Α.Μ. ν. G.A.G., Αρ. Αίτησης: 114/2022, 8/7/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Δικαιοδοσία Γονικής Μέριμνας Ενώπιον: Φ. Κωνσταντίνου, Δ. Αρ. Αίτησης: 114/2022 Μεταξύ: Α.Μ. Αιτήτρια και G.A.G. Καθ' ου η αίτηση ----------------------------- Ημερομηνία: 8 Ιουλίου 2024 Εμφανίσεις: Για την αιτήτρια - καθ'ης η αίτηση στην ανταπαίτηση: κ. Λ. Βραχίμης με κα Ν. Βραχίμη για Ελένη Βραχίμη & ΣΙΑ ΔΕΠΕ Για τον καθ'ου η αίτηση - αιτητή στην ανταπαίτηση: κα Α. Γεωργίου με κ. Λ. Νικολαΐδη για Ανδρέας Ι. Καρύδης & ΣΙA ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Aίτημα της αιτήτριας με την εξεταζόμενη αίτηση είναι να μεταφέρει το ανήλικο τέκνο των διαδίκων Α.Ν.G., στο εξής «ο Α.», για εγκατάσταση στο Λουξεμβούργο. Οι διάδικοι απέκτησαν τον Α., ηλικίας 12,5 χρόνων κατά την καταχώριση της εξεταζόμενης αίτησης, από σχέση που είχαν. Με διατάγματα γονικής μέριμνας που εκδόθηκαν εκ συμφώνου ανατέθηκε η φύλαξη του τέκνου στην αιτήτρια, καθορίστηκε ως τόπος διαμονής του ο τόπος διαμονής της αιτήτριας και ρυθμίστηκε το δικαίωμα επικοινωνίας του καθ'ου η αίτηση με το τέκνο. Ο καθ'ου η αίτηση διαφωνεί με το αίτημα της. Με την έκθεση υπεράσπισης του ζητά απόρριψη του. Εγείρει ανταπαίτηση με την οποία ζητά να ακυρωθούν τα ισχύοντα διατάγματα γονικής μέριμνας, να του ανατεθεί η φύλαξη του τέκνου τους και να καθοριστεί ως τόπος διαμονής του τέκνου ο τόπος διαμονής του ίδιου. Οι διάδικοι θα αποκαλούνται «αιτήτρια» και «καθ'ου η αίτηση» ως είναι στην εναρκτήρια αίτηση. Kατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσε ως μάρτυρας του Δικαστηρίου η Λειτουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών Χριστίνα Στυλιανού. Προέβηκε σε κοινωνική έρευνα και σύνταξε σχετική έκθεση ημερομηνίας 28.6.2023, την οποία κατέθεσε ως τεκμήριο (Tεκμήριο 1). Αντίγραφο αυτής δόθηκε στους δικηγόρους των διαδίκων, οι οποίοι προέβηκαν σε αντεξέταση της. Η αιτήτρια (Μ.Α.2) κατέθεσε ένορκη δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, έδωσε και προφορική μαρτυρία και αντεξετάστηκε. Κατέθεσαν ως μάρτυρες για την πλευρά της ο Φ. Κ. (Μ.Α.1), σύζυγος της, η Φ. Ο. (Μ.Α.3), υπεύθυνη για τη γενική λειτουργία του σχολείου που φοιτά ο Α., και η Ε. Π. (Μ.Α.4), σύμβουλος και μαθηματικός στο σχολείο. Στη συνέχεια ο καθ'ου η αίτηση (Μ.Υ.1) κατέθεσε ένορκη δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, έδωσε και προφορική μαρτυρία και αντεξετάστηκε. Κατέθεσαν ως μάρτυρες για την πλευρά του η Έ. Σ. (Μ.Υ.2), καθηγήτρια μαθηματικών του Α. και υπεύθυνη του τμήματος του, η R. S. (M.Y.3), σύζυγος του, ο G. J. M., (M.Y.4), νοννός της Σ, θυγατέρας του καθ'ου η αίτηση, ο Α. Α. (Μ.Υ.5), φίλος του καθ'ου η αίτηση και η Π. Ε. (Μ.Υ.6), γειτόνισσα του καθ'ου η αίτηση. Ακολούθησαν οι αγορεύσεις των δικηγόρων των διαδίκων στις 19.6.2024 και επιφυλάχθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου. Παραθέτω τη μαρτυρία της Λειτουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών: Στην έκθεση της αναφέρεται ότι το τέκνο «διατηρεί στενό συναισθηματικό δεσμό και με τους δύο γονείς καθώς και με τα ετεροθαλή του αδέλφια». Καθώς και ότι κατά τις συναντήσεις που είχε με τους διαδίκους διαπίστωσε ότι το τέκνο ήταν «χαρούμενο και ευδιάθετο και κινείτο με άνεση στο χώρο τόσο στην οικία του πατέρα όσο και στην οικία της μητέρας». Ανέφερε για το τέκνο τα ακόλουθα: «Κατά τη συνεργασία μας, ο ανήλικος αναφέρθηκε τόσο σε αισιοδοξία όσο και σε ανησυχίες γύρω από το θέμα της μετεγκατάστασης του στο Λουξεμβούργο. Ανέφερε ότι αποκόμισε θετικές εμπειρίες από τη χώρα, την οποία επισκέφθηκε σε διακοπές του και στις ευκαιρίες που θα μπορεί να έχει σε περίπτωση μετεγκατάστασης του. Ωστόσο, εξέφρασε ανησυχίες για την προσαρμογή του στη χώρα και την απομάκρυνση του από τους συγγενείς και φίλους του στην Κύπρο, στοιχεία στα οποία είχε αναφερθεί και ο πατέρας του. Ταυτόχρονα, ο ανήλικος εξέφρασε την επιθυμία του για αύξηση της επικοινωνίας με τον πατέρα του, εκφράζοντας ευχαρίστηση για τις ημέρες που ο πατέρας του τον παραλαμβάνει από το σχολείο και διανυκτερεύει στην οικία του.» Ανέφερε για το θέμα της εγκατάστασης του τέκνου στο Λουξεμβούργο τα ακόλουθα: «Όσον αφορά το θέμα της μετεγκατάστασης του ανηλίκου στο Λουξεμβούργο, εγείρονται προβληματισμοί, οι οποίοι αφορούν την αλλαγή που θα επέλθει στο πρόγραμμα επικοινωνίας του παιδιού με τον πατέρα και τις ετεροθαλείς του αδελφές, σε σχέση με τη δική του επιθυμία για αύξηση της επικοινωνίας. Παράλληλα, δεν καθίσταται δυνατή η αξιολόγηση των συνθηκών διαβίωσης στη χώρα, καθότι δεν έχει εξευρεθεί ο χώρος διαμονής της οικογένειας και θέση εργασίας για τη μητέρα.» Κατέληξε στην εισήγηση της η Λειτουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών στα ακόλουθα: «Με βάση τα στοιχεία που αναφέρονται στην παρούσα έκθεση, την ικανοποιητική