← Κύπρος

Κ.Α. ν. Β.Π., Αρ. Αίτησης 7/2023, 5/10/2023

Κ.Α. ν. Β.Π., Αρ. Αίτησης 7/2023, 5/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΓΟΝΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Πογιατζή Δ. Οικ. Δ. Αρ. Αίτησης։ 7/2023 iJustice Μεταξύ: Κ.Α. Αιτήτριας και Β.Π. Καθ' ου η αίτηση ---------------------- Ενδιάμεση αίτηση ημερ. 30/03/2023 Ημερομηνία: 05/10/2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή στην παρούσα: κ. Χρίστος Π. Αδάμου Για την Καθ' ης η αίτηση στην παρούσα: κα Ρ. Κυριάκου για Λ. Πρωτοπαπά & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ανήλικος Ο. Π. ο οποίος γεννήθηκε στις 31/01/2015 στην Λεμεσό, αποτελεί τον καρπό της σχέσης των διαδίκων και ο οποίος αναγνωρίστηκε εκούσια από τον Καθ' ου η Αίτηση. Από τον Σεπτέμβριο του 2020 που επήλθε η οριστική διάσταση στις σχέσεις των διαδίκων, το ανήλικο τέκνο τους διαμένει μαζί με την Αιτήτρια μητέρα του στην κατοικία της. Ακολούθως, η Αιτήτρια καταχώρησε εναρκτήρια αίτηση ημερομηνίας 04/01/2023 με την οποία αιτείται από το Δικαστήριο την έκδοση διαταγμάτων για την ανάθεση σε αυτήν της φύλαξης και φροντίδας του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, τον καθορισμό του τόπου διαμονής του στην εκάστοτε κατοικία της αλλά και την ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας του Καθ' ου η Αίτηση με τον ανήλικο Ο.Π. Στα πλαίσια της πιο πάνω Αίτησης, η Αιτήτρια καταχώρησε μονομερή αίτηση ημερομηνίας 04/01/2023 με την οποία αιτήθηκε από το Δικαστήριο την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων για την ανάθεση στην ίδια της φύλαξης και φροντίδας του ανήλικου καθώς και τον καθορισμό του τόπου διαμονής του στην εκάστοτε κατοικία αυτής. Στην συνέχεια, το Δικαστήριο στις 05/01/2023 εξέδωσε προσωρινό διάταγμα με το οποίο καθορίζεται ως ο τόπος διαμονής του ανήλικου Ο.Π. η εκάστοτε κατοικία της Αιτήτριας και διατάχθηκε η επίδοση στον Καθ' ου η Αίτηση των υπόλοιπων παρακλητικών της εν λόγω Αιτήσεως. Στις 30/03/2023 ο Καθ' ου η Αίτηση καταχώρησε μονομερή αίτηση με την οποία αιτείται την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων։ Α. Προσωρινό διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται στον Καθ' ου η Αίτηση/Αιτητή στην παρούσα διαδικασία να έχει επικοινωνία με το ανήλικο τέκνο του Ο.Π. ως ακολούθως։ I. Κάθε 1η, 3η και ούτω καθεξής βδομάδα η οποία θα αρχίζει από την Δευτέρα η ώρα 17.00 και θα λήγει την Δευτέρα το πρωί η ώρα 7.30 π.μ. μετά διανυκτερεύσεων. II. Επτά συνεχόμενες ημέρες τις γιορτές των Χριστουγέννων, μετά διανυκτερεύσεων, ήτοι από την 22αν ημέρα του μηνός Δεκεμβρίου από η ώρα 10.00 μέχρι την 29/12 η ώρα 20.00, όσον αφορά την Α' περίοδο, εναλλάξ με την Β' περίοδο που θα ξεκινά από την 30ην ημέρα του μηνός Δεκεμβρίου η ώρα 10.00 μέχρι την 5/1 η ώρα 20.

  1. III. Επτά συνεχόμενες ημέρες τις διακοπές του Πάσχα, μετά διανυκτερεύσεων, ήτοι από Μ. Δευτέρα η ώρα 17.00 μέχρι την Κυριακή του Πάσχα η ώρα 20.00 όσο αφορά την Α' περίοδο εναλλάξ με την Β' περίοδο που θα ξεκινά από την Δευτέρα του Πάσχα η ώρα 13.00 μέχρι την Κυριακή της Διακαινησίμου η ώρα 20.
  2. IV. Από 1/7 μέχρι 31/7 κάθε χρόνο από η ώρα 17.00 της 1/7 μέχρι την 20.00 της 31/7 κάθε χρόνο όσο αφορά την Α' περίοδο εναλλάξ με την Β' περίοδο η οποία θα αρχίζει την 1/8 μέχρι την 31/08 κάθε χρόνο τις ίδιες ώρες ως η Α' περίοδος μέχρι εκδικάσεως της κυρίας Αίτησης και Ανταπαίτησης και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Προσωρινό διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο ο Καθ' ου η Αίτηση/Αιτητής στη παρούσα διαδικασία να παραλαμβάνει από την Αιτήτρια/Καθ' ης η Αίτηση στην Ανταπαίτηση δια σκοπούς επικοινωνίας του ως άνω ανήλικου τέκνου του και όπως παραδίδει τούτο στην Αιτήτρια/Καθ' ης η Αίτηση μέχρι εκδικάσεως της κυρίας αίτησης και/ή μέχρι άλλης νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Προσωρινό διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η Αιτήτρια/Καθ' ης η Αίτηση, στην παρούσα αίτηση, όπως παραδίδει στον Καθ' ου η Αίτηση/Αιτητή στην παρούσα διαδικασία το πιο πάνω ανήλικο τέκνο του κατά τους χρόνους έναρξης της επικοινωνίας του και όπως παραλαμβάνει από τον Καθ' ου η Αίτηση/Αιτητή στην Ανταπαίτηση το εν λόγω ανήλικο κατά τους χρόνους λήξης της επικοινωνίας. Το Δικαστήριο υπό άλλη σύνθεση, αφού εξέτασε την μονομερή αίτηση δεν προχώρησε στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων μονομερώς, αλλά διέταξε την επίδοση τους στην Αιτήτρια για να ακούσει τις δικές της θέσεις επί του ζητήματος. ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΘ' ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ։ Η Αίτηση του Καθ' ου η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 30/03/2023 με την οποία γίνεται εκτενής αναφορά των ισχυρισμών του αλλά και των γεγονότων της υπόθεσης. Αρχικά, ο Καθ' ου ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια διαμένει σήμερα με το ανήλικο τέκνο τους που γεννήθηκε στις 31/01/2015 και το οποίο έχει αναγνωρίσει εκούσια. Από τον Σεπτέμβριο του 2020 που επήλθε η οριστική διάσταση στην σχέση του με την Αιτήτρια διατηρεί ένα άτυπο διευρυμένο πρόγραμμα διαμονής του ανήλικου μαζί του. Ο Καθ' ου στην συνέχεια ισχυρίζεται ότι επεδίωκε ανέκαθεν να έχει ενεργό συμμετοχή στην ζωή του ανήλικου υιού του, στην εκπαίδευση και στις καθημερινές του δραστηριότητες παρά τα προβλήματα που δημιούργησε τους τελευταίους μήνες η Αιτήτρια η οποία εμποδίζει την άσκηση επικοινωνίας με τον ανήλικο. Ουσιαστικά αναφέρει ότι ήταν αυτός που φρόντιζε τον ανήλικο επί καθημερινής βάσης μέχρι και την ηλικία των 3,5 ετών όταν αυτός άρχισε να φοιτά σε νηπιαγωγείο και η Αιτήτρια είχε επιστρέψει στην εργασία της. Ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια διατυπώνει στην Αίτηση της ψευδείς και/ή ανυπόστατους ισχυρισμούς για να τον μειώσει. Τονίζει ότι διαμένει σε ισόγεια κατοικία με μεγάλη αυλή και κήπο που εξυπηρετεί τις ανάγκες ψυχαγωγίας του ανήλικου τέκνου τους σε αντίθεση με την οικία της Αιτήτριας. Αναφέρει ότι είναι ένας καλός και στοργικός πατέρας που ενδιαφέρεται και θέλει να αφιερώνει όλο τον προσωπικό και ελεύθερο του χρόνο στον υιό του για την ευημερία του. Προσπαθεί τους τελευταίους τρείς μήνες να επικοινωνήσει με τον υιό του και η τελευταία φορά που επικοινώνησε ήταν στις 06/01/2023, ενώ η Αιτήτρια εμποδίζει την επικοινωνία με κάθε δυνατό τρόπο και έβαλε στόχο την πλήρη και οριστική αποξένωση από τον ανήλικο. Επιδιώκει πρόγραμμα επικοινωνίας με χρονική διάρκεια που θα αποβεί προς όφελος του ανήλικου αφού οι οποιεσδήποτε άλλες προσπάθειες εξεύρεσης σταθερού προγράμματος επικοινωνίας με χρονική διάρκεια απέτυχαν λόγω της καθολικής άρνησης της Αιτήτριας. Η Αιτήτρια μιλά με αρνητικά σχόλια για αυτόν και έχει δημιουργήσει στον ανήλικο ένα κλίμα φόβου, ανασφάλειας και τιμωρίας αν έχει επικοινωνία μαζί του. Προγραμματίζει τους επόμενους μήνες τον γάμο του με την σύντροφο του, η οποία είναι μητέρα δύο κοριτσιών και έχουν συνδεθεί με τον ανήλικο και ο τρόπος λειτουργίας της νέας του οικογένειας είναι άψογος και υποδειγματικός. Θεωρεί ότι είναι προς όφελος και προς το συμφέρον του ανήλικου να έχει τακτική και απρόσκοπτη επικοινωνία μαζί του. Λόγω της σοβαρότητας της υπόθεσης και ιδιαίτερα της κατ' επείγουσας φύσης της, αξιώνει τα αιτούμενα διατάγματα για να μην ανατραπεί ουσιαστικά η επικοινωνία με τον ανήλικο υιό του. ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΙΤΗΤΡΙΑΣ։ Η Αιτήτρια/Καθ' ης η Αίτηση στην παρούσα καταχώρησε την ένσταση της στις 11/04/2023 προβάλλοντας συνολικά 14 λόγους οι κυριότεροι εκ των οποίων είναι οι ακόλουθοι։ Ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  3. Δεν καταδεικνύεται ότι ο Καθ' ου η Αίτηση θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Δεν απεδείχθη ότι θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η αίτηση είναι ατεκμηρίωτη και στερείται οποιουδήποτε πραγματικού και νομικού υπόβαθρου, καθότι στηρίχτηκε σε αβάσιμα γεγονότα και ισχυρισμούς. Περαιτέρω, η ένσταση της βασίζεται στο ότι ο Καθ' ου δεν ενήργησε με καλή πίστη αλλά κακόπιστα και δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο όλα τα πραγματικά γεγονότα και/ή προέβη σε ψευδείς δηλώσεις και ισχυρισμούς. Ο Καθ' ου η Αίτηση δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, αφού δεν προέβη σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Τυχόν έγκριση των αιτούμενων διαταγμάτων στον βαθμό και στην έκταση που αυτά προτείνονται, θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημία στον ανήλικο. Τα αιτούμενα διατάγματα αν ήθελε αποδειχτούν από το Δικαστήριο δεν θα είναι προς όφελος του ανήλικου τέκνου των διαδίκων. Προβάλλεται επίσης ο λόγος ένστασης ότι το Δικαστήριο κωλύεται να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή υπέρ της έκδοσης τόσο διευρυμένου προγράμματος επικοινωνίας του Καθ' ου η Αίτηση με τον ανήλικο υιό των διαδίκων, καθότι η έκδοση τους ως ζητούνται, καθιστά αυτόματα την κύρια αίτηση άνευ αντικειμένου καθώς και την ανταπαίτηση του. Η ένσταση της Αιτήτριας υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της ημερομηνίας 11/04/2023 και από την οποία προβαίνω σε ειδική αναφορά των κυριότερων σημείων της, κατά την άποψη μου. Αρχικά, η Αιτήτρια αρνείται ότι ίσχυε ένα άτυπο διευρυμένο πρόγραμμα επικοινωνίας του Καθ' ου η Αίτηση με τον ανήλικο αλλά υπήρχε ένα πρόγραμμα προσαρμοσμένο στις επιθυμίες και ανάγκες του Καθ' ου. Πάντοτε συμφωνούσε σε αυτό και δεν έφερε καμία αντίρρηση στον Αιτητή πάντοτε σε πνεύμα συνεργασίας και φιλική διάθεση, ώστε να μην δημιουργείται αρνητικός αντίκτυπος στην ψυχολογία του παιδιού τους. Αρνείται ότι ο Καθ' ου επεδίωκε να έχει ενεργό συμμετοχή στην εκπαίδευση και στις καθημερινές δραστηριότητες του ανήλικου καθότι δεν ήταν τυπικός στην τήρηση τους. Παραδέχεται όμως ότι μαζί κάνουν δραστηριότητες και περνούν ποιοτικό χρόνο τα Σαββατοκυρίακα, εν τούτοις αναφέρει ότι ο Καθ' ου θεωρεί ότι η επικοινωνία με το παιδί του είναι μόνο δραστηριότητες χωρίς κανένα ενδιαφέρον για την εκπαίδευση, το διάβασμα του και τις εξωσχολικές-κοινωνικές του δραστηριότητες. Στην συνέχεια της ένορκης δήλωσης της, η Αιτήτρια αναφέρει ότι από τον Ιούλιο του 2015 μέχρι και το τρίτο έτος της ηλικίας του τέκνου τους ο Καθ' ου ήταν αυτός που τον επέβλεπε και από το 3ο έτος ηλικίας του μέχρι και την λήξη της σχέσης τους, ο Καθ΄ ου φρόντιζε τον ανήλικο από τις 13.00 που αυτό σχολνούσε μέχρι και τις 15.00 που αυτή επέστρεφε από την εργασία της. Αναφέρει ότι ήταν πάντοτε ήρεμη και συνεργάσιμη με τον Αιτητή για να αποφεύγονται οι εντάσεις για το παιδί. Δεν υπήρχαν ιδιαίτερα προβλήματα μετά τον χωρισμό των διαδίκων, όμως κάνει αναφορά σε ορισμένα περιστατικά που κατά την άποψη της, δημιούργησαν ανασφάλεια και φόβο στον ανήλικο προς τον πατέρα του. Ειδικότερα, η Αιτήτρια αναφέρεται σε δύο περιστατικά. Το ένα ήταν όταν ασκούσε ο Καθ' ου το δικαίωμα επικοινωνίας με τον ανήλικο και απότομα διέκοψε την τηλεφωνική επικοινωνία με την Αιτήτρια, δημιουργώντας φόβο και αναστάτωση στην ίδια και στον υιό της. Ακολούθησε ένταση και καβγάς στο σπίτι του Καθ' ου αφού η Αιτήτρια μετέβη εκεί και στην συνέχεια αποχώρησε μαζί με το ανήλικο τέκνο. Μετά από αυτό το περιστατικό χρειάστηκαν σχεδόν δύο μήνες μέχρι το παιδί να νοιώσει καλά και να επισκεφθεί ξανά τον πατέρα του, όπως η ίδια ισχυρίζεται. Το δεύτερο περιστατικό στο οποίο αναφέρεται η Αιτήτρια αφορά περίπτωση όπου ο Καθ' ου η Αίτηση ενημέρωσε την Αιτήτρια ότι ο ανήλικος θα μείνει μαζί του για ακόμη έξι ημέρες, ενώ δεν είχε συμφωνηθεί κάτι τέτοιο. Η Αιτήτρια προέβη σε καταγγελία του περιστατικού στην αστυνομία διότι ο Καθ' ου δεν απαντούσε τα τηλέφωνα και αυτή είχε ανησυχήσει. Για τους πιο πάνω λόγους, εξηγεί ότι αναγκάστηκε να προσφύγει στο Δικαστήριο και εξασφαλίστηκε στις 05/01/2023 προσωρινό διάταγμα με το οποίο καθορίστηκε ως τόπος διαμονής του ανήλικου, η εκάστοτε κατοικία της. Αναφέρει ότι τα πιο πάνω περιστατικά κλόνισαν κάθε αίσθημα ασφάλειας και εμπιστοσύνης του ανήλικου προς τον Καθ' ου η Αίτηση με αποτέλεσμα αυτός να φοβάται να μεταβεί στην οικία του λόγω της αυταρχικής και απόλυτης συμπεριφοράς του. Υποστηρίζει ότι μετά τις 06/01/23 ο ίδιος ουδέποτε επιδίωξε ξανά επικοινωνία με τον υιό του παρά μόνο δύο φορές. Ακολούθως, η Αιτήτρια αναφέρει ότι η τότε δικηγόρος της πρότεινε στον Καθ' ου να επικοινωνήσει με αυτήν για να διευθετήσουν την επικοινωνία με τον ανήλικο και αυτός αρνήθηκε κατηγορηματικά, αφού επέμενε σε συνεχόμενες διανυκτερεύσεις. Του εξήγησε ότι το παιδί δεν θέλει να μένει στον πατέρα του, γεγονός που ό ίδιος ο ανήλικος μετέφερε και στον πατέρα του, πράγμα που λυπεί την Αιτήτρια. Του προτάθηκε ένα δοκιμαστικό πρόγραμμα επικοινωνίας για περίοδο ενός μηνός με το οποίο ο Αιτητής θα είχε επικοινωνία 2-3 φορές την βδομάδα με τον ανήλικο, χωρίς διανυκτέρευση για σκοπούς εξομάλυνσης των σχέσεων πατέρα-υιού και κατάρριψη των αισθημάτων ανασφάλειας που αυτός τρέφει, παρά τις αντιρρήσεις του ανήλικου να διανυκτερεύσει στον Καθ' ου η Αίτηση. Ισχυρίζεται ότι ο Καθ' ου απέρριψε την πρόταση της επιμένοντας σε συνεχή επταήμερη επικοινωνία με διανυκτέρευση. Επαναλαμβάνει ότι δεν αμφισβητεί τον ουσιαστικό χρόνο που είχε ο ανήλικος με τον πατέρα του αλλά και ότι θα πρέπει να υπάρχει υγιής επικοινωνία, εν τούτοις πιστεύει ότι προς το παρόν θα πρέπει να αυτή να ρυθμιστεί χωρίς διανυκτερεύσεις μέχρι να εξαλειφθεί το αίσθημα ανασφάλειας που νοιώθει ο υιός των διαδίκων. Μάλιστα, στα πλαίσια εξώδικης διευθέτησης της υπόθεσης προτάθηκε στον Καθ' ου η Αίτηση να εφαρμοστεί δοκιμαστικά πρόγραμμα επικοινωνίας δύο φορές την εβδομάδα καθημερινές από τις 15։00-18։00 το απόγευμα και κάθε δεύτερο Σαββατοκυρίακο από το Σάββατο το πρωί στις 10.00 μέχρι την Κυριακή στις 18.00 το απόγευμα με διανυκτέρευση, εν τούτοις αυτός δεν απάντησε στην εν λόγω πρόταση. Τονίζει ότι ο Καθ' ου δεν σέβεται την απρόσκοπτη επικοινωνία που δικαιούται να έχει με τον ανήλικο κατά τον χρόνο που ασκεί το δικαίωμα επικοινωνίας μαζί του, αφού δεν την επιτρέπει και θεωρεί ότι αυτό το ζήτημα θα πρέπει να ρυθμιστεί σε πιθανή έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος στο μέλλον. Θεωρεί ωφέλιμο όπως ο ανήλικος να διαμένει στο σπίτι της υπό την φύλαξη και φροντίδα της και να έχει μία ρυθμισμένη επικοινωνία με τον πατέρα του, ωστόσο δεν θα επιτρέψει απολυταρχική στάση του Αιτητή η οποία διαταράσσει την ψυχική υγεία του τέκνου τους. Θεωρεί ότι δεν υπάρχει έδαφος για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και πιστεύει ότι παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο μία εικόνα εντελώς διαφορετική από την πραγματική, με διαστρεβλωμένα γεγονότα με στόχο την παραπλάνηση του Δικαστηρίου προς έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Κατά την ακρόαση της παρούσας Αίτησης κανένας από τους ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως του. Οι συνήγοροι των διαδίκων αρκέστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις και η κάθε πλευρά υπεραμύνθηκε των θέσεων της με αναφορά σε νομολογία. Μετά που παραδόθηκαν οι γραπτές αγορεύσεις των μερών, το Δικαστήριο διαπίστωσε την αναγκαιότητα διεξαγωγής συνέντευξης με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων, στην βάση της πρόσφατης νομολογίας και διέταξε το επανάνοιγμα της υπόθεσης προς τον σκοπό αυτό. (βλ. Η. Ιωαννίδη ν. Ch. Ιωαννίδη

(2002)1 ΑΑΔ 1446 όπου επανανοίχθηκε η υπόθεση και ζητήθηκε η γνώμη του ανήλικου μετά την ολοκλήρωση της ακρόασης και πριν την απαγγελία της απόφασης του Δικαστηρίου). Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΑΝΗΛΙΚΟ։ Στο τέλος της διαδικασίας το Δικαστήριο είχε συνέντευξη στο γραφείο με τον ανήλικο υιό των διαδίκων ηλικίας 8,5 ετών, στην παρουσία μονάχα της στενογράφου η οποία κρατούσε τα πρακτικά της συνέντευξης και η οποία έλαβε χώρα στην βάση της σχετικά πρόσφατης απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γ.Δ. κ.α. Α.Β. κ.α. Έφεση Αρ. 1/2022, ημερ. 07/07/2022, όπου κρίθηκε αναγκαία η λήψη προσωπικής συνέντευξης με τον ανήλικο ακόμα και στα πλαίσια ενδιάμεσης αίτησης. Πιστό αντίγραφο των πρακτικών της συνέντευξης δόθηκε στους δικηγόρους των συνηγόρων, αν επιθυμούσαν να τοποθετηθούν πριν το Δικαστήριο να επιφυλάξει την απόφαση του. Το άρθρο 6 παρ. 3 του Ν.216/90 προνοεί ότι ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου και στο βαθμό που μπορεί να αντιληφθεί, πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του πριν από κάθε απόφαση σχετικά με τη γονική μέριμνα, εφόσον η απόφαση αφορά τα συμφέροντα του. Στην καθοδηγητική απόφαση στην υπόθεση Ευγ. Στυλιανού ν. Βασ. Στυλιανού
(1993)1 Α.Α.Δ. 130, το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο επισήμανε τα ακόλουθα: «H μαρτυρία των ανηλίκων αναφορικά με τις επιθυμίες τους ως προς την επιμέλεια και φροντίδα του προσώπου τους αποτελεί πρωτογενές συστατικό στοιχείο για την άσκηση της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου για τη ρύθμιση της γονικής μέριμνας όπου καταρρέει ο γάμος. Αυτό συνάγεται ευθέως από τις πρόνοιες του άρθρου 6
(3)του Ν. 216/90 που επιτάσσει την αναζήτηση της γνώμης των ανηλίκων, εφόσον έχουν την ωριμότητα να διαμορφώσουν γνώμη, πριν τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης 'σχετικά με τη γονική τους μέριμνα'. Η μαρτυρία των ανηλίκων σε διαδικασία για γονική μέριμνα δεν στρέφεται εξ' αντικειμένου εναντίον οποιουδήποτε• είναι δηλωτική της γνώμης τους για το συμφέρον και την ευημερία τους. Το δικαίωμα που τους αναγνωρίζεται αποτελεί απόρροια της αυθυπαρξίας του ατόμου τους. Η λήψη της γνώμης του παιδιού, εφόσον η ωριμότητα του καθιστά δυνατή τη διαμόρφωση γνώμης, για την ανάθεση της επιμέλειας και μέριμνας του είναι υποχρεωτική, όπως προβλέπει το άρθρο 6
(3)του Νόμου 216/90 και ενέχει βαρύνουσα σημασία ως αποκαλυπτική της δικής του βούλησης για την ευτυχία και πρόοδο του. Όπως εξηγείται στην υπόθεση Gillick, όσο μεγαλώνει το παιδί και ανεξαρτητοποιείται ανάλογα μεγαλύτερη και βαρύνουσα καθίσταται η γνώμη του για την επιμέλεια του ατόμου του». Στην απόφαση Π.Ε. και K.R.U. (Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο), Έφεση αρ. 23/18, ημερ. 3.12.19, η Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κα Σταματίου τόνισε τα ακόλουθα: «H γνώμη του παιδιού έχει βαρύνουσα σημασία, και συνεπώς η βούληση του, αναλόγως της ωριμότητάς του, πρέπει να αναζητείται και να συνεκτιμάται (βλ. Στυλιανού ν. Στυλιανού
(1993)1 ΑΑΔ 130, Πασιαρδή ν. Θεοδοσίου
(2004)1 ΑΑΔ 338). Αυτό αποτελεί ένδειξη σεβασμού της προσωπικότητας του παιδιού από το νομοθέτη. Η αναζήτηση της γνώμης του παιδιού είναι υποχρεωτική, εφόσον το παιδί είναι ώριμο, λόγω βιολογικών ή κοινωνικών παραγόντων, να εκφράσει τη γνώμη του για συγκεκριμένο θέμα. Η γνώμη του παιδιού λαμβάνεται υπόψη νοουμένου ότι είναι γνήσια και όχι υποβολιμαία ή στηρίζεται στη μονομερή επίδραση του ενός εκ των γονέων. Ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπου το παιδί ζει με τον ένα γονέα ή όπου καλλιεργείται από τον ένα γονέα η αποξένωση ως προς τον άλλο γονέα». Στο σύγγραμμα «Οικογενειακό Δίκαιο» Απόστολου Γεωργιάδη, εκδόσεις Σάκκουλα, 2014, αναφέρονται τα ακόλουθα (σελ. 560-561): «β) Γνώμη τέκνου: Προκειμένου να διευκολυνθεί ο δικαστής (και των ασφαλιστικών μέτρων) στο έργο του, ο νόμος ορίζει ρητά ότι ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του πριν από κάθε απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα, εφόσον η απόφαση αφορά στα συμφέροντα του (ΑΚ 1511 § 3, ΚΠολΔ 681Γ § 3 εδ. α'). Αντίστοιχη ρύθμιση περιέχει και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την άσκηση των δικαιωμάτων των παιδιών (ν.2502/1997), σύμφωνα με την οποία «σε ένα παιδί που θεωρείται από το εσωτερικό δίκαιο ότι έχει επαρκή κρίση, στις διαδικασίες που το αφορούν ενώπιον μιας δικαστικής αρχής, παρέχονται τα ακόλουθα δικαιώματα, την απόλαυση των οποίων μπορεί να ζητήσει και το ίδιο: να ερωτάται και να εκφράζει τη γνώμη του» (άρθρο 3). Το δικαστήριο λοιπόν έχει καθήκον να αναζητήσει και να συνεκτιμήσει τη γνώμη του τέκνου, εφόσον πρόκειται για ώριμο παιδί που έχει την ικανότητα να αντιληφθεί το συμφέρον του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι υποχρεωμένο να την ακολουθήσει. Για τον λόγο αυτό το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα το επίπεδο ωριμότητας του τέκνου ενόψει και των εκάστοτε πραγματικών περιστατικών, οφείλει όμως να αιτιολογεί ειδικώς γιατί αυτό δεν έχει ενδεχομένως την απαιτούμενη ωριμότητα.» Κατά την διάρκεια της συνέντευξης, διαπίστωσα ότι ο ανήλικος είναι σίγουρα μία ευχάριστη προσωπικότητα, ιδιαίτερα κοινωνικός, με την χαρακτηριστική ζωηράδα για ένα παιδί της ηλικίας των 8,5 και πλέον ετών. Στην συνέχεια της συζήτησης μας και όταν εισήλθαμε σε θέματα ουσίας, αντιλήφθηκα ότι τελούσε σε μία σύγχυση, ήταν αγχωμένος και αρκετά προβληματισμένος για την κατάσταση που επικρατεί μεταξύ των γονιών του, αφού προφανώς δεν θέλει να στεναχωρήσει και να απογοητεύσει ούτε την μητέρα αλλά ούτε και τον πατέρα του. Σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε ανέφερε ότι καταπιέζεται και δεν νοιώθει καλά όταν μένει με τον πατέρα του και τον ενοχλεί ότι δεν μπορεί να μιλήσει με την μητέρα του, γιατί ο πατέρας του δεν τον αφήνει, όπως ισχυρίστηκε. Σε ορισμένα σημεία επέμενε από μόνος του χωρίς να ερωτηθεί να ξεστομίσει το πρόγραμμα επικοινωνίας που θέλει με τον πατέρα του, ένδειξη υποβολής της οποίας έγινε κοινωνός. Αρχικά επέμεινε ότι προτιμά να βλέπει τον πατέρα του Πέμπτη και Σαββατοκυρίακο επειδή τις άλλες μέρες δεν μπορεί, αλλά χωρίς διανυκτέρευση, αφού δεν το επιθυμεί. Ενώ προς το τέλος της συνέντευξης άλλαξε γνώμη και ανέφερε από μόνος του ότι επιθυμεί να βλέπει τον πατέρα του μόνο Πέμπτη από τις 3 ως τις 5 το απόγευμα. Από τις πιο πάνω διαπιστώσεις, καταδεικνύεται ότι ο ανήλικος τελεί σε καθεστώς σύγχυσης και επηρεασμού από τον ένα γονέα και συνεπώς δεν είναι σε θέση να εκφράσει ελεύθερα, γνήσια και ανεπηρέαστα τις πραγματικές του επιθυμίες. Ούτε συνεπώς διαθέτει την αναγκαία εκείνη ωριμότητα για να δύναται να ληφθούν σοβαρά υπόψη οι δηλώσεις στις οποίες προέβη κατά την διάρκεια της συνέντευξης. Η προσωπικότητα και ο χαρακτήρας του στην ηλικία των 8,5 ετών είναι ακόμα σε στάδιο ανάπλασης και διαμόρφωσης. Παραθέτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την συνέντευξη προς αιτιολόγηση της πιο πάνω θέσης μου։ Ε։ Η μάμα σου εμίλησεν καθόλου για το θέμα με τον παπά πότε να τον βλέπεις; Α։ Εγώ της είπα ότι τζαι θέλω να είμαι με τον παπά αλλά που τη μία θέλω αλλά που την άλλη εν θέλω. Εσυγχύστηκα. Στην καθοδηγητική απόφαση Γ.Κ. -και- Ε.Ζ. (Έφεση αρ. 8/21) ημερομηνίας 13/05/21 του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου, επισημάνθηκαν τα ακόλουθα։ «Σημείωσε όμως παράλληλα την νομολογιακή αρχή ότι όταν ένα τέτοιας φύσεως διάταγμα δεν εκτελείται συνεπεία της αρνητικής στάσης και συμπεριφοράς του ίδιου του ανήλικου, το δικαστήριο «οφείλει να ενδιατρίψει και να διαπιστώσει τα αίτια μιας τέτοιας στάσης και απόφασης και κατά πόσο η άρνηση του ανήλικου μορφώθηκε εξ ιδίων ή ήταν αποτέλεσμα επηρεασμού από τον εφεσείοντα» (Ι. ν. Γ., Έφεση ΔΟΔ 4/14, ημερ. 2.6.2017)». Σε σχέση με την ευχέρεια με την οποία ένας ανήλικος που έχει ακόμα ατελή την ψυχοπνευματική ανάπτυξη και την προσωπικότητα του υπό διαμόρφωση, μπορεί να επηρεαστεί από τους γονείς και τις συνεπακόλουθες υποχρεώσεις τους ώστε να αποφεύγεται ο σχηματισμός εχθρότητας του παιδιού προς τον άλλο γονέα κατά τρόπο που να αντιβαίνει προς το συμφέρον του, το πρωτόδικο δικαστήριο παρέπεμψε στο ακόλουθο χαρακτηριστικό απόσπασμα από την απόφαση του Αρείου Πάγου ΑΠ 1910/2005: «Πρέπει δε να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη ότι ο ανήλικος, που έχει ακόμα ατελή την ψυχοπνευματική ανάπτυξη και την προσωπικότητα του υπό διαμόρφωση, υπόκειται ευχερώς σε επιδράσεις και υποβολές των γονέων ή άλλων, οι οποίες, έστω και χωρίς επίγνωση γενόμενες, οδηγούν ασφαλώς στο σχηματισμό της μονομερούς διαμόρφωσης και προτίμησης προς τον ένα από τους γονείς, οπότε η προτίμηση του δεν εξυπηρετεί πάντοτε και το αληθές συμφέρον του. Η διάσπαση εξ άλλου της οικογενειακής συνοχής κλονίζει σοβαρώς την ψυχική ισορροπία του τέκνου που αισθάνεται ανασφάλεια και επιζητεί στήριγμα. Οι μεταξύ των συζύγων δημιουργούμενες έντονες αντιθέσεις ενίοτε αποκλείουν κάθε συνεννόηση μεταξύ τους, αλλά και σε σχέση με τα τέκνα τους, τα οποία όχι σπανίως χρησιμοποιούνται ως όργανα για την άσκηση παντοειδών πιέσεων και την ικανοποίηση εκδικητικών διαθέσεων.» ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ։ Για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν. 14/60 πρέπει να συνυπάρχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία στην αγωγή, και (γ) ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Τσιολάκκη και άλλη ν. Στυλιανίδη
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 782, Πουργουρίδη κ.ά. ν. Μέζου κ.ά.,
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 253, M & Ch Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. ν. Timberland Co.
(1997)(Γ) 1 Α.Α.Δ. 1791). Επιπρόσθετα, το Δικαστήριο οφείλει να σταθμίσει το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο το αιτούμενο διάταγμα (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ''Βασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Περαιτέρω, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει πάνω στα διαφιλονικούμενα θέματα στα οποία θα κριθεί η κυρίως αίτηση (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas,
(1984)1 Α.Α.Δ. 263). Λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές θα εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος σε σχέση με την επικοινωνία σε συνάρτηση με τον περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμο του 1990 (Ν. 216/90) και τις τροποποιήσεις αυτού. Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)(α) του Ν. 216/90, η γονική μέριμνα είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων, οι οποίοι το ασκούν από κοινού. Με βάση το άρθρο 5
(1)(β) του Νόμου, η γονική μέριμνα περιλαμβάνει τον προσδιορισμό του ονόματος, την επιμέλεια του προσώπου, τη διοίκηση της περιουσίας και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Ν. 216/90, αν οι γονείς διαφωνούν κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας και το συμφέρον του τέκνου επιβάλλει να ληφθεί απόφαση, αποφασίζει το Δικαστήριο, έπειτα από αίτηση οποιουδήποτε από τους γονείς. Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ.
(2)εδ. (α) του Ν. 216/90, η απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει να αποβλέπει προς το συμφέρον του τέκνου, (Ευγ. Στυλιανού ν. Βασ. Στυλιανού
(1993)1 ΑΑΔ 130, Διευθύντρια Τμήματος Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ν. Ντούμα κ.ά.
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 1911). Στην καθοδηγητική απόφαση Κκουφού ν. Κκουφού
(1997)1 ΑΑΔ 1588, 1593 επισημάνθηκαν τα ακόλουθα: «Η διαμόρφωση κρίσης πάνω σε θέματα γονικής μέριμνας είναι έργο λεπτό και σύνθετο. Δεν είναι εγχείρημα που στοχεύει στην απόδοση ευθυνών ή στην επιβολή κύρωσης για μεμπτή συμπεριφορά. Γνώμονας είναι το συμφέρον του ανηλίκου και κατά την εκτίμησή του προσλαμβάνει σημασία το σύνολο των κριτηρίων». Στην υπόθεση Ιωαννίδης κ.ά. ν. Ιωαννίδη κ.ά.
(2002)1 (Γ) ΑΑΔ Σελ. 1446, 1452 λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Στη διαδικασία αιτήσεων γονικής μέριμνας δεν υπάρχει το στοιχείο της αντιπαράθεσης μεταξύ των γονέων. Πρόκειται για διαδικασία εξεταστικού χαρακτήρα της οποίας, ο τελικός σκοπός είναι η καλύτερη εξυπηρέτηση της ευημερίας και του συμφέροντος του ανηλίκου. Στα άρθρα 6 και 14 του νόμου, αναφέρεται ότι το κύριο κριτήριο για τη γονική μέριμνα είναι το συμφέρον του τέκνου. Πρόκειται για αρχή η οποία επαναλαμβάνεται συχνά στη νομολογία». Το θεμελιώδες δικαίωμα επικοινωνίας με το τέκνο θεμελιώνεται μέσα από τις πρόνοιες του άρθρου 17 του Ν.216/90 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «17
(1)։ Ο γονέας με τον οποίο δε διαμένει το τέκνο διατηρεί το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας με αυτό.
(2)Σε περίπτωση διαφωνίας όσο αφορά την άσκηση του δικαιώματος, προσωπικής επικοινωνίας, αποφασίζει το Δικαστήριο.
(3)Στην απόφαση του το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και εφαρμόζει κατ' αναλογία τις πρόνοιες του άρθρου 6». Στο σύγγραμμα των Απ. Γεωργιάδη και Μιχ. Σταθόπουλου «ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΞ», Τόμος VII, αναφέρονται τα πιο κάτω (σελ. 228-229): «Συνήθως, πριν και μετά το διαζύγιο, οπότε κυρίως ασκείται το δικαίωμα επικοινωνίας, επικρατούν ταραγμένες σχέσεις μεταξύ των συζύγων. Ενόψει αυτού του δεδομένου, η πραγματοποίηση της επικοινωνίας θα πρέπει να γίνεται με τρόπο που εξασφαλίζει κατά το δυνατόν καλύτερα το συμφέρον του παιδιού. Οι γονείς θα πρέπει να φροντίζουν, ώστε το παιδί να μένει εκτός του προσωπικού πεδίου εντάσεως αλλά και να μη θίγονται με τη συμπεριφορά καθενός από αυτούς τα δικαιώματα του άλλου. Τα παραπάνω προϋποθέτουν αμοιβαίο σεβασμό και συνεργασία μεταξύ των γονέων. Στο δικαίωμα επικοινωνίας του ενός γονέα αντιστοιχεί υποχρέωση του άλλου να απέχει από κάθε ενέργεια, η οποία άμεσα ή έμμεσα μπορεί να οδηγήσει στην παρεμπόδιση της, είτε επιδρώντας στη θέληση του παιδιού να δεχθεί την επικοινωνία, είτε με τη δημιουργία άλλων εμποδίων. Πολύ περισσότερο, ο γονέας με τον οποίο διαμένει το παιδί, θα πρέπει να ευνοεί και να διευκολύνει, χάριν του συμφέροντος του παιδιού, την επικοινωνία με τον άλλο γονέα, παραμερίζοντας τυχόν αντίθετες δικές του επιθυμίες». Περαιτέρω, αναφορικά με το ζήτημα της επικοινωνίας, παραθέτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από το σύγγραμμα 'Οικογενειακό Δίκαιο-Τόμος ΙΙ' Όγδοη έκδοση
(2021)της Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, όπου στην σελ. 338 αναφέρονται τα ακόλουθα։ «Η διευκόλυνση και η προώθηση του δικαιώματος επικοινωνίας μπορεί να εκδηλώνεται με πολλούς τρόπους, όπως η εμφύσηση στο παιδί καλών αισθημάτων για τον άλλο γονέα και η καλή συνεργασία με αυτόν προκειμένου να καθοριστούν οι λεπτομέρειες της άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας. Στο πλαίσιο αυτής της διευκόλυνσης ο υπόχρεος οφείλει να διαπαιδαγωγήσει το παιδί, έτσι ώστε αυτό να αποδέχεται την επικοινωνία, όχι όμως βέβαια και κάμπτοντας την τυχόν αντίσταση του παιδιού με την βία. Εννοείται άλλωστε, ότι ο υπόχρεος οφείλει κατά μείζονα λόγο να μην παρεμποδίζει την επικοινωνία, «κρύβοντας» λ.χ. το παιδί και γενικότερα παραβιάζοντας την συμφωνία ή την δικαστική απόφαση που ρυθμίζει την επικοινωνία χωρίς να υπάρχουν για αυτό σοβαροί λόγοι που υπαγορεύονται από το συμφέρον του ανήλικου και που σχετίζονται με την σωματική ή ψυχική υγεία του. Μορφή παρεμπόδισης συνιστά επίσης ο επηρεασμός του παιδιού ώστε αυτό να αρνείται την επικοινωνία και η άρνηση να οφείλεται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σε αυτόν τον επηρεασμό (κάτι που είναι πιθανότερο να συμβεί όταν το παιδί είναι μικρό σε ηλικία ή πνευματικά ανώριμο). Εξάλλου, υποχρεώσεις έχει και ο δικαιούχος της επικοινωνίας ο οποίος τις ώρες που βλέπει το παιδί, οφείλει να μην διαταράζει την σχέση του με τον υπόχρεο της επικοινωνίας είτε προσπαθώντας να εμπνεύσει στο παιδί αντιπάθεια για τον υπόχρεο είτε επεμβαίνοντας στον τρόπο άσκησης της επιμέλειας, την οποία συνήθως θα έχει ο υπόχρεος». ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ։ Στην υπό εκδίκαση υπόθεση, θεωρώ ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας, εφόσον ο Αιτητής είναι ο πατέρας του ανήλικου, δηλαδή ένας εκ των δύο φορέων της γονικής μέριμνας και ο ανήλικος δεν διαμένει μαζί του. Τονίζω σε αυτό το σημείο ότι το Δικαστήριο, στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο, δεν θα καταλήξει σε ευρήματα στα διαφιλονικούμενα θέματα τα οποία αποτελούν την ουσία της κυρίως αίτησης. Σημειώνω ότι το Δικαστήριο στην υπό κρίση αίτηση δεν εξέδωσε οποιοδήποτε διάταγμα μονομερώς, διέταξε την επίδοση της αίτησης και άκουσε και τις δύο πλευρές. Επομένως, δεν εφαρμόζονται οι κανόνες για πλήρη αποκάλυψη (Κυριακίδης ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2011)1 ΑΑΔ 816. Μέσα από την ένορκη δήλωση της ίδιας της Αιτήτριας αλλά και του Αιτητή, διαφαίνεται ότι υπάρχει καλή σχέση του πατέρα με τον ανήλικο. Ο Αιτητής είχε ενεργό ρόλο για χρόνια στην καθημερινότητα του αφού τον φρόντιζε, ενώ είναι παραδεκτό ότι μαζί κάνουν δραστηριότητες και περνούν ποιοτικό χρόνο μαζί. Προκύπτει επίσης από την ένορκη δήλωση της μητέρας ότι αναγνωρίζει το δικαίωμα του πατέρα για επικοινωνία, δεν επιθυμεί να αποξενώσει το παιδί από τον πατέρα του και μάλιστα η τελευταία της πρόταση ήταν για υιοθέτηση δοκιμαστικού προγράμματος επικοινωνίας που συμπεριελάμβανε δύο καθημερινές την εβδομάδα από τις 15։00-18։00 το απόγευμα και κάθε δεύτερο Σαββατοκυρίακο από το Σάββατο το πρωί από τις 10։00 μέχρι την Κυριακή στις 18։00 το απόγευμα με δικαίωμα διανυκτέρευσης. Στην συνέχεια όμως, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι ζητεί το παιδί να έχει μία υγιή επικοινωνία μαζί με τον Καθ' ου χωρίς διανυκτερεύσεις μέχρι να εξαλειφθεί το αίσθημα ανασφάλειας που του δημιουργήθηκε, θέση η οποία έρχεται ουσιαστικά σε αντίθεση με τις προηγούμενες προτάσεις της για εξώδικη διευθέτηση της παρούσης. Ουσιαστικά, η Αιτήτρια παραπονείται ότι ο Καθ' ου κατά την άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας του με τον ανήλικο δεν δείχνει κανένα ενδιαφέρον σε ότι αφορά την εκπαίδευση του, το διάβασμα του και τις εξωσχολικές-κοινωνικές του δραστηριότητες. Κυρίως όμως αναφέρει δύο περιστατικά που προκάλεσαν ανασφάλεια και ανησυχία στον ανήλικο, ότι δηλαδή ο Καθ' ου κράτησε για περισσότερες ημέρες τον ανήλικο χωρίς προηγουμένως να την ενημερώσει και χωρίς να απαντά τα τηλέφωνα και το άλλο περιστατικό αφορούσε περίπτωση που ο Καθ' ου εμπόδισε και/ή διέκοψε την τηλεφωνική επικοινωνία του ανήλικου με την μητέρα του. Πράγματι θεωρώ ότι τα εν λόγω περιστατικά είναι ανησυχητικά, όμως δεν είναι ικανά να εμποδίσουν σε μεγάλο βαθμό το δικαίωμα άσκησης επικοινωνίας του Καθ' ου η Αίτηση με το παιδί του αλλά και την έκταση του. Πρόκειται για θέματα τα οποία μπορούν να επιλυθούν με την ορθή καθοδήγηση και ρύθμιση του ίδιου του Δικαστηρίου αλλά και των λειτουργών του Γραφείου Ευημερίας. Επιπρόσθετα, η Αιτήτρια παραλείπει να δικαιολογήσει επαρκώς γιατί θα πρέπει να μην διανυκτερεύσει στο παρόν στάδιο ο ανήλικος με τον πατέρα του και ο ισχυρισμός της παρέμεινε γενικός και μετέωρος, ιδίως από την στιγμή που η ίδια είχε εισηγηθεί την διανυκτέρευση έστω και σε δοκιμαστικό στάδιο. Η τρυφερή νεαρή ηλικία των 8,5 ετών του ανήλικου Ο.Π. μπορεί να επενεργήσει θετικά στην προσαρμογή του σε ένα νέο σταθερό πρόγραμμα επικοινωνίας. Σε κάθε περίπτωση, η πάροδος του χρόνου χωρίς σταθερή επικοινωνία, ενδέχεται να δημιουργήσει τετελεσμένα γεγονότα και συμπεριφορές αλλά και ανυπέρβλητα εμπόδια. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα, παραπέμπω στην απόφαση M & Ch Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. ν. Timberland Co (ανωτέρω), όπου επισημάνθηκαν τα πιο κάτω (σελ. 1799): «Όπως επισημαίνεται στην Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231, 240, την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο επικαλείται στην απόφασή του, το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου σε θεραπεία». Η τρίτη προϋπόθεση, όπως πιο πάνω αναφέρεται, δεν πρέπει να συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς στις υποθέσεις των πολιτικών Δικαστηρίων, πόσο μάλλον στις υποθέσεις των οικογενειακών διαφορών, όπως η παρούσα. Στην απόφαση Κατσουρίδης ν. Κατσουρίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 415, τονίστηκαν τα ακόλουθα (σελ. 427): «Ο εφεσείων δεν αμφισβήτησε ούτε την τρίτη προϋπόθεση από τις προϋποθέσεις της επιφύλαξης στο άρθρο 32
(1). Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στο σύγγραμμα του David Bean, Injunctions, 5η έκδοση σελ. 149 ως προς τη δυνατότητα του Δικαστηρίου για άμεση παρέμβαση με παρεμπίπτον διάταγμα στις περιπτώσεις οικογενειακών διαφορών που απολήγουν σε πράξεις βίας ή που επηρεάζουν την ευημερία ανηλίκων για να καταλήξει πως «οι πληγωμένες σχέσεις και τα τραυματισθέντα συναισθήματα των διαδίκων και των ανηλίκων δεν αποτιμούνται σε χρήμα και δεν αποκαθίστανται μεταγενέστερα.» Εν προκειμένω, ο προσδιορισμός του δικαιώματος επικοινωνίας του πατέρα με το παιδί του δεν μπορεί να αναμένει την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης, ούτε δύναται να αποζημιωθεί σε μεταγενέστερο στάδιο, διότι η καταστρατήγηση και/ή η μη έγκαιρη άσκηση αυτού του δικαιώματος ενδέχεται να πλήξει ανεπανόρθωτα το γνήσιο συμφέρον του ανήλικου και να οδηγήσει σε αποξένωση του από τον πατέρα του, ιδιαίτερα σε μία νεαρή ηλικία, στην οποία κτίζονται οι βάσεις της υγιούς σχέσης και δεσμού πατέρα-υιού. Συνεπώς, καταλήγω ότι πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60. Έχοντας καταλήξει ότι πληρούνται και οι τρείς προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, προχωρώ να εξετάσω το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας. Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μου και αξιολογώντας σφαιρικά τα δεδομένα της παρούσης υπόθεσης, δεν θεωρώ και ούτε έχω πειστεί ότι η παρούσα περίπτωση είναι από αυτές που ο Καθ' ου η Αίτηση θα πρέπει να αποστερηθεί του δικαιώματος για ουσιαστική επικοινωνία με το ανήλικο τέκνο του. Και τούτο, διότι δεν έχουν καταδειχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου εκείνοι οι ειδικοί και εξαιρετικοί λόγοι που να δικαιολογούν μία τέτοια απόκλιση από τις νομοθετικές, συνταγματικές και νομολογιακές επιταγές. Ισοζυγίζοντας τα δεδομένα της υπόθεσης, κρίνω ότι υπάρχει μεγαλύτερος κίνδυνος αδικίας αν απορριφθούν οι αξιώσεις του πατέρα του τέκνου, παρά από το να εγκριθούν, συνεπώς το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Κρίνεται συναφώς δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα διάταγμα με σταθερό πρόγραμμα επικοινωνίας το οποίο θα αποβεί προς όφελος του ανήλικου αλλά και των ίδιων των διαδίκων σε τελική ανάλυση. Στην σχετικά πρόσφατη απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην υπόθεση Γ.Δ. κ.α. ν. Α.Β. κ.α., Έφεση Αρ. 1/2022, 2/2022, ημερομηνίας 07/07/2022 επισημάνθηκαν τα ακόλουθα։ «Η αίτηση για επικοινωνία από τον γονέα με τον οποίο δεν διαμένει το παιδί έχει ως νομικό υπόβαθρο το δικαίωμα του γονέα αυτού για επικοινωνία με το παιδί του. Ωστόσο, κυρίαρχη παράμετρος στην απόφαση για το ζήτημα δεν είναι η ικανοποίηση του δικαιώματος του γονέα, αλλά το συμφέρον του παιδιού, εφόσον εκεί πρέπει να αποβλέπει η απόφαση του Δικαστηρίου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ιεράρχησε το συμφέρον των παιδιών ως την προτεραιότητα του, αποδίδοντας του καθοριστική σημασία. Και αποφάσισε το αυτονόητο. Ότι στην απουσία εξαιρετικών και ακραίων περιστάσεων που υπαγορεύουν άλλη κατάληξη, τα παιδιά πρέπει να έχουν επικοινωνία με το γονέα τους με τον οποίο δεν διαμένουν, γιατί αυτό είναι το επιστημονικά αποδεδειγμένο και κατά γενική ομολογία συμφέρον τους, να διατηρούν δηλαδή επαφή μαζί του. Το ζήτημα δεν είναι η πρόσκαιρη προτίμηση του παιδιού, αλλά το συμφέρον του. Δεν είναι ζήτημα κατά πόσο το παιδί δεν αρέσκεται στην επικοινωνία γιατί διαταράσσεται το πρόγραμμα ή οι συνήθειες του, ή γιατί ο γονιός αυτός δεν μπορεί να προσφέρει ανάλογες ανέσεις ή αναψυχή ή δεν είναι διασκεδαστικός ή είναι αυστηρός ή επικριτικός μαζί του. Το συμφέρον του κάθε παιδιού για επικοινωνία με τον γονέα του είναι πολύ ουσιαστικό. Το παιδί έχει πολλά να κερδίσει από την επικοινωνία μαζί του και στην απουσία της πολλά να χάσει. Τόσα έτσι ώστε μόνο πολύ ιδιαίτερες, ακραίες θα λέγαμε, περιστάσεις θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τον αποκλεισμό τέτοιας επικοινωνίας, η οποία πρέπει να αποκαθίσταται χωρίς χρονοτριβή, ώστε να μην δημιουργούνται συνθήκες αποξένωσης ή να επιτείνεται υφιστάμενη αποξένωση του παιδιού από τον γονέα του». Δεν θεωρώ ακόμα ότι θα πρέπει στο παρόν στάδιο να εξεταστεί και να εκδοθεί ένα πιθανό διευρυμένο πρόγραμμα επικοινωνίας με τον ανήλικο το οποίο περιλαμβάνει συνεχόμενες ημέρες, όπως δηλαδή αιτείται ο Καθ' ου η Αίτηση, αφού αυτό είναι κάτι το οποίο θα εξετάσει το Δικαστήριο όταν θα έχει ενώπιον του την ολοκληρωμένη μαρτυρία των διαδίκων αλλά και την έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας. Το ίδιο φρονώ και για την ειδικότερη ρύθμιση που επιδιώκει ο Καθ' ου η Αίτηση για την περίοδο των εορτών των Χριστουγέννων, των εορτών του Πάσχα και κατά την διάρκεια των θερινών διακοπών, αφού η εν λόγω ρύθμιση θα μπορεί να εξεταστεί και να αποφασιστεί κατά το διερευνητικό στάδιο της κυρίως υπόθεσης, όπου θα υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου το πλήρες μαρτυρικό υλικό, ούτως ώστε να είναι σε θέση να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Τονίζω ότι τα οποιαδήποτε ευρήματα στα οποία έχει προβεί το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας, έγιναν στα πλαίσια της εξέτασης για την έκδοση ή μη των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων και μόνο, αφού όλα τα ζητήματα που ηγέρθηκαν στην εναρκτήρια αίτηση θα εξεταστούν και θα αποφασισθούν, όταν θα εκδικαστεί η ουσία της υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograska Banka D.D.
(1999)1 (A) Α.Α.Δ. 225,236). Καταληκτικά, είναι η θέση μου, ότι η επικοινωνία με τον άλλο γονέα δεν μπορεί να θεωρείται προαιρετική και ούτε πρέπει να παρουσιάζεται ως τέτοια στο παιδί. Σίγουρα το παιδί θα έχει κάποιους ενδοιασμούς και αντιδράσεις ως προς τον χρόνο, τον τρόπο, το είδος και την ποιότητα της επικοινωνίας. Εν τούτοις, η επικοινωνία με τον άλλο γονέα θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη και μη διαπραγματεύσιμη για το παιδί. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό ο γονέας που έχει την φύλαξη του τέκνου να δείχνει ότι εγκρίνει την επικοινωνία με τον άλλο γονέα, ακόμα και να ενθαρρύνει την διανυκτέρευση στην οικία του άλλου γονιού, παραμερίζοντας οποιουσδήποτε ενδοιασμούς, προκαταλήψεις αλλά και αποδοκιμασίες που πηγάζουν από τις προσωπικές τους διαφορές και θέσεις. Μόνο με αυτό τον τρόπο θα επιτευχθεί μία ορθή, ισορροπημένη και ολοκληρωμένη ψυχοσωματική ανάπτυξη και ανατροφή του παιδιού, ενώ ταυτόχρονα θα εξυπηρετηθεί το γνήσιο συμφέρον του. ΚΑΤΑΛΗΞΗ։ Συνεπακόλουθα, εκδίδεται προσωρινό διάταγμα με το οποίο ρυθμίζεται η επικοινωνία του Καθ' ου η Αίτηση με το ανήλικο τέκνο του Ο.Π. ως ακολούθως: (α) Κάθε Τρίτη και Πέμπτη εκάστου μηνός από η ώρα 15։00 μέχρι η ώρα 18։00 της ίδιας ημέρας. (β) Κάθε δεύτερη και τέταρτη εβδομάδα εκάστου μηνός, το Σάββατο πρωί από τις 10։00 π.μ. μέχρι την Κυριακή στις 18։00 μ.μ. το απόγευμα, με δικαίωμα διανυκτέρευσης. Ως τόπος παραλαβής και παράδοσης του Ο.Π. για σκοπούς επικοινωνίας του Καθ' ου η Αίτηση με αυτόν θα θεωρείται ο εκάστοτε τόπος διαμονής του παιδιού μαζί με την Αιτήτρια στην Λεμεσό. Ο Καθ' ου η Αίτηση διατάσσεται να παραλαμβάνει τον ανήλικο στην έναρξη του δικαιώματος του και να τον επιστρέφει στην λήξη του από και στον εκάστοτε τόπο διαμονής του ανήλικου στην Λεμεσό. Η Αιτήτρια διατάσσεται όπως παραδίδει στον Καθ΄ ου η Αίτηση τον ανήλικο στην έναρξη του δικαιώματος του και να τον παραλαμβάνει στην λήξη του από και στον εκάστοτε τόπο διαμονής του ανήλικου στην Λεμεσό. Περαιτέρω, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο η Αιτήτρια θα επιτρέπεται να έχει ελεύθερη και απρόσκοπτη τηλεφωνική επικοινωνία ή επικοινωνία μέσω βιντεοκλήσης και/ή άλλου μέσου τεχνολογίας με τον ανήλικο κατά τις ημέρες και ώρες επικοινωνίας του Καθ' ου η Αίτηση με αυτόν και ο Καθ' ου η Αίτηση υποχρεούται να επιτρέπει και να μην εμποδίζει αυτή την επικοινωνία. Ως ημερομηνία έναρξης του πιο πάνω προσωρινού διατάγματος ορίζεται η 10/10/2023 και αυτό θα συνεχίσει να ισχύει μέχρι την εκδίκαση της κυρίως Αίτησης ή νεότερου διατάγματος του Δικαστηρίου. Δίδονται οδηγίες στον Πρωτοκολλητή όπως αποστείλει αντίγραφο της παρούσας ενδιάμεσης απόφασης στο Επαρχιακό Γραφείο του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας Λεμεσού προς ενημέρωση της αρμόδιας Λειτουργού. Ασκώντας τη διακριτική μου εξουσία και ενόψει της πιο πάνω κατάληξης, κρίνω ότι λόγω της μερικής επιτυχίας της Αίτησης, η Αιτήτρια να διαταχθεί να καταβάλει στον Καθ' ου η Αίτηση το ήμισυ των εξόδων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της κυρίως αίτησης, οπότε και αυτά θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ............................................................ Χ. Πογιατζής Δ. Οικ. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.