← Κύπρος

A. Μ. Π. ν. M. Σ., Αρ. Αίτησης 9/2007, 22/5/2023

A. Μ. Π. ν. M. Σ., Αρ. Αίτησης 9/2007, 22/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Δικαιοδοσία περιουσιακών διαφορών Ενώπιον: Κ. Χ" Αθανασίου-Σιαμτάνη, Δ. Αρ. Αίτησης 9/2007 ΜΕΤΑΞΥ: A. Μ. Π. Αιτήτρια, v. M. Σ. Καθ' ου η Αίτηση Αίτηση Τροποποίησης, ημερομηνίας 25/10/2022 Ημερομηνία: 22 Μαΐου 2023 Για την Αιτήτρια : Λ. Βραχίμης Για τον Καθ' ου η Αίτηση: Κ. Καρατσής Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 31/10/2018 εκδόθηκε απόφαση από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού στην αίτηση περιουσιακών διαφορών με αρ. 9/07 στην οποία επιδικάστηκε υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ' ου η αίτηση το ποσό των €429.121 πλέον νόμιμο τόκο από 8/3/2016 μέχρι την πλήρη εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους. Κατά της πιο πάνω απόφασης αμφότεροι καταχώρησαν έφεση για ανατροπή της. Εκ μέρους της Αιτήτριας καταχωρήθηκε η έφεση 2/19, ενώ εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση η έφεση αρ. 3/

  1. Η Αιτήτρια/Εφεσείουσα, στα πλαίσια της έφεσης αρ. 3/19 καταχώρησε αντέφεση. Στις 19/2/2020 καταχωρήθηκε αίτηση με την οποία ζητείται από το Δικαστήριο μεταξύ άλλων όπως εκδώσει διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται η μεταβίβαση και εγγραφή ολόκληρου του μεριδίου ακινήτων τα οποία και περιγράφονται λεπτομερώς στην αίτηση, τα οποία μεταβιβάστηκαν από τον Καθ' ου η Αίτηση και να διατάσσεται η επανεγγραφή τους εξ ολοκλήρου επ' ονόματι του Καθ' ου η Αίτηση Μ. Σ. εντός 15 ημερών από την έκδοση του διατάγματος και/ή εντός του χρόνου που θα καθορίσει το Δικαστήριο. Στην αίτηση για ακύρωση των κατ' ισχυρισμό δόλιων μεταβιβάσεων ο Καθ' ου η Αίτηση καταχώρησε ένσταση στις 9/11/
  2. Η αίτηση προγραμματίστηκε αρχικά για ακρόαση. Κατόπιν παράκλησης όμως των δικηγόρων των διαδίκων ορίστηκε για οδηγίες για να συζητηθεί ο τρόπος διεξαγωγής της ακρόασης. Με την πλευρά του Καθ' ου η Αίτηση να αναφέρει ότι πρόκειται για αυτοτελή αίτηση και την πλευρά της Αιτήτριας να συμφωνεί προγραμματίστηκε η ακρόαση της αίτησης να διεξαχθεί δια ζώσης. Στη συνέχεια η ακρόαση της αίτησης αναβλήθηκε σε κάποιες ημερομηνίες για λόγους που φαίνονται στα πρακτικά του Δικαστηρίου. Στην πορεία της αίτησης κατά η περί τις 14/9/2021, συμφωνήθηκε όπως δοθεί το δικαίωμα και στους δύο διαδίκους να καταχωρήσουν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις και όπως αντεξεταστούν οι ενόρκως δηλούντες. Σημειώνω ακόμα ότι κατά την εξέλιξη της υπόθεσης γνωστοποιήθηκε στους δικηγόρους του Καθ' ου η Αίτηση η πρόθεση της Αιτήτριας να προχωρήσει με αίτηση τροποποίησης. Επειδή επίκειτο η έκδοση της απόφασης του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων ζήτησαν στη συνέχεια όπως παραμείνει η αίτηση για οδηγίες, αναμένοντας το αποτέλεσμα της έφεσης και αντέφεσης. Το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο με την απόφαση του ημερ. 20 Δεκεμβρίου, 2021 απέρριψε την υπ' αρ. 3/19 έφεση και επέτρεψε μερικώς την αντέφεση και την αντέφεση της εφεσείουσας στην έφεση αρ. 3/
  3. Επίσης η έφεση υπ. αρ. 2/19 πέτυχε μερικώς ως προς το δεύτερο μέρος του λόγου έφεσης 3 και η πρωτόδικη απόφαση διαφοροποιήθηκε ώστε το υπέρ της εφεσείουσας επιδικασθέν ποσό να διαμορφωθεί σε εκείνο των €581.
  4. Η αίτηση για ακύρωση καταδολιευτικών μεταβιβάσεων ήταν ορισμένη για οδηγίες όταν υποβλήθηκε η παρούσα αίτηση με την οποία ζητείται όπως το Δικαστήριο εκδώσει τα ακόλουθα διατάγματα: Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου προστίθεται το πιο κάτω αιτητικό μετά το αιτητικό Α και την αρίθμηση του ως Α
  5. Α
  6. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται η μεταβίβαση και εγγραφή των 16.500 μετοχών συνήθης τάξης και των 167 μετοχών ιδρυτικής τάξης της εταιρείες Μ.Σ. (ΣΚΥΡΑ) ΒΑΣΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ που έχουν μεταβιβαστεί από τον Καθ' ου η Αίτηση Φ. Σ. και να διατάσσεται η επανεγγραφή του εξ ολοκλήρου επ' ονόματι του Καθ' ου η Αίτηση Μ. Σ. εντός 15 ημερών από της έκδοση του διατάγματος ή εντός χρόνου που θα καθορίσει το Σεβαστό Δικαστήριο.» Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου με το οποίο να ακυρώνεται η μεταβίβαση και εγγραφή των 16.500 μετοχών συνήθης τάξης και των 167 μετοχών ιδρυτικής τάξης της εταιρείες Μ.Σ. (ΣΚΥΡΑ) ΒΑΣΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ που έχουν μεταβιβαστεί από τον Καθ' ου η Αίτηση Ι. Σ. και να διατάσσεται η επανεγγραφή του εξ ολοκλήρου επ' ονόματι του Καθ' ου η Αίτηση Μ. Σ. εντός 15 ημερών από της έκδοσης του διατάγματος ή εντός χρόνου που θα καθορίσει το Σεβαστό Δικαστήριο». (Γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου προστίθεται το πιο κάτω αιτητικό μετά το αιτητικό Β 1 και την αρίθμηση του ως Β
  7. «Β2 Διάταγμα κατάσχεσης και πώλησης και/ή ρευστοποίησης των 33.000 μετοχών συνήθης τάξης και των 334 μετοχών ιδρυτικής τάξης και/ή όσων τω μετοχών του Καθ' ου η Αίτηση στην εταιρεία Μ.Σ. (ΣΚΥΡΑ) ΒΑΣΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ στην αιτήτρια για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου ημερομηνίας 20 Δεκέμβριου 2021 εντός 6 μηνών από της έκδοσης του διατάγματος ή εντός χρόνου που θα καθορίσει το Σεβαστό Δικαστήριο». Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου προστίθεται το πιο κάτω αιτητικό μετά το αιτητικό Β 2 και την αρίθμηση του ως Β