άσκηση του γονικού ρόλου και από τους δύο γονείς, το συναισθηματικό δεσμό του ανηλίκου και με τους δύο γονείς, καθώς και με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του, την άποψη του ανηλίκου σχετικά με το επίδικο θέμα, καθώς και με το γεγονός ότι ο ανήλικος διαμένει σταθερά από το χωρισμό των γονέων με τη μητέρα, η Υπηρεσία μας εισηγείται όπως η φύλαξη και φροντίδα του ανηλίκου παραμείνει στη μητέρα και όπως καθοριστεί επικοινωνία με τον πατέρα, ενώ η επιμέλεια και γονική μέριμνα συνεχίσουν να ασκούνται από κοινού και από τους δύο γονείς.» Κατά την αντεξέταση της από το δικηγόρο της αιτήτριας, σε αρκετά σημεία αχρείαστη και με έντονο ύφος, με την ανάλογη επισήμανση του Δικαστηρίου, η Λειτουργός ανέφερε ότι δεν τοποθετήθηκε για το θέμα της εγκατάστασης του τέκνου στο Λουξεμβούργο καθότι δεν γνωρίζει τις συνθήκες διαβίωσης στο Λουξεμβούργο. Καθώς και ότι «η τοποθέτηση γενικά του ανηλίκου ήταν θετική και στα δύο ενδεχόμενα, στην παραμονή του στην Κύπρο αλλά και στη μετεγκατάσταση του στο Λουξεμβούργο». Ανέφερε: «Ήταν συνεργάσιμος, ανοικτός με τη μετεγκατάσταση και γενικά το παιδί ήταν πολύ άνετο και με τους δύο γονείς». Κατά την αντεξέταση της από το δικηγόρο του καθ'ου η αίτηση η Λειτουργός ανέφερε ότι ο ανήλικος «είναι θετικός και στα δύο ενδεχόμενα», να μείνει στην Κύπρο ή να εγκατασταθεί στο Λουξεμβούργο, «αναφέροντας θετικά και αρνητικά στοιχεία σε κάθε περίπτωση». Κατέθεσε για την πλευρά της αιτήτριας πρώτα ο Φ. Κ. (Μ.Α.1), σύζυγος της. Ανέφερε ότι είχαν σχέση με την αιτήτρια από το 2011 και τέλεσαν γάμο το
- Απέκτησαν ένα υιό, ηλικίας 8 χρόνων κατά την καταχώριση της αίτησης. Ανέφερε ότι εγκαταστάθηκε στο Λουξεμβούργο από το Φεβρουάριο 2022 λόγω εργασίας αφού στην Κύπρο δεν είχε εργασία ανάλογη με τα προσόντα του ώστε να λαμβάνει ικανοποιητικό εισόδημα. Αναφερόμενος στον Α. κατέθεσε ότι τον γνώρισε το έτος 2011 όταν ήταν 1,5 χρόνων και αναπτύχθηκε στενή σχέση μεταξύ τους που δεν διαφοροποιείται με τη σχέση που έχει με το βιολογικό τέκνο του. Ανέφερε ότι ήταν παρών στην ζωή του και στο μεγάλωμα του από 2 χρόνων και τον αποκαλούσε «παπά». Κατέθεσε ότι στο Λουξεμβούργο υπάρχει ένα καλύτερο μέλλον για τους ίδιους και τα παιδιά και πρέπει να συνεχίσουν ως οικογένεια. Επισήμανε ότι δεν επιδίωξε να αντικαταστήσει τη θέση του πατέρα του A. Ανέφερε «Ο Α. είναι πλέον 14 χρόνων και είναι αρκετά ώριμος για να έχει αντίληψη των πραγμάτων και να αλληλοεπιδρά όπως νιώθει αυτός πιο άνετα». Στη συνέχεια κατέθεσε η αιτήτρια (Μ.Α.2). Αναφέρθηκε στη μαρτυρία της στο Λουξεμβούργο, ως χώρα που βρίσκεται στην καρδιά της ηπειρωτικής Ευρώπης, στις χώρες που περιβάλλεται και στη μικρή απόσταση που έχει από μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις. Καθώς και στην κατάταξη του Λουξεμβούργου σύμφωνα με στατιστικές αναφορικά με την οικονομία, την ασφάλεια, την υγεία και την εκπαίδευση. Αναφερόμενη στο θέμα εκπαίδευσης του Α. κατέθεσε ότι «πρόθεση μου είναι να εγγράψω τον Α. σε ένα διεθνές σχολείο». Επισκέφτηκε τρία από τα έξι διεθνή σχολεία και ενημερώθηκε ότι δίνεται ιδιαίτερη σημασία στην προσαρμογή νέων μαθητών. Αναφέρθηκε στα τρία σχολεία που επισκέφτηκε και κατέθεσε σχετικά έγγραφα ως τεκμήρια από τις ιστοσελίδες των σχολείων αναφορικά με τις δραστηριότητες που προσφέρονται στους μαθητές (Τεκμήρια 8, 9 και 10). Ανέφερε ότι ο Α. θα μπορεί να εξασκηθεί στην κολύμβηση, που είναι δραστηριότητα που του αρέσει, στο σχολείο ή σε εσωτερική πισίνα, αναφερόμενη σε υδάτινο πάρκο που επισκέφτηκαν. Αναφέρθηκε περαιτέρω στα ενδιαφέροντα του Α για το διάστημα και τη μηχανική αναφερόμενη σε προγράμματα για μαθητές που προσφέρονται στο Λουξεμβούργο για την ανάπτυξη ιδεών και δεξιοτήτων. Κατέθεσε σχετικά έγγραφα (Τεκμήρια 11, 12 και 13). Ανέφερε στις παραγράφους 51 και 52 της γραπτής δήλωσης της τα ακόλουθα σχετικά: «
- Ξεκινήσαμε αυτή την οικογένεια το 2011 και πρέπει να συνεχίσουμε ως οικογένεια. Αγαπάμε ο καθένας τον άλλο πολύ και χρειαζόμαστε ο ένας τον άλλον. Είναι προς το καλύτερο συμφέρον του Α. και ταυτόχρονα ολόκληρης της οικογένειας μας να επανενωθούμε και να μετεγκατασταθούμε στο Λουξεμβούργο. Όπως ο Φ. θυσιάστηκε και άφησε πίσω του τα πάντα στην Κύπρο, την οικογένεια του, τους φίλους του, χρειάζομαι να προστατεύσω την οικογένεια μου και να κάνω το καλύτερο για αυτούς. Τα αγόρια χρειάζονται μια πατρική φιγούρα στη δική τους ζωή σε καθημερινή βάση. Είναι αδιανόητο να σκεφτεί κανείς ότι θα συνεχίσουν να μεγαλώνουν χωρίς τον Φ. παρών στη ζωή τους. Επίσης λόγω της συνεχιζόμενης ενεργειακής κρίσης, του πολέμου στην Ουκρανία και του γεγονότος ότι οι μισθοί στην Κύπρο είναι σημαντικά χαμηλότεροι, πρέπει να μετεγκατασταθούμε στο Λουξεμβούργο αφού και με το δικό μου εισόδημα, η οικογένεια θα είναι σε θέση να απολαύσει άνετη και χωρίς άγχος ζωή.
- Η αλλαγή του τόπου διαμονής δεν θα επηρεάσει αρνητικά τους γιους μου, ειδικά τον Α., καθώς είναι ήδη εξοικειωμένοι στο Λουξεμβούργο αφού το έχουν επισκεφτεί αρκετές φορές. Ο Α. θα είναι σε θέση όχι μόνο να συνεχίσει την εκπαίδευση του σε ευρωπαϊκό επίπεδο, να ακολουθήσει τα ενδιαφέροντα του, τα χόμπι του και εξωσχολικές δραστηριότητες, αλλά εάν επιθυμεί να ακολουθήσει νέες δραστηριότητες θα έχω την οικονομική δυνατότητα να τον στηρίξω. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τη μελλοντική του τριτοβάθμια εκπαίδευση, στην οποία θα έχει καλύτερη πρόσβαση αφού αποκτήσει ευρωπαϊκό απολυτήριο και κατέχει επιπλέον γλώσσες. Η αλλαγή του τόπου προωθεί τα συμφέροντα του παιδιού και τα συμφέροντα του θα εξυπηρετούνται καλύτερα σε νέο τόπο κατοικίας. Θα είναι επίσης πολύ θετικό να επανενωθούμε σαν οικογένεια καθώς όλοι είμαστε πολύ δεμένοι. Ο Α. θα συνεχίσει να έχει συνεχή επαφή με την Κύπρο, τακτικές φυσικές επισκέψεις για να συναντήσει τον πατέρα και τους συγγενείς του στην Κύπρο, την οικογένεια και τους φίλους, και ευκαιρία καθημερινά να επικοινωνεί με όλους μέσω βιντεοκλήσεων ή άλλων μέσων.» Αναφέρθηκε στην αγορά εργασίας για το επάγγελμα της με ετήσιο μισθό €65.000 καταθέτοντας σχετικά έγγραφα (Τεκμήρια 18 και 19). Κατέθεσε ότι σε περίπτωση που εγκατασταθεί ο Α. στο Λουξεμβούργο θα διασφαλίσει ότι θα επισκέπτεται τακτικά τον πατέρα του στην Κύπρο και είναι πρόθυμη να καλύψει τα έξοδα για τα αεροπορικά εισιτήρια για τρεις φορές το χρόνο. Επίσης σε περίπτωση που επισκεφτεί τον Α. ο πατέρας του στο Λουξεμβούργο, είναι πρόθυμη να καλύπτει τα έξοδα διαμονής του πατέρα του στο Λουξεμβούργο. Αναφέρθηκε στη στενή σχέση του Α. με το σύζυγο της και στο μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τον Α. από τον πατέρα του μετά την καταχώριση της εξεταζόμενης αίτησης. Κατά την αντεξέταση, της υποβλήθηκε ότι ο καθ'ου η αίτηση διαφωνεί με την εγκατάσταση του Α. στο Λουξεμβούργο και ζητά να μείνει στην Κύπρο και να έχει ο ίδιος τη φύλαξη του. Η αιτήτρια απάντησε: «Προφανώς αυτή δεν είναι η πρόθεση μου. Αυτό που θέλω είναι η οικογένεια μου να παραμείνει μαζί και θέλουμε να μετοικήσουμε στο Λουξεμβούργο». Σε ερώτηση του Δικαστηρίου, που τέθηκε στο πλαίσιο του εξεταστικού ρόλου του σε διαδικασία γονικής μέριμνας, ποια είναι η θέση της στην περίπτωση που το τέκνο εγκατασταθεί στο Λουξεμβούργο κατά πόσο θα υπάρξει αποξένωση του παιδιού από τον πατέρα του αφού θα έχει προσωπική επικοινωνία μαζί του κατά τις σχολικές διακοπές, απάντησε πως ο Α. θα περνά μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα με τον πατέρα του, γεγονός που επιθυμεί ο Α., παρά δύο ώρες κάθε εβδομάδα. Κατέθεσε ακολούθως η Φ. Ο. (Μ.Α.3), υπεύθυνη για τη γενική λειτουργία του σχολείου που φοιτά ο Α. Ανέφερε στη μαρτυρία της ότι έχει περισσότερη επικοινωνία με τη μητέρα του Α. για θέματα απουσίας και υγείας και πολύ σπάνια με τον πατέρα του. Στη συνέχεια κατέθεσε η Ε. Π. (Μ.Α.4), σύμβουλος και μαθηματικός στο σχολείο. Ανέφερε ότι είχε επαφή με τον Α. τη φετινή χρονιά για την επιλογή των μαθημάτων. Ανέφερε ότι είχε επικοινωνία με τη μητέρα και με τον πατέρα για τις επιλογές των μαθημάτων. Αντεξεταζόμενη ερωτήθηκε για τις επιδόσεις του Α. τη φετινή σχολική χρονιά. Ανέφερε ότι μίλησε με τους καθηγητές του και την υπεύθυνη του τμήματος του και της είπαν ότι υπάρχει μεγάλη αλλαγή στην πορεία του μαθητή τη φετινή σχολική χρονιά. Κατέθεσε ότι «είναι πιο συγκεντρωμένος την ώρα του μαθήματος, είναι πολύ τυπικός με τις ασκήσεις του» και «υπάρχει μια τρομερή εξέλιξη, ειδικά στο μάθημα των μαθηματικών». Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι μίλησε με τον Α. για τους προβληματισμούς του αναφορικά με την εγκατάσταση του στο Λουξεμβούργο. Κατέθεσε ότι ο Α. της είπε πως «τώρα έχει ήδη κτίσει τη ζωή του, την οικογένεια του, τους φίλους του και θα είναι πολύ δύσκολο για τον ίδιο να αφήσει όλα αυτά και να πάει για τρία χρόνια στο εξωτερικό». Ανέφερε ότι της είπε «κάποια φάση θα έφευγα μακριά από τη μητέρα μου». Καθώς και ότι «θα ήθελε να μείνει με τον πατέρα του, ότι περνά καλά τις ημέρες που επισκέπτεται τον πατέρα του και είναι κάτι που θα το ήθελε παρά να μετακομίσει στο εξωτερικό με τη μητέρα του». Ακολούθως έδωσε μαρτυρία ο καθ'ου η αίτηση (Μ.Υ.1). Αναφέρθηκε στη μαρτυρία του στην εργασία του. Κατέθεσε ότι εργαζόταν σε εταιρεία που κατονόμασε με ετήσιες μικτές απολαβές €42.
- Τερματίστηκε η εργασία του από 14.8.2023 και από το Σεπτέμβριο 2023 λαμβάνει ανεργιακό επίδομα μέχρι το Φεβρουάριο
- Αναζητά εργασία ως σύμβουλος πληροφορικής και προέβηκε σε συνεντεύξεις. Αναφέρθηκε «στις άριστες σχέσεις» που έχει ο Α. με τη σύζυγο του και τις θυγατέρες του που απέκτησε από το γάμο του, τις αδελφές του, ηλικίας 7 και 3 χρόνων. Διαφωνεί με την «απομάκρυνση» του Α. από τον ίδιο «για τόσο μικρό χρονικό διάστημα αφού σε τρία χρόνια ενηλικιώνεται και θα αποφασίζει ο ίδιος» λέγοντας ότι η εγκατάσταση του στο Λουξεμβούργο δεν θα λειτουργήσει προς το συμφέρον του αντίθετα «θα έχει ολέθριες συνέπειες για τον ίδιο, την ανάπτυξη και την πρόοδο του». Κατέθεσε ότι ο Α. είχε μείωση των βαθμών του στο σχολείο όταν ο σύζυγος της αιτήτριας εγκαταστάθηκε στο Λουξεμβούργο εξηγώντας ότι η αιτήτρια έκανε κακό χειρισμό του προγράμματος της. Κουβεντιάζοντας το θέμα με τον Α. του είπε ότι αναγκάζεται να κάνει τα μαθήματα του στο αυτοκίνητο της αιτήτριας αφού δεν έχει τον απαιτούμενο χρόνο να μελετήσει. Ανέφερε ότι τις ημέρες που ήταν μαζί του ο Α. διάβαζαν μαζί και του επεξηγούσε τις απορίες που είχε. Ενημερώθηκε από την υπεύθυνη καθηγήτρια του Έ. Σ. ότι φέτος καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια και είναι καλύτερος. Ανέφερε για τον Α. «έκτισα μια πολύ καλή σχέση πατέρα - υιού και μια πολύ καλή σχέση σεβασμού και επικοινωνίας». Καθώς και ότι έχουν «μια υπέροχη σχέση», «μια πολύ καλή επικοινωνία και περνούμε όμορφα στον κοινό μας χρόνο μαζί». Ανέφερε «Τόσο η γυναίκα μου, όσο και οι αδερφές του τον αγαπούν πάρα πολύ, έχουν άψογες σχέσεις και είναι ενθουσιασμένες με το να μείνει ο Α. μαζί μας σε μόνιμη βάση, κάτι που όπως επανειλημμένως μου έχει αναφέρει και ο ίδιος ο Α. ότι επιθυμεί». Κατέθεσε «Η όποια επαγγελματική επιλογή και φιλοδοξία του συζύγου της αιτήτριας δεν θα πρέπει να έχει αντίκτυπο και/ή να διαταράσσει την ψυχική ηρεμία και γενικότερα τη ζωή του Α., για του οποίου την ευημερία είμαστε υπεύθυνοι εγώ και η αιτήτρια. Η επανένωση της νέας οικογένειας της αιτήτριας θα ήταν άδικο να έχει ως αποτέλεσμα την αποστέρηση του Α. από τον πατέρα του και την απομάκρυνση του από τη γενέτειρα του και τη μέχρι σήμερα ζωή του». Aντεξεταζόμενος αναφέρθηκε για τις δραστηριότητες που κάνουν με το γιο του κατά τα Σαββατοκύριακα όταν είναι μαζί του, στις συναντήσεις με φίλους του και στις επισκέψεις φίλων του στο σπίτι. Ανέφερε ότι ο Α. του ανέφερε ότι «δεν θέλει να φύγει γιατί ανησυχεί για το αν θα μπορεί να προσαρμοστεί, δεν θα έχει τους φίλους του και την οικογένεια του». Ανέφερε «Δεν εμποδίζει κανένας τη μητέρα του να φύγει στο εξωτερικό». Κατέθεσε στη συνέχεια η Έ. Σ. (Μ.Υ.2), καθηγήτρια Μαθηματικών του Α. και υπεύθυνη του τμήματος του. Ανέφερε στη μαρτυρία της ότι ο Α. είναι αρκετά βελτιωμένος στην απόδοση στο σχολείο φέτος σε σύγκριση με πέρσι. Κατέθεσε ότι δεν είναι πάντα διαβασμένος. Το συζήτησε μαζί του και της είπε ότι δεν προλαβαίνει, δεν έχει χρόνο στο σπίτι να διαβάσει. Σε διαγώνισμα το Νοέμβριο 2023 «έγραψε πρώτη φορά 20» αναφέροντας ότι είχε βοήθεια στο διάβασμα από τον πατέρα του. Κατέθεσε η R. S. (Μ.Υ.3), σύζυγος του καθ'ου η αίτηση. Ανέφερε ότι γνώρισε τον Α. όταν ήταν 4 χρόνων. Έχουν μια όμορφη σχέση και καλή επικοινωνία μεταξύ τους. Ανέφερε ότι αρέσει στον Α. να διαβάζουν μαζί μαθηματικά, να συζητούν για θέματα που τον απασχολούν, να παίζουν, να βλέπουν ταινίες. Ανέφερε περαιτέρω ότι φροντίζει να έχει όλη η οικογένεια σπιτικό φαγητό, καθαρά ρούχα και βεβαιώνεται ότι έκαναν την απαιτούμενη προετοιμασία για το σχολείο. Ανέφερε ότι θεωρεί τον Α. παιδί της και οι θυγατέρες τους έχουν εξαιρετικές σχέσεις με τον αδελφό τους. Σε περίπτωση που ο Α. μείνει μαζί τους στο σπίτι τους θα τον φροντίζει όπως κάνει μέχρι τώρα. Αναφερόμενη στην εργασία της κατέθεσε ότι εργάζεται σε εταιρεία που κατονόμασε με ετήσιες απολαβές €50.
- Ακολούθως κατέθεσε ο G. J. M. (Μ.Υ.4), νοννός της Σ., θυγατέρας του καθ'ου η αίτηση. Ανέφερε ότι «είναι σαν θείος και των τριών παιδιών» του καθ'ου η αίτηση και ο Α. «μοιράζεται μαζί του ό,τι τον αναστατώνει και ό,τι τον κάνει χαρούμενο». Ανέφερε ότι τον περασμένο Σεπτέμβριο ή Οκτώβριο του είπε ο Α. ότι ανησυχεί για το γεγονός ότι θα έπρεπε να εγκατασταθεί στο Λουξεμβούργο. Τον ρώτησε τι θέλει ο ίδιος να συμβεί και ο Α. του είπε «Θέλω να μείνω εδώ». Αναφέροντας ότι τουλάχιστο μία φορά την εβδομάδα βρίσκεται με την οικογένεια του καθ'ου η αίτηση, κατέθεσε ότι ο Α. απολαμβάνει να περνά χρόνο με τον πατέρα του, τη σύζυγο του και τις αδελφές του. Αντεξεταζόμενος ανέφερε με έμφαση ότι ο καθ'ου η αίτηση και η σύζυγος του «είναι η οικογένεια μου» και «δεν είμαι οποιοσδήποτε τρίτος». Κατέθεσε ο Α. Α. (Μ.Υ.5), φίλος του καθ'ου η αίτηση για 34 χρόνια. Ανέφερε ότι γνωρίζει ότι ο καθ'ου η αίτηση «νοιάζεται για το παιδί του». Καθώς και ότι «Τις ώρες που έχει τον Α. φροντίζει να τις περνά με τον Α.» Αναφερόμενη στη σύζυγο του καθ'ου η αίτηση ανέφερε ότι φροντίζει τον Α. ως δικό της παιδί. Κατέθεσε η Π. Ε. (Μ.Υ.6), γειτόνισσα του καθ'ου η αίτηση. Κατέθεσε ότι ο καθ'ου η αίτηση έχει πολύ καλή σχέση με τον Α. Το ίδιο και η σύζυγος του. Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι αν δεν γνώριζε, δεν θα καταλάμβαινε ότι δεν είναι η μητέρα του». Νομική εξέταση - Αξιολόγηση μαρτυρίας - Κατάληξη Ανατέθηκε με σχετικό διάταγμα η φύλαξη του Α. στην αιτήτρια και καθορίστηκε ως τόπος διαμονής του ο τόπος διαμονής της στην Κύπρο. Με τη ρύθμιση αυτή δεν επιτρέπεται στην αιτήτρια να μεταφέρει τον Α. εκτός Κύπρου. Η αιτήτρια αιτείται στην ουσία τροποποίηση του εν λόγω διατάγματος για να μπορεί να μετοικήσει με τον Α. στο Λουξεμβούργο. Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από το σύγγραμμα Β. Βαθρακοκοίλη «Το Νέο Οικογενειακό Δίκαιο», Γ' έκδοση, 1994, σελ.599: «Αν ο τόπος διαμονής συνδέεται με ορισμένο πρόσωπο και το τελευταίο μετοικήσει, εμποδίζεται η μετοίκηση μαζί με το τέκνο, γιατί το δικαστήριο απέβλεψε στον καθορισμένο τόπο διαμονής και συνεπώς απαιτείται μεταρρύθμιση της απόφασης για να μπορεί να μετοικήσει με το ανήλικο τέκνο το πρόσωπο με το οποίο η σύνδεση.» Παραθέτω τα πιο κάτω άρθρα του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 (Ν 216/90), στο εξής «ο Νόμος»: «5.
(1)(α) Η μέριμνα για το ανήλικο τέκνο (΄γονική μέριμνα΄) είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων οι οποίοι το ασκούν από κοινού. 6.
(1)Κάθε απόφαση των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου.
(2)(α) Στο συμφέρον του τέκνου πρέπει να αποβλέπει και η απόφαση του Δικαστηρίου όταν, κατά τις διατάξεις του νόμου, το Δικαστήριο αποφασίζει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή με τον τρόπο της άσκησης της. ........
