← Κύπρος

Γ.Γ. μέσω της μητρός αυτού, ως η φυσική και μόνη κηδεμόνας αυτού, ήτοι Ε.Γ. ν. R.D.C., μετονομασθείς σε Δ.Π., Αρ. Αίτησης: 16/2021, 7/2/2023

Γ.Γ. μέσω της μητρός αυτού, ως η φυσική και μόνη κηδεμόνας αυτού, ήτοι Ε.Γ. ν. R.D.C., μετονομασθείς σε Δ.Π., Αρ. Αίτησης: 16/2021, 7/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Δικαιοδοσία Πατρικής Αναγνώρισης Τέκνου Ενώπιον: Σ. Νεοφύτου, Δ. Αρ. Αίτησης: 16/2021 Μεταξύ: Γ.Γ. μέσω της μητρός αυτού, ως η φυσική και μόνη κηδεμόνας αυτού, ήτοι Ε.Γ. Αιτητής και R.D.C., μετονομασθείς σε Δ.Π. Καθ' ου η αίτηση Ημερομηνία: 7 Φεβρουαρίου 2023 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: Κ. Θ. Θεοχαρίδου (κα) για Θεοχαρίδου Κ. Καλυψώ & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε Για τον Καθ' ου η αίτηση: Α. Τζίρτη (κα) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Αιτητής ο οποίος είναι ανήλικος, καταχώρισε αίτηση με την οποία αιτείται διατάγματος που να αναγνωρίζει ότι ο Καθ' ου η αίτηση είναι ο βιολογικός του πατέρας. Η αίτηση καταχωρίστηκε από τον ίδιο μέσω της μητέρας του, ως η αντιπρόσωπος και ως η φυσική και μόνη κηδεμόνας του. Μετά την επίδοση της αίτησης στον Καθ' ου η αίτηση, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για την καταχώριση ενόρκων δηλώσεων εκ μέρους των μερών. Η ένορκος δήλωση της μητέρας του Αιτητή καταχωρίστηκε στις 04.02.2022 και του Καθ΄ ου η αίτηση στις 23.02.

  1. Μετά από άδεια του Δικαστηρίου καταχωρίστηκαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις και από τις δύο πλευρές. Η μητέρα του Αιτητή, ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής έχει αυτοτελές δικαίωμα καταχώρισης της παρούσας αίτησης, το οποίο δεν έχει παραγραφεί και ότι δύναται να εκπροσωπείται από την ίδια. Περιγράφει το ιστορικό της γνωριμίας της με τον Καθ' ου η αίτηση και αναφέρεται στα όσα έλαβαν χώρα τόσο πριν, όσο και μετά τη γέννηση του Αιτητή τον Ιούλιο του 2015 (Τεκμήριο 2-πιστοποιητικό γέννησης). Υποστηρίζει ότι ο Καθ' ου η αίτηση ουδέποτε αρνήθηκε ότι είναι ο πατέρας του Αιτητή και ότι παρά τις διαβεβαιώσεις του ότι θα αναγνώριζε τον ανήλικο και παρά το ότι ειδοποιήθηκε επανειλημμένως να προβεί στις δέουσες ενέργειες, αρνήθηκε να το πράξει. Προς υποστήριξη της θέσης ότι ο Καθ' ου η αίτηση είναι ο βιολογικός πατέρας του αιτητή, επισύναψε ως τεκμήριο το αποτέλεσμα των αιματολογικών εξετάσεων που διενεργήθηκαν περί τον Ιούνιο του
  2. Ο Καθ' ου η αίτηση δεν αντικρούει τους ισχυρισμούς του Αιτητή ότι είναι ο βιολογικός του πατέρας, αλλά εκεί που ενίσταται σφόδρα είναι στο κατά πόσον ο τελευταίος νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα διαδικασία πριν την ενηλικίωση του, εκπροσωπούμενος από τη μητέρα του, της οποίας το δικαίωμα να ζητήσει δικαστικώς την πατρική αναγνώριση του Αιτητή έχει παραγραφεί. Μετά τη συμπλήρωση της δικογραφίας, ο Καθ' ου η αίτηση καταχώρισε αίτηση για την εκδίκαση προδικαστικώς του κατά πόσον το άρθρο 22

(3)του περί Τέκνων (Συγγένεια και Νομική Υπόσταση) Νόμος του 1991 (Ν.187/91), στο εξής ο Νόμος, αποκλείει το δικαίωμα του ανηλίκου, πριν ενηλικιωθεί, να ζητήσει δικαστικώς μέσω της μητέρας του, ως νόμιμου αντιπροσώπου του και ως του προσώπου που ασκεί τη γονική του μέριμνα, την αναγνώριση της πατρότητας του. Η πλευρά του Αιτητή στην κυρίως διαδικασία (θα συνεχίσει να αναφέρεται ως Αιτητής) δεν έφερε ένσταση και συμφώνησε όπως το πιο πάνω θέμα αποφασιστεί προδικαστικά. Με δεδομένο ότι υπάρχει το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων που καθιστά δυνατή την εξέταση του σημείου αυτού έξω από το πλαίσιο της δίκης και εφόσον το σημείο που εγείρεται είναι καθαρά νομικό, που εάν αποφασιστεί υπέρ του Καθ' ου η αίτηση στην κυρίως διαδικασία (θα συνεχίσει να αναφέρεται ως ο Καθ' ου η αίτηση) αποφασίζεται όλη η υπόθεση, το Δικαστήριο κάλεσε τις δύο πλευρές να αγορεύσουν επί των θέσεων τους. Προέβησαν δε σε κοινή δήλωση παραδεκτών γεγονότων ως ακολούθως: Ο Αιτητής είναι ανήλικος και υιός της Ε. Γεννήθηκε τον Ιούλιο του 2015 εκτός γάμου των γονέων του. Η μητέρα του είναι η μόνη που ασκεί την επιμέλεια του. Η μητέρα του Αιτητή, Ε, καταχώρισε την αίτηση υπ' αριθμό 7/21 για δικαστική αναγνώριση του Αιτητή, αίτηση την οποία απέσυρε με επιφύλαξη των δικαιωμάτων της. Η γνωριμία και η ερωτική σχέση της Ε με τον Καθ' ου η αίτηση άρχισε κατά ή περί τον Σεπτέμβριο του 2014. Στις 08.06.2021, στα πλαίσια της αίτησης 7/21, διενεργήθηκε εξέταση DNA με δείγμα όλων των εμπλεκομένων. Ο Καθ' ου η αίτηση είναι παντρεμένος και έχει ένα ανήλικο τέκνο. Προς υποστήριξη των θέσεων τους, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών καταχώρισαν γραπτές αγορεύσεις, οι οποίες έχουν μελετηθεί και αναφορά στις θέσεις που υποστηρίχθηκαν μέσω αυτών, θα γίνει κατωτέρω. Προτού όμως αναφερθώ σε αυτές, κρίνω σκόπιμο να ασχοληθώ με τη θέση της συνηγόρου του Αιτητή ότι η αίτηση για εκδίκαση του νομικού σημείου προδικαστικώς πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη και απαράδεκτη, καθότι όπως ισχυρίζεται, στα δικόγραφα του Καθ' ου η αίτηση δεν εγείρεται προδικαστική ένσταση. Η θέση της έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την δήλωση της ότι συμφωνεί να εκδικαστεί προδικαστικώς το νομικό σημείο που εγείρεται από τον Καθ' ου η αίτηση και αφ' ης στιγμής δεν έφερε ένσταση στην αίτηση, δεν δύναται στο στάδιο αυτό, όπου το Δικαστήριο αποφασίζει επί του νομικού σημείου, να επιχειρηματολογεί υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Εν πάση περιπτώσει και προς διασαφήνιση του τρόπου δικογράφησης ενός νομικού σημείου, παραπέμπω στο ακόλουθο απόσπασμα από το Σύγγραμμα "The Annual Practice, 1958, σελ. 571-572, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «If a party intends to to apply under r.2 for determination of a point of law he must raise it on his pleadings. But at the trial itself he may raise a point of law open to him even though not pleaded. In a proper case, the Court will allow the party to amend his pleading so as to raise a point of law for argument before the trial, as in Lever v. Land Securities Co., 70 L.T. 323; or allow a preliminary point of law to be argued under O.34 r.2, without any pleadings, as in Ramage v. Womack
(1990)1 Q.B. 116, and Roberts v. Charing Cross, etc., Ry L.T. 732» Καθίσταται σαφές από τα πιο πάνω, αλλά και από την ίδια την Δ.27 ότι είναι αρκετό για έναν διάδικο που επιθυμεί την προδικαστική εκδίκαση ενός νομικού σημείου, να το εγείρει στο δικόγραφο του, χωρίς να εξειδικεύεται ο τρόπος που αυτό θα εγερθεί. Η συνήθης πρακτική είναι όπως τα νομικά σημεία εγείρονται υπό την μορφή προδικαστικής ένστασης, χωρίς όμως αυτό να αποκλείει την δυνατότητα απλής αναφοράς του νομικού σημείου στα δικόγραφα. Με τα όσα αναφέρει στις ένορκες δηλώσεις του ο Καθ' ου η αίτηση, αναφορές τις οποίες καταγράφει και στο αιτητικό της σχετικής ενδιάμεσης αίτησης του, έχει θέσει το αναγκαίο νομικό υπόβαθρο για να δικαιούται να ζητήσει την εκδίκαση του νομικού σημείου προδικαστικά. Επί της ουσίας της αίτησης, αυτό που καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει είναι κατά πόσον δύναται το τέκνο, πριν ενηλικιωθεί να ασκήσει το δικαίωμα που του παρέχει ο Νόμος και να ζητήσει δικαστικώς την αναγνώριση της πατρότητας του μέσω της μητέρας του, ως νόμιμου αντιπροσώπου του και ως του προσώπου που ασκεί τη γονική του μέριμνα. Η συνήγορος του Αιτητή με αναφορά στην απόφαση Λάμπη Ελένη, ανήλικη, διά του πλησιέστερου αυτής συγγενούς και φίλου και φυσικού κηδεμόνος του πατρός της Αρίσταρχου Λάμπη ν. Δόμνας Μιλτιάδους
(2007)1 ΑΑΔ 725[1]), υποστηρίζει ότι υπάρχει τέτοια δυνατότητα και ότι στην υπό κρίση περίπτωση, η διαδικασία κινείται από τον ανήλικο, ο οποίος φέρεται ως διάδικος και η μητέρα του είναι απλώς το πρόσωπο που τον εκπροσωπεί. Ερμηνεύοντας το άρθρο του 22 του Νόμου, υποστηρίζει ότι από τη στιγμή που δεν υπάρχει σε αυτό ρητή πρόνοια που να περιορίζει το δικαίωμα του τέκνου ενόσω είναι ανήλικο, δεν τίθεται θέμα χρονικού περιορισμού άσκησης του και ότι το αυτοτελές δικαίωμα του τέκνου να αναζητήσει την δικαστική αναγνώριση και η δικονομική ιδιότητα που έχει αυτό, προκύπτει από τον ίδιο τον Νόμο, συγκεκριμένα από το συνδυασμό των άρθρων 20, 21 και 22 του Νόμου. Προς περαιτέρω υποστήριξη των θέσεων της, παρέπεμψε το Δικαστήριο στην πρωτόδικη απόφαση στην αίτηση υπ' αρ. 21/08, όπου εγέρθηκε το ίδιο θέμα ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου και αποφασίστηκε ότι το άρθρο 22
(3)του Νόμου δεν αποκλείει το τέκνο να εγείρει αγωγή για αναγνώριση πατρότητας μέσω της μητρός του ενόσω είναι ανήλικο. Η συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση από την άλλη, υποστηρίζει ότι ο Αιτητής ως ανήλικος δεν έχει δικαιοπρακτική ικανότητα και ότι την ικανότητα για δικαστική αναγνώριση της πατρότητας του την αποκτά αμέσως με την ενηλικίωση του, εφόσον το άρθρο 22
(3)του Νόμου, ορίζει ξεχωριστό, ανεξάρτητο και αυτοτελές δικαίωμα του τέκνου να εγείρει τέτοια διαδικασία. Αλλιώς, υποστηρίζει, δεν θα υπήρχε ξεχωριστή πρόνοια στον Νόμο και δεν θα προβλεπόταν διαφορετικός χρόνος παραγραφής του δικαιώματος του παιδιού και της μητέρας. Υποδεικνύει επίσης ότι ο Νόμος δεν ορίζει ρητώς ότι η μητέρα δύναται να ασκήσει το δικαίωμα του τέκνου ενόσω αυτό είναι ακόμα ανήλικο. Διαχωρίζει τις δικαστικές διαδικασίες που η μητέρα δύναται να εκπροσωπεί τον ανήλικο και με αναφορά στην υπόθεση στην υπόθεση Κλεάνθους
(1998)1 ΑΑΔ 1298, υποστηρίζει ότι ειδικά σε διαδικασίες δικαστικής αναγνώρισης πατρότητας, η μητέρα και/ή οι γονείς του ανηλίκου δεν δύνανται να το εκπροσωπούν, λόγω του χαρακτήρα του δικαιώματος ως προσωπικού και αυτοτελούς. Δίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στο γεγονός ότι ενώ η μητέρα γνώριζε εξ' αρχής ποιος ήταν ο πατέρας του ανηλίκου, άφησε να παρέλθει άπραχτη η προθεσμία παραγραφής του δικαιώματος της, για να υποστηρίξει ότι η άσκηση αγωγής δια μέσου της ενόσω το τέκνο είναι ανήλικο είναι καταχρηστική και ότι με αυτό τον τρόπο της δίδεται δεύτερη ευκαιρία άσκησης του δικού της δικαιώματος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Με βάση τη Δ.9, θ.12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ανήλικο πρόσωπο που δεν έχει εξουσιοδοτημένο κηδεμόνα να εγείρει διαδικασίες, δύναται να κινήσει αγωγή ως ενάγων δια προσώπου το οποίο θα καταγράφεται στο κλητήριο ένταλμα ως ο πλησιέστερος του φίλος. Ο όρος «κηδεμόνας», πέραν του κατά νόμου διορισμένου κηδεμόνα, μπορεί να σημαίνει τον φυσικό κηδεμόνα ενός ανήλικου παιδιού, ήτοι το πρόσωπο που ασκεί τη γονική μέριμνα. Το δικαίωμα ενός ανηλίκου να κινεί, εκπροσωπούμενο από τον πλησιέστερο συγγενή και φυσικό κηδεμόνα του, δικαστικές διαδικασίες για διασφάλιση των συμφερόντων του έχει αναγνωριστεί και νομολογιακά. βλ. για παράδειγμα την απόφαση Λάμπη Ελένη, ανωτέρω). Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)(α) του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμο του 1990 (Ν.216/1990), η γονική μέριμνα ασκείται από τους γονείς από κοινού και σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)(β), η γονική μέριμνα περιλαμβάνει «την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του». Το άρθρο 5
(2)και
(3)προβλέπει τις ακόλουθες περιπτώσεις όπου η γονική μέριμνα ασκείται μόνο από τον ένα γονέα: «5
(2)Σε περίπτωση όπου η γονική μέριμνα παύει λόγω θανάτου, κήρυξης σε αφάνεια, ή απουσίας του ενός γονέως, η γονική μέριμνα ασκείται αποκλειστικά από τον άλλο.
(3)Αν ο ένας από τους γονείς αδυνατεί να ασκήσει τη γονική μέριμνα για πραγματικούς λόγους ή γιατί είναι ανίκανος ή περιορισμένα ικανός για δικαιοπραξία, την ασκεί μόνος ο άλλος γονέας. Η επιμέλεια όμως του προσώπου του τέκνου ασκείται και από τον ανήλικο γονέα.» Στις περιπτώσεις όπου ένα τέκνο έχει γεννηθεί εκτός γάμου των γονέων του, φορέας της γονικής μέριμνας είναι η μητέρα του και μόνο αν το τέκνο αναγνωριστεί είτε εκουσίως, είτε μέσω δικαστικής αναγνώρισης, ο πατέρας γίνεται αυτοδικαίως φορέας του δικαιώματος αυτού (βλ. άρθρο 16 του Ν.216/90). Σύμφωνα με το άρθρο 20
(1)του Νόμου, η μητέρα έχει δικαίωμα να ζητήσει με αίτηση της προς το Δικαστήριο την αναγνώριση της πατρότητας του τέκνου της που γεννήθηκε χωρίς γάμο της με τον πατέρα του. Σύμφωνα με το άρθρο 20
(2)του Νόμου, το δικαίωμα αυτό έχει και το τέκνο. Στην παρούσα υπόθεση ο Αιτητής έχει γεννηθεί χωρίς γάμο των γονέων του, κατά συνέπεια φορέας της γονικής μέριμνας είναι η μητέρα του, η οποία την ασκεί αποκλειστικά. Είναι υπό αυτή της την ιδιότητα η μητέρα του Αιτητή που παρουσιάζεται στην διαδικασία. Δηλαδή, υπό την ιδιότητα της ως μητέρα-γονέας, που ασκεί την αποκλειστική γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου της, το οποίο αξιώνει δικαστικώς πατρική αναγνώριση με βάση το άρθρο 20
(2)του Νόμου και όχι υπό την ιδιότητα της ως μητέρα του τέκνου που ασκεί το δικό της δικαίωμα με βάση το άρθρο 20
(1)του Νόμου. Στο άρθρο 23 του Νόμου, τίθεται χρονικός περιορισμός άσκησης του δικαιώματος. Για τη μητέρα και το τέκνο που εδώ ενδιαφέρει προβλέπονται τα εξής: «22
(1)Το δικαίωμα της μητέρας να ζητήσει τη δικαστική αναγνώριση της πατρότητας του τέκνου της παραγράφεται όταν περάσουν πέντε χρόνια από τον τοκετό.» «22
(3)Το δικαίωμα του τέκνου να ζητήσει τη δικαστική αναγνώριση του παραγράφεται τρία χρόνια μετά την ενηλικίωση του.» Αντίστοιχες διατάξεις συναντώνται και στον Ελληνικό Αστικό Κώδικα όπου προβλέπονται τα ακόλουθα: «Α.Κ.1479: Η μητέρα έχει δικαίωμα να ζητήσει με αγωγή την αναγνώριση της πατρότητας του τέκνου της που γεννήθηκε χωρίς γάμο της με τον πατέρα του. Το ίδιο δικαίωμα έχει και το τέκνο. Όταν η μητέρα αρνείται την προβλεπόμενη από την πρώτη παράγραφο του άρθρου 1475 συναίνεσή της, δικαίωμα δικαστικής αναγνώρισης έχουν επίσης ο πατέρας και, στην περίπτωση της τρίτης παραγράφου του άρθρου 1475, ο παππούς ή η γιαγιά της πατρικής γραμμής. Αν διενεργηθεί τεχνητή γονιμοποίηση με γεννητικό υλικό τρίτου δότη, η δικαστική αναγνώριση της πατρότητας αποκλείεται, έστω και αν η ταυτότητά του είναι ή γίνει εκ των υστέρων γνωστή.» «Α.Κ. 1483: Το δικαίωμα της μητέρας να ζητήσει την αναγνώριση της πατρότητας του τέκνου της αποσβήνεται, όταν περάσουν πέντε χρόνια από τον τοκετό. Το δικαίωμα του τέκνου αποσβήνεται, ένα έτος μετά την ενηλικίωσή του, και το δικαίωμα του πατέρα ή των γονέων του δύο έτη αφότου αρνήθηκε τη συναίνεσή της η μητέρα. Αν η μητέρα ήταν έγγαμη κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης του τέκνου, η προθεσμία του πρώτου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου αρχίζει αφότου γίνει αμετάκλητη η απόφαση που δέχεται την προσβολή της πατρότητας. Στην περίπτωση του άρθρου 1473 το δικαίωμα δεν υπόκειται σε αποσβεστική προθεσμία.» (Οι υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου) Κατά την κρίση μου, το άρθρο 22
(3)του Νόμου καθορίζει τον χρόνο παραγραφής του δικαιώματος του τέκνου να ζητήσει δικαστικώς πατρική αναγνώριση και όχι την έναρξη του χρόνου παραγραφής του δικαιώματος του. Η φράση «τρία χρόνια μετά την ενηλικίωση του» τίθεται στον Νόμο ως το χρονικό σημείο παραγραφής του δικαιώματος και όχι ως χρονικό σημείο έναρξης της άσκησης του. Θεωρώ ότι εάν η πρόθεση του Νομοθέτη ήταν να αρχίζει να προσμετρά ο χρόνος της παραγραφής του δικαιώματος του τέκνου από την ημερομηνία ενηλικίωσης του, αυτό θα το προέβλεπε ρητώς στον Νόμο. Αντίθετη προσέγγιση του θέματος, δηλαδή το τέκνο να αναμένει την ενηλικίωση του για να ασκήσει το δικαίωμα του, θα σήμαινε υπερβολικό περιορισμό του δικαιώματος του να εξακριβώσει την καταγωγή του και περαιτέρω καθυστέρηση στην αποκατάσταση της αληθινής οικογενειακής τάξης προσώπων, ιδιαιτέρως στις περιπτώσεις όπως και η παρούσα, όπου η μητέρα και το τέκνο ισχυρίζονται ότι γνωρίζουν ποιος είναι ο βιολογικός πατέρας του τέκνου. Η παράταση της αβεβαιότητας μέχρι την ενηλικίωση του τέκνου, δεν εξυπηρετεί κανένα σκοπό και ιδιαίτερα το συμφέρον του τέκνου, το οποίο διασφαλίζεται καλύτερα με την όσο το δυνατόν ταχύτερη αποσαφήνιση της καταγωγής του και κατ' επέκταση της οικογενειακής του κατάστασης. Όπως αναφέρεται στην απόφαση του ΕΔΔΑ, στην υπόθεση Φοινικαρίδου κατά Κύπρου, ημερομηνίας 20.03.2008, η γέννηση και ειδικότερα οι συνθήκες υπό τις οποίες το παιδί γεννιέται, αποτελούν μέρος της υπόστασης του ίδιου του παιδιού, και εν συνεχεία της ιδιωτικής ζωής του ενηλίκου, που προστατεύεται από το άνω άρθρο 8 της Σύμβασης (ΕΣΔΑ). Οι άνθρωποι έχουν το δικαίωμα να γνωρίζουν τις καταβολές τους, δικαίωμα που πηγάζει από μια διευρυμένη και εννοιολογική ερμηνεία του όρου «ιδιωτική ζωή.» Όπως συνάγεται από την πιο πάνω απόφαση, η όσο το δυνατό ταχύτερη σύσταση ή αποκατάσταση της οικογένειας, όχι μόνο εξυπηρετεί το συμφέρον του τέκνου, αλλά αποτελεί και ένα είδος προστασίας των αντικρουόμενων συμφερόντων του υποτιθέμενου πατέρα ή άλλων μελών της οικογένειας του που είναι πιθανόν να προκύψουν. Είναι σημαντικό επίσης να αναφερθεί ότι η αναμονή 18 ετών για την άσκηση του δικαιώματος του τέκνου, περιορίζει σημαντικά και το εκ του Νόμου δικαίωμα που έχει να διατρέφεται από τους γονείς του. Παρά το γεγονός ότι σύμφωνα με το άρθρο 23 του Νόμου, το τέκνο μετά από εκούσια ή δικαστική αναγνώριση αποκτά αναδρομικά από τη γέννηση του τη νομική υπόσταση και τα δικαιώματα τέκνου γεννημένου σε γάμο απέναντι στους γονείς και στους συγγενείς του, το δικαίωμα της διατροφής δεν μπορεί να ασκηθεί αναδρομικά. Η φύση του δικαιώματος για δικαστική αναγνώριση πατρότητας και το κατά πόσο αυτό δύναται να ασκηθεί ενόσω το τέκνο είναι ανήλικο, έχει αναλυθεί σε σωρεία Ελληνικών Νομικών Συγγραμμάτων. Ενδεικτικά παραπέμπω στο ακόλουθο απόσπασμα από το Σύγγραμμα του Απόστολου Σ. Γεωργιάδη, Οικογενειακό Δίκαιο, Β' Έκδοση, σελ. 502, κάτω από τον τίτλο: «Δικαστική Αναγνώριση, 1. Ενεργητική Νομιμοποίηση, β) Τέκνο», όπου αναφέρονται τα εξής: «Το τέκνο- όχι όμως το κυοφορούμενο- έχει επίσης δικαίωμα να ζητήσει τη δικαστική αναγνώριση της πατρότητας του (ΑΚ 1479 §1 εδ. β'). Αν είναι ανήλικο, η σχετική αγωγή ασκείται από τον νόμιμο αντιπρόσωπο του, ήτοι συνήθως τη μητέρα του (ΑΚ 1515§ 1 εδ. α', ΚΠολΔ 64§1), εκτός αν η αγωγή απευθύνεται εναντίον της (διότι αρνείται να συναινέσει κατ' ΑΚ 1475 § εδ. 1 α'), οπότε διορίζεται ειδικός επίτροπος (ΑΚ 1517), ακόμη και αν υπάρχει ήδη γενικός επίτροπος κατ' ΑΚ 1589 επ. Το τέκνο μετά την ενηλικίωση του ασκεί την αγωγή αυτοπροσώπως. Επίσης, και ο έγγαμος ανήλικος μπορεί να ασκήσει αυτοπροσώπως τη σχετική αγωγή (ΚΠολτΔ 594)» Περαιτέρω, παραπομπή γίνεται στο σύγγραμμα της Ε. Κουνουγέργη - Μανωλεδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο, Δεύτερη Έκδοση 1998, Τόμος II/α, όπου στη σελίδα 76, υπό τον τίτλο: «ββ. Η νομιμοποίηση και τα χρονικά όρια της άσκησης του δικαιώματος του παιδιού», αναφέρονται τα εξής: «Το παιδί μπορεί να ασκεί το αυτοτελές και ανεξάρτητο (από το αντίστοιχο δικαίωμα της μητέρας) δικαίωμα του για αναγνώριση της πατρότητας του είτε μέσω της μητέρας του, εφόσον είναι ανήλικο, είτε αυτοπροσώπως μετά την ενηλικίωση του. Στην περίπτωση, άλλωστε, που η αγωγή του παιδιού στρέφεται όχι κατά του πατέρα του, αλλά κατά της μητέρας του (αν αυτή αρνείται να συναινέσει στην εκούσια αναγνώριση από μέρους του πατέρα ή των γονέων του: ΑΚ 1480 εδ.2), τότε αν το παιδί δεν μπορεί να παραστεί αυτοπροσώπως στο δικαστήριο γιατί είναι ανήλικο, η αγωγή του θα ασκηθεί μέσω του ειδικού επιτρόπου του, που διορίζεται από το δικαστήριο, εφόσον το συμφέρον του παιδιού συγκρούεται με το συμφέρον της μητέρας που ασκεί τη γονική μέριμνα (ΑΚ 1517). Ενόψει του ότι προϋπόθεση για την άσκηση της αγωγής του παιδιού ειδικά κατά του πατέρα του (κατά του οποίου απευθύνεται η πλειονότητα των αγωγών για την αναγνώριση πατρότητας ) είναι να γνωρίζει το παιδί τον πατέρα, σχετικοί με το ζήτημα της ενεργητικής νομιμοποίησης του παιδιού είναι και το νομικό πρόβλημα αν η μητέρα έχει την υποχρέωση να αποκαλύψει στο παιδί της ποιος είναι ο πατέρας του. Η σημασία, μάλιστα, αυτού του ερωτήματος γίνεται μεγαλύτερη ειδικά σήμερα - μετά την αναθεώρηση του Οικογενειακού Δίκαιου - που η αγωγή του παιδιού δεν παραγράφεται όσο αυτό είναι ακόμα ανήλικο, ώστε την όλη υπόθεση της δικαστικής αναγνώρισης να χειρίζεται συνήθως έτσι ή αλλιώς (όπως συνέβαινε στο προηγούμενο δίκαιο) η μητέρα του (ως επίτροπος του τότε), αλλά που το δικαίωμα του παιδιού για δικαστική αναζήτηση της πατρότητας του διατηρείται και επί ένα ολόκληρο έτος μετά την ενηλικίωση του. » Συνάγεται σαφώς ότι στις δικαστικές διαδικασίες όπως και η παρούσα, όπου το τέκνο είναι ανήλικο και η μητέρα του συναινεί στην αναγνώριση του από τον εναγόμενο, δεν υφίσταται σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ της μητέρας και του τέκνου της και η αγωγή ασκείται από τη μητέρα που έχει την γονική του μέριμνα, με την ιδιότητα της νόμιμης αντιπροσώπου του. Μόνο στις περιπτώσεις όπου η αγωγή στρέφεται εναντίον της, υπάρχει κώλυμα εκπροσώπησης του ανήλικου τέκνου από αυτήν, εφόσον το συμφέρον του θα συγκρούεται με το συμφέρον της. Το γεγονός ότι η μητέρα άφησε να παρέλθει άπραχτη η προθεσμία των 5 ετών που προβλέπεται στον Νόμο για την άσκηση του δικού της δικαιώματος, δεν επηρεάζει το δικαίωμα του τέκνου, εφόσον το δικαίωμα των προσώπων που είναι ικανά, σύμφωνα με τον Νόμο, να κινούν τέτοια διαδικασία, είναι αυτοτελές και προσωπικό, όχι όμως με την έννοια που η συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση αποδίδει σε αυτό, δηλαδή ότι μπορεί να ασκηθεί μόνο από το τέκνο αφότου ενηλικιωθεί. Η σημασία του ότι ο κάθε δικαιούχος έχει προσωπικό, αυθύπαρκτο και ανεξάρτητο δικαίωμα δικαστικής αναγνώρισης έγκειται στο ότι η συμπεριφορά οποιουδήποτε από τα πρόσωπα που κατονομάζονται στον Νόμο ως δικαιούχοι, είναι ανεξάρτητη και δεν επηρεάζει τα δικαιώματα των άλλων. Έτσι, το γεγονός ότι ένας δικαιούχος αφήνει να περάσει η προθεσμία, χωρίς να ασκήσει το δικαίωμα του, δεν επηρεάζει το αντίστοιχο δικαίωμα άλλου δικαιούχου. Στην απόφαση Α.Π. 401/1999, η οποία αφορούσε σε γεγονότα πανομοιότυπα με την υπό κρίση περίπτωση, όπου ανήλικο τέκνο άσκησε αγωγή δικαστικής αναγνώρισης πατρότητας, εκπροσωπούμενο από την μητέρα του, της οποίας το δικαίωμα είχε παραγραφεί, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Κατά την διάταξη του άρθρου 1483 § 1 εδ. β' ΑΚ, το δικαίωμα του τέκνου αποσβήνεται ένα έτος μετά την ενηλικίωση του. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 1515 § 1 εδ. α' η γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου που γεννήθηκε και παραμένει χωρίς γάμο των γονέων του ανήκει στην μητέρα του. Συνεπώς ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, που προβλήθηκε πρωτοδίκως και κατ' έφεση περί καταχρηστικής ασκήσεως της περί αναγνωρίσεων της πατρότητος αγωγής από την αναιρεσίβλητη, με την, εκ της ανωτέρω διατάξεως, ιδιότητα της ως έχουσης την γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου, καίτοι το ιδικόν της της δικαίωμα να ζητήσει την αναγνώριση αυτή έχει, αφού έχουν παρέλθει πέντε έτη από του τοκετού, έχει αποσβεσθεί, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι μόνη η απόσβεση του δικαιώματος της ανεραισιβλήτου δεν καθιστά, καταχρηστική (άρθρο 281 ΑΚ) την άσκηση από την αναιρεσίβλητο, που έχει εκ του νόμου την γονική μέριμνα του ανηλίκου, του ανήκοντος στον τελευταίο αυτό ίδιου, αυτοτελούς όμως, δικαιώματος. » Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνεται λόγος περί καταχρηστικής έγερσης δικαστικής διαδικασίας αναγνώρισης πατρότητας από τη μητέρα, ως νόμιμης αντιπροσώπου του τέκνου, ακόμα και εάν έχει παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για την άσκηση του δικού της δικαιώματος. Όσον αφορά στην υπόθεση Κλεάνθους (βλ. ανωτέρω) στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο η συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση για να υποστηρίξει τη θέση της, διευκρινίζω ότι η υπόθεση αυτή αφορούσε αίτηση για έκδοση εντάλματος Certiorari για ακύρωση απόφασης του Οικογενειακού Δικαστηρίου, με την οποία ανατράπηκε το τεκμήριο της ιδιότητας παιδιού γεννημένου σε γάμο. Αφορούσε δηλαδή σε δικαστική διαδικασία προσβολής πατρότητας, διαδικασία η οποία διακρίνεται από την παρούσα ως προς το εξής: Η αγωγή προσβολής πατρότητας που ασκείται από το ανήλικο τέκνο, στρέφεται τόσο εναντίον του τεκμαιρόμενου πατέρα, όσο και εναντίον της μητέρας, που είναι οι νόμιμοι αντιπρόσωποι του και τα πρόσωπα που ασκούν από κοινού τη γονική μέριμνα. Οπότε, δεν δύναται να εκπροσωπείται από κάποιον από αυτούς, εφόσον υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων. Στην περίπτωση που η αγωγή στρέφεται εναντίον του ενός γονέα μόνο, ήτοι του τεκμαιρόμενου πατέρα και πάλι δεν μπορεί να υπάρχει νόμιμη εκπροσώπηση από τον ένα γονέα, εφόσον αναγκαστικά θα στραφεί εναντίον του άλλου γονέα και τίθεται πάλι θέμα σύγκρουσης συμφερόντων. Όπως εξηγεί η Ε. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη στο σύγγραμμα της Οικογενειακό Δίκαιο, Δεύτερη Έκδοση 1998, Τόμος II/α, στη σελίδα 19, αυτός είναι και ο λόγος που στις διαδικασίες προσβολής πατρότητας, το ανήλικο πρέπει αναγκαστικά να εκπροσωπείται από ειδικό επίτροπο (βλ. επίσης Σύγγραμμα του Απόστολου Σ. Γεωργιάδη, Οικογενειακό Δίκαιο, Β' Έκδοση, σελ.471). Στη διαδικασία δικαστικής αναγνώρισης πατρότητας, όταν η αγωγή του τέκνου στρέφεται εναντίον του κατ' ισχυρισμόν πατέρα, δεν προκύπτει αυτή η σύγκρουση συμφερόντων, εφόσον η γονική μέριμνα ασκείται μόνο από τη μητέρα και γι' αυτό δύναται να το εκπροσωπεί. Μόνο στις περιπτώσεις όπου η αγωγή δικαστικής αναγνώρισης στρέφεται εναντίον της μητέρας, λόγω του ότι αρνείται να δώσει την απαιτούμενη συγκατάθεση για την εκούσια αναγνώριση, επιβάλλεται ο διορισμός επιτρόπου, εφόσον τα συμφέροντα της συγκρούονται με αυτά του τέκνου. Με βάση όλα τα ανωτέρω, είναι η θέση μου ότι το τέκνο δικαιούται πριν την ενηλικίωση του να ασκήσει το δικαίωμα που του παρέχει ο Νόμος για να ζητήσει δικαστικώς πατρική αναγνώριση και να εκπροσωπείται στη διαδικασία από τη μητέρα του, με την ιδιότητα της νόμιμης αντιπροσώπου του. Συνακόλουθα, η προδικαστική ένσταση απορρίπτεται. Ενόψει της κατάληξης μου, τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον του Καθ' ου η αίτηση στην κυρίως διαδικασία. (Υπ.)......... Σ. Νεοφύτου, Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.