  8. Β.3 Διάταγμα πώλησης των ακινήτων που αναφέρονται στα αιτητικά Α και Β της αίτησης για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου ημερομηνίας 20 Δεκεμβρίου
  9. Άδεια ή διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται στην πιο πάνω αιτήτρια να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε σχέση με την ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε στις 19 Φεβρουαρίου 2020 ότι συνοδεύει την αίτηση ημερομηνίας 10 Φεβρουαρίου
  10. Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να προστίθενται στη νομική βάση της αίτησης τα παρακάτω άρθρα: « 14,16,22, έως 28 και 82 έως 90 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος (Κεφ. 6) Η αίτηση στηρίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 θ.θ. 1-5 , Δ.57 Θ.2 , Δ.21 Θ 14, Δ.48 Θ1-4 Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η παρούσα αίτηση, αναφέρονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της Α. Π. δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Αιτήτρια. Στην ένορκη της δήλωση η κα Π. αναφέρει ότι κατά τη σύνταξη της αίτησης περιλήφθηκε μόνο η ακίνητη περιουσία που μεταβίβασε ο Καθ' ου η Αίτηση στα παιδιά του. Όπως φαίνεται όμως από την ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση υπάρχουν σημαντικές υποθήκες και επιβαρύνσεις σε σχέση με την ακίνητη περιουσία που μεταβίβασε ο Καθ' ου η Αίτηση στα παιδιά του, με αποτέλεσμα κατά τους ισχυρισμούς τους να υπάρχει ενδεχόμενο η αξία της περιουσίας να μην καλύπτει την υποχρέωση του Καθ' ου η Αίτηση. Όπως φαίνεται δε από την έρευνα που έκαναν στον Έφορο Εταιρειών, ο Καθ' ου η Αίτηση την 1 Ιανουαρίου 2008 μεταβίβασε στα παιδιά του Φ. και Ι. Σ. 16.500 μετοχές συνήθους τάξης και 167 μετοχές ιδρυτικής τάξης στον κάθε ένα, της εταιρείας Μ.Σ. (ΣΚΥΡΑ) ΒΑΣΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ. Καταθέτει ως Τεκμήριο Γ τη σημερινή κατάσταση σε σχέση με το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας, όπως τα έχει εκτυπώσει από τη ιστοσελίδα του Εφόρου. Οι πιο πάνω μεταβιβάσεις, σύμφωνα με την κα Παπαδοπούλου έγιναν ενώ εκκρεμούσε η απαίτηση των περιουσιακών διαφορών της Αιτήτριας και ενώ ο Καθ' ου η Αίτηση κατά το χρόνο μεταβίβασης γνώριζε για την απαίτηση της Αιτήτριας. Είναι δε η θέση της ότι με τη μεταβίβαση είχε πρόθεση να παρεμποδίσει ή να καθυστερήσει την ανάκτηση της απαίτησης της Αιτήτριας. Για τους πιο πάνω λόγους θεωρεί ότι είναι απαραίτητο και ορθό να επιτραπεί η παρούσα τροποποίηση, επίσης να δοθεί άδεια όπως προστεθεί κατάλληλη νομική βάση και συμπληρωματική ένορκη δήλωση εκ μέρους της Αιτήτριας, έτσι ώστε να είναι ενώπιον του Δικαστηρίου το μέρος της μαρτυρίας που αφορά τη μεταβίβαση των μετοχών του Καθ' ου η Αίτηση στα παιδιά του. Όπως αναφέρει περαιτέρω η υπόθεση είναι ορισμένη για οδηγίες δεν έχει προγραμματιστεί για ακρόαση, έτσι η έγκριση της δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά που να μην μπορεί να αποκατασταθεί σε χρήμα. Ως εκ τούτου δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε καθυστέρηση στην έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Η αίτηση τροποποίησης προσέκρουσε στην ένσταση του Καθ' ου η Αίτηση στην οποία και προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει το αίτημα. Τους παραθέτω αυτούσιους:
  11. Τυχόν έγκριση της αίτησης τροποποίησης ημερ. 25.10.2022 (η «Αίτηση») θα προκαλέσει εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και μεταβολή του πλαισίου της δίκης αφού επιχειρείται η εισαγωγή νέας εξ' ολοκλήρου θεραπείας, εντελώς ασύνδετης με τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας που εμπεριέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την εναρκτήρια αίτηση ημερ. 19.02.2020 («η Εναρκτήρια Αίτηση»), με αποτέλεσμα την ουσιαστική μεταβολή των επίδικων Θεμάτων.
  12. Αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση και δη μετά από 2 1/2 και πλέον χρόνια μετά από την καταχώρηση της Εναρκτήριας Αίτησης, ενώ το δεδομένο της μεταβίβασης των μετοχών στην εταιρεία M.Σ. (ΣΚΥΡΑ) ΒΑΣΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ (η «Εταιρεία») από τον Καθ' ου η Αίτηση στους υιούς του Ιωάννη και Φ. Σ. ήταν πάντοτε γνωστό στην Αιτήτρια και θα μπορούσε κάλλιστα να συμπεριληφθεί εξ' αρχής στις αιτούμενες θεραπείες της Εναρκτήριας Αίτησης. Συνεπώς, τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα δημιουργήσει αδικία, περαιτέρω καθυστέρηση στην εκδίκαση και αποπεράτωση της Αίτησης και κατά συνέπεια παράβαση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος που προστατεύει το Άρθρο 30

(2)του Συντάγματος.
  1. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν δίνεται καμία απολύτως δικαιολογία για την επιδειχθείσα καθυστέρηση στην υποβολή της Αίτησης και τούτο, σε συνάρτηση με τον ανωτέρω λόγο ένστασης, συνηγορεί υπέρ της απόρριψης του αιτήματος.
  2. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις αφενός μεταβάλλουν ουσιαστικά τις αιτούμενες θεραπείες και αφετέρου εισάγουν μια νέα θεώρηση της υπόθεσης, τόσο στο νομικό όσο και στο πραγματικό της πλαίσιο. Εάν μάλιστα επιτραπεί η τροποποίηση, θα εξαναγκάσει τον Καθ' ου η Αίτηση να αποταθεί και ο ίδιος στο Δικαστήριο για την έκδοση ανάλογου διατάγματος τροποποίησης της ένστασης του ημερ. 09.11.2020 (η «Αρχική Ένσταση») και/ή για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ούτως ώστε να αντικρούσει και/ή απαντήσει τις θεραπείες και ισχυρισμούς που θα εισαχθούν σε περίπτωση έγκρισης της Αίτησης, κάτι που θα επιφέρει επιπλέον καθυστέρηση στην εκδίκαση και αποπεράτωση της Εναρκτήριας Αίτησης.
  3. Οι επιδιωκόμενες όπως εισαχθούν θεραπείες υπό στοιχεία (Α) έως (Γ) της Αίτησης, επηρεάζουν τα εξασφαλισμένα δικαιώματα και/ή συμφέροντα τρίτων επί των εν λόγω μετοχών της Εταιρείας, αφού δυνάμει συμφωνίας ενεχυρίασης των εν λόγω μετοχών η οποία καταρτίστηκε τον Μάρτιο του 2016 (η «Συμφωνία Ενεχυρίασης»), οι εν λόγω μετοχές ενεχυριάστηκαν προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λιμιτεδ (η «Τράπεζα») ενώ η μεταβίβαση τους από τους εκχωρητές σε οποιοδήποτε άλλο τρίτο πρόσωπο απαγορεύεται ρητώς από την Συμφωνία Ενεχυρίασης.
  4. Επιπλέον του ανωτέρω υπ' αρ. 5 λόγου ένστασης, τυχόν έγκριση της Αίτησης θα είναι μάταιη και/ή άνευ οποιουδήποτε ουσιαστικού αποτελέσματος σε σχέση με την Εναρκτήρια Αίτηση, αφού ακόμη και εάν η Αιτήτρια επιτύχει εντέλει την ακύρωση της μεταβίβασης των μετοχών στην Εταιρεία στο πλαίσιο της Εναρκτήριας Αίτησης, τούτο αυτομάτως θα ενεργοποιήσει το συμβατικό δικαίωμα της Τράπεζας να προχωρήσει άμεσα στην εκτέλεση της Συμφωνίας Ενεχυρίασης με την απευθείας επ' ονόματι της μεταβίβαση των εν λόγω μετοχών.
  5. H Αιτήτρια απέτυχε και/ή εσκεμμένα παρέλειψε να ειδοποιήσει τα τρίτα ­επηρεαζόμενα από την αιτούμενη τροποποίηση - πρόσωπα, εν προκειμένω την Τράπεζα, ούτως ώστε να παραστούν και/ή επέμβουν εάν το επιθυμούν στην διαδικασία και να θέσουν τις θέσεις τους ως προς το αίτημα.
  6. H Εναρκτήρια Αίτηση δεν εμπίπτει εντός του ορισμού της λέξης «δικόγραφα» που συναντάται στην Δ.25 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ούτε αποτελεί δικόγραφο εν τη έννοια της Δ.19 Θ.2 και ως εκ τούτου ελλείπει το νομικό υπόβαθρο που θα μπορούσε να επιτρέψει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της αιτούμενης τροποποίησης της Εναρκτήριας Αίτησης. Συνακόλουθα, η Αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία αφού ελλείπει το νομικό υπόβαθρο προς έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  7. Ούτε ο θεσμός 5 της Διαταγής 25 δύναται να συνηγορήσει υπέρ της έγκρισης του αιτήματος αφού αφενός η Δ.25 Θ.5 παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία να τροποποιεί αυτεπάγγελτα οποιοδήποτε λάθος ή παράλειψη στη διαδικασία για το σκοπό της επίλυσης της πραγματικής διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και όχι δικαίωμα σε διάδικο κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος και αφετέρου οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις της Εναρκτήριας Αίτησης δεν αποτελούν εν πάση περιπτώσει «ελάττωμα ή λάθος» υπό την έννοια που αποδίδεται στην Δ.25 Θ.
  8. H Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει οποιοδήποτε λόγο και/ή «καλό λόγο» για τον οποίο θα πρέπει το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του αιτήματος της υπό στοιχείο (Ε) της Αίτησης για άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, αφού σαφώς εξαρτά την κατάδειξη «καλού λόγου» σε τυχόν επιτυχία του αιτήματος για τροποποίηση.
  9. Υπό του δεδομένου ότι το αίτημα για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης επιδιώκεται ως συνακόλουθο και/ή επικουρικό της τροποποίησης της Εναρκτήριας Αίτησης και/ή εξυπακούει την προηγούμενη επιτυχία και/ή έγκριση του αιτήματος τροποποίησης, για τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω εις ένσταση του αιτήματος τροποποίησης, δεν προκύπτει ως επακόλουθο οποιοσδήποτε «καλός λόγος» εν τη έννοια της Δ.48 Θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. 12.H Αιτήτρια δεν επισύναψε την προτιθέμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση μαζί με την ένορκη δήλωση που συνόδευσε την Αίτηση, ούτως ώστε το Δικαστήριο να γνωρίζει με ακρίβεια ποιους ισχυρισμούς προτίθεται να εισάξει συμπληρωματικά και τούτο, υπό το φως των νομολογηθέντων στην Παπακόκκινου κ. α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (Αρ. 1)
(2012)1 ΑΑΔ 643, συνηγορεί υπέρ της απόρριψης του εν λόγω αιτήματος.
  1. H νομολογία μας έχει διαχρονικά αποφασίσει ότι δεν επιτρέπεται η τροποποίηση νομικής βάσης αίτησης ή ένστασης αφού ο καθορισμός του νομικού βάθρου, με αναφορά στο άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και των θεσμών που το στοιχειοθετούν, αποτελεί όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου και δεν δύναται εκ των υστέρων να μεταβληθεί μέσω τροποποίησης. Συνεπώς, το υπό στοιχείο (ΣΤ) της Αίτησης είναι επίσης υποκείμενο εις απόρριψη. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Φ. Σ. Αναφέρει καταρχήν ότι είναι ένας εκ των δύο υιών του Καθ' ου η Αίτηση στον οποίο ο τελευταίος μεταβίβασε αριθμό μετοχών της εταιρείας και παραθέτει τη δική του θέση για το καθεστώς μεταβίβασης των μετοχών. Όπως αναφέρει, χρόνια πριν την καταχώρηση της αίτησης περιουσιακών διαφορών και συγκεκριμένα στις 30/9/1995 ο πατέρας τους μεταβίβασε σ' αυτόν και τον αδελφό του από 33.000 συνήθεις μετοχές και 333 ιδρυτικές μετοχές με αποτέλεσμα το μετοχικό κεφάλαιο της Εταιρείας να ανήκει ουσιαστικά κατά 1/3 στον Καθ' ου η Αίτηση, τον ίδιο και τον αδελφό του αντίστοιχα, (η πρώτη μεταβίβαση). Επισυνάπτει αντίγραφο του εντύπου ΗΕ 57 ημερ. 30/10/
  2. Στη συνέχεια, την 1/1/2008 οι 33.000 συνήθεις μετοχές και 334 ιδρυτικές μετοχές που είχαν παραμείνει εγγεγραμμένες στο όνομα του Καθ' ου η Αίτηση μεταβιβάστηκαν εξίσου στον ίδιο και τον αδελφό του, δηλαδή από 16.500 μετοχές και 167 ιδρυτικές μετοχές σ' έκαστον, με αποτέλεσμα το πατέρας τους να παύσει να είναι μέτοχος στην Εταιρεία και να καταστούν τα δύο αδέλφια κατά 50% έκαστος μοναδικοί μέτοχοι της Εταιρείας (2η μεταβίβαση). Επισυνάπτει αντίγραφο του εντύπου ΗΕ57 ημερομηνίας 1/1/
  3. Με τη μεταβίβαση των μετοχών, όπως αναφέρει ο ενόρκως δηλών, ο πατέρας τους, ουσιαστικά συνταξιοδοτήθηκε και αποχώρησε οριστικά από την Εταιρεία. Στις 22/3/2016 ο ίδιος και ο αδελφός του υπέγραψαν με την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ (η Τράπεζα) συμφωνία με την οποία ως εξασφάλιση δανείου που έλαβε η Εταιρεία, μεταξύ άλλων, ενεχυρίασαν προς όφελος της Τράπεζας το σύνολο των μετοχών που έχουν στην Εταιρεία. Επισυνάπτει αντίγραφο της Συμφωνίας Ενεχυρίασης. Επίσης στο γενικότερο πλαίσιο της δανειοδότησης της Εταιρείας από την Τράπεζα στις 22/3/2016 αποφασίστηκε με σύνηθες ψήφισμα από την Εταιρεία η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου και στη συνέχεια παραχωρήθηκαν στην Τράπεζα και εγγράφηκαν επ' ονόματι της 17.647 συνήθεις μετοχές και 100.000 εξαγοράσιμες/ προνομιούχες μετοχές. Επισυνάπτει τα σχετικά έγγραφα. Συνεχίζοντας αναφέρει ότι αντιλαμβάνεται ότι η Αιτήτρια περιόρισε την απαίτηση της για ακύρωση μεταβίβασης μετοχών στη 2η μεταβίβαση, αυτή που έγινε την 1/1/2008 σε σχέση με τις 16.500 μετοχές και 167 ιδρυτικές μετοχές που έλαβαν έκαστος, πλην όμως βάσει της Συμφωνίας Ενεχυρίασης ενεχυριάστηκε το σύνολο των μετοχών που κατέχουν σήμερα στην Εταιρεία. Ως εκ τούτου οι εν λόγω μετοχές είναι επίσης βεβαρυμμένες ως εξασφάλιση προς όφελος της Τράπεζας. Επίσης όπως αναφέρει το δάνειο που έλαβε η Εταιρεία από την Τράπεζα και το οποίο εξασφαλίστηκε, μεταξύ άλλων, με την Ενεχυρίαση των μετοχών πωλήθηκε από την Τράπεζα στην εταιρεία Themis Portofolio Management Limited (η Themis). Η δε Εταιρεία είναι εκτεθειμένη σε υπέρογκα χρέη έναντι των τραπεζών και πιστωτικών ιδρυμάτων τα οποία ανέρχονται σε €31.582.389,
  4. Επισυνάπτει κατάσταση με τα τρέχοντα υπόλοιπα δανείων που ετοίμασε το Λογιστήριο της Εταιρείας. Όπως αναφέρει περαιτέρω μόνο το χρέος που συνδέεται με την ενεχυρίαση των μετοχών, τον περασμένο Φεβρουάριο παρουσίαζε υπόλοιπο €23.448.412,
  5. Επισυνάπτει επιστολή από τη Themis ημερομηνίας 10/2/22 σχετικά με τον τερματισμό της λειτουργίας του εν λόγω δανείου. Από την πιο πάνω εξέλιξη και από τα όσα τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, ενεργοποιήθηκαν οι σχετικές πρόνοιες της Συμφωνίας Ενεχυρίασης οι οποίες επιτρέπουν στη Themis να προχωρήσει, ανά πάσα στιγμή με εκτέλεση του προς όφελος της ενέχυρου επί των μετοχών της εταιρείας, μεταβιβάζοντας τις μετοχές στο όνομα της. Είναι δε η θέση του ότι η ενεχυρίαση των μετοχών καθιστά την αίτηση μάταιη αφού ακόμη και να εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση της αίτησης και ακόμη και αν πετύχει η Αιτήτρια με την ακύρωση της επ' ονόματι τους εγγραφής ως δόλιας, κάτι το οποίο και απορρίπτει κατηγορηματικά, αφού έγινε με καλή τη πίστη, την 10/10/1995 και την 1/1/2008 και χωρίς πρόθεση καταδολίευσης, η Αιτήτρια δεν θα μπορέσει να λάβει οποιοδήποτε μέτρο σε σχέση με τις μετοχές, αφού θα εμποδίζεται από την ενεχυρίαση και όπως συμβουλεύεται από τους δικηγόρους του, δεν μπορούν να εκδοθούν διατάγματα επί ματαίω, τα δε Δικαστήρια είναι προσεκτικά στις περιπτώσεις, όπως στην παρούσα, που από την έκδοση ενός διατάγματος θα υπάρξουν ουσιαστικές επιπτώσεις στα συμφέροντα ή δικαιώματα τρίτων προσώπων. Όπως αναφέρει περαιτέρω το γεγονός της ενεχυρίασης των μετοχών ήταν ή θα έπρεπε να ήταν γνωστό στην Αιτήτρια από την έρευνα του Εφόρου Εταιρειών όπου προκύπτουν οι υποθήκες και οι επιβαρύνσεις. Αντ' αυτού η Αιτήτρια επιλεκτικά επέλεξε να παρουσιάσει αποσπασματικά τα αποτελέσματα της ηλεκτρονικής έρευνας, γιατί πιθανόν το γεγονός της ενεχυρίασης των μετοχών ν' αντιστρατεύεται των συμφερόντων της. Επισυνάπτει αντίγραφα από την ηλεκτρονική έρευνα. Πέραν των πιο πάνω υποβάλλει ότι δεν μπορεί να επιτραπεί η τροποποίηση γιατί υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση από την Αιτήτρια και δεν δίνεται οποιαδήποτε δικαιολογία από την ενόρκως δηλούσα. Επίσης προβάλλει ότι τυχόν έγκριση της θα επηρεάσει ουσιαστικά τα συμφέροντα τρίτων. Ότι δεν υφίσταται το δικονομικό έρεισμα που να επιτρέπει και να παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο εξουσία στο Δικαστήριο για έγκριση της αίτησης, καθώς και ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις θα μεταβάλουν ουσιαστικά τις αιτούμενες θεραπείες της αίτησης και θα εισάγουν μια νέα θεώρηση της υπόθεσης τόσο στο νομικό όσο και στο πραγματικό της πλαίσιο μεταβάλλοντας άρδην τα επίδικα θέμα προς ζημιά μάλιστα τρίτων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα υπόθεση. Επιπλέον ως προς τα επικουρικά διατάγματα που αιτείται η Αιτήτρια είναι η θέση του ότι δεν έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε «καλός λόγος» για να ασκήσει το Δικαστήριο τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του αιτήματος υπό στοιχείο Ε για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Επιπλέον υποστηρίζει ότι δεν επιτρέπεται η τροποποίηση της νομικής βάσης της εναρκτήριας αίτησης, αφού ο καθορισμός του νομικού βάθρου με αναφορά στο άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και των θεσμών που το στοιχειοθετούν αποτελεί όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του μέτρου, συνεπώς υποβάλλει ότι το στοιχείο Στ. θα πρέπει να απορριφθεί. Ζητά για τους πιο πάνω λόγους απόρριψη της αίτησης υποβάλλοντας ότι η Αιτήτρια αποπειράται να ανασκευάσει εκ νέου την εναρκτήρια αίτησή, τόσο σε πραγματικό όσο και σε νομικό επίπεδο, χωρίς να έχει γνήσιες προθέσεις και σε περίπτωση που θα εγκριθεί η αίτηση θα εξαναγκάσει τον Καθ' ου η Αίτηση να αποταθεί στο Δικαστήριο για έκδοση ανάλογου διατάγματος για τροποποίηση της ένστασης του ημερομηνίας 9/11/2020 και η για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για να αντικρούσει και να απαντήσει στους ισχυρισμούς που θα εισαχθούν, κάτι που θα επιφέρει επιπλέον καθυστέρηση στην εκδίκασης και αποπεράτωση της εναρκτήριας αίτησης. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση με τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων να παρουσιάζουν γραπτές αγορεύσεις. Σε αυτές με παραπομπή σε νομολογία, τα γεγονότα της υπόθεσης και εμπεριστατωμένη επιχειρηματολογία υποστήριξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους. Νομική Πτυχή- Εξέταση της αίτησης Οι λόγοι ένστασης στην αίτηση τροποποίηση συνοψίζονται ως ακολούθως:
  6. Υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος, χωρίς να παρέχεται οποιαδήποτε εξήγηση.
  7. Το νομικά ανυπόστατο και/ή δικονομικά ανυπόστατο του αιτήματος της αίτησης.
  8. Το επικουρικό αίτημα καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.
  9. Ο ανεπίτρεπτος και/ή δυσμενής επηρεασμός εξασφαλισμένων και/ή συμφερόντων τρίτων προσώπων τυχόν έγκριση του αιτήματος. Θα πρέπει να εξετάσω κατά προτεραιότητα το θέμα της δυνατότητας τροποποίησης της αίτησης για ακύρωση καταδολιευτικών μεταβιβάσεων έχοντας υπόψη μου τη θέση του Καθ' ου η Αίτηση ότι δεν επιδέχεται τροποποίησης καθώς δεν είναι δικόγραφο. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η αίτηση δυνάμει του Κεφ. 62 είναι πρωτογενής και κατατάσσεται στην ευρύτερη κατηγορία των αγωγών έστω και αν δικονομικά είναι ενταγμένη στο πλαίσιο της αγωγής, στην οποία εκδόθηκε η απόφαση. Πρόκειται στην ουσία για αυτόνομη διαδικασία που στοχεύει σε άλλη μορφής θεραπεία από αυτή της αγωγής. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Άντρη Ιωακείμ κ.α. ν. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ (Αρ. 1)
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 198: «Κατά τη γνώμη μας η αίτηση κάτω από τις διατάξεις του Κεφ. 62 ανήκει στην κατηγορία αιτήσεων που έχουν πρωτογενή χαρακτήρα. Και για την οποία ισχύει η προθεσμία καταχώρησης έφεσης των έξι εβδομάδων. Παρόλο που δικονομικά τέτοια αίτηση είναι ενταγμένη στο πλαίσιο της αγωγής, εντούτοις ο ομφάλιος λώρος με αυτή έχει αποκοπεί. Πρόκειται για αυτόνομη διαδικασία, που στοχεύει σε άλλης μορφής θεραπεία και που κατατάσσεται, όπως προελέχθη, για το σκοπό που συζητούμε, στην ευρύτερη κατηγορία των αγωγών.» Ας σημειωθεί περαιτέρω ότι ο ενόρκως δηλών σε όλη την έκταση της ένορκης δήλωσης του αποκαλεί την αίτηση για ακύρωση καταδολιευτικών μεταβιβάσεων εναρκτήρια αίτηση. Το δεύτερο θέμα είναι αν τυγχάνει εφαρμογής η νέα ή η παλαιά Δ.25 και ειδικότερα η Δ.25 Θ.
  1. Έχω την άποψη ότι ισχύει η παλαιά Δ.
  2. Αφορά μεταγενέστερη της απόφασης αίτηση, όμως αυτή αφορά την υπόθεση που καταχωρήθηκε κατά το 2007 και εφαρμογή είχε η Δ.25 ως ήταν τότε. Η Δ.25 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών ως ήταν τότε αποτελεί το δικαιοδοτικό βάθρο εξέτασης τέτοιων αιτήσεων. Η σχετική διάταξη προβλέπει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή να τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που αμφισβητούνται μεταξύ των διαδίκων.» Οι αρχές οι οποίες διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να εγκρίνει τροποποίηση των δικογράφων, έχουν αναλυθεί εκτενώς σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η σύγχρονη τάση είναι ότι τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και όταν τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου, βέβαια, ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποτιμηθεί με χρήμα [Βλ. Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934]. Στην υπόθεση Geto Trading Import /Export. v. Το Πλοίο Μ V Vladimir Vaslyayev (αρ. 4)
(1993)1 Α.Α.Δ.714, τονίστηκε πως το κυρίαρχο στοιχείο που λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις πραγματικές τους διαφορές. Στην αγγλική επίσης υπόθεση Assosiated Leisure Ltd and Others v. Assosiated Ltd
(1970)2 All E.R.754, τέθηκε η θεμελιώδης αρχή εξέτασης αίτησης τροποποίησης. Λέχθηκαν τα πιο κάτω: "I start with the principle, well settled, than an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties , so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here." Στην Astor Manufacturing and Exporting Co και άλλων v. Levendis και άλλων
(1993)1 Α.Α.Δ.726 ειπώθηκαν τα εξής αναφορικά με τον παράγοντα του χρόνου. «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντα ρόλο. Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.» Οι παραπάνω αρχές συνοψίστηκαν στην απόφαση Νικολάου v. Μιλτιάδους
(2007)1 (B) A.A.1005, 1007. Το Εφετείο είπε επί του προκειμένου: «Η εξουσία για έκδοση άδειας για τροποποίηση περιέχεται στη Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπου προνοείται ότι, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το Δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων.» Είναι περαιτέρω η θέση του Καθ' ου η Αίτηση ότι η Αιτήτρια επιδιώκει την προσθήκη νέων θεραπειών στην αρχική της αίτηση και την τροποποίηση της νομικής της βάσης. Και ότι δεν παρέχεται τέτοια δυνατότητα ούτε στη βάση της Δ.25.Θ.5 η οποία παρέχει τη δυνατότητα διόρθωσης «ελαττώματος ή λάθους» και της Δ.64 για διόρθωση των παρατυπιών. Η Αιτήτρια βασίζει όμως την αίτηση για τροποποίηση στη Δ.25 1-5 επομένως το νομικό υπόβαθρο υπάρχει. Όσον αφορά το λόγο ένστασης ότι επιδιώκεται η προσθήκη νέας βάσης, θα παραπέμψω στην υπόθεση IKOS CIF LTD .v. MARTIN COWARD κ.α Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013 ημ. 20/3/2014, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Σταθερή γραμμή της Νομολογίας επιβεβαιώνει ως θεμελιακή αρχή πως τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται νέα βάση αγωγής, η αίτηση τροποποίησης δεν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της δεδομένης περίπτωσης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης συνιστά, σε κάθε περίπτωση, κυρίαρχο παράγοντα, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, να επιτρέπει τροποποίηση." Εξετάζοντας στην προκείμενη περίπτωση του τι επιδιώκεται να προστεθεί δεν θεωρώ ότι μεταβάλλεται η βάση της αίτησης καθώς εκείνο που επιδιώκεται είναι πέραν την ακύρωσης των μεταβιβάσεων ακινήτων ως δόλιων και η ακύρωση των μεταβιβάσεων των μετοχών που κατ' ισχυρισμό της Αιτήτριας έγιναν δολίως στους γιους του, ενώ υπήρχε εκκρεμούσε η αξίωση επίλυσης των περιουσιακών τους διαφορών. Περαιτέρω η προσθήκη του νέου αιτητικού υπό (Δ) (Β3) για πώληση των ακινήτων των οποίων ζητείται η ακύρωση της μεταβίβασης τους στους γιους του Καθ' ου η Αίτηση, που αναφέρονται στα αιτητικά Α και Β της αρχικής αίτησης, στηρίζεται και πάλι στον ίδιο Νόμο το Κεφ. 6 τον οποίο έχει ήδη περιλάβει η Αιτήτρια στην αρχική της αίτηση. Επίσης αποτελεί δυνατότητα που παρέχεται στη βάση του ιδίου Νόμου η οποία συνδέεται με την αρχική αίτηση της Αιτήτριας. Με την προσθήκη του νέου αιτητικού συνεπώς δεν επιχειρείται να εισαχθεί θεραπεία με διαφορετικό χαρακτήρα η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο νέας αίτησης. Περαιτέρω βρίσκει έρεισμα στα ήδη παρατεθέντα με την αρχική αίτηση άρθρα του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6 άρθρο 91 Γ 2(α). Παραθέτω τη σχετική διάταξη. Διάταγμα ακύρωσης καταδολιευτικών μεταβιβάσεων, επιβαρύνσεων κ.λ.π. 91Γ.-
(1)Οποιαδήποτε καταδολιευτική μεταβίβαση, επιβάρυνση ή άλλη αποξένωση περιουσιακού στοιχείου η οποία γίνεται από οποιοδήποτε οφειλέτη δύναται να κηρυχθεί άκυρη από το Δικαστήριο κατόπιν αίτησης οποιουδήποτε εξ αποφάσεως πιστωτή του εν λόγω οφειλέτη, λαμβανομένων προσηκόντως υπόψη των συμφερόντων οποιουδήποτε καλόπιστου τρίτου. Προς το σκοπό αυτό το Δικαστήριο δύναται, κατά την κρίση του, να διατάξει όπως η αίτηση επιδοθεί επίσης σ' οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο δυνατό να έχει οποιοδήποτε συμφέρον επί του περιουσιακού στοιχείου που αποτελεί το αντικείμενο της αίτησης.
(2)Το Δικαστήριο κατά την εξέταση αίτησης δυνάμει του εδαφίου
(1)δύναται, εκδίδοντας το ακυρωτικό διάταγμα, να διατάξει όπως- (α) To περιουσιακό στοιχείο κατασχεθεί και πωληθεί προς ικανοποίηση ου εξ αποφάσεως χρέους, ή .................... Τέλος θεωρώ ότι οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις στο σύνολο τους στρέφονται γύρω από τον πυρήνα της υπόθεσης, που είναι η παροχή δυνατότητας στην Αιτήτρια να ζητήσει ακύρωση των κατ' ισχυρισμό δόλιων μεταβιβάσεων, είτε αυτές αφορούν ακίνητα είτε μετοχές και δεν ζητείται κάτι διαφορετικό. Ούτε θα ήταν ορθό η Αιτήτρια να προχωρούσε με την καταχώρηση 2η αίτησης με αίτημα την ακύρωση αυτή τη φορά των μεταβιβάσεων των μετοχών. Με την τροποποίηση της αρχικής αίτησης και της προσθήκης του νέου αιτητικού θα αποφευχθεί η πολλαπλότητα των διαδικασιών και η δημιουργία διπλών εξόδων και ταλαιπωρίας. Παραπέμπω επίσης στην υπόθεση ΧΧΧ FORCAN HEMSLADE TRADING LTD κ.α Πολιτική Έφεση Αρ. 43/2013 ημερ. 6/11/2018, ECLI:CY:AD:2018:A479, η οποία εξέτασε έφεση κατά της απόρριψης αίτησης τροποποίησης, με λόγο ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα θεώρησε ότι με την αιτούμενη τροποποίηση επιδιωκόταν η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής και ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τις νομολογιακές αρχές αναφορικά με την προσθήκη νέας βάσης αγωγής, ζητώντας με την τροποποίηση την προσθήκη και αξίωσης αποζημιώσεων. Λέχθηκε επί του προκειμένου: «΄Εχουμε μελετήσει τις αντίστοιχες θέσεις σε συνάρτηση με την πρωτόδικη θεώρηση καθώς και τη σχετική δικογραφία. Οι επίδικες τροποποιήσεις παρουσιάζονται εκτεταμένες, όμως παρά το εκτενές του περιεχομένου τους, εκείνο που προκύπτει είναι ότι γίνεται προσπάθεια να εισαχθεί πως κατά ή περί το έτος 2011 οι εφεσίβλητοι 1 μεταβίβασαν και ή ενέγραψαν τις επίδικες μετοχές στην εταιρεία Delta Maxi σε τρίτα πρόσωπα. Δίδονται δε λεπτομέρειες των συμφωνιών και προσδιορίζονται τα τρίτα αυτά πρόσωπα ως οι κυπριακές εταιρείες Astatine Holdings Ltd και Rhenium Holdings Ltd οι οποίες και προέβησαν σε νέες συμφωνίες μεταβίβασης με άλλα νομικά πρόσωπα. Η κατάληξη, εν πάση περιπτώσει, του εφεσείοντα είναι ότι μοναδικός μέτοχος των ως άνω δύο κυπριακών εταιρειών ήταν η εταιρεία Hitoni Financial Ltd από τις Βρετανικές Παρθένους Νήσους μοναδικός μέτοχος των εφεσιβλήτων 1. Επιχειρείται δε τελικώς, στη βάση των προηγούμενων τοποθετήσεων της πλευράς του εφεσείοντα, η διατύπωση θεραπείας αποζημιώσεων ότι, στη βάση των πιο πάνω ενεργειών που αφορούν τις μεταβιβάσεις, ο εφεσείων υπέστη ζημία και/ή απώλεια κέρδους η οποία καθορίζεται και εξηγείται σε συνάρτηση με την αξία και τα ποσοστά των μετοχών, τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του κατείχε. Επίσης αυτό συσχετίζεται με τις αντίστοιχες πρόνοιες του σερβικού δικαίου των συμβάσεων και των αστικών αδικημάτων, οι οποίες, κατά τη θέση του, ισχύουν εν προκειμένω (βλ. ειδικά τα άρθρα 189 και 190 τα οποία και συναφώς αναλύονται). Το πρωτόδικο Δικαστήριο έθεσε ορθά τις νομολογιακές αρχές που αφορούν τροποποίηση δικογράφου, η οποία επιδιώκει να εισάξει αιτία αγωγής που γεννήθηκε μετά την καταχώρηση του αρχικού κλητηρίου. Το ερώτημα που μένει να απαντηθεί είναι αν εφαρμόστηκαν ορθά στη συγκεκριμένη περίπτωση. «Στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 A.A.Δ. 426 αναφέρθηκε πως η προσθήκη δια της επιδιωκόμενης τροποποίησης συσχετιζόταν άμεσα με τον κεντρικό ισχυρισμό που προβλήθηκε εξ αρχής και δεν επέφερε ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης. Παρείχε μόνο τη δυνατότητα προσαγωγής μαρτυρίας ως προς τον εξ αρχής προβληθέντα, αν και μη συγκεκριμενοποιηθέντα ισχυρισμό, αναφορικά με τις συνέπειες του αστικού αδικήματος. Η διαπίστωση πως επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν οδηγεί άνευ ετέρου σε απόρριψη αίτησης για τροποποίηση. To ερώτημα που πρέπει όμως να απαντηθεί αμέσως μετά - και αυτό συνιστά τον πρώτο λόγο έφεσης - είναι αν όντως οι ως άνω προτεινόμενες τροποποιήσεις εισάγουν ή όχι νέα βάση αγωγής που δεν μπορεί ευχερώς να δικαστεί με την υφιστάμενη. Όπως ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο παρατήρησε, ενώ είναι ανεπίτρεπτο να διαταχθεί τροποποίηση που να εισάγει βάση αγωγής η οποία δεν υπήρχε κατά το χρόνο καταχώρησης του αρχικού δικογράφου αλλά προέκυψε μεταγενέστερα, διακρίνεται η περίπτωση στην οποία τροποποιούνται τα δικόγραφα σε σχέση με γεγονότα τα οποία προέκυψαν μετά την καταχώρηση της αγωγής και τα οποία ο διάδικος επικαλείται για υποστήριξη της αρχικής αιτίας αγωγής. (Βλ. Tilcon Ltd ν. Land and Real Estate Investments Ltd
(1987)1 All E.R. 615). Όπως προκύπτει, ο πυρήνας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων είναι όχι μόνο η αντισυμβατική συμπεριφορά των εφεσιβλήτων αλλά και η επίκληση απάτης, δόλου, ευθύνης καταπιστευματοδόχου και ή περιστάσεων που δύνανται να λειτουργήσουν ως εξ υπαγωγής εμπίστευμα και ή άλλως πως, ως ανωτέρω. Είναι συνεπώς, κατά την κρίση μας, οι προτεινόμενες τροποποιήσεις απλώς αναφορά σε ενέργειες των εφεσιβλήτων, υποστηρικτικές ή ενισχυτικές του υφιστάμενου αγώγιμου δικαιώματος και όχι νέα βάση αγωγής. ΄Όπως ακριβώς στη Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Αgents, (ανωτέρω) αναφέρθηκε, οι τροποποιήσεις δεν επιφέρουν ριζική μετατροπή της φύσεως της αξίωσης, απλώς εισάγονται θέσεις που δεν είχαν συγκεκριμενοποιηθεί προηγουμένως αναφορικά με τις συνέπειες της μεταβίβασης των μετοχών. ΄Έστω και αν πρόκειται για μεταγενέστερα της αγωγής γεγονότα, ο εφεσείων επεκτείνει τις αιτούμενες θεραπείες πλέον και στη μορφή των χρηματικών αποζημιώσεων επικαλούμενος σχετικά άρθρα του σερβικού δικαίου, το οποίο εν πάση περιπτώσει επικαλείτο και στο αρχικό του δικόγραφο. Αν ειδωθεί λοιπόν προσεκτικά η υφιστάμενη και η προτεινόμενη δικογραφία δεν αφορά μεταγενέστερα γεγονότα που συνθέτουν νέα βάση αγωγής αλλά πρόκειται για μεταγενέστερα γεγονότα που ανάγονται στην πρωταρχική βάση αγωγής και την επεκτείνουν τόσο στο περιεχόμενο της, όσο και στο φάσμα των αιτουμένων θεραπειών. Εξάλλου, δεν θα συμφωνήσουμε με την ευπαίδευτη συνήγορο των εφεσιβλήτων, πως δεν μπορούσε ο εφεσείων να διατυπώσει ευθύς εξ αρχής θεραπεία αποζημίωσης, έστω και με πιο γενικό τρόπο. Πραγματικά θα ήταν ατελέσφορο - για αμφότερους τους διαδίκους - η διαφορά τους να κατακερματιζόταν σε δύο αγωγές, όπως εισηγείται η πλευρά των εφεσιβλήτων. Σίγουρα δε, δεν προκύπτει και δεν έχει στοιχειοθετηθεί οποιαδήποτε βλάβη των εφεσιβλήτων εκ των αιτουμένων τροποποιήσεων.» Η έμφαση σε κάποια σημεία είναι δική μου. Έρχομαι τώρα στο ζήτημα του χρόνου υποβολής της παρούσας αίτησης αλλά και τη θέση της άλλης πλευράς περί απουσίας αιτιολογίας της καθυστέρησης. Το όλο ιστορικό της υπόθεσης δεν παρέχει περιθώριο για την εξαγωγή συμπερασμάτων περί κακοπιστίας της Αιτήτριας. Όπως αναφέρει η ενόρκως δηλούσα το ζήτημα της αναγκαιότητας τροποποίησης προέκυψε μετά την καταχώρηση της ένστασης του Καθ' ου η Αίτηση, στην οποία ουσιαστικά προβάλλεται ότι με την ακύρωση των μεταβιβάσεων των ακινήτων η εκδοθείσα απόφαση δεν μπορεί να ικανοποιηθεί και αυτό ήταν το έναυσμα για να προχωρήσουν στην αίτηση με την οποία επιδιώκουν να προσθέσουν και αυτά τα περιουσιακά στοιχεία που ήταν στο όνομα του Καθ' ου η Αίτηση και μεταβιβάστηκαν στους γιους του, ενώ είχε καταχωρηθεί η αίτηση περιουσιακών διαφορών. Ας σημειωθεί σε αυτό το σημείο ότι δεν αμφισβητείται ότι το εξ αποφάσεως χρέος δεν έχει πληρωθεί. Ο εντοπισμός της μεταβίβασης των μετοχών έγινε με την έρευνα στην Ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών. Ακόμη και αν η παράλειψη εντοπισμού της μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων ενωρίτερον οφειλόταν σε αμέλεια και/ή παράλειψη της Αιτήτριας και/ή των δικηγόρων της η μη παροχή δυνατότητας στην Αιτήτρια να θέσει και αυτά τα στοιχεία στην αίτηση της ενώπιον του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι θα ήταν εις βάρος της δικαιοσύνης. Οι αρχές της νομολογίας ως έχουν εκτεθεί πιο πάνω επιτρέπουν τροποποιήσεις έστω και αν αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας. Θα επαναλάβω το τι έχει λεχθεί από τη νομολογία ότι μια τροποποίηση πρέπει να επιτρέπεται έστω και αν ζητείται αργά, εάν είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων, μια και οποιαδήποτε δυσχέρεια προκληθεί από αυτή μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Η σύγχρονη δε τάση των Δικαστηρίων, όπως βγαίνει από τη νομολογία, είναι να επιτρέπουν στις κατάλληλες υποθέσεις τροποποιήσεις έστω και αν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή αβλεψίας, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Στη Νικολάου (ανωτέρω) λέχθηκε: «Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί ασχέτως αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση των διαδίκων αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης.» Θεωρώ ακόμα ότι η έγκριση των τροποποιήσεων δεν θα μεταβάλει το πλαίσιο της δίκης, ούτε θα επιφέρει ζημιογόνες συνέπειες στα δικαιώματα του Καθ' ου η Αίτηση. Στον οποίο θα δοθεί ευκαιρία να απαντήσει στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση και τις αιτούμενες τροποποιήσεις. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη το σύνολο των περιστατικών και τις ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης υπόθεσης ότι δεν υπάρχει κακοπιστία, η τροποποίηση ζητείται καλόπιστα και δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά στην άλλη πλευρά η οποία δεν μπορεί ν' αποκατασταθεί με την καταβολή των εξόδων, αλλά και ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να δοθεί η ευκαιρία στην Αιτήτρια να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου την πραγματική επίδικη διαφορά, κυρίαρχο παράγοντα για την άσκηση της διακριτικής μου εξουσίας, θεωρώ ορθό και δίκαιο να εγκρίνω το αίτημα της για τροποποίηση. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου, ότι στο στάδιο αυτό που υποβάλλεται η αίτηση για τροποποίηση, δεν έχει αρχίσει η ακρόαση της αίτησης. Επομένως, η σκοπούμενη τροποποίηση δεν πρόκειται να επιφέρει δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων του Καθ' ου η αίτηση, ούτε και προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον Καθ' ου η Αίτηση υπό την έννοια ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί σε χρήμα. Το ουσιωδέστερο, σε αιτήσεις αυτής της φύσεως, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους έτσι ώστε να κριθούν όλες οι μεταξύ τους πραγματικές διαφορές (βλ. Νικολάου ν. Μιλτιάδους
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005) πράγμα στο οποίο θεωρώ ότι αποσκοπεί ουσιαστικά η αίτηση τροποποίησης. Επιπλέον η οποιαδήποτε καθυστέρηση θα αντιμετωπιστεί με κατάλληλες οδηγίες για προγραμματισμό της ακρόασης σε σύντομη ημερομηνία μετά την ολοκλήρωση των διαδικασιών. Όσον αφορά την ενεχυρίαση μετοχών και τον επηρεασμό τρίτων ατόμων από την ακύρωση των μεταβιβάσεων, αλλά και τη θέση ότι το Δικαστήριο δεν εκδίδει διατάγματα επί ματαίω, θεωρώ ότι η οποιαδήποτε κρίση επί αυτής της θέσης, χωρίς το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένο το μαρτυρικό υλικό, τη θέση της Αιτήτριας, του Καθ' ου η Αίτηση και/ή οποιουδήποτε επηρεαζόμενου προσώπου θα ήταν πρόωρη. Ούτε ασφαλώς η έγκριση της παρούσας αίτησης τροποποίησης, με την οποία απλά δίδεται η δυνατότητα στην Αιτήτρια να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα επίδικα θέματα και τις μεταξύ τους διαφορές, εξυπακούει άνευ ετέρου και την αποδοχή της αρχικής αίτησης. Όσο αφορά περαιτέρω το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης θεωρώ ότι υπάρχει καλός λόγος για να εγκρίνω την καταχώρηση της, ώστε το Δικαστήριο να έχει τη δυνατότητα, να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων στα οποία στηρίζεται το αίτημα της Αιτήτριας για ακύρωση της μεταβίβασης των μετοχών. Τέλος αποτελεί γεγονός ότι, στην αίτηση για λήψη άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, δεν επισυνάπτεται η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Κρίνω όμως ότι αυτό δεν θα πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης, αφ' ης στιγμής γίνεται πλήρως αντιληπτό από το Δικαστήριο, αλλά και τον Καθ' ου η Αίτηση τι επιθυμεί η Αιτήτρια να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου με τη συμπληρωματική ένορκη της δήλωση και εφόσον περιέχονται λεπτομέρειες στην ένορκη δήλωση της κας Αθηνάς Παπαδοπούλου της του τι επιδιώξει να εισάξει. Συνακόλουθα, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται η τροποποίηση της αίτησης ως (Α), (Β), (Γ), (Δ) ,(Ε) και (ΣΤ) της αίτησης ημερομηνίας 25/10/2022. Τροποποιημένη αίτηση να καταχωρηθεί σε 10 μέρες από τη σύνταξη του διατάγματος το οποίο να συνταχθεί εντός 7 ημερών. Τυχόν τροποποιημένη ένσταση και συμπληρωματική ένορκη δήλωση εκ μέρους του Καθ' ου η Αίτηση να καταχωρηθεί μέσα σε 20 μέρες από την παραλαβή της τροποποιημένης αίτησης. Θεωρώ επίσης ορθό όπως η τροποποιημένη αίτηση επιδοθεί σε τυχόν επηρεαζόμενα μέρη. Η υπόθεση ορίζεται για προγραμματισμό στις 5 Ιουλίου 2023, για να δοθεί ημερομηνία ακρόασης, το συντομότερο. Επειδή από την τροποποίηση δημιουργήθηκαν και δημιουργούνται έξοδα, αυτά θα πρέπει να είναι σε βάρος του διαδίκου που προκάλεσε τη διαδικασία, γι' αυτό τα έξοδα της αίτησης και αυτά που θα χαθούν λόγω της τροποποίησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Καθ' ου η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας και να καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας δηλαδή της αίτησης ημερ. 19/2/2020 για ακύρωση καταδολιευτικών μεταβιβάσεων. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.