/1991). Η περιουσία στο σχετικό νόμο ερμηνεύεται ως ακολούθως: «περιουσία» σημαίνει την κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους» Από τα παραπάνω ο Νόμος που διέπει τις περιουσιακές διαφορές μεταξύ των συζύγων, δεν φαίνεται να περιορίζει την περιουσία που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο της περιουσιακής διαφοράς μόνο στην ακίνητη περιουσία. Προσδίδει εξουσία στο Οικογενειακό Δικαστήριο να επιλύσει όλες τις διαφορές των διαδίκων που έχουν σχέση με την «περιουσία» την οποία απέκτησαν κατά τη διάρκεια με την προοπτική και κατά τη διάρκεια του γάμου τους. Η αξίωση της Αιτήτριας εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση 1 αποκρυσταλλώνεται στη διεκδίκηση των πιο πάνω περιουσιακών στοιχείων κατά το ½. Όσον αφορά τη θέση των δικηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση ότι υπάρχει καταλληλότερο βήμα για την εκδίκαση της παρούσας διαφοράς, για την απόδειξη ότι υπάρχει καταλληλότερο βήμα οι Καθ' ων η Αίτηση 2-5 όφειλαν να προσκομίσουν μαρτυρία με την οποία να δείχνει ότι το Κιργιστάν είναι το καταλληλότερο βήμα για να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση. Ας σημειωθεί περαιτέρω ότι η πλευρά της Αιτήτριας υποστηρίζει ότι η συμπεριφορά του Καθ' ου η Αίτηση 1 και η στάση του να αρνείται να παραλάβει τα έγγραφα επίδοσης δεικνύει ότι ο Καθ' ου η Αίτηση δεν θα επιχειρούσε να εντάξει από μόνος του το ζήτημα ιδιοκτησίας των μετοχών σε μια διαδικασία περιουσιακών διαφορών με την Αιτήτρια είτε στην Κύπρο είτε στο [ ]. Περαιτέρω η σύγχρονη τάση είναι να μην αποποιούνται τα Δικαστήρια τη δικαιοδοσία τους επικαλούμενα το «forum convenience» ως μη συμβατού με το ισχύον σύστημα των κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας. Παραπέμπω στην απόφαση στην Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 38/2016 The Cyprus Phassouri Plantations Co Ltd και Hapag-Lloyd AG από τη Γερμανία ημερομηνίας 21/6/2018 στην οποία βέβαια ο κανονισμός 44/2001 τύγχανε εφαρμογής. Λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σε κάθε περίπτωση ο κανόνας της κατοικίας του εναγομένου εφαρμόζεται υποχρεωτικά ως βάση διεθνούς δικαιοδοσίας και εφαρμόζεται υποχρεωτικά σε κάθε περίπτωση που πληρούνται οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του. Ακόμα και εκεί που η διαφορά εμφανίζει συνδετικά στοιχεία με τρίτο κράτος απαγορεύεται σε Δικαστήριο κράτους μέλους να αποποιηθεί τη διεθνή δικαιοδοσία του με το σκεπτικό ότι το Δικαστήριο μη συμβαλλόμενου κράτους είναι καταλληλότερο για την εκδίκαση της διαφοράς. Η έμφαση είναι δική μου. Καταλήγω λοιπόν ότι το Οικογενειακό Δικαστήριο της Λεμεσού στη βάση της ειδικής νομοθεσίας που διέπει τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων, έχει δικαιοδοσία στη βάση της αξίωσης της Αιτήτριας να επιλύσει την παρούσα περιουσιακή διαφορά, χωρίς να έρχεται σε σύγκρουση με τον Κανονισμό. Ότι αφορά διαφορά διαδίκων που είναι κάτοικοι τρίτης χώρας με περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο και ότι κανένα άλλο Δικαστήριο κράτους μέλους δεν έχει αναλάβει δικαιοδοσία για την επίλυση της παρούσας περιουσιακής διαφοράς. Τέλος ως προς τη θέση του κύριου Αραούζου ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο αμφιβάλλει για τη δικαιοδοσία του, η ορθότερη οδός για την επίλυση του ζητήματος θα ήταν η παραπομπή σχετικού προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με βάση τον περί Προδικαστικής Παραπομπής στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Διαδικαστικό Κανονισμό (1/2008), θεωρώ πως δεν συντρέχει η βασική προϋπόθεση του άρθρου 267[1] της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης ΣΛΕΕ (πρώην 234 της ΣΕΚ), δηλαδή, να μην υπόκειται η υπόθεση σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου. Περαιτέρω εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου εάν θα παραπεμφθεί το οποιοδήποτε ζήτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) και ειδικά για σκοπούς της παρούσας που είναι και αίτηση για προσωρινό διάταγμα και όχι η ουσία της υπόθεσης η ισχύς του οποίου θα πρέπει να αποφασιστεί το συντομότερο. Τα έξοδα επιδικάζονται προς όφελος της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 2-5 ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και να καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ................ Κ. Χ" Aθανασίου-Σιαμτάνη, Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Δικαιοδοσία Οικογενειακών Δικαστηρίων/ Ε.Κ 1103/2016 [1] Άρθρο 267: Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται ε προδικαστικές αποφάσεις: α) επί της ερμηνείας των Συνθηκών, β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί επ' αυτού. Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο. Όταν ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους, η οποία αφορά πρόσωπο υπό κράτηση, το Δικαστήριο αποφαίνεται το συντομότερο δυνατόν. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο