E.K ν. Α.Γ., Αρ. Αίτησης: 110/2020, 13/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Δικαιοδοσία Γονικής Μέριμνας Ενώπιον: Σ. Νεοφύτου, Δ. Αρ. Αίτησης: 110/2020 Μεταξύ: E.K Αιτήτρια και Α.Γ. Καθ' ου η αίτηση Μονομερής αίτηση Καθ' ου η αίτηση - Αιτητή στην παρούσα, για τροποποίηση του προσωρινού διατάγματος επικοινωνίας Ημερομηνία: 13 Φεβρουαρίου 2023 Εμφανίσεις: Για τον Καθ' ου η αίτηση - Αιτητή στην παρούσα αίτηση: Σ. Σκορδής για Σκορδής & Στεφάνου Δ.Ε.Π.Ε Για την Αιτήτρια - Καθ' ης η αίτηση στην παρούσα: Α. Παπαδοπούλου (κα) για Ε. Βραχίμη & Σια ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι διάδικοι υπήρξαν ζευγάρι και από την σχέση τους απέκτησαν έναν υιό, ηλικίας σήμερα 3 ½ ετών (στην απόφαση θα αναφέρεται ως ο ανήλικος Χ). Ο Καθ' ου η αίτηση αναγνώρισε εκουσίως τον ανήλικο ως γνήσιο τέκνο του. Οι διάδικοι έπαψαν να συμβιώνουν λίγο καιρό μετά την γέννηση του τέκνου τους. Με εναρκτήρια αίτηση, η αιτήτρια ζητά την έκδοση διατάγματος με το οποίο η γονική μέριμνα του ανηλίκου να ασκείται αποκλειστικά από την ίδια και διάταγμα που να της επιτρέπει να εγκατασταθεί μόνιμα με τον ανήλικο στην Ελλάδα, χώρα καταγωγής και των δύο διαδίκων. Ο Καθ' ου η αίτηση καταχώρισε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, δια της οποίας αιτείται την ρύθμιση της άσκησης της γονικής μέριμνας του ανήλικου και την ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας του με αυτό. Ο φάκελος της υπόθεσης και ο αριθμός των ενδιάμεσων αιτήσεων που έχουν καταχωριστεί μέχρι σήμερα και από τις δύο πλευρές, αποκαλύπτει την έντονη αντιδικία των διαδίκων και το γεγονός ότι χρειάζεται η παρέμβαση του Δικαστηρίου για να συμφωνήσουν σε θέματα που αφορούν την άσκηση της γονικής μέριμνας του παιδιού τους. Δεν έχω σκοπό να αναφερθώ σε όλες τις ενδιάμεσες αιτήσεις και τα προσωρινά διατάγματα που έχουν εκδοθεί κατά καιρούς στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, παρά μόνο σε αυτά που ρυθμίζουν το δικαίωμα επικοινωνίας του πατέρα και είναι σχετικά με την υπό κρίση αίτηση. Στις 22.04.2021, στα πλαίσια μονομερούς αιτήσεως που καταχώρισε ο πατέρας, εκδόθηκε εκ συμφώνου προσωρινό διάταγμα με το οποίο ρυθμίστηκε το δικαίωμα επικοινωνίας του με τον ανήλικο X, ηλικίας τότε 1 ½ ετών, κάθε Τρίτη, Πέμπτη και Σάββατο από η ώρα 3.00 μ.μ. μέχρι τις 6.00 μ.μ. Η ρύθμιση αυτή θα ίσχυε μόνο μέχρι τις 23.06.
- Μετά τις 26.06.2021, όπου το πιο πάνω διάταγμα έπαυσε να ισχύει, ο πατέρας επανήλθε με νέα μονομερή αίτηση, για την εκ νέου ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας του. Στις 11.02.2022 εκδόθηκε εκ συμφώνου προσωρινό διάταγμα με το οποίο η επικοινωνία του πατέρα πλέον ασκείται ως ακολούθως: · Κάθε Τρίτη, Τετάρτη και Πέμπτη από η ώρα 2:45 μ.μ. όπου παραλαμβάνει τον ανήλικο από το νηπιαγωγείο, μέχρι τις 5:00 της ίδιας ημέρας, όπου τον παραδίδει στον τόπο εργασίας της Αιτήτριας. · Κάθε Σάββατο από η ώρα 11:00 π.μ. όπου παραλαμβάνει τον ανήλικο από την οικία της Αιτήτριας μέχρι η ώρα 5:00 μ.μ της ίδιας ημέρας όπου τον παραδίδει στην οικία της Αιτήτριας. Το διάταγμα προβλέπει ότι η επικοινωνία θα ασκείται στην παρουσία του Καθ' ου η αίτηση ή των γονέων του, αποκλειομένου κάθε προσώπου. Στην ουσία, με το τελευταίο διάταγμα προστέθηκε μια μέρα επικοινωνίας, το Σάββατο, κατά τα άλλα οι ώρες επικοινωνίες τις καθημερινές δεν έχουν διαφοροποιηθεί σημαντικά. Ο Καθ' ου η αίτηση, με την υπό εξέταση αίτηση, (στο εξής θα αναφέρεται ως ο Αιτητής) ζητεί την τροποποίηση του πιο πάνω προσωρινού διατάγματος με την προσθήκη διανυκτερεύσεων, την ρύθμιση των διακοπών του καλοκαιριού, των Χριστουγέννων και του Πάσχα και την πρόβλεψη δυνατότητας να ταξιδεύει με τον ανήλικο στο εξωτερικό. Η Αιτήτρια στην εναρκτήρια αίτηση, Καθ' ης η αίτηση στην παρούσα (στο εξής θα αναφέρεται ως η Καθ' ης η αίτηση) αντέδρασε καταχωρώντας ένσταση συνοδευόμενη από ένορκο δήλωση. Ακολούθως και μετά από άδεια του Δικαστηρίου, οι διάδικοι καταχώρισαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Σημειώνεται επίσης ότι η ηλικία του Χ, δεν επέτρεψε στο Δικαστήριο να έχει προσωπική συνέντευξη με αυτόν. Οι λόγοι ένστασης που προβάλει η Καθ' ης η Αίτηση συνοψίζονται σε θέσεις όπως ότι η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου και της νομολογίας για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, η ένορκος δήλωση του Αιτητή περιέχει ψευδείς ισχυρισμούς, η αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας καθότι καταχωρίστηκε 4 ½ μήνες μετά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος, δεν υπάρχει μεταβολή των συνθηκών από τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος, ούτε έχει καταδειχθεί εύλογη αιτία ώστε να δικαιολογείται η τροποποίηση και τέλος ότι οι αιτούμενες θεραπείες δεν αποβαίνουν προς όφελος του ανηλίκου. Προτού προχωρήσω με την παράθεση της μαρτυρίας, χωρίς δισταγμό επισημαίνω ότι οι διάδικοι έχουν παρεκτραπεί. Τόσο λόγω της έκτασης που καλύπτουν οι ένορκες δηλώσεις τους όσο και λόγω των λεπτομερειών που αναφέρουν για γεγονότα άσχετα ή μη με την παρούσα διαδικασία. Συνεπώς, κατωτέρω θα παραθέσω σύνοψη των θέσεων των διαδίκων που σχετίζονται με το εξέταση θέμα, χωρίς να σημαίνει ότι οι υπόλοιποι ισχυρισμοί τους αγνοούνται. Ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η Καθ' ης η αίτηση με την αδιάλλακτη στάση της να μην αποδέχεται να διανυκτερεύει ο ανήλικος στην οικία του, προσπαθεί να τον αποξενώσει από αυτόν. Στερεί από τον ίδιο και άλλα μέλη της οικογένειας του τη δυνατότητα να περνούν ποιοτικό χρόνο με τον ανήλικο, εφόσον η επικοινωνία του περιορίζεται σε λίγες ώρες για κάποιες ημέρες την εβδομάδα. Ως αποτέλεσμα, στερείται της ευκαιρίας να κάνει διάφορες δραστηριότητες με τον ανήλικο και η επαφή τους περιορίζεται εντός της οικίας του. Ο ίδιος ουδέποτε αρνήθηκε να δώσει την συγκατάθεση του στην Καθ' ης η αίτηση να ταξιδέψει με τον ανήλικο στην Ελλάδα, αντιλαμβανόμενος ότι αυτό λειτουργεί προς το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου και δηλώνει ότι είναι κάτι το οποίο ανυπομονεί και ο ίδιος να πράξει, ωστόσο η Καθ' ης η αίτηση αρνείται πεισματικά και αδικαιολόγητα να το επιτρέψει. Με τη στάση της, του στερεί τη δυνατότητα να μεταβεί στη Θεσσαλονίκη όπου διαμένουν μέλη της οικογένειας του, όπως η ηλικιωμένη γιαγιά του που δεν έχει γνωρίσει ακόμα τον ανήλικο. Ισχυρίζεται ότι η Καθ' ης η αίτηση ακόμα και σε περιόδους εορτών κατά τις οποίες γνωρίζει ότι οι γονείς του βρίσκονται στη Κύπρο, ουδέποτε του επιτρέπει περαιτέρω και ουσιαστική επικοινωνία με τον ανήλικο, ο οποίος χαίρεται υπερβολικά να είναι με τους παππούδες του. Ισχυρίζεται ότι έχει ζητήσει επανειλημμένως από την Καθ' ης η αίτηση να ρυθμίσουν το πρόγραμμα επικοινωνίας, ούτως να περνά περισσότερο χρόνο με τον ανήλικο και να αποτελεί μέρος της καθημερινότητας του, δεν κατέστη όμως δυνατό να συμφωνήσουν και γι' αυτό αναγκάστηκε να καταχωρίσει την παρούσα αίτηση. Η Καθ' ης η αίτηση χωρίς βάσιμη δικαιολογία, τον θεωρεί ανίκανο και ανάξιο να έχει τον ανήλικο υπό τη φύλαξη του τα βράδια, γεγονός που τον προσβάλλει. Του απαγορεύει επίσης να αφήνει τον ανήλικο με τους γονείς του, χωρίς ο ίδιος να είναι παρών, κάτι που επιτρέπεται για την ίδια (Κατέθεσε ως τεκμήριο 2, επικοινωνία των διαδίκων μέσω γραπτών μηνυμάτων ). Επισημαίνει ότι όσες φορές η Καθ' ης η αίτηση καταχώρισε αίτηση στο παρελθόν για διάφορα θέματα σχετικά με τη γονική μέριμνα του παιδιού, πάντα εκδιδόταν εκ συμφώνου διάταγμα, εφόσον του υποσχόταν ότι εξελικτικά θα προστίθεντο διανυκτερεύσεις στην επικοινωνία, κάτι το οποίο δεν έχει συμβεί μέχρι σήμερα, παρά το ότι ο ανήλικος μεγάλωσε και οι σχέσεις του με αυτόν ολοένα και γίνονται πιο στενές. Κατά τον ίδιο, η Καθ΄ ης αίτηση δεν σέβεται την κοινή ανάγκη του ανήλικου και του ιδίου να έχουν επαφή και να αναπτύξουν δεσμούς πατέρα-υιού, όπως επιβάλλεται να αναπτυχθούν σε αυτήν την τρυφερή και σημαντική ηλικία του παιδιού και αρνείται αδικαιολόγητα να του επιτρέψει διανυκτερεύσεις, με τη δικαιολογία ότι δεν μπορούν να επικοινωνήσουν. Στην δε προσπάθεια της να καταδείξει ότι είναι πατέρας ανάξιος επιμέλειας του παιδιού του και ότι παραμελεί τα γονικά του καθήκοντα, χρησιμοποιεί το γεγονός ότι ταξίδεψε στο εξωτερικό, ενώ την είχε ενημερώσει ότι θα απουσιάζει. Προς περαιτέρω υποστήριξη της θέσης του ότι επιβάλλεται η ανάπτυξη συναισθηματικού δεσμού με τον ανήλικο κατέθεσε ως τεκμήριο 1, την έκθεση παιδοψυχολόγου, την οποία επισκέφθηκαν οι διάδικοι κατόπιν παρότρυνσης από το σχολικό περιβάλλον του ανηλίκου, για παρατήρηση της συμπεριφοράς του. Όπως αναφέρει, την ίδια άποψη εξέφρασε και το Τμήμα Ενδοοικογενειακής Βίας στο οποίο κατέληξε μετά από ψευδή καταγγελία της Καθ' ης η αίτηση, όταν ήθελε τεχνηέντως να παραπλανήσει το δικαστήριο με μαρτυρία του τότε 2 χρονών ανηλίκου, ότι υπέστη βία μέσα στο σπίτι του υπό την επίβλεψή του από τρίτο πρόσωπο. Δηλώνει ότι είναι ικανός και πρόθυμος και εξίσου ικανός με την Καθ' ης η αίτηση να φροντίζει τον ανήλικο και αναφέρει ότι ο χώρος διαμονής του είναι εξοπλισμένος κατάλληλα για να τον φιλοξενεί, γεγονός που η Καθ' ης η αίτηση γνωρίζει, αφού έχει ενημερωθεί σχετικά από Λειτουργούς Ευημερίας που έχουν ελέγξει το χώρο διαμονής του και έχουν πολλές εκφράσει τη θετική τους θέση προς το αίτημά του. Αναφέρει επίσης ότι ο ανήλικος νιώθει άνετος, ασφαλής και προστατευμένος όταν είναι μαζί του, εφόσον κοιμάται στην αγκαλιά του και στο κρεβάτι του υπό την επίβλεψή του, χωρίς να νιώθει ότι είναι με κάποιον ξένο και ότι το καλώς νοούμενο συμφέρον του επιτάσσει την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση της, η Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι αναγνωρίζει την σημασία της παρουσίας και των δύο γονέων στη ζωή του ανηλίκου και ότι ουδέποτε αποστέρησε το δικαίωμα του Αιτητή για επικοινωνία, το οποίο ασκεί αναλόγως της ηλικίας του ανήλικου. Απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Αιτητή ότι είναι ικανός και κατάλληλος να φροντίζει τον ανήλικο τα βράδια και δεν αποδέχεται ότι κάτι τέτοιο έχει λεχθεί από τη Λειτουργό, εφόσον η σχετική έκθεση δεν έχει ακόμα ετοιμαστεί. Αναφέρεται στο περιστατικό βίας για το οποίο κατήγγειλε τον Αιτητή στο Σύνδεσμο για την Πρόληψη και Αντιμετώπιση της Βίας στην Οικογένεια, εξηγώντας ότι αφορμή για την καταγγελία ήταν το παράπονο του ανηλίκου ότι κάποια Λ τον έκανε «μπαμ» στον ποπό. Ο πιο πάνω Σύνδεσμος την ενημέρωσε ότι εφόσον δεν υπάρχει υπόνοια για διάπραξη σεξουαλικής κακοποίησης, το παιδί δεν χρειάζεται να εξεταστεί από ιατροδικαστή και η υπόθεση ανατέθηκε αυτόματα σε λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας. Όπως διαφάνηκε μετά από έρευνα που διεξήγαγε η ίδια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η Λ ήταν η τότε σύντροφος του Αιτητή. Για το περιστατικό προέβη σε καταγγελία και στο ΤΑΕ, όπου την ενημέρωσαν ότι λόγω της ηλικίας του παιδιού, δεν μπορεί να διενεργηθεί συνέντευξη από εκπαιδευμένους αστυνομικούς και ότι είναι καλύτερα να απευθυνθεί στο Γραφείο Ευημερίας. Αρμόδιοι Λειτουργοί ανέλαβαν την διερεύνηση της υπόθεσης και όπως η ίδια αναφέρει χαρακτηριστικά: «Από τις συνεντεύξεις, που διενήργησαν (νομίζω 1 μαζί μου και 1 ή 2 με τον Καθ' ου η Αίτηση), δεν αποδείχθηκε, ότι η σύντροφος του Καθ' ου η Αίτηση δεν χτύπησε τον ανήλικο.» Πιστεύει ότι από τη στιγμή που ο Αιτητής ήδη ασκεί το δικαίωμα επικοινωνίας του με βάση το προσωρινό διάταγμα, δεν επείγει η ρύθμιση διανυκτερεύσεων και ισχυρίζεται ότι η σταθερή της θέση πάντοτε ήταν ότι το θέμα των διανυκτερεύσεων ήταν εκτός συζήτησης και ότι είναι κάτι που θα επιλύετο οριστικά με την εκδίκαση της κυρίως αίτησης και αφού ετοιμαστεί έκθεση από Λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας. Ισχυρίζεται ότι από την ημέρα που οι διάδικοι συμφώνησαν να αποταθούν στην παιδοψυχολόγο για παρακολούθηση του ανηλίκου, η συμπεριφορά του τελευταίου δεν παρουσιάζει βελτίωση αλλά έχει χειροτερεύσει. Εκδηλώνει επιθετικότητα προς την ίδια, προς άλλα παιδιά, και προς τις δασκάλες και αντιδρά σε όρια και κανόνες πιο έντονα, υψώνοντας τον τόνο της φωνής του ή φτύνοντας. Προς αντιμετώπιση της συμπεριφοράς του, οι δασκάλες και η διευθύντρια του σχολείου εισηγήθηκαν στους διαδίκους να χαλαρώσουν και να είναι πιο ευέλικτοι με την επικοινωνία του παιδιού με τον Αιτητή, καθότι μπορεί ο ανήλικος να διαισθάνεται την μεταξύ τους ένταση. Για τον λόγο αυτό, πίστευε ο Αιτητής θα απέσυρε την παρούσα αίτηση, ενώ από πλευράς της υπήρξε πιο διαλλακτική και επέτρεψε την επικοινωνία σε διάφορες ημερομηνίες, εκτός των ωρών του διατάγματος. Ωστόσο, η συμπεριφορά του ανήλικου χειροτέρευσε, με εξαίρεση τις ημέρες που βρισκόταν μαζί της στην Ελλάδα, όπου η συμπεριφορά του, κατά τα λεγόμενα της, ήταν καταπληκτική. Υποστηρίζει ότι ο Αιτητής θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια και την σωματική ακεραιότητά του ανηλίκου. Αναφέρει ως παράδειγμα ότι μια φορά που παρέλαβε τον ανήλικο από τον παιδικό σταθμό, αντί να τον βάλει να καθίσει στο car seat, τον έβαλε στα πόδια του, στην θέση του οδηγού και οδήγησαν μαζί έως το σπίτι του, ενώ σε άλλη περίπτωση ο Αιτητής παρότρυνε τον ανήλικο να της αποκαλύψει ότι στο ντουλαπάκι του αυτοκινήτου του έχει ένα σουγιά και ως αποτέλεσμα ο ανήλικος της μετέφερε ότι όταν έρχονται «κακοί», ο πατέρας του θα τους μαχαιρώσει με τον σουγιά για να τον προστατεύσει. Ισχυρίζεται επίσης ότι ο ανήλικος της μετέφερε ότι όταν ο Αιτητής νευριάζει πετάει τα παιχνίδια του και ότι σε μία περίπτωση του έδωσε να δοκιμάσει αναψυκτικό. Διαψεύδει τους ισχυρισμούς του Αιτητή ότι ο ανήλικος κοιμάται στην οικία του στο χρόνο επικοινωνίας και ισχυρίζεται ότι αυτό συμβαίνει σπάνια, επειδή ο Αιτητής δεν ακολουθεί την καθορισμένη ρουτίνα του ανηλίκου. Κατά την άποψη της όλα τα πιο πάνω δείχνουν ότι ο Αιτητής είναι ανεύθυνος, επιπόλαιος, ανώριμος, ακατάλληλος, δεν έχει αίσθηση του τι είναι «σωστό» και τι «λάθος» και πως δεν είναι σε θέση να μεταδώσει στον ανήλικο τις σωστές αξίες για την ζωή σε μία ηλικία, που τίθενται οι βάσεις, που θα επηρεάσουν σε μεγάλο βαθμό την εξέλιξη της υπόλοιπης ζωής του. Προς περαιτέρω υποστήριξη της θέσης της, κατέθεσε ως τεκμήριο 6 φωτογραφίες από αναρτήσεις του Αιτητή στην σελίδα του στο facebook από ένα ταξίδι που πραγματοποίησε για να παρακολουθήσει αγώνα ποδοσφαίρου της ομάδας του, όπου ο Αιτητής και/ή ένας φίλος του κρατά αλκοολούχο ποτό. Κάνει επίσης αναφορά στη δολοφονία 19χρονου οπαδού του ΑΡΗ, από οπαδό του ΠΑΟΚ, για να καταδείξει ότι ο Αιτητής δεν αποτελεί ορθό πρότυπο για τον ανήλικο και επισημαίνει ότι λόγω του ταξιδιού, ο Αιτητής δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο την ημέρα που η υπόθεση ήταν ορισμένη για το σκοπό αυτό. Υποστηρίζει ότι ο λόγος που αποτάθηκαν στην παιδοψυχολόγο δεν ήταν για να εξετάσει το θέμα των διανυκτερεύσεων αλλά για να καθοδηγηθούν για την οριοθέτηση του ανηλίκου, την υιοθέτηση κοινών κανόνων και την από κοινού προσπάθεια για την βελτίωση ή και εξάλειψη των ανησυχητικών συμπεριφορών του ανηλίκου. Αρνείται ότι στερεί τον ανήλικο από τους γονείς του Αιτητή και φέρει ως παράδειγμα την περίοδο όπου ο Αιτητής ήταν κλινήρης λόγω επέμβασης στο πόδι, όπου για να τον διευκολύνει συγκατατέθηκε να παραλαμβάνουν οι γονείς του τον ανήλικο από το σχολείο. Κατέθεσε ως τεκμήριο 5, την αλληλογραφία των συνηγόρων τους. Επισημαίνει επίσης ότι ουδέποτε αφήνει τον ανήλικο στους γονείς της, αλλά πάντοτε αφιερώνει όλο τον ελεύθερο της χρόνο στον ανήλικο. Υποδεικνύει ότι με βάση τη δεύτερη έκθεση που ετοίμασε η παιδοψυχολόγος που παρακολουθεί τον ανήλικο, ημερομηνίας 09.09.2022, την οποία κατέθεσε ως τεκμήριο 7, ο ανήλικος πρέπει να διδαχθεί σωστές συμπεριφορές, διότι σε αυτήν την ηλικία διαμορφώνει τον χαρακτήρα του μέσα από τις εμπειρίες, που αποκτά από το περιβάλλον, που μεγαλώνει, ότι είναι σημαντικό οι βασικές αρχές να έρχονται και από τους δύο γονείς και ότι ο ανήλικος χρειάζεται να μάθει να οριοθετείται στα διάφορα πλαίσια που βρίσκεται και ν' ακολουθεί κανόνες. Ο Αιτητής όμως δεν ακολουθεί τις συμφωνημένες ρουτίνες, πράγμα, που δημιουργεί αντιδραστική συμπεριφορά στον ανήλικο και πιστεύει ότι το μόνο που θα τον διδάξει είναι πως να παραβαίνει τους κανόνες. Κατά την άποψη της, ο χρόνος που περνά ο Αιτητής με τον ανήλικο είναι ικανοποιητικός ποσοτικά και το πώς θα είναι ποιοτικά εξαρτάται από τον ίδιο, ο οποίος αδυνατεί να αντιληφθεί ότι είναι εξίσου σημαντική και η δική της σχέση με τον ανήλικο, τον οποίο βλέπει λιγότερο από εκείνον και δεν περνούν ποιοτικό χρόνο μαζί, λόγω του ωραρίου εργασίας της και του προγράμματος του ανηλίκου. Αποτελεί θέση της ότι δεν έχει τεθεί κάποια εύλογη αιτία από πλευράς του Αιτητή που να δικαιολογεί το αίτημα του και ότι από τη έκδοση του προσωρινού διατάγματος έχουν παρέλθει μόνο 4 ½ μήνες. Στηριζόμενη στο τεκμήριο 7, υποστηρίζει ότι το συμφέρον του ανηλίκου εξυπηρετείται καλύτερα με την εξασφάλιση μίας σταθερής βάσης και ότι στην παρούσα φάση η μόνη σταθερή ρουτίνα στην ζωή του είναι η διανυκτέρευση στο σπίτι της. Λόγω της διαφωνίας των διαδίκων σε ότι αφορά τον τρόπο ανατροφής και μεγαλώματος του ανήλικου και λόγω του ότι ο Αιτητής ασκεί τα γονικά του καθήκοντα κακώς, πιστεύει ότι είναι προς το συμφέρον του ανήλικου όχι μόνο να μην διευρυνθεί η επικοινωνία, αλλά να περιοριστεί. Είναι δε ορθότερο για την ίδια το θέμα των διανυκτερεύσεων να επιλυθεί στην εναρκτήρια αίτηση και ως επιπρόσθετο λόγο προς τούτο προτάσσει και το γεγονός ότι ο ανήλικος δεν έχει απογαλακτιστεί πλήρως, όσο και να το έχει προσπαθήσει. Στην συμπληρωματική ένορκο δήλωση του, ο Αιτητής υποστηρίζει ότι οι ισχυρισμοί της Καθ' ης αίτηση ότι ο ανήλικος είναι αντιδραστικός και επιθετικός δείχνουν ότι η ίδια δεν μπορεί να τον οριοθετήσει και ότι όταν ο ανήλικος είναι μαζί του είναι άκρως φιλικός με τα παιδάκια γύρω του. Διευκρινίζει ότι τα περιστατικά στο σχολείο ήταν μεμονωμένα και ότι με βάση τα όσα τους έχει εξηγήσει η παιδοψυχολόγος, δεν είναι ικανά να καταστήσουν τον ανήλικο καθ' οιονδήποτε τρόπο «προβληματικό» και σε καμία περίπτωση, εξαιτίας της μεταξύ τους επαφής. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς της Καθ' ης η αίτηση ότι η συμπεριφορά του θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια και την σωματική ακεραιότητά του ανηλίκου, αναφέρει ότι και στην παρουσία της έτυχε να οδηγούν όλοι μαζί το αυτοκίνητο με τον τρόπο που περιγράφει, ότι ουδέποτε έχει φωνάξει στον ανήλικο, διότι στη σχέση επικοινωνίας και κατανόησης που έχουν αναπτύξει δεν χρειάστηκε και με αφορμή τα όσα ισχυρίζεται για το περιστατικό με τον σουγιά, δηλώνει ότι ουδέποτε μετέφερε στον ανήλικο την αντίληψη ότι «μαχαιρώνουμε κάποιον», όπως η Καθ' ης η αίτηση αφήνει να νοηθεί. Είναι η θέση του ότι η Καθ' ης η αίτηση υπερβάλλει στα όσα αναφέρει και ότι μεταφέρει στο Δικαστήριο μια παραποιημένη εικόνα της πραγματικότητας, λόγω της εμμονής της να δείξει ότι ο ανήλικος επηρεάζεται αρνητικά από την επαφή τους. Απορρίπτει τους ισχυρισμούς της ότι είναι ανεύθυνος και αναφέρει ένα περιστατικό όπου όταν ο ανήλικος βρισκόταν υπό την επίβλεψη της, εισήχθη στο Μακάριο Νοσοκομείο Παίδων με την υποψία ότι κατάπιε μπαταρία. Είναι η θέση του ωστόσο, ότι τέτοιου είδους περιστατικά δεν καταδεικνύουν αμέλεια και ότι είναι αναμενόμενο να συμβούν στον οποιονδήποτε γονέα όσο «τέλειος» κι' αν είναι αυτός, ουδέποτε όμως κατηγόρησε την Καθ' ης η αίτηση ότι είναι ανεύθυνη ή ανίκανη να ασκεί τον γονικό της ρόλο, σε αντίθεση με την τελευταία που δράττεται κάθε ευκαιρίας να το κάνει. Υποστηρίζει ότι τόσο η παιδοψυχολόγος όσο και οι υπεύθυνες του νηπιαγωγείου, πρότειναν όπως ο ανήλικος περνά τρεις κι όχι μόνον δύο ώρες τις καθημερινές μαζί του και ότι ίσως η Καθ' ης η αίτηση θα έπρεπε να αφήνει περισσότερο χρόνο τον ανήλικο τα Σαββατοκύριακα μαζί του, μιας και κάτι τέτοιο θα ήταν προς όφελος του, γεγονός που η Καθ' ης η αίτηση δεν σεβάστηκε. Δηλώνει έκπληκτος με τον ισχυρισμό ότι ο ανήλικος δεν έχει απογαλακτιστεί ακόμη και ισχυρίζεται ότι η Καθ' ης η αίτηση από το καλοκαίρι άρχισε να καπνίζει, γεγονός κατάφορα επιβαρυντικό για ένα παιδί που θηλάζει, ενώ ο ίδιος ήταν με την εντύπωση ότι σταμάτησε τον θηλασμό. Επισημαίνει επίσης ότι και η παιδοψυχολόγος παρότρυνε την Καθ' ης η αίτηση να διακόψει τον θηλασμό και να θέσει ξεκάθαρα όρια στον ανήλικο. Απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Καθ' ης η αίτηση ότι ο ανήλικος δεν κοιμάται τα Σάββατα στην οικία του τις ώρες επικοινωνίας και ισχυρίζεται ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου έτυχε να κοιμηθεί στο αυτοκίνητο ή και καθόλου, γεγονός απόλυτα φυσιολογικό. Αρνείται τους ισχυρισμούς της Καθ' ης η αίτηση ότι ο χρόνος που περνά με τον ανήλικο είναι ικανοποιητικός και ισχυρίζεται ότι η περαιτέρω επικοινωνία και επαφή του με τον ανήλικο αποτελεί και ανάγκη του ίδιου του ανηλίκου, κάτι που η Καθ' ης η αίτηση δεν αντιλαμβάνεται, παρά τα όσα της έχουν εξηγηθεί από την παιδοψυχολόγο, την αρμόδια Λειτουργό και τις υπεύθυνες του παιδικού σταθμού. Στην συμπληρωματική της ένορκο δήλωση η Καθ' ης η αίτηση, επαναλαμβάνει τους πλείστους ισχυρισμούς της και εμμένει στη θέση ότι δεν προσπαθεί να αποξενώσει τον Αιτητή από τον ανήλικο. Περαιτέρω, αναφέρεται σε ένα περιστατικό όπου μια μέρα που ο ανήλικος είχε γυρίσει από την οικία του Αιτητή, την ώρα, που έκανε «τσίσα» της παραπονέθηκε ότι ο Αιτητής πειράζει το μόριό του και τον πονάει, παρά τις οδηγίες του γιατρού να μην το κάνει. Αμέσως πήρε το κινητό της τηλέφωνο και ηχογράφησε τον ανήλικο, ούτως ώστε να μην μπορεί ο Αιτητής να την αμφισβητήσει, ηχογράφηση που κατέθεσε ως τεκμήριο
- Εξηγεί ότι ανήλικος πάσχει από επικοινωνούσα υδροκήλη και χρήζει επέμβασης και αναφέρει ότι στη συνάντηση που είχαν με τον χειρούργο, ο ανήλικος άρχισε κλαίει και να διαμαρτύρεται, γεγονός που αποδίδει στον Αιτητή λόγω του ότι δεν ακολούθησε τις οδηγίες του γιατρού. Εμμένει στη θέση ότι ο Αιτητής αποτελεί κακό πρότυπο συμπεριφοράς για τον ανήλικο και προς τούτο κατέθεσε ως τεκμήριο 8, συνομιλία που είχε με τον ανήλικο στην οποία του εξηγεί ότι δεν «μαχαιρώνουμε τους κακούς», όπου ακούγεται ο ανήλικος να λέει ότι ο μπαμπάς του κόβει τους κακούς με το μαχαίρι. Αναφέρει ότι προσπάθησε να σταματήσει τον θηλασμό, ωστόσο ο ανήλικος αντέδρασε έντονα, με αποτέλεσμα σήμερα να θηλάζει μόνο το πρωί και το βράδυ. Υποστηρίζει ότι η εισήγηση των εκπαιδευτικών και της παιδοψυχολόγου να χαλαρώσουν με το διάταγμα γονικής μέριμνας και να γίνουν πιο ευέλικτοι αφορούσε καθαρά τον Αιτητή και το δικαίωμα επικοινωνίας του, το οποίο θα έπρεπε να περιορίσουν δοκιμαστικά. Υποστηρίζει επίσης ότι δεν τίθεται θέμα επηρεασμού της ψυχικής κατάστασης του ανηλίκου εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, εφόσον όταν ο Αιτητής αποχώρησε από την συζυγική οικία ο ανήλικος ήταν μόλις 40 ημερών και δεν θυμάται την παρουσία του στο σπίτι. Αντίθετα, το συμφέρον του ανηλίκου εξυπηρετείται καλύτερα με την εξασφάλιση μίας σταθερής βάσης, δηλαδή να μην διανυκτερεύει στην οικία του Αιτητή και το μόνο που δικαιολογείται, με βάση το δικό της σκεπτικό, είναι ο περιορισμός της επικοινωνίας και η αναμονή της έκθεσης για τη ρύθμιση του θέματος των διανυκτερεύσεων στην ακρόαση της εναρκτήριας αίτησης. Η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με τις γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων. Ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Μελέτησα την εξεταζόμενη αίτηση και την ένσταση, το περιεχόμενο των αντίστοιχων ενόρκων δηλώσεων, των συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων των διαδίκων και όσα υποστήριξαν με τις αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι τους. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στην υπό εξέταση αίτηση όπου επιζητείται τροποποίηση προσωρινού διατάγματος, τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 32
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, το οποίο προβλέπει τα εξής:
(2)Οιονδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, εκδοθέν συμφώνως τω εδαφίω
(1)δύναται να εκδοθή υπό τοιούτους όρους και προϋποθέσεις ως το δικαστήριον θεωρεί δίκαιον, και το δικαστήριον δύναται καθ΄ οιονδήποτε χρόνον, επί αποδείξει ευλόγου αιτίας, να ακυρώση ή τροποποιήση οιονδήποτε τοιούτον διάταγμα.» Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει ότι οποιοδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, το οποίο εκδόθηκε δυνάμει του αρ.32
(1)του Ν.14/60, δύναται να τροποποιηθεί καθ' οιονδήποτε χρόνο από το Δικαστήριο, με μόνη προϋπόθεση την απόδειξη εύλογης αιτίας. Στις υποθέσεις ABP Holdings κ.ά. v. Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694 και Seamark Consultancy Services Ltd κ.ά. v. Lasala κ.ά.
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 162, υποδείχθηκε ότι οι εφεσείοντες διατηρούσαν πάντοτε το δικαίωμα να αποταθούν στο Δικαστήριο για θεραπεία μετά την λήξη της συναινετικής διευθέτησης. Στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Frantisek Stepanek κ.ά., Πολ. Έφεση αρ. 54/2012, ημερ. 27.6.2012, αναγνωρίστηκε ότι η ενδιάμεση θεραπεία «παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος.» Το Δικαστήριο έχει εξουσία, κάτω από το αρ. 32
(2)του Ν.14/60 να ακυρώσει ή να τροποποιήσει το διάταγμα που αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας, εφόσον ικανοποιηθεί ότι έχει αποδειχθεί η εύλογη αιτία που να δικαιολογεί την έγκριση τέτοιου αιτήματος. Επομένως, αυτό που καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει στην παρούσα, είναι κατά πόσον ο Αιτητής έχει καταδείξει ότι συντρέχει εύλογη αιτία που να δικαιολογεί την τροποποίηση του υφιστάμενου προσωρινού διατάγματος. Το τι συνιστά εύλογη αιτία σε κάθε περίπτωση, είναι ζήτημα που συναρτάται άμεσα με τα γεγονότα και την φύση της κάθε υπόθεσης. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου, οι υποθέσεις γονικής μέριμνας έχουν χαρακτήρα εξεταστικό, δεν ενέχουν το στοιχείο αντιπαράθεσης μεταξύ των γονέων και ο τελικός σκοπός των διαδικασιών αυτών είναι η προστασία και η εξυπηρέτηση της ευημερίας και του συμφέροντος του ανηλίκου (βλ. Ιακωβίδης ν. Ιακωβίδου
(2001)ΑΑΔ 1108, Ιωαννίδη κ.ά. ν. Ιωαννίδου
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1446, Στυλιανού ν. Στυλιανού
(1993)1 ΑΑΔ 130, Διευθύντρια Κοινωνικής Ευημερίας ν. Ντούμα κ.ά.
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 1911, Σοφοκλέους ν. Τσεσμενόγλου
(2006)1(Β) ΑΑΔ 1153). Έτσι, κάθε απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει να αποβλέπει πως το συμφέρον του τέκνου θα εξυπηρετηθεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Στην υπό εξέταση υπόθεση, η εύλογη αιτία πρέπει να εξεταστεί με γνώμονα το συμφέρον του παιδιού σε συνάρτηση με το δικαίωμα επικοινωνίας του πατέρα, όπως προβλέπεται στα άρθρα 17
(3)και 6 του Περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 (Ν. 216/1990). Ως συμφέρον εννοείται το σωματικό, το υλικό, το πνευματικό, το ψυχικό, το ηθικό και γενικότερα το κάθε είδους συμφέρον που αφορά πρώτιστα τον ανήλικο. Σχετική είναι η απόφαση Διευθυντή Τμήματος Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας v. Ντούμα
(2001)1 Α.Α.Δ. 1911. Έχει τονιστεί πολλές φορές στην νομολογία αλλά και σε νομικά συγγράμματα η σημασία της επικοινωνίας των γονέων με τα τέκνα τους και τον σημαντικό ρόλο που αυτή διαδραματίζει στην ομαλή συναισθηματική και ψυχική ανάπτυξη των παιδιών. Ενδεικτικά παραπέμπω στο πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα της ΄Εφης Κουνουγέρη Μανωλεδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο, Τόμος ΙΙ, Έκδοση Δ΄, σελ. 327-328, το οποίο παραθέτω αυτούσιο: «Ο κύριος σκοπός του δικαιώματος επικοινωνίας είναι η ικανοποίηση του αισθήματος της αγάπης μεταξύ του γονέα και του παιδιού και η αποφυγή της αποξένωσής τους· κατά δεύτερο λόγο όμως με το δικαίωμα επικοινωνίας πετυχαίνεται στην πράξη και κάποιος έλεγχος του γονέα με τον οποίο μένει ο ανήλικος από μέρους του άλλου γονέα. Ο άλλος αυτός γονέας είναι ο δικαιούχος του άρθρου 1520, ενώ ο γονέας που διαμένει με το παιδί είναι ο υπόχρεος......Ο γονέας (ή ο τρίτος) που είναι υπόχρεος του άρθρου 1520, οφείλει να μην παρεμποδίζει την επικοινωνία του δικαιούχου με το ανήλικο· ο δικαιούχος γονέας, από την άλλη πλευρά, έχει την υποχρέωση, τις ώρες που βλέπει το παιδί, να μη διαταράζει τη σχέση του με τον υπόχρεο γονέα είτε προσπαθώντας να του εμπνεύσει αντιπάθεια γι' αυτόν είτε επεμβαίνοντας στον τρόπο άσκησης της επιμέλειας (π.χ. στη θρησκευτική διαπαιδαγώγηση), την οποία συνήθως θα έχει ο υπόχρεος.» Στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου, στην υπόθεση Αθηνά Ξενίδου και Ευαγόρα Οικονομίδη, Έφεση αρ. 28/14, 7/4/2015, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με το δικαίωμα επικοινωνίας των γονέων με τα τέκνα τους: «Στην Στυλιανού v. Στυλιανού
(1993)1 ΑΑΔ 131, λέχθηκαν τ΄ ακόλουθα σχετικά με τα ζητήματα που εξετάζονται στην παρούσα αίτηση: 'Όπως αναγνωρίστηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην R. v. U.K
(1987)Times, 9thJuly (Series A Judgments and Decisions Vol. 121), η πρόσβαση του γονέα στο τέκνο αποτελεί πτυχή του δικαιώματος του ανθρώπου για οικογενειακή ζωή που κατοχυρώνεται από το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. (Βλ. επίσης Ν. 39/62). Στην Κύπρο το δικαίωμα αυτό επίσης διασφαλίζεται από τις πρόνοιες του Άρθρου 15 του Συντάγματος. Όπως εξηγείται όμως στην υπόθεση REKD (Aminor)
(1988)1 All E.R. 577 (H.L) το δικαίωμα μπορεί να περιοριστεί εφόσον δεν ασκείται προς όφελος του σκοπού για τον οποίο παρέχεται, που δεν είναι άλλος από την συμβολή στην ευημερία του τέκνου». Για τον σκοπό που επιτελεί το δικαίωμα επικοινωνίας, παραπέμπω στο πιο κάτω απόσπασμα από το βιβλίο του Βαθρακοκοίλη «Το Νέο Οικογενειακό Δίκαιο» Γ΄ ΄Εκδοση, 1994, σελίδα 612: «Σκοπός επικοινωνίας: Σκοπός του δικαιώματος αυτού είναι η διατήρηση του ψυχικού δεσμού μεταξύ γονέα και τέκνου και η δυνατότητα του άλλου γονέα άμεσης γνώσης για την ανάπτυξη της προσωπικότητας, της πνευματικής ανάπτυξης και γενικά της παρακολούθησης της όλης κατάστασης του τέκνου. ................... Η επικοινωνία γονέα-τέκνου στοχεύει στη διατήρηση των δεσμών ανάμεσα στα δύο μέρη, στη ψυχοσωματική ανάταση του τέκνου, στην απάμβλυνση των συνεπειών της ανώμαλης εξέλιξης της έγγαμης συμβίωσης, είναι τρόπος έκφρασης αισθημάτων συμπάθειας, αγάπης, ενδιαφέροντος, στοργής στο τέκνο και το συμφέρον του τέκνου, είναι η απόλαυση όλων των ηθικών πλεονεκτημάτων και αξιών απ΄ αυτήν την επικοινωνία.» Δεν υπάρχουν αυστηρά κριτήρια καθορισμού της διάρκειας και της συχνότητας του δικαιώματος επικοινωνίας του γονέα με το τέκνο του και το θέμα αποφασίζεται ανάλογα με τις περιστάσεις και συνθήκες της κάθε περίπτωσης, πάντοτε όμως με γνώμονα το συμφέρον του ανηλίκου. Το άκρως προσωπικό δικαίωμα του γονέα να επικοινωνεί με το ανήλικο τέκνο του, συντελεί στην ανάπτυξη του ψυχικού του κόσμου και στην εν γένει προσωπικότητά του, γι' αυτό η άσκησή του αποβλέπει κυρίως στο καλώς νοούμενο συμφέρον του ανηλίκου και αποτρέπει τον κίνδυνο της ψυχικής αποξένωσης από τον γονέα με τον οποίο δεν διαμένει. Τυχόν αποκλεισμός ή αδικαιολόγητος περιορισμός του δικαιώματος αυτού, έστω και προσωρινά, αντιστρατεύεται το πραγματικό συμφέρον του τέκνου. Ο Αιτητής, πέραν της προσθήκης διανυκτερεύσεων στο καθημερινό πρόγραμμα επικοινωνίας, επιθυμεί επιπλέον τη ρύθμιση των διακοπών του καλοκαιριού, του Πάσχα και των Χριστουγέννων. Κύριο επιχείρημα του είναι ότι οι ώρες που σήμερα ασκεί το δικαίωμα του είναι περιορισμένες με αποτέλεσμα να στερείται, τόσο ο ίδιος όσο και ο ανήλικος την ευκαιρία να απολαύσουν μαζί δραστηριότητες εκτός της οικίας του. Είναι η θέση του ότι η τρέχουσα ρύθμιση περιορίζει σημαντικά τον ουσιαστικό χρόνο επικοινωνίας του με τον ανήλικο. Με βάση το υφιστάμενο διάταγμα επικοινωνίας, η ουσιαστική επικοινωνία του Αιτητή με τον ανήλικο ασκείται μόνο το Σάββατο, όπου ο ανήλικος διαμένει μαζί του για περίοδο 6 συνεχόμενων ωρών. Τις υπόλοιπες ημέρες, η επικοινωνία περιορίζεται σε 2 ώρες και 15 λεπτά, όπου μέσα στο χρόνο αυτό κάποιες φορές ο ανήλικος κοιμάται. Κατά την έκδοση του πρώτου προσωρινού διατάγματος ο ανήλικος ήταν 1 ½ ετών, ενώ κατά την έκδοση του επίδικου διατάγματος ήταν 2 ½ ετών. Σήμερα είναι 3 ½ ετών. Έχει μεγαλώσει κατά ένα χρόνο. Το γεγονός αυτό κατά την άποψή μου αποτελεί εύλογη αιτία για την τροποποίηση του διατάγματος στο στάδιο αυτό και την διεύρυνση των ωρών επικοινωνίας του Αιτητή με τον ανήλικο. Το να μεγαλώνει ένα παιδί κατά ένα χρόνο, ασφαλώς δεν αποτελεί αυστηρό κανόνα ή τεκμήριο απόδειξης της εύλογης αιτίας, ως προϋπόθεση για την τροποποίηση κάθε προσωρινού διατάγματος επικοινωνίας, εφόσον κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστάσεων. Στις μικρότερες όμως ηλικίες όπως αυτή των τριών και τεσσάρων ετών, αφενός μεν η συναισθηματική και κοινωνική ανάπτυξη των παιδιών γίνεται με ραγδαίους ρυθμούς, αφετέρου δε αρχίζει να διαμορφώνεται ο χαρακτήρας και ο συναισθηματικός τους κόσμος. Στην εξέλιξη και ανάπτυξη αυτή, καθοριστικό ρόλο μεταξύ άλλων διαδραματίζουν οι εμπειρίες που βιώνει ένα παιδί με τα πιο κοντινά του πρόσωπα, που δεν είναι άλλα από τους γονείς του. Κρίνω ότι η μετάβαση του ανήλικου από την ηλικία των 2 ½ στην ηλικία των 3 και 3 ½ ετών, λαμβανομένων υπόψη των γεγονότων και περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης ως ανωτέρω έχουν εκτεθεί, αποτελούν εύλογη αιτία τροποποίησης του προσωρινού διατάγματος, εφόσον κατά την άποψη μου επιβάλλεται να έχει ουσιαστικότερη επικοινωνία με τον πατέρα του. Με αυτόν τον τρόπο θα επιτευχθεί πλήρως ο σκοπός της επικοινωνίας, εφόσον μόνο με την ουσιαστική επικοινωνία γονέα - τέκνου αναπτύσσονται μεταξύ τους αισθήματα εμπιστοσύνης, στοργής και αγάπης, αισθήματα τα οποία είναι απαραίτητα για την ορθή συναισθηματική ανάπτυξη ενός ανηλίκου. Η Καθ' ης η αίτηση ενίσταται σφόδρα στην διεύρυνση της επικοινωνίας και προς τούτο κατηγορεί τον Αιτητή ότι είναι ανεύθυνος, ανώριμος, αποτελεί κακό πρότυπο για τον ανήλικο και είναι ανίκανος να ανταποκριθεί στις ανάγκες του ανηλίκου σε μια πιθανή διανυκτέρευση. Ωστόσο, δεν του έχει δώσει ποτέ την ευκαιρία να τη διαψεύσει και παρά τα όσα ισχυρίζεται ότι ουδέποτε στάθηκε εμπόδιο στην άσκηση του δικαιώματος του Αιτητή να επικοινωνεί με τον ανήλικο, το ιστορικό της υπόθεσης αποκαλύπτει ότι μόνο μετά από αίτημα εκ μέρους του Αιτητή επέτρεψε τούτο, σε έκταση ανάλογη με την ηλικία του ανηλίκου που η ίδια θεωρεί ικανοποιητική. Η θέση της ότι ο Αιτητής είναι ανίκανος και κακό πρότυπο για τον ανήλικο, είναι διάχυτος στις δύο ένορκες δηλώσεις που έχει καταχωρίσει, ωστόσο, σε κανένα διάβημα δεν έχει προβεί για τον περιορισμό του δικαιώματος του και μόνο μετά από το δικό του αίτημα του για διεύρυνση της επικοινωνίας προβάλλει ως δικαιολογία απόρριψης της αίτησης, την αναγκαιότητα περιορισμού του δικαιώματος . Εν πάση περιπτώσει, αν όντως έτσι έχουν τα πράγματα, είναι άξιο απορίας πώς η Καθ' ης η αίτηση προχώρησε σε εκ συμφώνου ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας του Αιτητή και πώς μεταγενέστερα συμφώνησε στην διεύρυνση του δικαιώματος, έστω με την προσθήκη κάποιων μόνο ωρών. Προκύπτει ότι το περιστατικό για το οποίο κατήγγειλε τον Αιτητή στον Σύνδεσμο για την Πρόληψη και Αντιμετώπιση της Βίας στην Οικογένεια και στο ΤΑΕ, δεν αποτέλεσε ανασταλτικό παράγοντα για την ίδια στο να αποδεχτεί διεύρυνση της επικοινωνίας. Εξάλλου, όπως η ίδια αναφέρει, ουδέποτε αποδείχτηκε ότι η σύντροφος του Αιτητή δεν κτύπησε τον ανήλικο, συνεπώς ουδέποτε αποδείχτηκε και το αντίστροφο, ότι δηλαδή τον κτύπησε. Η Καθ' ης η αίτηση κατηγορεί τον Αιτητή ότι έβαλε στα πόδια του τον ανήλικο ενώ οδηγούσε, θέλοντας να καταδείξει ότι με τη συμπεριφορά του θέτει σε κίνδυνο την σωματική του ακεραιότητα. Διαφαίνεται όμως, ότι αυτή η απαράδεκτη κατά τα άλλα ενέργεια έλαβε χώρα και στην παρουσία της. Κατηγορεί τον Αιτητή ότι είναι επικίνδυνος και κακό πρότυπο για τον ανήλικο, με αφορμή την φωτογραφία που ανέβασε στο διαδίκτυο από ταξίδι που πραγματοποίησε για να παρακολουθήσει ποδοσφαιρικό αγώνα, όπου είναι με φίλους και φαίνεται να κρατά ποτό και πάντως όχι στην παρουσία του ανήλικου. Κάνει εξωπραγματικούς συνειρμούς και συνδέει το γεγονός ότι ο Αιτητής υποστηρίζει συγκεκριμένη ομάδα, με την δολοφονία ενός νέου, οπαδού της ίδιας ομάδας από οπαδούς άλλης ομάδας. Ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής δεν ακολουθεί τις οδηγίες του γιατρού αναφορικά με το πρόβλημα επικοινωνούσας υδροκοίλης που αντιμετωπίζει ο ανήλικος, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να παραπονείται ότι πονά. Προς υποστήριξη των ισχυρισμών της ηχογράφησε τον ανήλικο (τεκμήριο 5), την ώρα που της κάνει παράπονα και συνδέει την απόλυτα φυσιολογική αντίδραση κάθε παιδιού να κλαίει όταν εξετάζεται από ένα γιατρό, με την συμπεριφορά του Αιτητή. Επ' αυτού, προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι η Καθ' ης η αίτηση στη έκφραση πόνου εκ μέρους του ανηλίκου, ενστικτωδώς αντέδρασε με την ηχογράφηση του. Επισημαίνω ωστόσο ότι πρόκειται για συνομιλία όπου η Καθ' ης αίτηση υπέβαλε συγκεκριμένες ερωτήσεις καθοδηγώντας τη συζήτηση. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να γνωρίζει τι προηγήθηκε της συζήτησης και εάν όντως οι απαντήσεις του ανηλίκου είναι αυθόρμητες και όχι υποβολιμαίες. Τα ίδια ασφαλώς ισχύουν και για τις υπόλοιπες ηχογραφήσεις και το βίντεο που κατέθεσε η Καθ' ης αίτηση (τεκμήρια 8,9 και 10) στα οποία δεν δύναται να δοθεί καμία βαρύτητα. Ούτε η δικαιολογία που προβάλλει η Καθ' ης η αίτηση ότι ο ανήλικος δεν έχει ακόμα απογαλακτιστεί αποτελεί επιχείρημα για ένα παιδί ηλικίας 3 ½ ετών να μην διανυκτερεύει εκτός της οικία της, εφόσον τα παιδιά σε αυτή την ηλικία σιτίζονται πλήρως με στερεά τροφή. Εν πάση όμως περιπτώσει, όπως και η ίδια η Καθ' ης η αίτηση αναφέρει, οι οδηγίες της παιδοψυχολόγου ήταν όπως σταματήσει το θηλασμό. Ο ισχυρισμός της ότι δεν κατέστη τούτο δυνατό λόγω αντίδρασης του ανηλίκου, δεικνύει και από πλευράς της αδυναμία οριοθέτησης του ανηλίκου. Όπως και ο Αιτητής υποδεικνύει, με αναφορά στο περιστατικό όπου όταν ο ανήλικος βρισκόταν υπό τη φύλαξη της Καθ' ης η αίτηση κατέληξε στο Νοσοκομείο με την υποψία κατάποσης μπαταρίας (τελικώς κατάπιε κουμπί), αυτού του είδους περιστατικά δεν καταδεικνύουν αμέλεια, ούτε την ανικανότητα ενός γονέα να ασκεί τον γονικό του ρόλο, εφόσον είναι δυνατό να συμβούν στον οποιοδήποτε γονέα όσο τέλειος κι' αν είναι. Επ' αυτού συμφωνώ με τον Αιτητή. Η λογική προσέγγιση του πράγματος, θέλει τέτοιου είδους περιστατικά να συμβαίνουν στον οποιοδήποτε, όπως συνέβη και στην Καθ' ης η αίτηση, γεγονός απόλυτα φυσιολογικό, για το οποίο ο Αιτητής ουδέποτε την κατηγόρησε. Με τις πιο πάνω αναφορές, θέλω να καταδείξω την υπερβολή σε κάθε σχεδόν ισχυρισμό της Καθ' ης η αίτηση, σε ότι έχει να κάνει με τον Αιτητή αλλά και την προσπάθεια της να καταστήσει και να συσχετίσει κάθε γεγονός, σχετικό ή μη, με το δικαίωμα του να επικοινωνεί με τον ανήλικο, δικαίωμα που εν πάση περιπτώσει ήδη ασκεί, στο μέτρο που του επιτρέπεται από το διάταγμα. Η έντονη διαφωνία των διαδίκων για το κάθε τι που αφορά τον ανήλικο είναι αδιαμφησβήτητη. Οι ισχυρισμοί τους στη βάση των οποίων ο ένας διάδικος επιρρίπτει στον άλλο επιλήψιμη συμπεριφορά σε σχέση με τον ανήλικο, δεικνύουν ότι δεν μπορούν να συνεννοηθούν για το παραμικρό σε ότι αφορά το παιδί τους. Χρειάστηκε η καταχώριση αίτησης στο Δικαστήριο για να συγκατατεθεί ο Αιτητής να παρακολουθηθεί ο ανήλικος από παιδοψυχολόγο αλλά και αριθμός αιτήσεων για να ταξιδέψει ο ανήλικος με την Καθ' ης η αίτηση στην Ελλάδα. Και οι δύο χρησιμοποιούν τις εκθέσεις της παιδοψυχολόγου, ο καθένας για να υποστηρίξει τη θέση του. Ο Αιτητής, με αναφορά στην έκθεση ημερομηνίας 29.04.2022 (τεκμήριο 1), υποστηρίζει ότι το αίτημα του πρέπει να εγκριθεί και ότι δεν προκύπτει κανένας ουσιαστικός λόγος που να συνηγορεί υπέρ του να μην διανυκτερεύει ο ανήλικος στην οικία του. H Καθ' ης η αίτηση από την άλλη, υποστηρίζει ότι ουδέποτε δόθηκαν οδηγίες στην παιδοψυχολόγο να γνωμοδοτήσει για το θέμα των διανυκτερεύσεων και καλεί το Δικαστήριο να μην τις λάβει υπόψιν. Χρησιμοποιεί όμως την ίδια έκθεση (τεκμήριο 7) για να υποστηρίξει ότι η διανυκτέρευση αντίκειται στο συμφέρον του παιδιού και ότι η σταθερότητα στη καθημερινότητα του συνδέεται άμεσα με το δικαίωμα του Αιτητή να διανυκτερεύει ο ανήλικος στην οικία του. Εκλαμβάνει την προτροπή των διαδίκων να χαλαρώσουν με τις ώρες και το πρόγραμμα επικοινωνίας, ως υπόδειξη για τον περιορισμό της επικοινωνίας και ισχυρίζεται ότι η σταθερότητα στη ρουτίνα του ανηλίκου επιτυγχάνεται με το να μην διανυκτερεύει ο ανήλικος στην οικία του Αιτητή αλλά μόνο στην δική της. Έχω μελετήσει τις δύο εκθέσεις και με όλο τον σεβασμό προς την Καθ' ης η αίτηση, το συμπέρασμα στο οποίο έχει καταλήξει είναι αυθαίρετο. Και στις δύο εκθέσεις τονίζεται ότι δεν προκύπτει οτιδήποτε ανησυχητικό στη συμπεριφορά του ανηλίκου, πλην κάποιων μεμονωμένων περιστατικών όπου ο ανήλικος ανέπτυξε εχθρική συμπεριφορά, κάτι που όμως στη πορεία βελτιώθηκε. Είναι γεγονός ότι οι εκθέσεις δεν καταπιάνονται αυστηρά με το θέμα των διανυκτερεύσεων, υπάρχουν όμως αναφορές και προτροπές προς τους διαδίκους για το ότι πρέπει να συνεργάζονται σε θέματα που αφορούν το παιδί τους, εφόσον η συνεχής διαμάχη τους αντιστρατεύεται τα συμφέροντα του. Οι δύο εκθέσεις είναι ξεκάθαρες ως προς το ότι ο ανήλικος χρειάζεται την αγάπη και των δύο γονέων και μια σταθερότητα στη ρουτίνα και στο πρόγραμμα του, όχι όμως με τον τρόπο που η Καθ' ης η αίτηση το αντιλαμβάνεται, δηλαδή με τον αποκλεισμό διανυκτερεύσεων στην οικία του Αιτητή. Όπως προκύπτει, αυτό που ο ανήλικος έχει ανάγκη και που πρέπει πρωτίστως οι διάδικοι να θέσουν ως προτεραιότητα τους, είναι η ανάπτυξη επικοινωνίας μεταξύ τους και ομοφωνίας ως προς τον τρόπο που αντιμετωπίζουν τα θέματα που αφορούν τον ανήλικο. Πρέπει να έχουν κοινούς στόχους ρουτίνας και οριοθέτησης συμπεριφοράς του ανηλίκου, γεγονός που θα επιφέρει την σταθερότητα στην ζωή του, για την οποία γίνεται λόγος και στις δύο εκθέσεις. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην πρώτη έκθεση και επαναλαμβάνεται στη δεύτερη, «Αυτό που χρειάζεται ο (Χ) είναι αγάπη και σημασία και από τους δύο γονείς, ένα ήρεμο περιβάλλον και μια σταθερή ρουτίνα. Όσο οι γονείς είναι συνεργάσιμοι μεταξύ τους σε ότι αφορά το παιδί, ο (Χ) θα παραμείνει ήρεμος και χαρούμενος.» Η οριοθέτηση της συμπεριφοράς του ανηλίκου και υιοθέτηση κοινής ρουτίνας και προγράμματος είναι κάτι που πρέπει οι διάδικοι να θέσουν ως στόχο τους. Πρέπει πρωτίστως οι ίδιοι να αντιληφθούν ότι η επίρριψη ευθυνών από τον έναν προς τον άλλο και η συνεχής αντιπαράθεση τους επηρεάζει τον ανήλικο, γεγονός που υποδεικνύει και η παιδοψυχολόγος. Είναι σημαντικό επίσης να τονιστεί ότι παρά τα όσα η Καθ' ης η αίτηση καταλογίζει στον Αιτητή, φαίνεται ότι το προσωρινό διάταγμα τηρείται χωρίς κανένα ουσιαστικό πρόβλημα και ότι δεν τίθεται θέμα ακαταλληλότητας του χώρου διαμονής του. Επαναλαμβάνω ότι η παρούσα υπόθεση δεν αφορά την εξ' υπαρχής ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας αλλά την τροποποίηση του, εφόσον το δικαίωμα του πατέρα ήδη ασκείται, χωρίς διανυκτερεύσεις. Η ενέργεια του Αιτητή να επιδιώξει την προσθήκη διανυκτερεύσεων στο διάταγμα, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως καταχρηστική. Ο Αιτητής επιθυμεί να διευρύνει το δικαίωμα επικοινωνίας του με τον ανήλικο, δικαίωμα που του παρέχει ο ίδιος ο Νόμος. Το δικαίωμα αυτό, όπως έχει ήδη αναφερθεί, δεν πρέπει ούτε να παρεμποδίζεται, ούτε να περιορίζεται αδικαιολόγητα. Η θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι η ρύθμιση των διανυκτερεύσεων θα πρέπει να αναμένει την εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς δεν με βρίσκει σύμφωνη. Το κύριο αίτημα της είναι να μεταφέρει τον ανήλικο για μόνιμη διαμονή στην Ελλάδα, όπου το θέμα της επικοινωνίας του πατέρα με τον ανήλικο σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος της, θα εξεταστεί υπό άλλα δεδομένα, με κυριότερο την απόσταση που χωρίζει τις δύο χώρες. Με βάση όλα τα πιο πάνω, κρίνεται ότι το πραγματικό συμφέρον του ανηλίκου επιβάλλει όπως στο στάδιο αυτό διευρυνθεί η επικοινωνία με τον πατέρα του, ούτως ώστε να διατηρηθεί και να ενισχυθεί ο μεταξύ τους ψυχικός δεσμός. Το δικαίωμα της επικοινωνίας του τέκνου με το οποίο δεν διαμένει ο γονέας, δεν μπορεί να αποκλειστεί ή να περιοριστεί, παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και όταν αυτό δεν ασκείται προς όφελος του σκοπού για τον οποίο παρέχεται, ήτοι την ευημερία του τέκνου. Το συμφέρον του Χ επιβάλλει όπως του δοθεί η ευκαιρία να απολαύσει τα ωφελήματα που θα προκύψουν από την επικοινωνία με τον πατέρα του, κάτι θα επιτευχθεί μόνο με ουσιαστική επαφή πατέρα-τέκνου. Αυτό, όπως έχω ήδη αναφέρει, αποτελεί στην υπό κρίση περίπτωση εύλογη αιτία για την διαφοροποίηση του διατάγματος. Προς καλύτερη εξυπηρέτηση του συμφέροντος του τέκνου και προς αποφυγήν περαιτέρω δικαστικών διαδικασιών μεταξύ των διαδίκων, κρίνω ότι επιβάλλεται να ρυθμιστεί προσωρινά η επικοινωνία του Αιτητή με τον ανήλικο και κατά τις εορτές των Χριστουγέννων, του Πάσχα και των καλοκαιρινών διακοπών. Με αυτό τον τρόπο οι διάδικοι θα γνωρίζουν εκ των προτέρων το πρόγραμμα των διακοπών και επιπλέον διασφαλίζεται ότι ο ανήλικος θα έχει την ευκαιρία να περνά μέρος των γιορτών με τον Αιτητή. Για τις διακοπές του καλοκαιριού συγκεκριμένα, εφόσον η Καθ' ης η αίτηση συνηθίζει να ταξιδεύει με τον ανήλικο στην Ελλάδα, το δικαίωμα επικοινωνίας του Αιτητή θα ασκείται σε καθορισμένες ημέρες κάθε χρόνο, θέλοντας με αυτό τον τρόπο να διασφαλιστεί από την μια ότι και ο Αιτητής θα περνά χρόνο με τον ανήλικο και από την άλλη ότι o ανήλικος θα συνεχίσει να περνά τις διακοπές του καλοκαιριού με τον τρόπο που έχει μέχρι σήμερα συνηθίσει, γεγονός που αποδέχεται και ο Καθ' ου η αίτηση, εφόσον πάντα δίδει τη συγκατάθεση του για την πραγματοποίηση του ταξιδιού. Το αίτημα του Αιτητή να ταξιδεύει με τον ανήλικο δεν θα αποφασιστεί στο παρόν στάδιο, όπου το δικαίωμα επικοινωνίας έχει διευρυνθεί και κρίνεται ότι είναι προς το συμφέρον του ανηλίκου να εφαρμοστεί το διάταγμα για εύλογο χρόνο, ούτως ώστε να του δοθεί ο χρόνος να προσαρμοστεί στην νέα του καθημερινότητα. Τονίζω ότι όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην εναρκτήρια αίτηση, παραμένουν ζωντανά και θα αποφασιστούν κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka, DD
(1999)1 (A) AAA 225). Συνακόλουθα, εκδίδεται διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο τροποποιείται το προσωρινό Διάταγμα ημερομηνίας 11.02.2022, μέχρι την τελική εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης ή νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου, ούτως ώστε η επικοινωνία του Αιτητή με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων να ασκείται ως ακολούθως: (α) Την πρώτη βδομάδα εφαρμογής του παρόντος διατάγματος, Τρίτη και Πέμπτη από η ώρα 2.45 μ.μ., όπου θα παραλαμβάνει το ανήλικο από το σχολείο στο οποίο φοιτά έως η ώρα 6.30 μ.μ. (β) Τη δεύτερη βδομάδα εφαρμογής του παρόντος διατάγματος, Τρίτη και Πέμπτη από η ώρα 2.45 μ.μ. όπου θα παραλαμβάνει το ανήλικο από το σχολείο στο οποίο φοιτά έως η ώρα 6.30 μ.μ. και Σάββατο από η ώρα 11.00 π.μ. έως η ώρα 6:00 μ.μ. της Κυριακής. Το πρόγραμμα θα επαναλαμβάνεται ανά δεκαπενθήμερο. (γ) Κατά τις εορτές των Χριστουγέννων κάθε έτους, από η ώρα 11.00 π.μ. της 24ης Δεκεμβρίου έως η ώρα 6.30 μ.μ. της 26ης Δεκεμβρίου (α΄ περίοδος) ή από η ώρα 11.00 π.μ. της 30ης Δεκεμβρίου έως η ώρα 6.30 μ.μ. της 1ης Ιανουαρίου (β΄ περίοδος). Κατά τις εορτές των Χριστουγέννων του 2023, ο Αιτητής θα ασκήσει το δικαίωμα του την α΄ περίοδο και ούτω καθ' εξής και εναλλάξ από χρόνο σε χρόνο. (γ) Την περίοδο των εορτών του Πάσχα, από η ώρα 5.00 μ.μ. της Μ. Παρασκευής έως η ώρα 5.00 μ.μ. της Κυριακής του Πάσχα (α΄ περίοδος) ή από η ώρα 5.00μ.μ. της Κυριακής του Πάσχα έως η ώρα 5.00 μ.μ της Τρίτης της Διακαινησίμου (β΄ περίοδος). Κατά τις εορτές του Πάσχα του 2023, ο αιτητής θα ασκήσει το δικαίωμα του την α΄ περίοδο και ούτω καθ' εξής και εναλλάξ από χρόνο σε χρόνο. Κατά τις καλοκαιρινές διακοπές το δικαίωμα επικοινωνίας του Καθ' ου η αίτηση θα ασκείται ως ακολούθως: Α. Από η ώρα 11.00 π.μ. της 10ης Ιουλίου μέχρι η ώρα 11.00 π.μ. της 14ης Ιουλίου εκάστου έτους. Β. Από η ώρα 11.00 π.μ. της 4ης Αυγούστου έως η ώρα 11.00 π.μ. της 8ης Αυγούστου εκάστου έτους. Νοείται ότι, κατά τον μήνα Αύγουστο, η Καθ' ης η αίτηση θα μπορεί να μεταφέρει τον ανήλικο στο εξωτερικό για διακοπές, χωρίς να απαιτείται η γραπτή συγκατάθεση του Αιτητή, εφόσον η περίοδος των διακοπών δεν θα υπερβαίνει τις τρεις εβδομάδες και δεν θα επηρεάζει το δικαίωμα επικοινωνίας του Αιτητή, ως αυτό αναφέρεται ανωτέρω στο στοιχείο Β. Κατά το διάστημα αυτό των τριών εβδομάδων, ή για όσο θα διαρκεί το ταξίδι, το δικαίωμα επικοινωνίας του Αιτητή θα αναστέλλεται. Νοείται ότι κατά τις περιόδους των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και του Πάσχα που ο Αιτητής θα έχει δικαίωμα επικοινωνίας με τον ανήλικο την μία περίοδο, η Καθ' ης η αίτηση θα έχει αντίστοιχο δικαίωμα επικοινωνίας την άλλη περίοδο και το δικαίωμα επικοινωνίας του Αιτητή αναφορικά με τις καθημερινές και τα Σαββατοκύριακα για εκείνη την περίοδο θα αναστέλλεται. Η Καθ' ης η αίτηση, ΔΙΑΤΑΣΣΕΤΑΙ να παραδίδει στον και να παραλαμβάνει από τον Αιτητή στον τόπο διαμονής της το ανήλικο τέκνο τους τις ημέρες και ώρες, όπως πιο πάνω αναφέρεται, με εξαίρεση τις περιπτώσεις όπου το ανήλικο θα παραλαμβάνεται από το σχολείο στο οποίο φοιτά. Ο Αιτητής ΔΙΑΤΑΣΣΕΤΑΙ να παραλαμβάνει από και να παραδίδει στην Καθ' ης η αίτηση στον τόπο διαμονής της το ανήλικο τέκνο τους τις ημέρες και ώρες, όπως πιο πάνω αναφέρεται, με εξαίρεση τις περιπτώσεις όπου το ανήλικο θα παραλαμβάνεται από το σχολείο στο οποίο φοιτά. Η ισχύς του διατάγματος αρχίζει από σήμερα. Ως πρώτη εβδομάδα εφαρμογής του διατάγματος ορίζεται η τρέχουσα. Ως προς τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας και ενόψει της μερικής επιτυχίας της αίτησης, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της. (Υπ.)......... Σ. Νεοφύτου, Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο