← Κύπρος

T. L. Z ν. Σ. Π, Αρ. Αίτησης: 96/2022, 15/12/2022

T. L. Z ν. Σ. Π, Αρ. Αίτησης: 96/2022, 15/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLAR:2022:27 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Κούσιου, Δ. Αρ. Αίτησης: 96/2022 Μεταξύ: T. L. Z Αιτήτριας -και- Σ. Π Καθ' ου η αίτηση Μονομερής αίτηση ημερομηνίας 04/08/2022 Ημερομηνία: 15 Δεκεμβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κα Γ. Καλλή Χούλη Για τον Καθ' ου η αίτηση: Λουκάς Π. Λουκά Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Τα ανήλικα Λ. και Α. που γεννήθηκαν στις 24/09/2019 και 22/09/2020, αντίστοιχα, είναι τέκνα των διαδίκων. Από τη διακοπή της συμβίωσης των διαδίκων, στις 04/07/2022, αυτά διαμένουν μαζί με τη μητέρα τους στην οποία με το εκ συμφώνου εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 26/07/2022, στην αίτηση γονικής μέριμνας με αριθμό 137/12, ανατέθηκε η φύλαξη και η φροντίδα τους. Η Αιτήτρια με την κυρίως αίτησή της που καταχωρήθηκε στις 29/07/2022, ζητά διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο Καθ' ου η αίτηση να συνεισφέρει στη διατροφή των πιο πάνω ανηλίκων τέκνων του το ποσό των €750 μηνιαίως. Στις 04/08/2022, η Αιτήτρια καταχώρησε και μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσε την ίδια πιο πάνω θεραπεία. Στη βάση της αίτησης αυτής, η Αιτήτρια πέτυχε στις 05/08/2022, την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο ο Καθ' ου η αίτηση διατασσόταν να της καταβάλλει, από την ημέρα επίδοσης σ' αυτόν του διατάγματος, το ποσό των €400 το μήνα, ως η συνεισφορά του για τη διατροφή των πιο πάνω ανήλικων τέκνων του, ½ για το κάθε παιδί. Ο Καθ' ου η αίτηση ενέστη καταχωρώντας ειδοποίηση ένστασης στις 18/08/2022 εγείροντας τους πιο κάτω λόγους ένστασης: «

  1. Ο Καθ' ου η αίτηση αρνείται το περιεχόμενο της Ενόρκου Δηλώσεως της Αιτήτριας, η οποία υποστηρίζει την άιτησή της ημερομηνίας 04/08/2022 και ειδικότερα αρνείται το περιεχόμενο των παραγράφων 5 -
  2. Οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας είναι εντελώς αβάσιμοι και ανυπόστατοι.
  3. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομοθεσίας και της νομολογίας για έκδοση του αιτουμένου Διατάγματος ή και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομοθεσίας και της νομολογίας για έκδοση του αιτουμένου Διατάγματος στην έκταση που απαιτεί η Αιτήτρια με την αίτησή της.
  4. Η αιτήτρια με ψευδείς και αβάσιμους ισχυρισμούς προσπαθεί να δημιουργήσει κλίμα εναντίον του Καθ' ου η αίτηση ή και να δημιουργήσει θετικά κλίμα προς όφελός της για να υποβοηθήσει την παρούσα αίτηση.
  5. Οι ισχυρισμοί της αιτήτριας σε σχέση με τα εισοδήματα ή και τις οικονομικές δυνατότητες του Καθ' ου η αίτηση είναι εντελώς αβάσιμοί ή και πόρρω απέχουν από την πραγματικότητα αφού τα μηνιαία εισοδήματα του Καθ' ου η αίτηση από την εργασία του είναι μόνο €890 και είναι σαφώς μικρότερα από τα δικά της εισοδήματα.
  6. Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη.» Η αίτηση έχει ως πραγματικό υπόβαθρο την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας και τέσσερα τεκμήρια και η ένσταση τις ένορκες δηλώσεις του Καθ' ου η αίτηση και της μητέρας του και ένα τεκμήριο. Κατά την ακρόαση της αίτησης, κανένας από τους ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως του. Κατά συνέπεια η απόφαση θα στηριχθεί επί των γεγονότων που αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και ένσταση και όχι σ' οποιαδήποτε γεγονότα που αναφέρονται ανεπίτρεπτα στις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων (Μισιρλής v. Κυπριακής Δημοκρατίας

(1995)3 Α.Α.Δ. 379, Κοινότης Λυσού κ.α. v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 537). Με την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας τέθηκαν στο Δικαστήριο τα δεδομένα των εισοδημάτων τόσο της ίδιας, όσο και του Καθ' ου η αίτηση, με απολαβές από την εργασία τους €950 και €1,000 - €1,200 καθαρά, αντίστοιχα. Η ίδια διαμένει μαζί με τα παιδιά σε ενοικιαζόμενο σπίτι με «€450 μηνιαίο ενοίκιο συμπεριλαμβανομένων των σκυβάλων και άλλων κοινοτικών τελών» και ο Καθ' ου η αίτηση σε ιδιόκτητη κατοικία η οποία προηγούμενα αποτελούσε τη συζυγική κατοικία. Σε σχέση με τα πιο πάνω ο Καθ' ου η αίτηση στη δική του ένορκη δήλωση αναφέρει για τις απολαβές της Αιτήτριας ύψους €950 μηνιαίως ότι η γνώση του προέρχεται μόνο από τη σχετική αναφορά της ίδιας στην ένορκη δήλωσή της που συνοδεύει την αίτηση, απ' όπου έμαθε και το ότι αυτή βρήκε δουλειά. Για τις δικές του απολαβές αντιτάσσει ότι ανέρχονται στα €890.70 καθαρά (ΤΕΚ. Α). Η κατοικία στην οποία διαμένει του ανήκει μόνο κατά το ήμισυ και η μητέρα του, από δωρεά της οποίας προήλθε η ιδιοκτησία του, διατηρεί εφ' όρου ζωής την επικαρπία ολόκληρης της εν λόγω κατοικίας. Οι μηνιαίες ανάγκες των ανηλίκων, όπως αυτές καθορίζονται από την Αιτήτρια στην παράγραφο 19 της ένορκης δήλωσης της, είναι οι ακόλουθες: « Έκαστος Συνολικά (α) Για φαγητό κ.λ.π. €150 €300 (β) Για νηπιαγωγεία €150 €300 (γ) Ένδυση και υπόδηση €50 €100 (δ) Για πάννες €20 €40 (ε) Αναλογία στο ενοίκιο €150 €300 (ζ) Αναλογία στο ηλεκτρικό €30 €60 (η) Αναλογία στο νερό €10 €20 (θ) Για ψυχαγωγία €80 €160 (ι) Ιατρικά έξοδα, φάρμακα και εμβόλια €20 €40 _________ _________ Σύνολο €660 €1320» Σε σχέση με τις πιο πάνω ανάγκες ο Καθ' ου η αίτηση αναφέρει στην παράγραφο
  1. IΔ της ένορκης δήλωσης του τα εξής: «3.IΔ Αρνούμαι το περιεχόμενο της παραγράφου 19 και των υποπαραγράφων υπό (α) - (θ) της παραγράφου 19 της ενόρκου δηλώσεως και καλώ την αιτήτρια σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της. Περαιτέρω, αναφορικά με τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς διευκρινίζω τα ακόλουθα: I. Η αιτήτρια, σκοπίμως παρουσιάζει τα έξοδα των ανήλικων τέκνων μας ιδιαιτέρως διογκωμένα για να επιτύχει την έκδοση μεγαλύτερου Διατάγματος Διατροφής. ΙΙ. Έχω ήδη δηλώσει την πρόθεση της μητέρας μου να αναλάβει τα παιδιά, καθόσον χρόνο η αιτήτρια βρίσκεται στην εργασία της, για να μας βοηθήσει. III. Εξ' όσων τυγχάνω νομικής συμβουλής από τους δικηγόρους μου, με βάση την ισχύουσα νομολογία, η αιτήτρια δεν δικαιούται να αξιώνει συνεισφορά για την αναλογία ενοικίου ή και λογαριασμών κοινωφελών υπηρεσιών». Εν πρώτοις θα ήθελα να επισημάνω σε ότι αναφέρεται πιο πάνω στην παράγραφο 3.IΔ. II της ένορκης δήλωσης του Αιτητή και επιβεβαιώνεται από την ένορκη δήλωση της μητέρας του, που συνοδεύει την ένσταση, ότι το θέμα αυτό, της επιλογής δηλαδή, αντί τα ανήλικα να φοιτούν σε νηπιαγωγείο, να φροντίζονται από την πατρική γιαγιά τους, δεν μπορεί να επιλυθεί ή και να απασχολήσει καθ' οιονδήποτε τρόπο το Δικαστήριο στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης. Τέτοια θέματα αποφασίζονται από το Δικαστήριο έπειτα από αίτηση από οποιοδήποτε από τους γονείς, κατά το άρθρο 7 του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 (Ν. 216/90). Αίτηση δηλαδή γονικής μέριμνας, οπότε και το Οικογενειακό Δικαστήριο θα ενεργήσει στο πλαίσιο ανάλογης δικαιοδοσίας. Περαιτέρω, αντίθετα με τα όσα αναφέρονται πιο πάνω στην παράγραφο
  2. IΔ. III, σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία, τέτοια έξοδα όπως «η αναλογία ενοικίου ή και λογαριασμών κοινοφελών υπηρεσιών» συμπεριλαμβάνονται στα έξοδα διατροφής (Λ. Λ. v. I.S., Εφ. Αρ. 37/15, ημερομηνίας 04/09/2018 και Γ. Μ. Γ. v. Ε.Α.Γ. Εφ. Αρ. 13/2021, ημερομηνίας 20/10/
  3. Το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60), παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική εξουσία, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που θέτει το εν λόγω άρθρο, να εκδώσει οποιοδήποτε προστατευτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που το Δικαστήριο θα έκρινε δίκαιο και πρόσφορο. Για να δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν.14/60 πρέπει να συντρέχουν οι πιο κάτω προϋποθέσεις: α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία στην αγωγή. γ) Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του διατάγματος. (βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 A.A.Δ. 557, Κυτάλα κ.α. v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 (A) A.A.Δ. 253). Οι προϋποθέσεις πού απαιτεί το άρθρο 32 τον Ν.14/60 και οι οποίες αναφέρθηκαν ανωτέρω, κρίνονται με βάση τα γεγονότα πού τίθενται ενώπιον τον Δικαστηρίου, αλλά και με βάση τις διατάξεις του Νόμου που διέπει το υπό κρίση θέμα, οι οποίες στην εξεταζόμενη περίπτωση είναι τα άρθρα 33
(1)και 37 του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου τον 1990, Ν.216/90. Συγκεκριμένα το άρθρο 33
(1)ορίζει ότι: «Οι γονείς έχουν υποχρέωση να διατρέφουν ανήλικο τέκνο τους από κοινού ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του». Το άρθρο 37 ορίζει ότι: «(α) H διατροφή προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του και τις οικονομικές δυνατότητες που υπάρχουν για διατροφή προσώπου. (β) H διατροφή περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση και ευημερία του δικαιούχου και επιπλέον, ανάλογα με την περίπτωση, τα έξοδα για την εν γένει εκπαίδευση του». Στις πλείστες, αν όχι σ' όλες, τις υποθέσεις που αφορούν ρύθμιση του θέματος διατροφής ανήλικου, όπως επιβεβαιώνεται και από την πρόσφατη νομολογία Δημοσθένους v. Δημοσθένους, Έφ. Αρ. 21/2019, ημερ. 29/06/2020, δεν εγείρεται θέμα απουσίας οποιασδήποτε προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν.14/60 και τούτο γιατί και οι τρεις είναι εγγενείς με τη φύση της αξίωσης για τους λόγους τους οποίους στη συνέχεια εξηγώ. H διατροφή ανηλίκων, όπως προκύπτει από τα άρθρα 33
(1)και 37 του Ν.216/90, συνιστά νομική υποχρέωση των γονέων, υποχρέωση η οποία ουσιαστικά αποβλέπει στην αντιμετώπιση των αναγκών των ανηλίκων, όπως αυτές καθορίζονται στο άρθρο 37 του Ν.216/90. Συνεπώς από τη στιγμή που ο γονέας, ο οποίος έχει την επιμέλεια του τέκνου, επιδιώκει συνεισφορά από τον άλλο γονέα ο οποίος, εκ του νόμου, είναι υπόχρεος να συνεισφέρει, ο πρώτος έχει, βεβαίως, πολύ καλή βάση αγωγής. Περαιτέρω, έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, εφόσον o άλλος γονέας είναι το πρόσωπο που εκ του νόμου οφείλει να συμβάλλει ανάλογα με τις δυνάμεις του στη διατροφή του τέκνου. Περαιτέρω, το θέμα διατροφής ανηλίκου είναι άμεσα συνυφασμένο με την καθημερινή διαβίωση και ευημερία του και η μη συνεισφορά του γονέα εύλογου ποσού για τη διατροφή του, επηρεάζει δυσμενώς την καθημερινή διαβίωση και την εν γένει ευημερία του. Επομένως, κρίνω ότι πληρούται και η τρίτη προϋπόθεση. Τα πιο πάνω λεχθέντα, σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, συναρτώνται άμεσα και με το στοιχείο του κατεπείγοντος που αναμφίβολα δικαιολογούσε την έκδοση του επίδικου διατάγματος κατά παρέκκλιση του θεμελιώδους κανόνα της δικαιοσύνης που απαιτεί ακρόαση και των δύο μερών πριν της άσκηση δικαστικής εξουσίας (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου,
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598). Ο ίδιος ο Καθ' ου η αίτηση ουσιαστικά παραδέχεται ότι συντρέχουν όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 προς έκδοση προσωρινού διατάγματος ως και το στοιχείο του κατεπείγοντος εφόσον, στην αναφορά της Αιτήτριας για άρνηση του να συνεισφέρει οποιοδήποτε ποσό για τη διατροφή των ανήλικων (παράγραφος 15) αυτός επί λέξει αντιτάσσει πως «Εγώ, ποτέ δεν αρνήθηκα καθ' οιονδήποτε τρόπο, να προσφέρω για τις ανάγκες των παιδιών μου. Ήταν η αιτήτρια που για πολλές μέρες μου αποστέρησε την οποιαδήποτε επικοινωνία με τα παιδιά μου» (παράγραφος 3 I. I.). Το Δικαστήριο κατά το στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε ευρήματα επί της μαρτυρίας, η δε εξέταση της ενώπιον του μαρτυρίας γίνεται με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα ή να διατηρηθεί σε ισχύ εκδοθέν διάταγμα (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263). Περαιτέρω, σε συνήθεις υποθέσεις διατροφής, όπως η παρούσα, ο καθορισμός της συνεισφοράς των γονέων στη διατροφή του παιδιού τους γίνεται στις παραμέτρους του άρθρου 33
(1)του Ν.216/90, οι οποίοι παράμετροι, ήτοι οικονομικές δυνάμεις των γονέων, έξοδα ανηλίκου, είναι πρωτίστως μαθηματικής φύσης παράμετροι. Μάλιστα, σύμφωνα με τη Νομολογία, Μαρκουλίδης ν. Μαρκουλίδης
(1998)
(1)Α.Α.Δ. 1386, το Δικαστήριο, ως προς τα έξοδα διατροφής ανηλίκου, δεν δεσμεύεται από τη μαρτυρία των διαδίκων, αλλά είναι καθήκον του Δικαστηρίου να εντοπίσει το εύλογο των κονδυλίων που απαιτούνται για την ικανοποίηση των αναγκών διατροφής και συντήρησης. Περαιτέρω, σύμφωνα και πάλι με τη Νομολογία, η κοινή πείρα και η πείρα της ζωής είναι παράγοντες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τις ανάγκες των συγκεκριμένων ενώπιον του Δικαστηρίου ατόμων. (Βλ. Παναγιώτου ν. Σφικτού
(2001)1 Α.Α.Δ. 625). Συνεκτιμώντας το διαθέσιμο υλικό που τέθηκε ενώπιον μου και επαναλαμβάνοντας πως δεν είναι η ώρα για πλήρη αξιολόγηση της μαρτυρίας και κατάληξη σε ευρήματα σε σχέση με τις δυνατότητες των διαδίκων όσο και σε σχέση με τις ανάγκες του ανήλικου, κρίνω ότι η παράταση της ισχύος του επίδικου διατάγματος είναι επιβεβλημένη. Θέλω πριν αφήσω την απόφαση αυτή, να τονίσω ότι ο επακριβής καθορισμός της συνεισφοράς του κάθε διαδίκου στη διατροφή του παιδιού τους αποτελεί θέμα που θα εξεταστεί κατά την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης, όπου το Δικαστήριο Θα αξιολογήσει το σύνολο της ενώπιον του μαρτυρίας και θα εξάξει τα τελικά του συμπεράσματα. H όποια διαφορά δε, ως προς τη συνεισφορά του κάθε γονέα, είτε πρόκειται για την Αιτήτρια, είτε για τον Καθ' ου η αίτηση, δύναται να θεραπευθεί με την αναδρομικότητα του όποιου τελικού διατάγματος διατροφής ήθελε εκδοθεί. Με βάση όλα τα πιο πάνω, το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 05/08/2022, καθίσταται απόλυτο. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ' ου η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της κυρίως αίτησης, οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ........... Δ. Κούσιου, Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Ν. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.