(3)Ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου και στο βαθμό που μπορεί να αντιληφθεί, πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του πριν από κάθε απόφαση σχετικά με τη γονική μέριμνα, εφόσο η απόφαση αφορά τα συμφέροντα του.» To τέκνο των διαδίκων κλήθηκε από το Δικαστήριο σε συνομιλία με βάση το άρθρο 6
(3)του Νόμου. Ακούστηκε η γνώμη του σχετικά με την εγκατάσταση του με τη μητέρα του στο Λουξεμβούργο. Ο Α., στη συνομιλία που είχα μαζί του, αποκάλεσε «παπά» το σύζυγο της μητέρας του και είπε χαρακτηριστικά «Από ό,τι θυμάμαι που ήμουν μικρός πάντα για εμένα ήταν σαν δεύτερος πατέρας, με ξυπνούσε, έκανε ό,τι θα έκανε ένας κανονικός πατέρας». Είπε ότι τον γνώρισε όταν ήταν «ενός ή δύο χρόνων». Ανέφερε συγκεκριμένα «Με βοηθούσε με τα μαθήματα, όταν πηγαίναμε ταξίδια, περνούσε χρόνο μαζί μας». Ανέφερε όμως ότι σε περίπτωση που έχει μια δυσκολία συζητά το πρόβλημα με τον πατέρα του ή το φίλο του Κ., αλλά περισσότερο με τον πατέρα του. Είπε χαρακτηριστικά πως λέει ό,τι τον απασχολεί «πρώτα στον πατέρα μου και μετά στη μητέρα μου». Αναφορικά με την εγκατάσταση του στο Λουξεμβούργο είπε «άργησα για το Λουξεμβούργο». Εξήγησε τι εννοούσε λέγοντας «Όπως είπα για το σχολείο. Δεν θα προλάβω, νομίζω ότι δεν θα μου αρέσει, θα είναι πολύ αγχωτικό, αν πήγαινα έκτη δημοτικού θα ήμουν πιο ήρεμος, επειδή τώρα είμαι έφηβος νευριάζω πιο εύκολα». Απάντησε, στη συνομιλία με το Δικαστήριο τι θα ήθελε για το Σεπτέμβριο 2024, τα ακόλουθα: «Εγώ βλέπω το μέλλον μου στην Κύπρο, θέλω να μείνω στην Κύπρο, ξέρω ότι θα λυπηθεί η μάμα, θέλω να μείνω Κύπρο, έχω φίλους, η περισσότερη ζωή μου είναι με τη μάμα μου, ο παπάς θα υπήρξαν μόνο δύο με τρεις φορές που με πήρε από το σχολείο, ... όταν πήγε η μάμα στο Λουξεμβούργο πέρσι και εγώ έμεινα Κύπρο μαζί με τον παπά γιατί είχα εξετάσεις». Kαθώς και τα ακόλουθα: «Να πάω πίσω στο σχολείο μου, να δω τους φίλους μου, θέλω να αποφοιτήσω από το σχολείο του το Τ.S., θέλω εγώ να είμαι εκεί, είμαι πολύ δεμένος, θέλω να μείνω Κύπρο, δεν είναι για την οικογένεια, γιατί είναι η χώρα μου. Θέλω να μείνω Κύπρο». Σε αναφορά του Δικαστηρίου ότι στην περίπτωση που θα διέμενε στο Λουξεμβούργο, θα μιλούσε με τον πατέρα του τηλεφωνικώς ή με βιντεοκλήση, απάντησε: «Το βλέπω λίγο περίεργο γιατί ο παπάς είναι πάντα εκεί, που τα εξηγά με ένα τρόπο που με το τηλέφωνο δεν είναι το ίδιο όταν είναι μπροστά. Όταν δεν νιώθω καλά, όταν κάτι με απασχολεί είναι εκεί να με αγκαλιάσει. Ή μπορεί να μου πει μην φοβάσαι. Ενώ όταν δεν είναι εκεί δεν μπορεί να κάνει τίποτα από τούτα. Μπορεί να μου πει λέξεις που εντάξει μπορεί να με βοηθήσουν όχι όμως όπως να με αγκαλιάσει. Κάποιες φορές του τηλεφωνούσα όταν πήγα Λουξεμβούργο για κάτι που με απασχολούσε». Ανέφερε «θέλω να περνώ περισσότερο χρόνο με τον παπά μου», «περνώ περισσότερο χρόνο με τη μάμμα αντί με τον παπά». Εξήγησε «Ήμουν την περισσότερη ζωή μου με τη μητέρα και πιστεύω ότι τώρα θέλω περισσότερη ζωή με τον παπά, όχι μόνο για τον παπά μου αλλά και για τις αδελφές μου». Ανέφερε «Περνώ πιο ωραία στον παπά μου». Καθώς και «Δεν μαλώνουμε καθόλου, είμαστε προγραμματισμένοι, τα έχουμε όλα έτοιμα, νιώθω πιο ωραία εκεί». Ο δικηγόρος της αιτήτριας ανέφερε στην αγόρευση του ότι η αιτήτρια έκανε όλες τις αναγκαίες έρευνες αγοράς για την κατοικία που θα ενοικιάσουν στο Λουξεμβούργο, τη δυνατότητα εργοδότησης της σε κατάλληλη εργασία και έκανε την αναγκαία προεργασία ως προς το θέμα του σχολείου που θα φοιτήσει ο Α. και για τις εξωσχολικές δραστηριότητες του και παρέπεμψε σχετικά στη μαρτυρία της. Ανέφερε περαιτέρω ότι «καλλιεργήθηκε ο φόβος της νέας εμπειρίας» στον Α. από τον πατέρα του και τη σύζυγο του αναφερόμενος στους προβληματισμούς του Α. που ανέφερε στη συνομιλία που είχε το Δικαστήριο μαζί του, ότι η εφηβεία μπορεί να αρχίσει στα δώδεκα, ίσως τον κοροϊδεύουν για το ύψος του και του μένουν μόνο τρία χρόνια να τελειώσει το σχολείο. Ανέφερε ότι «τον έπεισαν ότι δεν είναι ικανός να αντεπεξέλθει σε μια τέτοια εμπειρία». Ανέφερε ότι η εγκατάσταση του Α. στο Λουξεμβούργο και η φοίτηση του σε διεθνές σχολείο θα δώσει στον Α. «πραγματικές απεριόριστες προοπτικές στη ζωή του». Είναι η θέση του για τον Α. «το μόνο που έκανε ο Α. ήταν να εκδηλώσει το φόβο και τα επιχειρήματα του πατέρα του και του περιβάλλοντος του». Εισηγήθηκε ο δικηγόρος της αιτήτριας ότι σε περίπτωση που αποφασιστεί να μην εγκατασταθεί ο Α. στο Λουξεμβούργο, θα πρέπει να ρυθμιστεί το δικαίωμα επικοινωνίας της αιτήτριας με τον Α. στην περίπτωση που η αιτήτρια εγκατασταθεί στο Λουξεμβούργο και ανέφερε πώς θα έπρεπε να ήταν η σχετική ρύθμιση. Η δικηγόρος του καθ'ου η αίτηση παρέπεμψε στη μαρτυρία που δόθηκε από τις δύο πλευρές κατά την ακροαματική διαδικασία και αναφέρθηκε στην επιθυμία του Α. να μείνει στην Κύπρο τονίζοντας ότι η διά ζώσης επαφή με τον πατέρα του δεν μπορεί να αντικατασταθεί με την τηλεφωνική και τη διαδικτυακή επικοινωνία. Ανέφερε «Εάν η μητέρα θέλει να μετοικήσει στο εξωτερικό, έχει κάθε δικαίωμα να το πράξει, δεν σημαίνει όμως ότι η μετοίκηση αυτή εξυπηρετεί τα συμφέροντα του ανηλίκου». Αναφέρθηκε στην εργασία του καθ'ου η αίτηση, που βρήκε μετά το χρόνο της μαρτυρίας του. Διαπίστωσα από τα ενώπιον μου στοιχεία τα ακόλουθα σημαντικά: Αιτήτρια H αιτήτρια ανέφερε στη μαρτυρία της «Πρόθεση μου είναι να εγγράψω τον Α. σε ένα διεθνές σχολείο» και «Τα αγόρια χρειάζονται μια πατρική φιγούρα στη δική τους ζωή σε καθημερινή βάση». Αναφερόμενη στο σύζυγο της είπε «Είναι αδιανόητο να σκεφτεί κανείς ότι θα συνεχίσουν να μεγαλώνουν χωρίς τον Φ. παρών στη ζωή τους». Αυτό που προκύπτει είναι ότι πρόκειται για ανάγκη της αιτήτριας να βρίσκεται στο Λουξεμβούργο για προσωπικούς λόγους, αφού εκεί διαμένει και εργάζεται ο σύζυγος της. Ανέφερε για τον Α. για την εκπαίδευση «σε ευρωπαϊκό επίπεδο», την απόκτηση «ευρωπαϊκού απολυτηρίου», την ευκαιρία να μιλά «επιπλέον γλώσσες» και να ακολουθήσει «νέες δραστηριότητες», αναφορές στη μαρτυρία της που είναι αξιόλογες και καθόλου ευκαταφρόνητες. Τέκνο Το τέκνο των διαδίκων με εντυπωσίασε με την ωριμότητα του και την άποψη του, την οποία εξέφραζε στηρίζοντας την. Ανέφερε ότι θέλει να αποφοιτήσει από το σχολείο του το Τ.S. και εξήγησε ότι «θα είναι πολύ αγχωτικό» να φοιτήσει σε σχολείο στο Λουξεμβούργο λέγοντας «άργησα» και εξήγησε ότι θα ήταν διαφορετικά τα πράγματα αν ήταν πιο μικρός, «αν πήγαινε στην έκτη δημοτικού». Αποκάλεσε το σύζυγο της μητέρας του «πατέρα», ανέφερε ότι τον γνώρισε όταν ήταν ενός ή δύο χρόνων και μίλησε γι' αυτόν με αγάπη αναφερόμενος στη φροντίδα του απέναντι του και στο χρόνο που περνούσαν μαζί. Διαφάνηκε όμως από τη συνομιλία μαζί του ότι ο πατέρας του έχει σημαντική θέση στη ζωή του. Ανέφερε ότι συζητά ένα πρόβλημα πρώτα με τον πατέρα του και μετά με τη μητέρα του και θέλει να περνά περισσότερο χρόνο με τον πατέρα του. Είπε για τον πατέρα του ότι «είναι πάντα εκεί», «να τον αγκαλιάσει». Διαπίστωσα από τα λεγόμενα του ότι παίρνει δύναμη στα δύσκολα που αντιμετωπίζει από τον πατέρα του και τόνισε πως «με το τηλέφωνο δεν είναι το ίδιο» όπως όταν είναι μαζί. Εξήγησε γιατί περνά πιο ωραία όταν είναι μαζί με τον πατέρα του. Δεν μαλώνουν και είναι προγραμματισμένοι. Ανέφερε ότι νιώθει πιο ωραία όταν είναι με τον πατέρα του και θέλει να έχει περισσότερο χρόνο μαζί του. Η αιτήτρια δέχθηκε κατά τη μαρτυρία της, απαντώντας σε ερώτηση του Δικαστηρίου για ενδεχόμενη αποξένωση του παιδιού από τον πατέρα του σε περίπτωση εγκατάστασης του στο Λουξεμβούργο, ότι ο Α. θέλει να περνά μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα με τον πατέρα του, παρά δύο ώρες κάθε εβδομάδα. Διαπίστωσα από τα λεγόμενα του τέκνου στη συνομιλία που είχα μαζί του ότι η βούληση του είναι γνήσια και όχι υποβολιμαία. Δεν διαπίστωσα ότι υπάρχει επίδραση από τον πατέρα του αντίθετα με τη δική του εσωτερική διάθεση (Π.Ε. ν. K.R.U., Έφεση αρ.23/2018, ημερομηνίας 3.12.2019). Συζήτησε το θέμα της εγκατάστασης στο Λουξεμβούργο τόσο με τη μητέρα του όσο και με τον πατέρα του αφού οι γονείς είχαν υποχρέωση συνεκτίμησης της γνώμης του. Κρίσιμο ερώτημα είναι ποιο είναι το συμφέρον του ανήλικου τέκνου των διαδίκων. Το άρθρο 6
(1)και
(2)(α) του Νόμου καθιερώνει την αρχή ότι η γονική μέριμνα πρέπει να ασκείται προς το συμφέρον του τέκνου και ότι στο συμφέρον του τέκνου πρέπει να αποβλέπει και η απόφαση του Δικαστηρίου όταν, κατά τις διατάξεις του Νόμου, το Δικαστήριο αποφασίζει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή με τον τρόπο της άσκησης της. Ως συμφέρον του τέκνου εννοείται το σωματικό, υλικό, πνευματικό, ψυχικό, ηθικό και γενικότερα το κάθε είδους συμφέρον (Διευθύντρια Τμήματος Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ν. Φ. Ντούμα κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1911). Στη Σύμβαση περί των Δικαιωμάτων του Παιδιού, η οποία κυρώθηκε με τους περί της Σύμβασης περί των Δικαιωμάτων του Παιδιού (Κυρωτικούς) Νόμους του 1990 και του 2000, καθορίζεται στο άρθρο 3 ότι σε όλες τις αποφάσεις που αφορούν παιδιά και λαμβάνονται, μεταξύ άλλων από τα Δικαστήρια, «πρέπει να λαμβάνεται πρωτίστως υπόψη το συμφέρον του παιδιού». Στη Στυλιανού ν. Στυλιανού
(1993)1 ΑΑΔ 130 λέχθηκε σχετικά: «.η δικαιοδοσία για γονική μέριμνα δεν έχει το στοιχείο της αντιπαράθεσης μεταξύ των γονέων. Αντίθετα, έχει άξονα το κοινό καθήκον των γονέων για τη φροντίδα των παιδιών τους και συνισταμένη την ευημερία των τέκνων.» Η Λειτουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών δεν τοποθετήθηκε για το θέμα της εγκατάστασης του τέκνου στο Λουξεμβούργο καθότι δεν γνωρίζει τις συνθήκες διαβίωσης εκεί. Ανέφερε ότι η τοποθέτηση του τέκνου «ήταν θετική και στα δύο ενδεχόμενα». Από τη συνομιλία που είχα μαζί του, διαπίστωσα το αντίθετο. Ο Α. ήταν σαφής ότι θέλει να μείνει στην Κύπρο, τον αγχώνει η εγκατάσταση στο Λουξεμβούργο. Ανέφερε ότι άργησε εξηγώντας αυτό λόγω της ηλικίας του και είπε ότι θέλει να αποφοιτήσει σε τρία χρόνια από το σχολείο του το Τ.S. Πέραν τούτου, διαπίστωσα από τη συνομιλία που είχα μαζί του ότι ο πατέρας του είναι το στήριγμα του στα δύσκολα. Είπε ο Α. χαρακτηριστικά για τον πατέρα του ότι «είναι πάντα εκεί» και δεν είναι το ίδιο από το τηλέφωνο. Τόνισε ότι θέλει να περνά περισσότερο χρόνο μαζί του. Το συμφέρον του τέκνου των διαδίκων, όπως είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω από τη συνομιλία που είχα μαζί του είναι να τελειώσει τη φοίτηση του στο σχολείο που φοιτά, το T.S., και να αποφοιτήσει σε τρία χρόνια από αυτό, όπως είναι και η βούληση του. Ανέφερε η Ε. Π. (Μ.Α.4), σύμβουλος και μαθηματικός στο σχολείο, ότι μίλησε με τους καθηγητές και την υπεύθυνη τμήματος του Α. και της είπαν ότι υπάρχει «τρομερή εξέλιξη» του στα μαθήματα τη φετινή σχολική χρονιά και ειδικά στο μάθημα των μαθηματικών. Καθώς και ότι σε συνομιλία που είχε με τον Α. της είπε ότι είναι πολύ δύσκολο να πάει για τρία χρόνια στο εξωτερικό. Είπε με σαφήνεια ότι ο Α. της είπε ότι θα ήθελε να μείνει με τον πατέρα του παρά να μετακομίσει στο εξωτερικό με τη μητέρα του. Κριτήριο για τον προσδιορισμό του συμφέροντος του τέκνου είναι η σταθερότητα των συνθηκών ανάπτυξης του (Ε. Κουνουγέρη - Μανωλεδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο, Τόμος ΙΙ, έκτη έκδοση σελ. 314), η σχέση του με τους γονείς του και τα αδέλφια του και η γνώμη του (Β. Βαθρακοκοίλη, Το Νέο Οικογενειακό Δίκαιο 1990, σελ.586-588). Καταλήγω με αποκλειστικό γνώμονα το συμφέρον του Α. ότι επιβάλλεται η συνέχιση του οικείου κοινωνικού και σχολικού περιβάλλοντος του στην Κύπρο. Αλλαγή αυτού και απώλεια της διά ζώσης επαφής με τον πατέρα του και τους φίλους του θα του προκαλέσει ιδιαίτερα αγχωτική κατάσταση. Η ευημερία του τέκνου ευρίσκεται στο επίκεντρο της όποιας απόφασης για τη μετακίνηση του (Π.Ε. ν. K.R.U., ανωτέρω). Συνεκτιμώντας τη γνώμη του τέκνου των διαδίκων και αξιολογώντας την ενώπιον μου μαρτυρία, όπως ανωτέρω παρατέθηκε, η απαίτηση της αιτήτριας για εγκατάσταση του Α. μαζί της στο Λουξεμβούργο απορρίπτεται. Εξετάζοντας την ανταπαίτηση του καθ'ου η αίτηση να ακυρωθεί το ισχύον διάταγμα και να ανατεθεί στον ίδιο η φύλαξη του Α. επισημαίνω ότι η ανταπαίτηση του προβλήθηκε αόριστα χωρίς στήριξη σε γεγονότα στο δικόγραφο του και συνεπώς χωρίς επακόλουθη μαρτυρία. Όπως φαίνεται και από το χειρισμό της υπόθεσης από την πλευρά του δεν την προώθησε τελικά. Η ανταπαίτηση του καθ'ου η αίτηση απορρίπτεται για τους λόγους που αναφέρθηκαν. Η εισήγηση του δικηγόρου της αιτήτριας στην αγόρευση του για ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας της με το τέκνο σε περίπτωση που δεν επιτύχει η αίτηση της για εγκατάσταση του τέκνου μαζί της στο Λουξεμβούργο δεν ήταν αντικείμενο της αίτησης της. Κρίνω σκόπιμο να προβώ σε σύσταση προς τους γονείς, να αφήσουν τα συναισθήματα απόρριψης που έχουν ο ένας για τον άλλο στη ζωή του τέκνου τους και να συνεργαστούν για την άσκηση του γονικού ρόλου τους από κοινού για το συμφέρον του τέκνου τους. Να έχει ο Α. περισσότερο χρόνο με τον πατέρα του, αφού αυτό επιθυμεί ο ίδιος και η μητέρα του αναγνωρίζει την επιθυμία του αυτή. Τα παιδιά δεν ανήκουν στους γονείς τους. Χρειάζονται την αγάπη και τη στοργή και των δύο για να «πετάξουν». Η βούληση του Α. πρέπει να συνεκτιμάται από τους γονείς του και να γίνεται αποδεκτή από αυτούς όταν δεν αντιβαίνει στα συμφέροντα του. Όσο αφορά τα έξοδα, λαμβάνω υπόψη ότι τόσο η αίτηση όσο και η ανταπαίτηση απορρίπτονται καθώς και ότι η ανταπαίτηση δεν προωθήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία. Ενόψει τούτου, τα έξοδα επιδικάζονται κατά το ήμισυ υπέρ του καθ'ου η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Φ. Κωνσταντίνου, Δ. sn cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο