← Κύπρος

Β. Σ. ν. Μ. Λ. Σ., Αρ. Αίτησης: 5/2022, 19/9/2023

Β. Σ. ν. Μ. Λ. Σ., Αρ. Αίτησης: 5/2022, 19/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ.Γ. Αντωνιάδη, Π. Αρ. Αίτησης: 5/2022 (i-Justice) Μεταξύ: Β. Σ. Αιτητής και Μ. Λ. Σ. Καθ' ης η αίτηση Μονομερής αίτηση ημερομηνίας 16/02/2023 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 19 Σεπτεμβρίου 2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητή: κ. Σέργιος Π. Σωτηρίου. Για Καθ' ης η αίτηση: κ.κ. Δρ. Ανδρέας Ποιητής & Σία Δ.Ε.Π.Ε.. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Αιτητής με την ενδιάμεση αίτησή του ημερομηνίας 16/02/2023 ζήτησε από το Δικαστήριο:- Α) Άδεια για εξέταση της Καθ' ης η αίτηση σχετικά με την ορθότητα της Ένορκης Δήλωσης της ημερομηνίας 21/12/2022. Β) Περαιτέρω άλλη θεραπεία. Γ) Τα έξοδα της παρούσης αίτησης πλέον ΦΠΑ πλέον έξοδα επίδοσης. Η αίτηση βασίζεται στον Νόμο 23/90, άρθρα 11, 12, 14 και 16, στον περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμο του 1991 (Ν.232/91), άρθρα 2, 4, 14Α

(3)και 14Β, στον περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Διαδικαστικό Κανονισμό του 1990, Καν. 2, 3, 4, 5 και 11, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39 Θ.1, Δ.48 θ.2 και στις Γενικές και Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην Ένορκη Δήλωσή του που συνοδεύει την αίτησή του, ο Αιτητής αναφέρει, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα:- «Κατά ή περί τις 21/11/2022 εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο διατασσόταν η καθ' ης η αίτηση όπως εντός 30 ημερών από την έκδοση του διατάγματος υποβάλει στο Δικαστήριο Ένορκη Δήλωση στην οποία να περιγράφει πλήρως, με σαφήνεια και κατά συγκεκριμένο τρόπο την περιουσία στην οποία είχε άμεσα ή έμμεσο συμφέρον κατά την ημερομηνία διακοπής της συμβίωσης και συγκεκριμένα τον μήνα Σεπτέμβριο του
  1. Η Καθ' ης η αίτηση καταχώρησε την 21/12/2022 σχετική ένορκη δήλωση. Κατά το χρόνο της διάστασης μας, η καθ' ης η αίτηση διατηρούσε σημαντικά ποσά σε τραπεζικούς λογαριασμούς τους οποίους απέφυγε να αποκαλύψει στην Ένορκη της δήλωση. Περαιτέρω η καθ' ης η αίτηση παρουσίασε κατάσταση λογαριασμού του μηνός Δεκεμβρίου 2022 και όχι καταστάσεις λογαριασμού κατά το χρόνο διακοπής της συμβίωσης όπως διατασσόταν να πράξει με το διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου. Επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 το τεκμήριο 6 της ένορκης δήλωσης της καθ' ης η αίτηση ημερομηνίας 21/12/2022 στα οποία διαφαίνεται ότι οι εν λόγω λογαριασμοί είναι από τον μήνα Δεκέμβριο
  2. Η καθ' ης η αίτηση απέφυγε εσκεμμένα να παρουσιάσει τις καταστάσεις λογαριασμού της κατά το χρόνο διακοπής της συμβίωσης ήτοι τον Σεπτέμβριο του
  3. Περαιτέρω είναι ο ισχυρισμός μου ότι η καθ' ης η αίτηση δεν παρουσίασε όλα τα οχήματα στα οποία ήτο εγγεγραμμένη ως ιδιοκτήτρια κατά το χρόνο διακοπής της συμβίωσης. Οι ισχυρισμοί της ένορκης δήλωσης της καθ' ης η αίτηση ημερομηνίας 21/12/2022 είναι αναληθείς, παραπλανητικοί και ελλιπείς καθότι η καθ' ης η αίτηση έχει αποκρύψει σημαντικό μέρος των περιουσιακών της στοιχείων.» Η Καθ' ης η αίτηση αντέδρασε στο αίτημα του Αιτητή για αντεξέτασή της, προβάλλοντας τους πιο κάτω λόγους ένστασης:- «
  4. Το αιτούμενο διάταγμα είναι αχρείαστο ή/και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την χορήγησή του.
  5. Ο Αιτητής δεν κατέδειξε καλό λόγο για τη χορήγηση του αιτούμενου διατάγματος ή/και οι λόγοι τους οποίους προβάλει είναι γενικοί και αόριστοι.
  6. Η ένορκη δήλωση της Καθ' ης η Αίτηση ημερ. 21.12.2022 δεν αντίκειται στο εκ συμφώνου διάταγμα ημερ. 29.11.2022 για τον λόγο ότι ουδέποτε δακτυλογραφήθηκε και το σχετικό πρακτικό της ηλεκτρονικής πλατφόρμας i-Justice για τις 29.11.2022 είναι ελλιπές. Συνεπώς, στο διάταγμα δεν καθορίζεται με την απαραίτητη σαφήνεια ή/και λεπτομέρειες τι έπρεπε να πράξει η Καθ' ης η Αίτηση ώστε να μπορούσε να συμμορφωθεί πλήρως μ' αυτό.
  7. Διαζευκτικά προς τον 3ο λόγο ένστασης, ακόμη και εάν το εκ συμφώνου διάταγμα ημερ.29.11.2022 καθόριζε τον χρόνο που επήλθε η διάσταση ως τον Σεπτέμβριο του 2021, ως αυτή καθορίζεται στο αιτητικό της δια κλήσεως αίτησης του Αιτητή ημερ.25.10.2022, αυτό ήταν λανθασμένο για τον λόγο ότι κατέστη παραδεκτό δια της δικογραφίας ότι η ημερομηνία διάστασης ήταν στις 19.01.2022 και συνεπώς, όχι τον Σεπτέμβριο του
  8. Ουδεμία δολιότητα ή/και πρόθεση απόκρυψης περιουσιακών στοιχείων ή/και πρόθεση παροχής ψευδών ή/και ανακριβών ή/και μη πλήρων πληροφοριών υπήρξε από πλευράς της Καθ' ης η Αίτηση.
  9. Η αίτηση είναι καταχρηστική ή/και εκδικητική.» Η ένσταση βασίζεται στα Άρθρα 11, 12, 14 και 18 του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου του 1990 (Ν. 23/1990), στα Άρθρα 2, 3, 14Α και 14Β του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου του 1991 (Ν. 232/1991), στους Κανονισμούς 2, 3, 4, 5 και 11 του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Διαδικαστικού Κανονισμού του 1990, στις Δ.39, Θ.1 και Δ.48, ΘΘ. 1-4, 8, 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, καθώς και στη σύμφυτη δικαιοδοσία ή/και εξουσία του Δικαστηρίου. Στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την ένστασή της, η Καθ' ης η αίτηση αναφέρει, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα:- «Κατάγομαι από τη Ρ., όμως είμαι Κύπρια πολίτης και διαμένω στην Κύπρο από το
  10. Ως εκ τούτου, γνωρίζω πάρα πολύ καλά την ελληνική γλώσσα και είμαι σε θέση τόσο να διαβάζω, όσο και να γράφω σ' αυτήν. Γνωρίζω προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Για όσα γεγονότα δεν έχω προσωπική γνώση, λαμβάνω γνώση από τους δικηγόρους μου. Στις 25.10.2022, ο Αιτητής καταχώρησε αίτηση δια κλήσεως, με την οποία ζητούσε: «Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο διατάσσεται η καθ' ης η αίτηση Μ. Λ. Σ. εντός 15 ημερών από την έκδοση του διατάγματος ή εντός οποιασδήποτε άλλης προθεσμίας ήθελε ορίσει το Δικαστήριο, υποβάλει στο Δικαστήριο Ένορκη δήλωση, στην οποία να περιγράφει πλήρως, με σαφήνεια και κατά συγκεκριμένο τρόπο την περιουσία στην οποία είχε οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο συμφέρον κατά την ημερομηνία της διακοπής της συμβίωσης ήτοι Σεπτέμβριο του 2021 ή κατ' άλλη σχετική ημερομηνία που το Δικαστήριο ήθελε ορίσει στο διάταγμα.» Στις 29.11.2022, εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα βάσει της προαναφερόμενης αίτησης, τόσο εναντίον μου, όσο και εναντίον του Αιτητή και δόθηκαν οδηγίες για καταχώρηση ενόρκων δηλώσεων και από τις 2 πλευρές. Εγώ συμμορφώθηκα με το διάταγμα προβαίνοντας σε ένορκη δήλωση στις 21.12.2022, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτω ως Τεκμήριο
  11. Επειδή επιθυμούσα να προβώ σε μία πλήρη, ειλικρινή και εμπεριστατωμένη αποκάλυψη των περιουσιακών στοιχείων μου, φρόντισα να εντοπίσω ή εξασφαλίσω και επισυνάψω στην ένορκη δήλωσή μου αντίγραφα των διαφόρων αποδεικτικών στοιχείων. Ο Αιτητής, τώρα, ισχυρίζεται ότι οι ισχυρισμοί μου στην πιο πάνω ένορκη δήλωσή μου είναι «αναληθείς, παραπλανητικοί και ελλιπείς» καθότι δήθεν εγώ απέκρυψα «σημαντικό μέρος» των περιουσιακών μου στοιχείων (βλ. §7 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή ημερ.16.02.2023 η οποία συνοδεύει την υπό εκδίκαση αίτηση). Η θέση αυτή δεν ευσταθεί: (α) Στην §4 της ένορκης δήλωσής του, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι, κατά τον χρόνο της διάστασής μας, διατηρούσα «σημαντικά ποσά σε τραπεζικούς λογαριασμούς» τους οποίους δήθεν απέφυγα να αποκαλύψω. Όμως, ο Αιτητής δεν ανέφερε ούτε σε ποια τραπεζικά ιδρύματα τηρούσα αυτούς τους λογαριασμούς, ούτε το ύψος, περίπου τουλάχιστον των υποτιθέμενων ποσών. Εάν τα ποσά αυτά ήταν τόσο «σημαντικά», δεν θα ήταν σε θέση να αναφέρει τουλάχιστον τα στοιχεία αυτά; Είναι προφανές ότι ο Αιτητής δεν λέει την αλήθεια. Επομένως, οι πιο πάνω ισχυρισμοί του Αιτητή είναι γενικοί και αόριστοι και δεν δικαιολογούν την έκδοση διατάγματος αντεξέτασης. Εξ όσων με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου, για να καταδειχθεί η ανάγκη αντεξέτασης, θα έπρεπε να είχαν αναφερθεί με ακρίβεια τα στοιχεία που δήθεν απέκρυψα ώστε να καθίστατο αντιληπτό γιατί είναι απαραίτητη η αντεξέταση. (β) Στην ίδια παράγραφο, καθώς και στην §5, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι απέφυγα εσκεμμένα να αποκαλύψω τις καταστάσεις λογαριασμών μου «κατά τον χρόνο της διακοπής της συμβίωσης ήτοι τον Σεπτέμβριο του 2021», «όπως διατασσόταν να πράξει με το διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου», παρά μόνο αποκάλυψα τα ποσά που τηρούσα τον Δεκέμβριο του
  12. Όμως: (i) Σύμφωνα με τις έγγραφες προτάσεις, ο χρόνος διακοπής της συμβίωσης ήταν στις 19.01.2022 και όχι τον Σεπτέμβριο του
  13. Πρόκειται για ισχυρισμό του ίδιου του Αιτητή (βλ. §6 της κυρίως αίτησης, καθώς και την §4.2 της Υπεράσπισης). Εξ όσων με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου, γεγονότα τα οποία καθίστανται παραδεκτά μέσω των δικογράφων καθίστανται αδιαμφισβήτητα. Συνεπώς, η θέση του Αιτητή ότι η διακοπή της συμβίωσης έλαβε χώρα δήθεν τον Σεπτέμβριο του 2021, όπως υποστηρίζει τόσο στην ένορκη δήλωση του, όσο και στην αίτησή του ημερ. 24.10.2022, είναι απαράδεκτη και αντίθετη με τα δικόγραφα. (ii) Εν πάση περιπτώσει, ουδέποτε μου επιδόθηκε οποιοδήποτε διάταγμα του Δικαστηρίου στο οποίο να καθορίζεται οποιοσδήποτε χρόνο. Η αίτηση του Αιτητή ημερ. 24.10.2022 αναφέρεται σε «Σεπτέμβριο του 2021 ή κατ' άλλη σχετική ημερομηνία που το Δικαστήριο ήθελε ορίσει στο διάταγμα.» ΄Όμως, ουδέποτε καθορίσθηκε οποιοσδήποτε χρόνος από το Δικαστήριο. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 2 το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 29.11.2022 (ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος), στο οποίο αναγράφεται απλώς «Εκδίδεται διάταγμα.» Επίσης, εξ όσων πληροφορούμαι από τους δικηγόρους μου, το διάταγμα ουδέποτε δακτυλογραφήθηκε. Εξ όσων με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου, ένα διάταγμα Δικαστηρίου πρέπει να είναι σαφές και συγκεκριμένο ώστε το πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδίδεται να γνωρίζει επακριβώς πώς πρέπει να ενεργήσει. Έπεται ότι ουδένα διάταγμα παρέβηκα, διότι απλούστατα δεν τέθηκαν οποιοιδήποτε όροι τους οποίους θα μπορούσα εγώ να παραβώ. (iii) Εν πάση περιπτώσει, ουδέποτε απέκρυψα εσκεμμένα τα ποσά που είχα κατατεθειμένα στους τραπεζικούς λογαριασμούς μου τον Σεπτέμβριο του
  14. Αντιθέτως, στην ένορκη δήλωσή μου ημερ.05.05.2022, η οποία βρίσκεται στον ηλεκτρονικό φάκελο του Δικαστηρίου στο i-justice και η οποία συνόδευε την ένστασή μου στην αίτηση για προσωρινό διάταγμα ημερ. 31.03.2022, επισύναψα αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμών μου ως Τεκμήρια 8 και 9, όπου φαίνονται τα ποσά που είχα κατατεθειμένα τον Σεπτέμβριο του
  15. Επισυνάπτω εκ νέου τα εν λόγω τεκμήρια υπό τη μορφή δέσμης ως Τεκμήριο
  16. Επισυνάπτω, επίσης, ως Τεκμήριο 4, καταστάσεις των λογαριασμών μου στην Τράπεζα Κύπρου (με αρ. ....3520 και ....9546) στις οποίες φαίνονται στα ποσά που είχα κατατεθειμένα στις 19.01.
  17. (iv) Ομολογώ ότι επισύναψα στην ένορκη δήλωσή μου ημερ. 21.12.2022 τις σημερινές (τότε) καταστάσεις τραπεζικών λογαριασμών εκ λάθους, λόγω λανθασμένης καθοδήγησης από τους δικηγόρους μου. Όμως, από τη στιγμή που τα ποσά είχαν ήδη αποκαλυφθεί και ήταν στη διάθεση του Αιτητή, δεν συντρέχει λόγος να αντεξεταστώ επί των γεγονότων αυτών, αφού τέτοια αντεξέταση θα ήταν αχρείαστη. (β) Στην §6, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι εγώ δεν παρουσίασα «όλα τα οχήματα στα οποία [εγώ ήμουν] εγγεγραμμένη ως ιδιοκτήτρια κατά το χρόνο διακοπής της συμβίωσης.» Όμως, ο χρόνος διακοπής της συμβίωσης, ως είναι παραδεκτό από τα δικόγραφα, ήταν στις 19.01.
  18. Εγώ απεκάλυψα στην ένορκη δήλωσή μου ημερ. 21.12.2022 ποια οχήματα ήταν εγγεγραμμένα στο όνομά μου κατά την πιο πάνω ημερομηνία, τα οποία είναι εκείνα που αναφέρω και για τα οποία, μάλιστα, επισύναψα και αντίγραφα των πιστοποιητικών ιδιοκτησίας. Θα πρέπει, όμως, να διευκρινίσω τα εξής: (i) Τον Σεπτέμβριο του 2021 είχα εγγεγραμμένο στο όνομα μου το Mercedes με αριθμούς εγγραφής ....
  19. To αυτοκίνητο αυτό δεν αναφέρεται στην ένορκη δήλωσή μου ημερ. 21.12.
  20. (ii) Τον Οκτώβριο του 2021, ο Αιτητής αγόρασε το Mercedes με αριθμούς εγγραφής ....
  21. Εγώ και ο Αιτητής ανταλλάξαμε αυτοκίνητα, ,ήτοι το αυτοκίνητο ....52 ενεγράφη στο όνομά του, ενώ εγώ πήρα το ....32 το οποίο αναφέρω στην ένορκη δήλωσή μου ημερ. 21.12.
  22. (iii) Ο Αιτητής πώλησε το ....52 τον Μάρτιο του
  23. Προκαλώ τον Αιτητή να καταχωρήσει απαντητική ή συμπληρωματική ένορκη δήλωση στην οποία να αναφέρεται αν διαφωνεί ή όχι με τους πιο πάνω ισχυρισμούς μου και να παραθέσει συγκεκριμένα στοιχεία προς διάψευσή μου. Ενόψει των ανωτέρω, η αντεξέταση είναι αχρείαστη. Θα πρέπει να πω ότι ο Αιτητής καταχώρησε την υπό εκδίκαση αίτηση καταχρηστικά ή/και εκδικητικά λόγω του ότι, στα πλαίσια της Αγωγής μου αρ. 716/2022 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, εξασφάλισα εναντίο του δύο
(2)απαγορευτικά διατάγματα για παρενόχληση και παρενοχλητική παρακολούθηση στις 30.06.2022 (το οποίο κατέστη εκ συμφώνου απόλυτο στις 22.07.2022) και πολύ πιο πρόσφατα στις 30.01.2023 (το οποίο εξεδόθη εκ συμφώνου). Επισυνάπτω δέσμη αποτελούμενη από τα δύο διατάγματα ως Τεκμήριο
  1. Με τα διατάγματα αυτά, ουσιαστικά, απαγορεύεται στον Αιτητή να με ακολουθεί ή/και παρακολουθεί ή/και να με προσεγγίζει σε απόσταση 100 μέτρων ή/και ακόμη να έρχεται σε προσωπική επικοινωνία μαζί μου, εκτός μέσω των δικηγόρων μας. Επισυνάπτω, επίσης, τις ένορκες δηλώσεις μου προς υποστήριξη των αιτήσεων στα πλαίσια των οποίων εκδόθηκαν τα εν λόγω διατάγματα, ως Τεκμήρια 6 και 7 αντίστοιχα. Υιοθετώ και επαναλαμβάνω τους ισχυρισμούς που περιέχονται σ' αυτές. Ο Αιτητής, ο οποίος ουδέποτε απεδέχθη το ότι εγώ ήθελα να τον χωρίσω, προσπαθεί τώρα να με εκδικηθεί καταχωρώντας μία ανυπόστατη αίτηση ζητώντας την αντεξέταση μου με σκοπό να με εξευτελίσει στο Δικαστήριο. Υιοθετώ και επαναλαμβάνω τους λόγους ένστασης, οι οποίοι επεξηγήθηκαν ανωτέρω και οι οποίοι είναι οι εξής: «(α) Το αιτούμενο διάταγμα είναι αχρείαστο ή/και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την χορήγησή του. (β) Ο Αιτητής δεν κατέδειξε καλό λόγο για τη χορήγηση του αιτούμενου διατάγματος ή/και οι λόγοι τους οποίους προβάλει είναι γενικοί και αόριστοι. (γ) Η ένορκη δήλωση της Καθ' ης η Αίτηση ημερ. 21.12.2022 δεν αντίκειται στο εκ συμφώνου διατάγματα ημερ.29.11.2022 για τον λόγο ότι ουδέποτε δακτυλογραφήθηκε και το σχετικό πρακτικό της ηλεκτρονικής πλατφόρμας i-justice για τις 29.11.2022 είναι ελλιπές. Συνεπώς, στο διάταγμα δεν καθορίζεται με την απαραίτητη σαφήνεια ή/και λεπτομέρειες τί έπρεπε να πράξει η Καθ' ης η Αίτηση ώστε να μπορούσε να συμμορφωθεί πλήρως μ' αυτό. (δ) Διαζευκτικά προς τον 3ο λόγο ένστασης, ακόμη και εάν το εκ συμφώνου διάταγμα ημερ.29.11.2022 καθόριζε τον χρόνο που επήλθε η διάσταση ως τον Σεπτέμβριο του 2021, ως αυτή καθορίζεται στο αιτητικό της δια κλήσεως αίτησης του Αιτητή ημερ. 25.10.2022, αυτό ήταν λανθασμένο για τον λόγο ότι κατέστη παραδεκτό δια της δικογραφίας ότι η ημερομηνία διάστασης ήταν στις 19.01.2022 και συνεπώς, όχι τον Σεπτέμβριο του
  2. (ε) Ουδεμία δολιότητα ή/και πρόθεση απόκρυψης περιουσιακών στοιχείων ή/και πρόθεση παροχής ψευδών ή/και ανακριβών ή/και μη πλήρων πληροφοριών υπήρξε από πλευράς της Καθ' ης η Αίτηση. (στ) Η αίτηση είναι καταχρηστική ή/και εκδικητική.» Νομική Πτυχή Ο Νόμος που ρυθμίζει τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων στο άρθρο 14Α κάτω από τον τίτλο «Αποκάλυψη Περιουσιακών Στοιχείων και εξέταση από το Δικαστήριο» αναφέρει: «
(1)Για σκοπούς καλύτερης εφαρμογής του άρθρου 14, το Δικαστήριο δύναται ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε διαδίκου να εκδώσει διάταγμα βάσει του οποίου ο καθ' ου η αίτηση υποχρεούται, μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την έκδοσή του, ή μέσα σε οποιαδήποτε άλλη χρονική περίοδο το Δικαστήριο ορίσει, να υποβάλει ένορκη δήλωση στο Δικαστήριο, στην οποία να περιγράφει πλήρως, με σαφήνεια και κατά συγκεκριμένο τρόπο την περιουσία στην οποία είχε οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο συμφέρον κατά την ημερομηνία της διακοπής της συμβίωσης ή κατ' άλλη σχετική ημερομηνία που το Δικαστήριο ορίζει στο διάταγμα.
(2)Σε περίπτωση που το συμφέρον σε περιουσία ή μέρος της το οποίο ο καθ' ου η αίτηση είχε κατά την ημερομηνία που το Δικαστήριο έχει ορίσει, έπαψε να ανήκει σε αυτόν κατά την ημερομηνία της εκδίκασης της αίτησης διαζυγίου ή κατ' άλλη ημερομηνία που το Δικαστήριο ορίζει, ο καθ΄ ου η αίτηση υποχρεούται, ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε διαδίκου, να δώσει πλήρεις, συγκεκριμένες και πειστικές αποδείξεις της αποξένωσης ή της διάθεσης της περιουσίας ή μέρους της με συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ενώ αν κριθεί αναγκαίο το Δικαστήριο δικαιούται να διατάξει τον καθ' ου η αίτηση να δώσει οδηγίες προς τραπεζικό ίδρυμα ή χρηματοδοτικό οργανισμό, με κοινοποίηση στο Δικαστήριο, σχετικά με την αποξένωση, τη διακίνηση, τη μεταφορά ή την επαναφορά της περιουσίας ή μέρους της, όπως το Δικαστήριο ορίζει.
(3)Το Δικαστήριο δύναται ύστερα από αίτηση του αιτητή να ορίσει ημερομηνία για εξέταση του καθ' ου η αίτηση σχετικά με την ορθότητα των ενόρκων δηλώσεων ή των συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων ή άλλων στοιχείων αναφορικά με την περιουσιακή του κατάσταση. Στην περίπτωση αυτή ο καθ' ου η αίτηση κλητεύεται ως μάρτυρας.» Βασικό νομικό υπόβαθρο της αίτησης είναι η Δ.39 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία παραπέμπει η Δ.48 Θ.4
(2). Η Δ.39 Θ.1 έχει ως ακολούθως: «Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross-examination» Σε μετάφραση: «Σε αίτηση, μαρτυρία μπορεί να δοθεί με ένορκο δήλωση αλλά το Δικαστήριο ή Δικαστής δύναται, κατόπιν παράκλησης οποιουδήποτε των διαδίκων, να διατάξει την παρουσία του ομνύσαντος για αντεξέταση» Το θέμα της έκδοσης διατάγματος αντεξέτασης ενόρκως δηλούντος, είναι θέμα το οποίο ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Είναι χαρακτηριστικό το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Λευτέρη Μήλου κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 280, 286: «(ι) Δεν έχει αμφισβητηθεί, και ορθά, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην εκδώσει το διάταγμα για αντεξέταση παρά τη σύμφωνη προς τούτο γνώμη και του ίδιου του καθ' ου στην αίτηση εκείνη Κ. Γαβριηλίδη, με δεδομένο ότι η αίτηση στηριζόταν στη Δ.39, Θ.1 η οποία και παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της. (δέστε Annual Practice 1958 σελ.865 και Halsbury's Laws of England 3^ έκδ. Τόμος 21, σελ. 418-419 παρ. 878).» Στην Αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1)
(2004)1 Α.Α.Δ. 1660, τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι άδεια αντεξέτασης επί των ενόρκων δηλώσεων δίδεται πολύ σπάνια από το Δικαστήριο και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Επίσης, αναφέρθηκε ότι η αίτηση θα πρέπει να υποβάλλεται εγγράφως και να περιλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους μια υπόθεση εντάσσεται στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων. Είναι χαρακτηριστικό το πιο κάτω απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση: «Το ζήτημα της αντεξέτασης ομνύσαντος διέπεται από τον θ.1 της Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών σύμφωνα με το οποίο σε αίτηση μπορεί να δοθεί μαρτυρία με ένορκη δήλωση πλην όμως το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται με παράκληση οποιουδήποτε των διαδίκων να διατάξει όπως ο ομνύσας την ένορκη δήλωση παρουσιαστεί για αντεξέταση. Επομένως το θέμα εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Για τα κριτήρια άσκησης της διακριτικής αυτής ευχέρειας μπορούμε να αντλήσουμε χρήσιμη καθοδήγηση από τα κρατούντα στην Αγγλία. Σύμφωνα με την υποσημείωση (α) της παραγράφου 74 των Halsbury's Laws of England, 3rd Ed., Vol. 11, οι ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την ένσταση στην αίτηση Habeas Corpus πρέπει να καταχωρούνται πριν από την ημερομηνία της ακρόασης. Πρόσθετες ένορκες δηλώσεις μπορεί να καταχωρούνται αν δοθεί άδεια κατά την ακρόαση και μπορεί να δοθεί άδεια σε οποιοδήποτε από τους διαδίκους να καταχωρήσουν πρόσθετες ένορκες δηλώσεις σε σχέση με ένα νέο ζήτημα το οποίο εγείρεται από τις ένορκες δηλώσεις του αντιδίκου. Αντεξέταση επί των ενόρκων δηλώσεων δεν επιτρέπεται (Βλ. R. ν. Kent Justices ex parte Smith [1928] W.N. 137 και την σημείωση της Δ.59, Θ.44 των Παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών). Σύμφωνα με αυτή τη σημείωση αντεξέταση επί των ενόρκων δηλώσεων πολύ σπάνια επιτρέπεται. Η σημείωση παραπέμπει στην R. ν. Kent Justices (πιο πάνω) και στην R. ν. Stokesley Justices [1956] 1 W.L.R.
  1. Στην τελευταία αυτή υπόθεση αναφέρεται ότι «πιθανόν αυτή θα είναι η πρώτη υπόθεση στην πρόσφατη ιστορία στην οποία έγινε αίτηση σε διαδικασία προνομιακών ενταλμάτων για άδεια αντεξέτασης επί των ενόρκων δηλώσεων. Άδεια δεν έχει ποτέ δοθεί ή τουλάχιστο δεν έχει δοθεί για μεγάλο αριθμό ετών». Στην Stokesley (πιο πάνω) γίνεται αναφορά στην Kent Justices (πιο πάνω) στην οποία λέχθηκαν τα εξής (σε δική μου μετάφραση): "Για περίπου 50 ή 60 χρόνια δεν έχει εκδοθεί διάταγμα για την αντεξέταση ομνύσαντος. Ήταν αρκετό να προστεθεί ότι δεν υπήρχε πιθανότητα να εκδοθεί τέτοιο διάταγμα εκτός σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις και ότι δεν έχουν αποδειχθεί τέτοιες εξαιρετικές περιστάσεις στην παρούσα υπόθεση." Στην Stokesley (πιο πάνω) έγινε δεκτό το αίτημα για αντεξέταση του ομνύσαντος. Κρίθηκε ότι επρόκειτο για αξιοπρόσεκτη και εξαιρετική περίπτωση στην οποία «ο αιτητής επιδιώκει να παραμερίσει διάταγμα το οποίο εξασφαλίστηκε πριν από 8 χρόνια και σε σχέση με το οποίο δεν είχε ενεργήσει ποτέ ο παραπονούμενος ο οποίος είχε εξασφαλίσει το διάταγμα». Επομένως, σύμφωνα με τα πιο πάνω η έγκριση του αιτήματος για αντεξέταση επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Οδηγός για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι η στοιχειοθέτηση κάποιου είδους εξαιρετικών περιστάσεων ανάλογα με περιστατικά της συγκεκριμένης περίπτωσης. Θα πρέπει ακόμα τα θέματα που θα επιτραπεί η αντεξέταση να είναι περιορισμένα, καθώς θα ήταν πρόωρο το Δικαστήριο να επεκταθεί στην εξέταση των διαφωνιών των διαδίκων, αλλά και να προβεί στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας τους. Μετά την πιο πάνω παράθεση του νομοθετικού και νομολογιακού πλαισίου εξέτασης αιτήσεων αντεξέτασης, επανερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας αίτησης, κρίνω ότι υπάρχουν εξαιρετικές περιστάσεις, ώστε να επιτρέψω μερικώς της αντεξέταση της Καθ' ης η Αίτηση, μόνο αναφορικά με τις καταστάσεις τραπεζικών λογαριασμών που διατηρούσε κατά την 19/01/2022 ημερομηνία που ισχυρίζεται ο Αιτητής ότι επήλθε η διάσταση των διαδίκων και την οποία ημερομηνία παραδέχεται η Καθ' ης η αίτηση στην παράγραφο 6 της Υπεράσπισής της. Επομένως, ασκώντας τη διακριτική μου εξουσία καταλήγω ότι θα πρέπει να δοθεί η ευκαιρία στον Αιτητή να αντεξετάσει την Καθ' ης η Αίτηση, επί του εν λόγω ισχυρισμού. Αυτό θεωρώ ότι υπαγορεύει το συμφέρον της δικαιοσύνης. Συνακόλουθα, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται στον Αιτητή να αντεξετάσει την Καθ' ης η αίτηση αναφορικά με τις καταστάσεις των τραπεζικών λογαριασμών που διατηρούσε σε διάφορα Τραπεζικά Ιδρύματα κατά την 19/01/
  2. Πρόσθετα των πιο πάνω, θεωρώ ορθό όπως για σκοπούς καλύτερου προγραμματισμού και αποφυγής εκτροχιασμού της διαδικασίας, επιβάλω περιορισμό στο χρόνο της αντεξέτασης της ενόρκως δηλούσας. Λαμβανομένου υπόψη όλων των περιστατικών της υπόθεσης, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως ο χρόνος αντεξέτασης καθοριστεί στα 15 λεπτά. Λόγω της φύσεως του αιτήματος, θεωρώ ορθό η κάθε πλευρά να επιβαρυνθεί με τα δικά της έξοδα. (Υπ.) .......... Γ. Γ. Αντωνιάδης, Π. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής /Λ.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.