← Κύπρος

Π. ν. Χ., Αρ. Αίτησης: 38/12, 5/5/2022

Π. ν. Χ., Αρ. Αίτησης: 38/12, 5/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLEM:2022:19 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Δικαιοδοσία Περιουσιακών Σχέσεων ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Γ. Αντωνιάδης, Δ. Οικ. Δικ. Αρ. Αίτησης: 38/12 Μεταξύ: ΧΧΧΧ Π., από τη Λεμεσό Αιτητή και ΧΧΧΧ Χ., από τη Λεμεσό Καθ΄ης η αίτηση ------------------- Αίτηση δια κλήσεως ημερομηνίας 8 Νοεμβρίου, 2021 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 5 Μαΐου, 2022 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: κ. Χρίστος Τιμοθέου Για την Καθ' ης η αίτηση: κ. Γιώργος Λουϊζίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Αιτητής με την υπό εκδίκαση αίτηση ημερομηνίας 08.11.2021 ζήτησε από το Δικαστήριο: "Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παρατείνεται ο χρόνος καταβολής του ποσού των €230.000 από τον Αιτητή προς την Καθ' ης η Αίτηση για περίοδο τριών

(3)μηνών από την έκδοση του διατάγματος λόγω της παρέλευσης των τεσσάρων
(4)ετών που προνοούσε το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 20/10/2016." Η αίτηση βασίζεται στη Δ.48 θθ. 1-9 και 11, και Δ.57 Θ.2 των Θεσμών Πολπικής Δικονομίας, στο άρθρο 111 του Συντάγματος όπως έχει τροποποιηθεί από τον Ν.95/89, στον Περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμο 23/90 όπως έχει τροποποιηθεί άρθρα 2, 3, 4, 11, 12, 13, 14, 15, 16 και 18, στον Περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Διαδικαστικό Κανονισμό του 2/90 (Καν. 11), και στην εν γένει εξουσία, πρακτική και νομολογία του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του ο Αιτητής αναφέρει μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "Την 20/10/016, το Δικαστήριο εξέδωσε εκ συμφώνου απόφαση στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση, αντίγραφο της οποίας ευρίσκεται εντός του φακέλου του. Με την εν λόγω απόφαση, το Δικαστήριο καθόρισε οριστικά και αμετάκλητα το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίδικου ακινήτου αποδίδοντας το σε εμένα, ενώ παράλληλα όρισε το δικαίωμα της Καθ' ης η Αίτηση, σε είσπραξη από εμένα, του ποσού €300.
  1. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση, θα έπρεπε να καταβάλω στην Καθ' ης η Αίτηση ποσό €70.000 εντός μιας εβδομάδας και ποσό €230.000 εντός 4 ετών από τις 20/10/
  2. Στις 26/10/2016 κατέβαλα στην Καθ' ης η Αίτηση το ως άνω αναφερόμενο ποσό των €70.000 έναντι σχετικής απόδειξης, ενώ παράλληλα είχα αποταθεί σε Τραπεζικό Ίδρυμα, προκειμένου να εξασφαλίσω δάνειο για το υπόλοιπο ποσό των €230.
  3. Στην συνέχεια και αφού εγκρίθηκε το δάνειο που είχα ζητήσει, κάλεσα την Καθ' ης η Αίτηση να παραστεί στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού την 30/01/2017 προκειμένου να της καταβάλω το υπόλοιπο ποσό των €230.000 (πλέον τόκους) και να μου μεταβιβάσει το 1/2 μερίδιο του ακινήτου, ως η απόφαση του Δικαστηρίου. Η Καθ' ης η Αίτηση αρνήθηκε να παραστεί και να συμμορφωθεί με την εν λόγω απόφαση. Στο μεσοδιάστημα των όσων αναφέρω πιο πάνω και συγκεκριμένα στις 21/12/2016, η Καθ' ης η Αίτηση είχε καταχωρήσει αίτηση για την τροποποίηση της εκ συμφώνου απόφασης, η οποία και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο στις 05/10/
  4. Την 01/02/2017 καταχώρησα, εις βάρος της Καθ' ης η Αίτηση, αίτηση παρακοής της εκ συμφώνου απόφασης και/ή του διατάγματος του Δικαστηρίου και η τελευταία καταχώρησε ένσταση, χωρίς όμως να εισηγηθεί ή να προβάλει ως λόγο ένστασης, πως εγώ δεν είχα κατά Νόμο, εκπληρώσει την υποχρέωση που είχα να της καταβάλω το πιο πάνω ποσό των €230.
  5. Υιοθετώ και επαναλαμβάνω για σκοπούς της παρούσας τα όσα είχα αναφέρει στην ένορκη μου δήλωση ημερ. 01/02/2017 που συνόδευε την εν λόγω αίτηση και η οποία επίσης ευρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου. Στις 19/03/2018 το Δικαστήριο έκρινε την Καθ' ης η Αίτηση, ένοχη παρακοής και στις 29/05/2018 της επέβαλε ποινή προστίμου €1.
  6. Στο μεταξύ και συγκεκριμένα στις 25/05/2018, η Καθ'ης η Αίτηση με είχε καλέσει να παραστώ στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού, προκειμένου να μου μεταβιβάσει το ½ μερίδιο του ακινήτου αλλά και απαιτώντας παράλληλα όπως της καταβάλω ποσό ύψους €232.
  7. Στο ποσό αυτό, περιλαμβάνονταν νόμιμοι τόκοι, μέχρι και τις 30/01/
  8. Λόγω και συνεπεία της πιο πάνω παραβατικής συμπεριφοράς της Καθ' ης η Αίτηση, εγώ είχα στο μεταξύ υποστεί διάφορα σχετικά έξοδα, ζημιές και/ή απώλειες, για τα οποία ευθυνόταν αποκλειστικά η Καθ' ης η Αίτηση. Συμψηφίζοντας τα πιο πάνω έξοδα, ζημιές και/ή απώλειες και προς αποφυγή πολλαπλότητας διαδικασιών για διεκδίκηση τους, αντιπρότεινα να της καταβάλω ποσό εκ €170.
  9. Τούτο το είχα βεβαίως κάνει, παρά το ότι έντιμα και ειλικρινά πίστευα πως κατά Νόμο, είχα ήδη εκπληρώσει την υποχρέωση μου προς την Καθ' ης η Αίτηση, εξ ου και αυτή είχε βρεθεί ένοχη παρακοής, χωρίς επαναλαμβάνω να εγείρει οποιαδήποτε εισήγηση, περί μη εκπλήρωσης της εν λόγω υποχρέωσης μου. Η Καθ' ης η Αίτηση δεν επέστρεψε με κάποια αντιπρόταση. Ανάμεσα στις ζημιές που αναφέρω πιο πάνω, περιλαμβανόταν ποσό εκ €13.000 (περίπου) το οποίο είχα καταβάλει ως δόσεις δανείου, που θα έπρεπε να είχε εξοφλήσει η Καθ' ης η Αίτηση με τις €70.000 που της είχα δώσει, έξοδα προς τον δικηγόρο μου, φορολογίες που υποχρεώθηκα να καταβάλω εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση, καθώς και τα έξοδα της δανειοδότησης μου, την οποία και αναγκάστηκα να ακυρώσω. Η Καθ' ης Αίτηση δεν αποδέχθηκε την πρόταση μου. Επιπλέον, η Καθ' ης η Αίτηση μου χρωστούσε και τα έξοδα της διαδικασίας της παρακοής στα οποία είχε καταδικαστεί. Στην συνέχεια των πιο πάνω, η Καθ' ης η Αίτηση εφεσίβαλε την ποινή των €1.000 που της είχε επιβληθεί και εγώ εφεσίβαλα τον μη εξαναγκασμό της σε συμμόρφωση. Η Καθ' ης η Αίτηση, δεν εφεσίβαλε την καταδίκη της για την παρακοή. Οι δύο εφέσεις που προανέφερα εκδικάστηκαν μαζί και το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση του στις 20/10/
  10. Και οι δύο εφέσεις απορρίφθηκαν. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε, πως η υποχρέωση μου για καταβολή του ποσού των €230.000 δεν είχε εκπληρωθεί. Αμέσως μετά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου και συγκεκριμένα στις 25/10/2021 απέστειλα προσωπικά προς τον δικηγόρο της Καθ' ης η Αίτηση την επιστολή αντίγραφο της οποίας επισυνάπτω ως ΤΕΚ
  11. Τις προηγούμενες μέρες, είχα συνομιλήσει τηλεφωνικώς μαζί του, μεταφέροντας του τα ίδια πράγματα και εκδηλώνοντας προς αυτόν την πρόθεση μου για υλοποίηση της απόφασης του Δικαστηρίου. Παράλληλα, είχα απευθυνθεί αμέσως στο Τραπεζικό Ίδρυμα που αναφέρω πιο πάνω και ζήτησα την επαναφορά του δανείου που είχα λάβει το
  12. Η διαδικασία ευρίσκεται προς το τέλος της και θα ολοκληρωθεί εντός των προσεχών ημερών. Στις 29/10/2021 έλαβα από τον δικηγόρο της Καθ' ης η Αίτηση την απάντηση που επισυνάπτω ως ΤΕΚ 2 και την επόμενη μέρα ο δικηγόρος μου κ. Χρήστος Τιμοθέου, με πληροφόρησε πως η Καθ' ης η Αίτηση ισχυριζόταν, πως το διάταγμα είχε δήθεν «εκπνεύσει» και πως τώρα ζητούσε από εμένα ποσό €350.000 προκειμένου να μου «πουλήσει το μερίδιο της» στο ακίνητο. Στις 02/11/2021, απέστειλα ξανά προς τον αντίδικο την επιστολή, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτω ως ΤΕΚ 3 και στις 04/11/2021, έλαβα την απάντηση που επισυνάπτω ως ΤΕΚ
  13. Όπως αναφέρω πιο πάνω, ο χρόνος των 4 ετών που διαλαμβανόταν στο διάταγμα, αναλώθηκε κυρίως για την εκδίκαση των 2 εφέσεων που είχαν δικαιωματικά καταχωρηθεί και εκ των οποίων η δική μου, αφορούσε κυρίως σε νομικό και καινοφανές ζήτημα ήτοι, αυτού της κατά Νόμο εκπλήρωσης ή μη της δικής μου υποχρέωσης, για την καταβολή του υπόλοιπου ποσού των €230.
  14. Ως εκ των ανωτέρω, έντιμα και ειλικρινά πιστεύω πως είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα ούτως ώστε να τελεσφορήσει η απόφαση του Δικαστηρίου. Η υποβολή της παρούσας κατέστηκε αναγκαία λόγω της στάσης που τηρεί η Καθ' ης η Αίτηση, έναντι στην απόφαση του Δικαστηρίου.» Η Καθ'ης η αίτηση καταχώρισε ένσταση στο αίτημα του Αιτητή για τους κάτωθι λόγους: "
  15. Η αίτηση είναι νομικά αβάσιμη καθότι η Δ.57 Θ.2 επί της οποίας βασίζεται δεν τυγχάνει εφαρμογής.
  16. Η Δ.57 Θ.2 δεν τυγχάνει εφαρμογής καθότι αυτή παρέχει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να παρατείνει μόνο προθεσμίες που καθορίζονται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και σε διατάγματα που παρατείνουν προθεσμίες που προβλέπουν οι θεσμοί και όχι σε άλλες περιπτώσεις.
  17. Η αίτηση δεν εμπίπτει εντός της εμβέλειας της Δ.57 Θ.2 καθότι με αυτή επιδιώκεται η παράταση του χρόνου που προβλέπεται στο εκσυμφώνου διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 20/10/2016 και όχι χρόνου που καθορίζεται στους θεσμούς.
  18. Με την παρούσα αίτηση για παράταση του χρόνου που καθορίζεται στο εκ συμφώνου διάταγμα/απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 20/10/2016 επιδιώκεται στην ουσία η τροποποίηση του εν λόγω διατάγματος/απόφασης που εκδόθηκε εκ συμφώνου κάτι που είναι νομικά και νομολογιακά ανεπίτρεπτο.
  19. Το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία και οποιανδήποτε εξουσία να παρέμβει στην εκ συμφώνου απόφαση και/ή διάταγμα με την απόδοση της αιτούμενης θεραπείας και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο καθότι η εν λόγω απόφαση και/ή διάταγμα έχει την έννοια σύμβασης με το οποίο καθορίστηκαν οριστικά τα αντίστοιχα δικαιώματα και υποχρεώσεις των διαδίκων με αποτέλεσμα την τελική διευθέτηση της αίτησης περιουσιακών διαφορών.
  20. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.57 Θ.2 επί της οποίας βασίζεται η αίτηση ούτε και οι αρχές που έχουν καθιερωθεί από την νομολογία που να δικαιολογούν την απόδοση της αιτούμενης θεραπείας.
  21. Οι λόγοι που προβάλλει ο Αιτητής για να στηρίξει την παρούσα αίτηση δεν συνιστούν λόγους επί των οποίων μπορεί το Δικαστήριο να βασιστεί για να χορηγήσει την αιτούμενη θεραπεία.
  22. Οι λόγοι που προβάλλει ο Αιτητής για χορήγηση του αιτούμενου διατάγματος είναι αβάσιμοι και/ή ανυποστήρικτοι και/ή ανεπαρκείς και/ή ανειλικρινείς.
  23. Η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική.
  24. Η αίτηση είναι νομικά και επί της ουσίας αβάσιμη στερούμενη οποιουδήποτε ερείσματος επί των αρχών που έχουν καθιερωθεί από τη νομολογία." Στην ένορκη δήλωση της που συνοδεύει την ένσταση της η Kαθ'ης η αίτηση αναφέρει μεταξύ άλλων και τ' ακόλουθα: «Από την παράγραφο 2 της ενόρκου δηλώσεως του κ. Π. παραδέχομαι ότι την 20/10/2016 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση στην υπό τον ως άνω αριθμόν και τίτλον αίτηση περιουσιακών διαφορών και λέγω ότι σύμφωνα με αυτή ο αιτητής είχε το δικαίωμα να αποκτήσει το ½ μερίδιο μου επί του επίδικου ακινήτου καταβάλλοντας εις εμένα το ποσό που αναφέρεται σε αυτή πλέον νόμιμο τόκο εντός τεσσάρων χρόνων από την 20/10/2016 μέχρι την 20/10/
  25. Λέγω περαιτέρω ότι, σύμφωνα με την εν λόγω εκ συμφώνου απόφαση, το δικαίωμα του αιτητή να αποκτήσει το μερίδιο μου έναντι καταβολής εις εμένα του αναφερόμενου σε αυτή ποσού εξέπνευσε στις 20/10/2020 και ως εκ τούτου μετά την 20/10/2020 δεν έχω πλέον την υποχρέωση να μεταβιβάσω εις αυτόν το μερίδιον μου έναντι του ποσού που αναφέρεται στην προαναφερθείσα εκ συμφώνου απόφαση. Δεν παραδέχομαι και απορρίπτω ως παντελώς αναληθή τον ισχυρισμό του αιτητή ότι με την εν λόγω απόφαση το Δικαστήριο καθόρισε οριστικά και αμετάκλητα το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου αποδίδοντας το εις αυτόν και προς αντίκρουση αυτού του αναληθούς ισχυρισμού παραπέμπω στην εκ συμφώνου απόφαση ημερομηνίας 20/10/
  26. Αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου στο οποίο αναφέρεται ο αιτητής ότι δήθεν του έχει αποδοθεί με την δικαστική απόφαση αναφέρω ότι η υπό τον ως άνω αριθμόν και τίτλον αίτηση περιουσιακών διαφορών καταχωρήθηκε εναντίον μου από τον αιτητή και με αυτή ζητούσε την τιτλοποίηση επ' ονόματι του του ½ μεριδίου μου επί του επίδικου ακινήτου ισχυριζόμενος ότι αυτό αποκτήθηκε αποκλειστικά και/ή κατά μεγάλο βαθμό με την οικονομική του συνεισφορά. Η εν λόγω αίτηση περιουσιακών διαφορών οδηγήθηκε σε τελική διευθέτηση με την έκδοση της εκ συμφώνου απόφασης στις 20/10/2016 σύμφωνα με την οποία το ακίνητο παρέμεινε στην ιδιοκτησία και των δυο διαδίκων ανά ½ μερίδιον με δικαίωμα του αιτητή να αποκτήσει το δικό μου μερίδιο καταβάλλοντας μου το ποσό που προβλέπεται στην εν λόγω εκ συμφώνου απόφαση μέχρι την 20/10/2020 πλην όμως αυτός παρέλειψε να το πράξει εντός της προβλεπόμενης χρονικής προθεσμίας. Πλήν του ισχυρισμού ότι στις 26/10/2016 ο αιτητής μου κατέβαλε το ποσό των €70.000 τον οποίον παραδέχομαι, αγνοώ και ως εκ τούτου δεν παραδέχομαι την παράγραφο 3 της ενόρκου δηλώσεως του αιτητή. Εκ της παραγράφου 4 της ενόρκου δηλώσεως του αιτητή παραδέχομαι ότι με κάλεσε να παρουσιαστώ στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού στις 30/01/2017 για να του μεταβιβάσω το μερίδιον μου και ότι δεν προσήλθα. Επί τούτου αναφέρω ότι μόλις κλήθηκα από τον αιτητή να παρουσιαστώ στο Κτηματολόγιο, τον πληροφόρησα μέσον του δικηγόρου μου ότι δεν θα προσερχόμουν κατά την εν λόγω ημερομηνία καθότι εκκρεμούσε η αίτηση μου ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου την οποία καταχώρησα στις 21/12/2016 με την οποίαν ζητούσα την διόρθωση της απόφασης και/ή του διατάγματος που είχε εκδοθεί στις 20/10/
  27. Εκ της παραγράφου 5 της ενόρκου δηλώσεως του αιτητή παραδέχομαι ότι στις 21/12/2016 καταχώρησα την πιο πάνω αναφερόμενη αίτηση η οποία απορρίφθηκε. Λέγω περαιτέρω ότι η εν λόγω αίτηση μου καταχωρήθηκε και επιδόθηκε στον αιτητή προτού με καλέσει να παρουσιαστώ στο Κτηματολόγιο. Πλήν του ισχυρισμού που περιέχεται στην παράγραφο 8 ότι κάλεσα τον αιτητή να παρουσιαστεί στο Κτηματολόγιο στις 25/05/2018 για να του μεταβιβάσω το μερίδιο μου ταυτόχρονα με την καταβολή εις εμένα του ποσού το οποίο εδικαιούμουν βάσει της εκ συμφώνου απόφασης και ότι αυτός προσήλθε στο Κτηματολόγιο κατά την εν λόγω ημερομηνία αντιπροτείνοντας μου το ποσό των €170.00 αντί αυτού που εδικαιούμουν να λάβω όπως προβλεπόταν στην εκ συμφώνου δικαστική απόφαση με την δικαιολογία ότι δεν ήταν πλέον υποχρεωμένος να μου καταβάλει το ποσό της εκ συμφώνου απόφασης, απορρίπτω του λοιπούς ισχυρισμούς του αιτητή ως αναληθείς και ανυπόστατους τους οποίους προβάλλει στην προσπάθεια του να δικαιολογήσει την άρνηση του να ενεργήσει σύμφωνα με την δικαστική απόφαση. Δεν παραδέχομαι την παράγραφο 9 της ενόρκου δηλώσεως του αιτητή. Αναφορικά με τα έξοδα της διαδικασίας της παρακοής στα οποία είχα καταδικαστεί από το Δικαστήριο αναφέρω ότι στις 26/10/2021 ο δικηγόρος μου απέστειλε επιστολή/email στον δικηγόρο του αιτητή με την οποία ζήτησε να του γνωστοποιηθεί το οφειλόμενο ποσό των εξόδων με σκοπό την διευθέτηση τους. Ανταποκρινόμενος στην εν λόγω επιστολή/email του δικηγόρου μου, ο δικηγόρος του αιτητή στις 2/11//2021 απέστειλε στον δικηγόρο μου επιστολή/email με την οποία τον πληροφόρησε ότι το οφειλόμενο ποσό των εξόδων στην διαδικασία παρακοής ανερχόταν στο ποσό των €4.717,90 σέντ τα οποία διευθετήθηκαν πλήρως στις 11/11/
  28. Παραδέχομαι την αποστολή και την λήψη της επιστολής ΤΕΚ 1 στην οποία γίνεται αναφορά στην παράγραφο 12 της ενόρκου δηλώσεως του αιτητή καθώς επίσης και τη συνομιλία που προηγήθηκε μεταξύ του αυτού και του δικηγόρου μου. Ο ισχυρισμός του αιτητή ότι πρόθεση του ήταν η υλοποίηση της απόφασης του Δικαστηρίου είναι αναληθής αφού όπως φαίνεται από το περιεχόμενο του ΤΕΚ 1 η πρόθεση του ήταν να μου καταβάλει ποσό κατά πολύ χαμηλότερο από εκείνο το οποίο προβλέπεται στην εκ συμφώνου απόφαση. Συγκεκριμμένα όπως φαίνεται από το περιεχόμενο του ΤΕΚ 1 ο αιτητής εκδήλωσε την πρόθεση του να μου καταβάλει το ποσό το οποίο όφειλε να μου καταβάλει στις 25/5/2018 σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου και όχι του πραγματικά οφειλόμενου μετά την προσθήκη του νόμιμου τόκου. Για άλλη μια φορά Η πραγματική πρόθεση του αιτητή δεν ήταν η υλοποίηση της απόφασης του Δικαστηρίου όπως ισχυρίζεται αλλά η καταβολή εις εμένα ενός κατά πολύ χαμηλότερου ποσού προβάλλοντας διάφορες δικαιολογίες όπως αυτές που αναφέρονται στο ΤΕΚ
  29. Εκ της παραγράφου 13 της ενόρκου δηλώσεως του αιτητή παραδέχομαι ότι στις 29/10/2021 ο δικηγόρος μου απέστειλε στον αιτητή την επιστολή/email, ΤΕΚ 2 στην ένορκη του δήλωση, καθώς επίσης και τα όσα αυτός αναφέρει σχετικά με την αποστολή των επιστολών ημερομηνίας 02/11/2021 και 04/11/2021 αντίγραφα των οποίων επισυνάπτονται στην ένορκο δήλωση του αιτητή ως ΤΕΚ 3 και ΤΕΚ 4 αντίστοιχα. Δεν παραδέχομαι τον ισχυρισμό του αιτητή ότι απαίτησα το ποσό των €350.000 προκειμένου να του μεταβιβάσω το μερίδιο μου τον οποίο απορρίπτω ως αναληθή και ανυπόστατο και λέγω ότι ουδέποτε επρόβαλα τέτοια απαίτηση καθότι δεν γνωρίζω την σημερινή αξία του μεριδίου μου. Για τον λόγο αυτό εισηγήθηκα στον αιτητή όπως αναθέσουμε σε εκτιμητή ακινήτων κοινής αποδοχής την ετοιμασία σχετικής εκτίμησης στη βάση της οποίας θα μπορούσαμε να καταλήξουμε σε συμφωνία για την μεταβίβαση του μεριδίου μου στον αιτητή. Η θέση μου αυτή περιέχεται στην επιστολή του δικηγόρου μου προς τον αιτητή ημερομηνίας 04/11/2021 η οποία επισυνάπτεται ως ΤΕΚ 4 στην ένορκη δήλωση του αιτητή. Αναφορικά με τα όσα αναφέρει ο αιτητής στην παράγραφο 14 της ένορκης του δήλωσης και όπως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου, δεν αποτελούν νομικά βάσιμη δικαιολογία για την επίμονη άρνηση του να εκπληρώσει τες υποχρεώσεις του προτού εκπνεύσει η αναφερόμενη στην εκ συμφώνου απόφαση περίοδος των τεσσάρων χρόνων. Το γεγονός ότι εκκρεμούσαν οι εφέσεις ουδόλως εμπόδιζε τον αιτητή από την εκπλήρωση των πιο πάνω υποχρεώσεων του ούτε και αποτάθηκε στο Δικαστήριο για την διαφύλαξη του δικαιώματος του να αποκτήσει το μερίδιον μου. Πέραν των όσων αναφέρω πιο πάνω αναφορικά με τη στάση που τήρησε ο αιτητής κατά την συνάντηση μας στο Κτηματολόγιο κατόπιν δικής μου πρόσκλησης στις 25/05/2018, παραπέμπω και στην στάση που αυτός ετήρησε και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου στις 29/05/
  30. Κατά την εν λόγω ημερομηνία δήλωσα στο Δικαστήριο για άλλη μια φορά την ετοιμότητα μου να μεταβιβάσω το μερίδιο μου στον αιτητή νοουμένου ότι και ο αιτητής ήταν πρόθυμος να εκπληρώσει τες δικές του υποχρεώσεις που απορρέουν από την εκ συμφώνου δικαστική απόφαση. Ακόμα και σε αυτή την περίπτωση ο αιτητής αρνήθηκε να ενεργήσει για την υλοποίηση της εν λόγω απόφασης και ισχυρίστηκε ότι είχε απαλλαγεί των υποχρεώσεων του. Τα όσα αναφέρω είναι καταγεγραμμένα στα πρακτικά της διαδικασίας του παρόντος Δικαστηρίου ημερομηνίας 29/05/
  31. Υιοθετώ όλους τους λόγους επί των οποίων βασίζεται η ένσταση μου στην αίτηση του αιτητή οι οποίοι μου έχουν επεξηγηθεί από τον δικηγόρο μου. Όπως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου η αίτηση είναι νομικά αβάσιμη καθότι οι δικονομικές διατάξεις επί των οποίων αυτή βασίζεται δεν τυγχάνει εφαρμογής και ως τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω και ανεξάρτητα των όσων αναφέρω στην παράγραφο 17 ανωτέρω, όπως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εγκρίνει το αίτημα του αιτητή και να χορηγήσει την αιτούμενη θεραπεία καθότι, σύμφωνα με τη νομολογία, η εκ συμφώνου απόφαση και/ή το διάταγμα που εκδόθηκε στις 20/10/2016 έχει την έννοια συμφωνίας με την οποίαν επιλύθηκαν οριστικά οι μεταξύ μας περιουσιακές διαφορές και έχουν καθοριστεί αντίστοιχα δικαιώματα και υποχρεώσεις με την τελική διευθέτηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτησης περιουσιακών διαφορών.» ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ: H Διαταγή 57 θ.2 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που βασίζεται η αίτηση προβλέπει: «Ένα Δικαστήριο ή Δικαστής θα έχει την εξουσία να επεκτείνει ή να μειώνει τον χρόνο που καθορίζεται από αυτούς τους κανονισμούς ή ορίζεται από οιονδήποτε διάταγμα επεκτάσεως του χρόνου για να γίνει κάτι ή να αρχίσει κάποια διαδικασία, υπό τοιούτους όρους (αν υπάρχουν) που το δίκαιο της περίπτωσης θα απαιτεί και οιαδήποτε τέτοια επέκταση του χρόνου μπορεί να διαταχθεί παρόλον που η αίτηση γι΄ αυτό το σκοπό θα έχει γίνει μετά τη λήξη του χρόνου που ορίσθηκε ή επετράπηκε νοουμένου ότι όταν ο χρόνος για την παράδοση οιουδήποτε δικογράφου ή εγγράφου της καταχώρησης οιασδήποτε ενόρκου δηλώσεως, απαντήσεως ή εγγράφου ή τελέσεως οιασδήποτε πράξεως είναι ή έχει ορισθεί ή καθορισθεί από οιονδήποτε των κανονισμών αυτών ή από οιανδήποτε οδηγία ή διάταγμα του Δικαστηρίου ή Δικαστού, τα έξοδα οιασδήποτε αιτήσεως για παράταση του τοιούτου χρόνου και οιουδήποτε διατάγματος θα καταβάλλονται από το διάδικο που κάμνει την τοιαύτη αίτηση εκτός αν το Δικαστήριο ή Δικαστής διατάξει διαφορετικά.» H Δ.57 θ.2 παρέχει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να παρατείνει προθεσμίες που καθορίζονται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και σε διατάγματα που παρατείνουν προθεσμίες που προβλέπουν οι θεσμοί. Στην παρούσα περίπτωση ο Αιτητής ζητά παράταση της προθεσμίας των τεσσάρων
(4)ετών που εκ συμφώνου οι διάδικοι συμφώνησαν στην απόφαση ημερομηνίας 20.10.2016 για την διευθέτηση των μεταξύ των περιουσιακών διαφορών. Τα τέσσερα
(4)χρόνια που συμφώνησαν οι διάδικοι δεν είναι προθεσμία που προβλέπεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και ως εκ τούτου δεν τυγχάνει εφαρμογής η Δ.57 θ.2 και κατά συνέπεια το Δικαστήριο στερείται της εξουσίας και/ή σύμφυτης και/ή άλλως πως να παρατείνει το χρόνο της εκπλήρωσης της συμφωνίας επίλυσης των Περιουσιακών Διαφορών των διαδίκων. Το Δικαστήριο δεν έχει την ευχέρεια παράτασης του χρόνου που ζητά ο Αιτητής και σε τέτοια περίπτωση που τυχόν θα χορηγούσε τέτοια παράταση χρόνου, θα οδηγούσε σε ανεπίτρεπτη και καταχρηστική τροποποίηση της εκ συμφώνου απόφασης και/ή διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 20.10.2016. Οι διάδικοι έχουν επιλύσει αρκετές από τις διαφορές τους τόσο σε πρωτόδικο επίπεδο, όσο και σε Δευτεροβάθμιο επίπεδο και πρέπει οι ίδιοι να βρουν μεταξύ τους τον τρόπο επίλυσης της εκκρεμούσας ακόμη μέχρι σήμερα διαφοράς. Ως εκ των ως άνω, το Δικαστήριο απορρίπτει την παρούσα αίτηση με έξοδα εναντίον του Αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Γ. Γ. Αντωνιάδης, Δ. Οικ. Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.