K. K. ν. A. K., Αρ. Αίτησης: 35/2021, 8/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Δικαιοδοσία Γονικής Μέριμνας ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Χ" Αθανασίου - Σιαμτάνη Δ. Αρ. Αίτησης: 35/2021 Μεταξύ: K. K. εκ Λεμεσού Αιτητή και A. K. εκ Λεμεσού Καθ' ης η Αίτηση Αίτηση παρακοής ημ. 9/9/2021 Ημερομηνία: 8 Φεβρουαρίου 2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητή : κα Τζ. Ζήνωνος Για Καθ' ης η Αίτηση: κα Γ. Στυλιανίδου ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 10/6/2021 οι διάδικοι συμφώνησαν μεταξύ άλλων στην έκδοση του ακόλουθου προσωρινού διατάγματος: Διατάγματος με το οποίο ρυθμίζεται η επικοινωνία του Αιτητή με το ανήλικο τέκνο του Ν. Κ. ως ακολούθως: α) Κάθε Τετάρτη και Παρασκευή από η ώρα 10.π.μ. μέχρι η ώρα 1.30 π.μ. β) Σάββατο ή Κυριακή εναλλάξ από εβδομάδα σε εβδομάδα από η ώρα 4μ.μ. μέχρι η ώρα 8 μ.μ, αρχομένου του δικαιώματος του από 19/6/
- Διατάχθηκε περαιτέρω η Καθ' ης η Αίτηση όπως παραδίδει και παραλαμβάνει το ανήλικο τέκνο της στον Αιτητή στον εξωτερικό χώρο του εκάστοτε τόπου διαμονής της στη Λεμεσό. Το προσωρινό διάταγμα κατέστη εκ συμφώνου απόλυτο και θα ισχύει μέχρι εκδίκασης της κυρίως υπόθεσης και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Ας σημειωθεί ότι εκκρεμούν εκατέρωθεν διάφορα ζητήματα που άπτονται της άσκησης της γονικής μέριμνας του ανήλικου παιδιού τους, με αντιδικίες οι οποίες προχώρησαν σε ακρόαση και εκδόθηκαν αποφάσεις. Με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η σύλληψη, φυλάκιση και/ή επιβολή προστίμου και/ή κατασχέσεως της περιουσίας της Καθ' ης η Αίτηση λόγω θεληματικής και/ή εκ προθέσεως παρακοής και/ή περιφρόνησης του Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 10/6/2021, καθώς παρέλειψε να παραδώσει το παιδί στον Αιτητή την 8/9/2021, σύμφωνα με τις πρόνοιες του διατάγματος επικοινωνίας. Ενώπιον του Δικαστηρίου εκκρεμεί και άλλη αίτηση η οποία καταχωρήθηκε στις 16/9/2021, μια εβδομάδα μετά την καταχώρηση της παρούσας με ισχυρισμό ότι η Καθ' ης η Αίτηση παραβίασε το διάταγμα του Δικαστηρίου γιατί δεν παρέδωσε το παιδί στις 10/9/
- Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση του ο Αιτητής αναφέρει για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος, ότι αυτό επιδόθηκε στην Καθ' ης η Αίτηση προσωπικά και δεόντως οπισθογραφημένο στις 7/7/
- Αναφέρει στη συνέχεια ότι κατά η περί την 31/8/2021 σε απάντηση του μηνύματος του ότι θα παραλάμβανε τον ανήλικο την επόμενη μέρα η ώρα 10 π.μ σύμφωνα με το διάταγμα, η Καθ' ης η Αίτηση του ζήτησε να αλλάξουν την ώρα ενημερώνοντας τον ότι είχε γίνει αλλαγή στο πρόγραμμα του παιδιού. Ο ίδιος αποδέχθηκε για τη συγκεκριμένη μέρα και μεμονωμένα την αλλαγή ώρας, αλλά της ζήτησε αν ήθελε μόνιμη αλλαγή στις ώρες να τον ενημερώσει για το συγκεκριμένο πρόγραμμα του παιδιού για να το συζητήσουν, κάτι το οποίο δεν έπραξε. Στις 8/9/2021, όπως αναφέρει ο Αιτητής, δυνάμει του Διατάγματος θα έπρεπε να παραλάβει τον ανήλικο η ώρα 10 π.μ. και να τον επιστρέψει στις 1.30 μ.μ. Κατά τις 7.30 π.μ. η Καθ' ης η Αίτηση του έστειλε μήνυμα αναφορικά με την ώρα παραλαβής του παιδιού στο οποίο και της απάντησε κατά τις 9.10 π.μ. ότι θα το παραλάμβανε σύμφωνα με το Διάταγμα του Δικαστηρίου. Επισυνάπτει τα μηνύματα. Όπως αναφέρει περαιτέρω όταν της υπενθύμισε ότι θα πρέπει να συμμορφώνεται στο Διάταγμα ή θα λάμβανε νομικά μέτρα για να διασφαλίσει το δικαίωμα επικοινωνίας με το παιδί του, του απάντησε να κρατά τις απειλές του για την KGB. Όταν έφτασε όπως ισχυρίζεται ο Αιτητής στο σπίτι της Καθ' ης η Αίτηση για να παραλάβει το παιδί και ενώ της έστελνε μηνύματα για το παραδώσει, αυτή δεν ανταποκρίθηκε. Προσέφυγε στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας, όπου ανέφερε το περιστατικό και καταχώρησε καταγγελία με αρ.106/
- Είναι η θέση του ότι η Καθ' ης η Αίτηση σκόπιμα διευθετεί διάφορες εξόδους και προγραμματισμένες δραστηριότητες του παιδιού τους κατά τις ημέρες επικοινωνίας του με σκοπό να παραβιάζει το Διάταγμα. Ως αποτέλεσμα των εκδικητικών της πράξεων δεν κατέστη δυνατόν να ασκήσει το δικαίωμα επικοινωνίας του. Η ενέργεια της Καθ' ης η Αίτηση, σύμφωνα με τον Αιτητή, έχει ως στόχο και σκοπό να τον εκβιάσει για τις μεταξύ τους εκκρεμούσες αιτήσεις. Ηθελημένα δε και με τις πράξεις και παραλείψεις της παρεμποδίζει την εφαρμογή του Διατάγματος. Γι' αυτό ζητά όπως το Δικαστήριο επιβάλει την τιμωρία της. Στην αίτηση παρακοής η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρησε ένσταση προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
- Οι ισχυριζόμενες παραβιάσεις του Διατάγματος ημερομηνίας 10/06/2021 τίθενται και βασίζονται σε ψευδείς ισχυρισμούς, απόκρυψη στοιχείων και της αλήθειας και σε αλλοιωμένα πραγματικά γεγονότα.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των Αιτούμενων θεραπειών της υπό κρίση Αίτησης καθότι δεν υπήρξε ηθελημένη ανυπακοή και/ή δεν υπήρξε καθόλου ανυπακοή του Διατάγματος ημερομηνίας 10/06/2021 και/ή δεν υπήρξε πρόθεση καταστρατήγησης του Διατάγματος ημερομηνίας 10/06/
- Δεν υφίστανται τα συστατικά στοιχεία του ισχυριζόμενου αδικήματος παρακοής.
- O Αιτητής δεν υποστηρίζει με οποιονδήποτε τρόπο τους ισχυρισμούς του.
- O Αιτητής κωλύεται από το να προωθεί την παρούσα διαδικασία και/ή η υπό κρίση Αίτηση καταχωρήθηκε καταχρηστικά και/ή εκδικητικά και/ή έχει αλλότριους σκοπούς.
- O Αιτητής έχει ήδη προωθήσει διαδικασία και/ή Ενδιάμεση Αίτηση ημερομηνίας 07/02/2022 για τροποποίηση του Προσωρινού Διατάγματος, το οποίο o Αιτητής ισχυρίζεται ότι η Καθ' ης η Αίτηση παράκουσε και/ή είναι νομικά και/ ή πραγματικά παράλογο και/ ή δεν επιτρέπεται να καταδικαστεί η Καθ' ης η Αίτηση για παρακοή διατάγματος, για το οποίο ο Αιτητής προωθεί διαδικασία τροποποίησης εν όψει αλλαγών συνθηκών που το καθιστούν αδύνατο να εφαρμοστεί.
- Υπήρχαν και/ή υπάρχουν σπουδαίοι λόγοι και αλλαγή συνθηκών κατ' απαίτηση του Αιτητή οι οποίοι καθιστούσαν και/ή δημιουργούσαν αδυναμία της Καθ' ης η Αίτηση να παραδώσει τον ανήλικο υιό των διαδίκων στον Αιτητή και οι οποίοι ήταν σε γνώση του Αιτητή.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 42 του Ν. 14/60 αναφορικά με το επιβλητό (enforcable) ενός διατάγματος και/ή το διάταγμα δεν είναι αναγκαστικό (coercive order) και/ή διατακτικά (mandatory) και/ή απαγορευτικό (prohibitory) αλλά μόνο αναγνωριστικό και/ή ρυθμιστικό.
- Η Αίτηση είναι Θνησιγενής και/ή νόμω και/ή ουσία αβάσιμη καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει o Νόμος και η Νομολογία.
- Η Ένορκη Δήλωση του Αιτητή που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση δεν είναι δεόντως μεταφρασμένη από ορκωτό μεταφραστή, σύμφωνα με τον περί Εγγραφής και Ρύθμισης των Υπηρεσιών Ορκωτού Μεταφραστή Νόμο του 2019 (45(Ι)/2019).
- O Αιτητής δεν έχει επισυνάψει στην Ένορκη Δήλωσή του δεόντως μεταφρασμένα τεκμήρια από ορκωτό μεταφραστή, σύμφωνα με τον περί Εγγραφής και Ρύθμισης των Υπηρεσιών Ορκωτού Μεταφραστή Νόμο του 2019 (45(Ι)/2019).
- Δεν υφίστανται τα συστατικά στοιχεία του ισχυριζόμενου αδικήματος παρακοής. Την ένσταση συνοδεύει η ένορκη δήλωση της Καθ' ης η Αίτηση. Θα συνοψίσω κατωτέρω τα γεγονότα και ισχυρισμούς της Καθ' ης η Αίτηση στη βάση των οποίων ζητά από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση. Αφού παραδέχεται ότι δεν παρέδωσε το ανήλικο στον Αιτητή κατά την πιο πάνω ημερομηνία είναι η θέση της ότι δεν ήταν ηθελημένη η πράξη της, καθώς το παιδί βρισκόταν στο νηπιαγωγείο. Μάλιστα ο Αιτητής, ήταν ενήμερος για την εγγραφή του παιδιού στο νηπιαγωγείο, η οποία έγινε από την ίδια, κατ' απαίτηση του. Προβάλλει περαιτέρω ότι ο Αιτητής απέκρυψε συνειδητά τα πραγματικά γεγονότα και συγκεκριμένα απέκρυψε ότι ο ίδιος απαίτησε και επέβαλε την εγγραφή του παιδιού σε παιδικό σταθμό, καθιστώντας την εφαρμογή του διατάγματος αδύνατη. Ειδικότερα αναφέρει ότι ο Αιτητής αμέσως μετά τη διάσταση τους, κατά ή περί τις 19/2/2021 ζήτησε και απαίτησε την άμεση εγγραφή του παιδιού σε νηπιαγωγείο αν και ήταν μόλις 2 ετών, ενώ ήταν απόφαση τους ανέκαθεν ότι δεν θα φοιτούσε σε νηπιαγωγείο μέχρι την ηλικία των 4 ετών. Ισχυρίζεται στη συνέχεια ότι ο Αιτητής προέβη μονομερώς στην εγγραφή του σε συγκεκριμένο νηπιαγωγείο το οποίο του σύστησε φιλικό του πρόσωπο τηλεφωνικώς, ανακοινώνοντας της μέσω γραπτού μηνύματος (sms) ότι θα ξεκινούσε να φοιτά από τις 12/4/2021 και απαίτησε να έχει έτοιμο τον ανήλικο στις 6.30 π.μ. για να το μεταφέρει, χωρίς να έχει προηγηθεί καμία συνεννόηση μεταξύ τους. Επισυνάπτει το σχετικό μήνυμα προς αυτήν. Το παιδί εν τέλει δεν φοίτησε εκεί γιατί το νηπιαγωγείο ήταν ακατάλληλο. Δεσμεύτηκε γι' αυτό τόσο προς τον Αιτητή όσο και προς τους δικηγόρους τους, μετά από επιμελή έρευνα που έκαμε να εγγράψει η ίδια τον ανήλικο σε άλλο νηπιαγωγείο στη Λεμεσό. Προς το τέλος του καλοκαιριού του 2021, μέσα Ιουλίου του 2021 το παιδί άρχισε την προσαρμογή του στο νηπιαγωγείο και από το Σεπτέμβριο του 2021 θα τον ενέγραφε και θα φοιτούσε κανονικά. Επισυνάπτει επιστολή των δικηγόρων της προς τους δικηγόρους του Αιτητή ως Τεκμήριο 2, η οποία απεστάλη εις απάντηση στους ισχυρισμούς του Αιτητή, περί παρακοής του διατάγματος. Αμέσως μετά την εγγραφή του παιδιού στο νηπιαγωγείο, ενημέρωσε τον Αιτητή για την έναρξη της σχολικής χρονιάς και εισηγήθηκε εναλλακτικό πρόγραμμα επικοινωνίας τα απογεύματα, αφού το προσωρινό διάταγμα υπό τις νέες συνθήκες, δεν μπορούσε να εφαρμοστεί. Το συγκεκριμένο πρόγραμμα επικοινωνίας, όπως αναφέρει η Καθ' ης η Αίτηση, το απαίτησε ο Αιτητής για να μπορεί να μεταφέρει το παιδί σε μαθήματα κολύμβησης, τα οποία ρύθμισε ο ίδιος, ώστε να είναι πρωινά και με βάση το δικό του πρόγραμμα. Παρά το γεγονός ότι εισηγήθηκε στον Αιτητή, μετά την εγγραφή του παιδιού στο νηπιαγωγείο να αλλάξουν τις ώρες άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας, ο Αιτητής όπως ισχυρίζεται η Καθ' ης η Αίτηση, εντελώς παράδοξα και ετσιθελικά αρνήθηκε κατηγορηματικά την εισήγηση της και ενώ γνώριζε ότι ο ανήλικος βρισκόταν στο νηπιαγωγείο πήγαινε έξω από την οικογενειακή εστία τις συγκεκριμένες ώρες που προνοούσε το διάταγμα, βιντεογραφούσε την οικία και στη συνέχεια προέβαινε κακόπιστα σε καταγγελίες εναντίον της, στην Αστυνομία. Επιπλέον ο Αιτητής μέχρι σήμερα όπως αναφέρει η Καθ' ης η Αίτηση, προέβη στην καταχώρηση δύο αιτήσεων παρακοής διατάγματος, παρά το γεγονός ότι μετά από πιέσεις του Αιτητή ενέγραψε το παιδί στο νηπιαγωγείο, με αποτέλεσμα να είναι υπόλογη σε παράβαση του διατάγματος. Πέραν των πιο πάνω, όπως υποστηρίζει η Καθ' ης η Αίτηση ο Αιτητής αποδέχθηκε στη συνέχεια να ρυθμιστεί ένα διαφορετικό πρόγραμμα επικοινωνίας το οποίο το οποίο ακολούθησαν για δύο εβδομάδες. Όπως αναφέρει η Καθ' ης η Αίτηση παρά το γεγονός ότι ο ανήλικος εκείνη την ώρα ήταν ήδη πολύ κουρασμένος, η ίδια συνεργάστηκε και για περίοδο 2 εβδομάδων εφαρμόστηκε το πιο κάτω πρόγραμμα επικοινωνίας: Τρίτη και Παρασκευή από τις 12:30 π.μ. μέχρι τις 15:30/16:00 μ.μ. όπου ο Αιτητής παραλάμβανε τον ανήλικο από το νηπιαγωγείο και τον μετέφερε στα μαθήματα κολύμβησης και στη λήξη του δικαιώματος επικοινωνίας του επέστρεφε τον ανήλικο στην οικία της. Το πιο πάνω πρόγραμμα όπως αναφέρει η Καθ' ης η Αίτηση διέκοψε ο Αιτητής μονομερώς και ετσιθελικά απαίτησε εκ νέου να το αλλάξει και να παραλαμβάνει τον ανήλικο νωρίς το πρωί, για να τον μεταφέρει στα μαθήματα κολύμβησης, πριν την έναρξη της σχολικής μέρας. Επισυνάπτει ως Τεκμήρια 2 και 3 την αλληλογραφία μεταξύ των δικηγόρων τους στην οποία ανταλλάσσονταν προτάσεις για την τροποποίηση του προγράμματος επικοινωνίας. Είναι τέλος η θέση της ότι η συμπεριφορά της αποδεικνύει ότι σε καμία περίπτωση ηθελημένα παρήκουσε το διάταγμα του Δικαστηρίου. Ο Αιτητής ήταν ενήμερος για τη φοίτηση του παιδιού στο νηπιαγωγείο, παρόλα αυτά επέμεινε όπως παραλάβει το παιδί από το σπίτι. Επιπλέον, όπως αναφέρει στις 7/2/2022 ο Αιτητής καταχώρησε νέα αίτηση για τροποποίηση του υφιστάμενου προσωρινού διατάγματος, επιδιώκοντας αλλαγή των ωρών της επικοινωνίας. Στην παραπάνω αίτηση ζητά όπως παραλαμβάνει το παιδί στις 7.30 π.μ. και να το παραδίδει στο σχολείο η ώρα 8.30 π.μ. Και ο λόγος που το ζητά είναι για να μεταφέρει το παιδί στο κολύμπι, πριν το παραδώσει στο σχολείο του. Η ακρόαση της αίτησης παρακοής διεξήχθη με γραπτές αγορεύσεις, χωρίς να υπάρξει αίτημα για αντεξέταση εκ μέρους οποιασδήποτε πλευράς. Την επιχειρηματολογία των ευπαιδεύτων συνηγόρων των διαδίκων λαμβάνω σοβαρά υπόψη μου για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης. Νομική Πτυχή Προτού προχωρήσω με την εξέταση της αίτησης και τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε, κρίνω ορθό να παραθέσω τη νομική πτυχή του θέματος παρακοής ενός διατάγματος. Η υπακοή προς τα διατάγματα των Δικαστηρίων είναι υψίστης σημασίας. Η νομολογία έχει τονίσει επανειλημμένα τη μεγάλη σοβαρότητα των υποθέσεων παρακοής. Η διαδικασία η οποία ακολουθείται προς αντιμετώπιση και τιμωρία ενός παραβάτη σε περίπτωση παρακοής είναι ιδιόμορφη. Ενώ εντάσσεται στο πεδίο αστικής δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου, η στοιχειοθέτηση και απόδειξη της κατηγορίας συναρτώνται με τα θέσμια και τους κανόνες της ποινικής δίκης. Στην Έφεση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Χρ. Κώστα και Ελένης Κώστα,
(2003)1 Α.Α.Δ 269, επανατονίζεται ότι η φύση της διαδικασίας είναι οιονεί ποινική και ότι το αίτημα για ανυπακοή διατάγματος του Δικαστηρίου αποβλέπει στην τιμωρία του παραβάτη. Το δε δικαιοδοτικό πλαίσιο που παρέχει στο Δικαστήριο δικαιοδοσία για εξαναγκασμό σε συμμόρφωση με τις αποφάσεις και τα διατάγματά του δια της φυλάκισης ενός προσώπου που βρίσκεται σε ανυπακοή, καθορίζεται από το άρθρο 162 του Συντάγματος. Επίσης μεταξύ άλλων, η Δ.42 Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας της οποίας οι πρόνοιες συνάδουν απόλυτα με το άρθρο 162 του Συντάγματος, εκθέτει το θεσμικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η αίτηση για την τιμωρία των μη συμμορφούμενων προς την απόφαση του Δικαστηρίου. Προϋπόθεση καταρχήν, για τη στοιχειοθέτηση υπόθεσης περιφρόνησης του Δικαστηρίου αποτελεί η προηγούμενη επίδοση του διατάγματος συνοδευόμενου από προειδοποίηση για τις συνέπειες της παρακοής. Οι Θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας και κατ' επέκταση και η Δ.42 Α εφαρμόζονται κατ' αναλογία και από τα Οικογενειακά Δικαστήρια, σύμφωνα με τον Κανονισμό 11 του Οικογενειακών Δικαστηρίων Διαδικαστικού Κανονισμού του 1990. Στην Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 750, εξηγείται ότι το άρθρο 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, παρέχει στο Επαρχιακό Δικαστήριο δικαιοδοσία κατά την ενάσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας να τιμωρεί, κατ' ανάλογο τρόπο όπως το ποινικό Δικαστήριο, τους καταφρονούντες τα διατάγματά του. Καθορίζει δε τα μέσα για την εξασφάλιση συμμόρφωσης προς τα διατάγματά του με την επιβολή προστίμου, φυλάκισης ή με την έκδοση διατάγματος μεσεγγύησης πραγμάτων. Στην ίδια απόφαση, την Krashias, επισημαίνεται επίσης ότι για να υπάρχει αστική καταφρόνηση διατάγματος του Δικαστηρίου θα πρέπει να πληρούνται οι πιο κάτω προϋποθέσεις: "(α) Επιβεβαίωση ότι οι όροι του διατάγματος είναι καθαροί και σαφείς. (β) Ότι ο καθ´ ου η αίτηση είχε τη δέουσα και σωστή γνώση των όρων του διατάγματος και (γ) ότι αποδείχθηκε παράβαση των όρων του διατάγματος." Έχει δε νομολογηθεί ότι το μέτρο απόδειξης της παρακοής δικαστικού διατάγματος είναι εκείνο που εφαρμόζεται στις ποινικές υποθέσεις. Η παρακοή διατάγματος θα πρέπει να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Μ. Παπαχρυσοστόμου v. Μ. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309, το θέμα τέθηκε ως εξής: «Παρά τον αστικό χαρακτήρα της διαδικασίας για καταφρόνηση και τον μανδύα της πολιτικής δικαιοδοσίας που την περιβάλλει το αίτημα για καταδίκη για ανυπακοή διατάγματος του δικαστηρίου αποβλέπει στην τιμωρία του παραβάτη. Κατά συνέπεια η αίτηση για καταδίκη προσλαμβάνει το χαρακτήρα κατηγορίας η απόδειξη της οποίας υπόκειται στους κανόνες που διέπουν την απόδειξη ποινικού αδικήματος, δηλαδή απόδειξη της κατηγορίας γενικά και των συστατικών της στοιχείων ειδικότερα, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.» Η καταφρόνηση δικαστικού διατάγματος και δη, ηθελημένη, πρέπει να αποδεικνύεται πέραν από κάθε αμφιβολία. [βλ. Μαύρου v. Στυλιανού
(1998)1 Α.Α.Δ. 2385]. Όπως επισημαίνεται στην Antonis Mοuzouris & Another v. Xylophaghou Plantations Ltd (1977
(1)C.L.R 287, για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση πρέπει να αποδειχθεί ηθελημένη ανυπακοή προς το διάταγμα του Δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ' εαυτού δεν αρκεί, πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του Δικαστηρίου. Στην Έφεση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου με αρ. 22/2009 Δρόσος Μιχαηλίδης και Margita Μιχαηλίδου Poliakova ημ. 24/2/2011 αποφασίστηκε πως πρέπει να ικανοποιηθεί τόσο η αντικειμενική υπόσταση («actus reus») του αδικήματος, όσο και η υποκειμενική υπόστασή του («mens rea»), όπως προδιαγράφεται στο Άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60). Στον ευαίσθητο τομέα των οικογενειακών σχέσεων και της επικοινωνίας των γονέων με τα παιδιά τους το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο ήταν ιδιαίτερα αυστηρό. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου. v. Ξιούρου
(2014)Α.Α.Δ. 1 σελ. ανέφερε τα ακόλουθα: Πριν τελειώσουμε επιθυμούμε να προβούμε σε κάποιες παρατηρήσεις αναφορικά με την παρακοή διαταγμάτων επικοινωνίας γονέων με τα ανήλικα τέκνα τους, τα οποία δεν ζουν μαζί τους. Τα διατάγματα αυτά εκδίδονται κατά κύριο λόγο προς όφελος των ανηλίκων τέκνων εφόσον αναγνωρίζεται η μεγάλη σημασία της επικοινωνίας των ανηλίκων τέκνων και με τους δύο γονείς τους, παρά το χωρισμό των γονέων. Σε περίπτωση που ο γονέας, που διατάσσεται να συμμορφωθεί με διάταγμα επικοινωνίας του ανήλικου τέκνου του με τον άλλο γονέα, προβάλλει κάποια δικαιολογία για τη μη συμμόρφωση του, το βάρος το έχει εκείνος που προβάλλει τη δικαιολογία να αποδείξει ότι αυτή είναι εύλογη, υπό τις περιστάσεις, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Αυτό αντίθετα με τον αιτητή που ισχυρίζεται παρακοή διατάγματος του δικαστηρίου, ο οποίος θα πρέπει να αποδείξει τον ισχυρισμούς του Εξέταση υπόθεσης Προέχει η εξέταση του λόγου ένστασης που προβάλλεται σε σχέση με την εγκυρότητα της ένορκης δήλωσης, που υποστηρίζει την αίτηση παρακοής γιατί σύμφωνα με την Καθ' ης η Αίτηση δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες του Νόμου περί Εγγραφής και Ρύθμισης των Υπηρεσιών Ορκωτού Μεταφραστή Νόμου του 2019 45(Ι)/
- Είναι περαιτέρω η θέση της ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν είναι δεόντως μεταφρασμένη από ορκωτό μεταφραστή σύμφωνα με το Νόμο. Αποτελεί επίσης λόγο ένστασης ότι ο Αιτητής δεν έχει επισυνάψει δεόντως μεταφρασμένα από Ορκωτό Μεταφραστή, τα τεκμήρια σύμφωνα με το Νόμο. Στην Πολιτική Έφεση Αρ. E118/2020) A.C. PROSPECTA HOMES SERVICES LTD v.
- KHARIMA LIMITED κ.α ημ. 12 Οκτωβρίου 2022, όπου εξετάστηκε παρόμοιο θέμα η απόφαση του πρωτοδίκου Δικαστηρίου να αποδεχθεί ένορκη δήλωση δεν προερχόταν από Ορκωτό μεταφραστή, ως έγκυρη, κρίθηκε ορθή. Λέχθηκε επί του προκειμένου: « Ως καλώς υπέδειξε το Πρωτόδικο Δικαστήριο, ο Ν.45(Ι)/19 δεν ορίζει πουθενά πως η εγκυρότητα ενός εγγράφου εξαρτάται από το αν η μετάφραση του διενεργείται μέσω ορκωτού μεταφραστή ή όχι, και τούτο, πέραν του ότι το Άρθρο 5, Ν.67/88 διαλαμβάνει πως σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία μπορεί να γίνει αποδεκτό ως αποδεικτικό μέσο (συμπεριλαμβανόμενης ένορκης δήλωσης), έγγραφο που είναι συνταγμένο σε ξένη γλώσσα (Bitonic Ltd ν. Bank of Moscow Bank-Joint Stock Company, Π.Ε. 117/18, ημ. 16.3.22, ECLI:CY:AD:2022:A113). Το Πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ως ακολούθως: «................................ Έχω μελετήσει τον περί Εγγραφής και Ρύθμισης των Υπηρεσιών Ορκωτού Μεταφραστή Νόμο του 2019 ( Ν.45(Ι)/2019 και κρίνω ότι οι εισηγήσεις της πλευράς των Καθ΄ ων η Αίτηση δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Καταρχάς η πλευρά των Καθ΄ ων η Αίτηση δεν διευκρινίζει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ποια πρόνοια του εν λόγω νόμου έχει παραβιαστεί εκ μέρους των Εναγόντων Αιτητών. Ούτε στην γραπτή της αγόρευση διευκρινίζει το ζήτημα αυτό. Έχω υπόψη μου τις πρόνοιες του άρθρου 17
(1)του Νόμου που προβλέπει ότι τα Δικαστήρια έχουν υποχρέωση να χρησιμοποιούν αποκλειστικά υπηρεσίες ορκωτών μεταφραστών για σκοπούς των αναγκών τους σε πιστοποιημένες μεταφράσεις. Έχω επίσης υπόψη μου ότι το άρθρο 14
(2)του νόμου προβλέπει ότι δικηγόρος που δεν είναι εγγεγραμμένος στο μητρώο ορκωτών μεταφραστών δύναται να διενεργεί μεταφράσεις οι οποίες αφορούν υποθέσεις που χειρίζεται ο ίδιος ή το δικηγορικό γραφείο στο οποίο εργάζεται και οι εν λόγω μεταφράσεις δύνανται κατ' εξαίρεση να γίνονται δεκτές από τα Δικαστήρια ως πιστοποιημένες μεταφράσεις εφόσον συνοδεύονται από ένορκο δήλωση στην οποία αναφέρεται ο εξαιρετικός λόγος για τον οποίο διενεργείται η συγκεκριμένη σε κάθε περίπτωση μετάφραση. Όμως ο Νόμος δεν εξαρτά την εγκυρότητα ενός εγγράφου από τη μετάφραση του μέσω ορκωτού μεταφραστή ενώ ο περί Επισήμων γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμος του 1988 (Ν.67/1988) στο άρθρο 5 προβλέπει ότι σε οποιαδήποτε Δικαστική διαδικασία γίνεται αποδεκτό ως αποδεικτικό μέσο και έγγραφο συνταγμένο σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα και ότι ο όρος έγγραφο περιλαμβάνει και ένορκη δήλωση. Τέλος δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε πρόνοια στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς που να υποστηρίζει τη θέση των Καθ΄ ων η Αίτηση. Ένα επίσης στοιχείο το οποίο συνηγορεί υπέρ της μη αποδοχής της θέσης των Καθ΄ ων η αίτηση είναι το γεγονός ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι η μετάφραση των ενόρκων δηλώσεων από τα Κινέζικα στα Αγγλικά και ακολούθως στα Ελληνικά δεν είναι επαρκής ή ακριβής. Δεν αμφισβητείται δηλαδή η επάρκεια ή η ακρίβεια της μετάφρασης. ..................................». Δεν έχουμε να συμπληρώσουμε κάτι. Το πρωτόδικο σκεπτικό είναι περιεκτικό και εύστοχο». Στην προκειμένη περίπτωση η ένορκη δήλωση έγινε από υπάλληλο στο γραφείο Z. Zenonos & Assosiates LLC ο οποίος ανέφερε ότι γνωρίζει απταίστως την Αγγλική και Ελληνική γλώσσα και δύναται να μεταφράζει από την Ελληνική εις την Αγγλική και αντιστρόφως. Όπως αναφέρει έχει μεταφράσει τις ένορκες δηλώσεις του Αιτητή από την Αγγλική γλώσσα στην οποία ορκίστηκε και εξ' όσων καλύτερα γνωρίζει και πιστεύει η μετάφραση από το Αγγλικό εις το Ελληνικό κείμενο είναι πιστή. Και πουθενά δεν αμφισβητήθηκε η επάρκεια της μετάφρασης. Το ίδιο ισχύει και για τη μετάφραση των εγγράφων που επισυνάπτει ο Αιτητής. Σύμφωνα δε με τον περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμου του 1988, (Ν. 67/1988) προβλέπεται ότι: «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου νόμου, σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία γίνεται αποδεκτό ως αποδεικτικό μέσο και έγγραφο συνταγμένο σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα Άρθρο 5
(1)και « όταν το συμφέρον της δικαιοσύνης το επιβάλλει να διατάξει τη μετάφραση του εγγράφου ή μέρους αυτού στις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας ή σε οποιαδήποτε απ' αυτές, Άρθρο 5
(2). Στα οποία έγγραφα περιλαμβάνεται σύμφωνα με το άρθρο 4 και η ένορκη δήλωση. Θεωρώ στη βάση των πιο πάνω, ότι οι παραπάνω ενστάσεις δεν μπορούν να επιτύχουν. Προχωρώ συνεπώς στην εξέταση του μαρτυρικού υλικού που έχω ενώπιον μου για να διαπιστώσω κατά πόσο η Καθ' ης η Αίτηση παρήκουσε το διάταγμα του Δικαστηρίου και κατά πόσο η μη τήρηση του διατάγματος του Δικαστηρίου είναι ηθελημένη. Το ότι το διάταγμα είναι επιβλητό δεν υπάρχει αμφιβολία, το διάταγμα ξεκάθαρα διατάσσει την Καθ' ης η Αίτηση να παραδίδει το ανήλικο τέκνο των διαδίκων στον Αιτητή κατά τις πιο πάνω ώρες και ημέρες επικοινωνίας. Δεν αμφισβητείται επίσης η σαφήνεια των όρων του διατάγματος, ούτε και ότι το προσωρινό διάταγμα έχει επιδοθεί στις 7/7/2021 στην Καθ' ης η Αίτηση. Προχωρώ συνεπώς στο επόμενο βήμα να εξετάσω τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς, που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων και τα τεκμήρια που επισυνάφθηκαν. Είναι αναντίλεκτο γεγονός ότι την 8/9/2021 η επικοινωνία του Αιτητή δεν πραγματοποιήθηκε. Η μητέρα δεν αρνήθηκε το γεγονός ότι ο πατέρας δεν είχε επικοινωνία με το παιδί. Η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος (actus reus) επομένως έχει αποδειχθεί. Στη βάση του μαρτυρικού υλικού που έχω ενώπιον μου, δεν έχουμε περίπτωση όμως που η μητέρα ηθελημένα παραβίασε το διάταγμα του Δικαστηρίου. Η ματαίωση της επικοινωνίας δεν έγινε εξαιτίας της άρνησης της μητέρας να παραδώσει το παιδί, αλλά της φοίτησης του παιδιού στο νηπιαγωγείο, γεγονός για το οποίο ήταν ενήμερος ο Αιτητής. Η δικαιολογία για τη μη τήρηση του διατάγματος ήταν επίσης ήταν εύλογη. Η φοίτηση του παιδιού κατά τις πρωινές ώρες στο νηπιαγωγείο με περίοδο προσαρμογής από τον Ιούλιο του 2021 και κανονικά από το Σεπτέμβριο του 2021, κατέστησε την παράδοση του παιδιού αδύνατη. Τα όσα η Καθ' ης η Αίτηση πρόβαλε ως λόγο μη πραγματοποίησης της επικοινωνίας δεν αντικρούστηκαν. Ούτε τα όσα ανέφερε σε σχέση με τη γνώση του Αιτητή ότι το παιδί φοιτούσε στο νηπιαγωγείο και ότι για τη φοίτηση του ήταν πλήρως ενήμερος ο Αιτητής. Δεν αντικρούστηκαν με συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ούτε και η Καθ' ης η Αίτηση αντεξετάστηκε επί των ισχυρισμών της. Αντίθετα οι συζητήσεις που γίνονταν μεταξύ των διαδίκων μέσω των δικηγόρων τους και εξετάζονταν εναλλακτικά προγράμματα επικοινωνίας, δεικνύουν ότι ο Αιτητής ήταν πλήρως ενήμερος ότι το παιδί βρισκόταν κατά την ώρα της επικοινωνίας στο σχολείο του. Βλ. την απόφαση Νεοφύτου.v. Βλάμη Νεοφύτου Έφεση Αρ. 31/2019 ημ.17/12/2020 όπου εξετάστηκε μεταξύ άλλων το βάρος απόδειξης σε υποθέσεις παρακοής. Η υπόθεση αφορούσε μη παράδοση των παιδιών στον Αιτητή από τη μητέρα. Το Δικαστήριο ανέφερε τα πιο κάτω παρατεθέντα, επικυρώνοντας την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να καταλήξει ότι δεν στοιχειοθετήθηκε το αδίκημα παρακοής πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας: "Εν προκειμένω, η εφεσίβλητη έδωσε την εκδοχή της χωρίς να αντικρουστεί από τον εφεσείοντα ο οποίος είχε το βάρος απόδειξης. Είναι γι' αυτό το λόγο που το Δικαστήριο, ορθά, κατά την κρίση μας, αναφέρθηκε στην απόφαση Κώστα ν. Κώστα, πιο πάνω. Επρόκειτο για υπόθεση στην οποία, όπως εν προκειμένω δεν δόθηκε μαρτυρία πέραν των ενόρκων δηλώσεων, όπου η εφεσίβλητη αντιστρατευόταν τους ισχυρισμούς του εφεσείοντα, με αποτέλεσμα να μην υπάρξει ο αναγκαίος βαθμός απόδειξης που απαιτείται σε τέτοιου είδους υποθέσεις." Στην παρούσα περίπτωση περαιτέρω η θέση της Καθ' ης η Αίτηση ήταν ότι η εγγραφή του παιδιού στην τόσο μικρή ηλικία στο νηπιαγωγείο παρά την αντίθεση της Καθ' ης η Αίτηση, έγινε κατ' απαίτηση του ίδιου του Αιτητή, το οποίο επίσης δεν αντικρούστηκε. Και ασφαλώς τα όσα η Καθ' ης η Αίτηση πρόβαλε στην ένορκη δήλωση της για την εγγραφή του παιδιού στο νηπιαγωγείο και τη γνώση του πατέρα για το γεγονός αυτό, δεν μπορούν να απαντηθούν μέσω των αγορεύσεων των ευπαιδεύτων συνηγόρων του Αιτητή, καθώς οι αγορεύσεις των δικηγόρων δεν μπορούν να αποτελέσουν το μέσο προσαγωγής νέας μαρτυρίας. Θεωρώ ακόμα ότι το κατά πόσο η εγγραφή του παιδιού στο νηπιαγωγείο έγινε μονομερώς και/ή χωρίς τη συγκατάθεση του Αιτητή, δεν είναι επίδικο στην παρούσα αίτηση παρακοής. Αφορά μια πτυχή της γονικής μέριμνας που άπτεται της επιμέλειας του παιδιού, για την οποία, όπως φαίνεται υπάρχει διαφωνία και για τη ρύθμιση των θεμάτων της γονικής μέριμνας υπάρχουν αιτήματα εκατέρωθεν, τα οποία θα αποφασιστούν κατά την ακρόαση της κυρίως υπόθεσης. Εκείνο που στην παρούσα περίπτωση έχει σημασία είναι ότι η θέση της Καθ' ης η Αίτηση ότι το παιδί φοιτούσε και βρισκόταν κατά τη δεδομένη στιγμή στο νηπιαγωγείο, θέση που δεν αντικρούστηκε. Συνεπώς η μη παράδοση του παιδιού, ένεκα της φοίτησης του στο νηπιαγωγείο κατά τις πρωινές ώρες συνιστούσε εύλογη δικαιολογία για τη ματαίωση της επικοινωνίας. Θεωρώ γι' αυτό ότι στην παρούσα περίπτωση η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος (mens rea), για ηθελημένη ανυπακοή στο διάταγμα δεν αποδείχθηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αφού πρόθεση της Καθ' ης η Αίτηση με βάση το μαρτυρικό υλικό που έχω ενώπιον μου δεν ήταν να εμποδίσει την επικοινωνία, αλλά προσπάθησε να συνεννοηθεί με τον Αιτητή για την τροποποίηση ένεκα της φοίτησης του παιδιού στο νηπιαγωγείο, τις ώρες επικοινωνίας. Τα τεκμήρια που επισυνάπτει, οι προτάσεις που έγιναν μέσω των δικηγόρων τους Τεκμήρια 2 και 3 για τροποποίηση του υφιστάμενου προγράμματος επικοινωνίας, όπως αναφέρουν οι δικηγόροι του Αιτητή στην επιστολή ημερομηνίας 27/9/2021, ένεκα της εγγραφής του παιδιού στο νηπιαγωγείο με την εισήγηση/πρόταση επί δοκιμαστικής βάσης την αλλαγή του προγράμματος έστω σε προσωρινή βάση, δεικνύουν ότι ο Αιτητής ήταν ενήμερος για τη φοίτηση του παιδιού στο νηπιαγωγείο. Περαιτέρω η τροποποίηση των ωρών επικοινωνίας για 15 ημέρες ως η Καθ' ης η Αίτηση αναφέρει το οποίο δεν αντικρούστηκε, συνηγορεί υπέρ της θέσης της Καθ' ης η Αίτηση ότι προσπαθούσε να συνεννοηθεί με τον Αιτητή για διευθέτηση άλλου προγράμματος, ώστε να μην στερηθεί της επικοινωνίας με το παιδί του. Επιπλέον η καταχώρηση νέας αίτησης αν και μεταγενέστερης της αίτησης παρακοής, με λόγο τη μεταβολή των συνθηκών έκδοσης του διατάγματος που εκδόθηκε τον Ιούνιο του 2021, λόγω της φοίτησης του παιδιού στο νηπιαγωγείο, είναι ακόμα ένα στοιχείο ότι ο πατέρας γνώριζε ότι το παιδί φοιτούσε σε νηπιαγωγείο. Στην Έφεση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου με Αρ. 24/2014 Αλβίνος Βασιλειάδης και Άντρης Τριχινά ημερομηνίας 21/5/2018, η υπόθεση χαρακτηρίστηκε ως θλιβερή από το Εφετείο. Αφορούσε παράπονο του Εφεσείοντα ότι σε δύο περιπτώσεις, δηλαδή στις 15 Οκτωβρίου 2010 και 29 Οκτωβρίου 2010, η εφεσίβλητη παρήκουσε το διάταγμα επικοινωνίας και συγκεκριμένα, ενώ είχε υποχρέωση, δυνάμει του διατάγματος, να επιτρέπει την επικοινωνία του εφεσείοντα με τα παιδιά του στις 4.00 το απόγευμα, τελικώς η επικοινωνία του εφεσείοντα με το γιο του έγινε κατορθωτή στις 4.30, καθότι το παιδί ήταν σε φροντιστήριο αγγλικών. Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε με το εξής: «Η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος (mens rea), για ηθελημένη ανυπακοή στο διάταγμα δεν αποδείχθηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, μια και πρόθεση της μητέρας δεν ήταν να εμποδίσει την επικοινωνία, αλλά αυτή να καταστεί εφικτή με μια μικρή καθυστέρηση.» «Δεν στοιχειοθετήθηκε γι' αυτό το αδίκημα παρακοής, δεν αποδείχθηκε ένοχη διάνοια ως προς το ηθελημένο της παρακοής. Άλλωστε, όπως η ίδια η καθ 'ης η αίτηση αναφέρει στην ένορκη δήλωση της, πρότεινε στον αιτητή να επιστρέψει τα παιδιά 20 λεπτά αργότερα, ισχυρισμός που δεν αντικρούστηκε.» Το Εφετείο συμφωνώντας με το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα: «Σε κανένα στάδιο της διαδικασίας και με βάση τα γεγονότα, όπως τα περιέγραψε το Δικαστήριο για τα οποία δεν υπάρχει αντίθετη άποψη, με κανένα τρόπο δεν καταδεικνύουν ηθελημένη ενέργεια της εφεσίβλητης να στερήσει το δικαίωμα επικοινωνίας, που προσδιοριζόταν με βάση το διάταγμα, από τον εφεσείοντα. Υπήρξε μαρτυρία ότι η ιδία έκαμε προσπάθειες για να διαφοροποιήσει τις ώρες του φροντιστηρίου, κάτι το οποίο δεν έγινε εφικτό. Η ιδία πρότεινε στον εφεσείοντα να παραταθεί ο χρόνος επικοινωνίας τις συγκεκριμένες ημέρες, για το διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ των ωρών 4.00 και 4.30, πράγμα το οποίο ο εφεσείων δεν δέχτηκε. Το γεγονός ότι η εφεσίβλητη προχώρησε και ενέγραψε σε φροντιστήριο αγγλικών τον ανήλικο γιο του ζεύγους, χωρίς τη συγκατάθεση του εφεσείοντα, καταδεικνύει, κατά την άποψη της ευπαιδεύτου συνηγόρου, την ένοχη διάνοια για ηθελημένη παρακοή του διατάγματος. Το επιχείρημα αυτό απαντάται από την ίδια την απόφαση του πρωτόδικου, όπου σημειώνεται ότι η εν λόγω εγγραφή του παιδιού στα αγγλικά, χωρίς την έγκριση του εφεσείοντα, δεν ήταν επίδικο θέμα στην αίτηση παρακοής, ούτε αποτελούσε μέρος του επίδικου διατάγματος για το οποίο υπήρξε ισχυρισμός για παραβίαση. Το εν λόγω διάταγμα προσδιόριζε με ακρίβεια τις ημέρες και ώρες που θα υπήρχε η επικοινωνία του εφεσείοντα με τα παιδιά. Ενόψει των πιο πάνω συμφωνούμε με την κατάληξη του δικαστηρίου ότι το εν λόγω θέμα δεν ήταν επίδικο στην παρούσα διαδικασία». Το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο καταλήγοντας εξέφρασε τη έντονη δυσαρέσκεια του γιατί όπως ανέφερε: «οι διάδικοι, οι οποίοι ερίζουν για τη γονική μέριμνα, συμπεριφέρονται ως εάν τα παιδιά τους ήταν αντικείμενα παράδοσης και παραλαβής. Στόχος και σκοπός κάθε γονιού θα πρέπει να είναι η απάμβλυνση του προβλήματος που δημιουργείται σε παιδιά λόγω του χωρισμού των γονιών τους. Η αναγκαία συνεργασία ως προς τη ρύθμιση της επικοινωνίας με τρόπο λογικό θα πρέπει να είναι το πρώτιστο και όχι να εμφανίζονται ενώπιον δικαστηρίου για ένα τόσο μικρό θέμα». Η παραπάνω σύσταση ας αποτελέσει παράδειγμα για την συνεννόηση των διαδίκων στα θέματα που αφορούν τον ανήλικο γιο τους, ώστε να μην αναλώνονται με την καταχώρηση σωρεία ενδιάμεσων αιτήσεων. Για να υπάρξει παρακοή δικαστικού διατάγματος, όπως τονίστηκε στη νομολογία θα πρέπει να αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Καταλήγω λοιπόν ότι δεν στοιχειοθετήθηκε το αδίκημα παρακοής. Δεν αποδείχθηκε ένοχη διάνοια ως προς το ηθελημένο της παρακοής. Η μη παράδοση του παιδιού δεν ήταν ηθελημένη και στην προκειμένη περίπτωση προβλήθηκε από την Καθ' ης η Αίτηση ότι δεν μπορούσε να παραδώσει το παιδί, γιατί φοιτούσε στο νηπιαγωγείο. Η τροποποίηση του προγράμματος επικοινωνίας μεταξύ των διαδίκων ως αυτό ακολούθησε για περίοδο δύο βδομάδων, ένεκα της φοίτησης του παιδιού στο σχολείο, αποδεικνύει τη γνώση του Αιτητή για την αδυναμία συμμόρφωσης στο διάταγμα του Δικαστηρίου. Το βάρος απόδειξης της ηθελημένης παρακοής βρισκόταν στους ώμους του Αιτητή ο οποίος όφειλε να αποδείξει αυτό που επικαλείτο στην ένορκη του δήλωση ότι η μη παράδοση του παιδιού κατά την ημέρα επικοινωνίας οφειλόταν στην άρνηση της μητέρας του και όχι σε αντικειμενική αδυναμία. Για τον πιο πάνω λόγο η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο τα οποία να καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο